Γιάννης Μότσιος : Ένας αθάνατος και ασυμβίβαστος αντάρτης που έγινε διανοούμενος

78

Δυο λόγια για τον αντάρτη καθηγητή, τον Γιάννη Μότσιο πο έφυγε για το μεγάλο του ταξίδι
Ο Γιάννης Μότσιος, ο Γρεβενιώτης, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, ο φιλόλογος, ο ποιητής, ο λαογράφος, ο ανυπότακτος αντάρτης έφυγε για το μακρινό του ταξίδι!…
Η Eίδηση σηκώθηκε από τα Γιάννινα και πήρε να ανεμίζεται σ όλες τις στράτες, που πάτησε ο αντάρτης- καθηγητής και σ όλες τις τάβλες, όπου κάθισε ο λόγιος και ποιητής, τρατάροντας, στην ομήγυρη, τον άκρατο οίνο της έγερσης και της Δημιουργίας!…
Ανέβηκε στις ανηφοριές του Γράμμου. Και τα πεύκα στην πνοή της Eίδησης, λύγισαν ευλαβικά τις κορυφές τους, σαν βαθιά υπόκλιση για τον εκλιπόντα υμνητή τους….
Στις «Αρρένες», στο άκουσμα της Είδησης, έγινε αυθόρμητη η σύναξη των λύκων, με παρατηρητές, αδικοχαμένα ανταρτόπουλα που έκαναν αισθητή την παρουσία τους πίσω από τους κορμούς των πεύκων και κάτω από τις τούφες των θαλερών θάμνων. Αμίλητοι- βουβοί. Αόρατοι θεατές του τελετουργικού!
Οι λύκοι έδωσαν χώρο να περάσει η Είδηση και την έβαλαν στη μέση, της κυκλωτικής τους σύναξης και έβγαλαν ένα στεντόρειο ουρλιαχτό. Ένα ουρλιαχτό, που έσμιξε με το ουρλιαχτό, που ακούγεται από τα μακρινά χρόνια του εμφυλίου, από τις 15 Ιουλίου 1947, στην αιματοποτισμένη χαράδρα του «Χάρου”, που επιφύλαξε το θάνατο σε χιλιάδες Ελληνόπουλα. Κι ήταν ένα ουρλιαχτό που έμοιαζε γοερό μοιρολόγι, που παρόμοιο δεν μετακούστηκε…
Οι λύκοι, που μοιραζόταν το ίδιο στρώμα και τα ίδια κλινοσκεπάσματα, κάτω από τον ουρανό του Γράμμου έσμιξαν τα χνώτα τους με τους αντάρτες και έγιναν εσώψυχοι συμπονητές των μεγάλων, άδικων απωλειών, των ταγμένων στην λευτεριά και στην αξιοπρέπεια του ελληνικού λαού. Όπως και σε τούτη την μεγάλη απώλεια, του γνωστού τους από τα ανθρωποβόρα χρόνια, του αντάρτη καθηγητή!…
Ο αντάρτης καθηγητής, ο Γιάννης Μότσιος, γεννήθηκε το 1930 στο Σνίχοβο- Δεσπότης Γρεβενών. Δύσκολη η διαβίωση, φτωχά χρόνια.
Παρόλη τη φτώχια, ο Βαγγέλης Μότσιος, ο πατέρας του, τον στέλνει στο Γυμνάσιο Γρεβενών. Τα χρόνια που ακολουθούν γίνονται ακόμη δυσκολότερα. Ο πατέρας του και η οικογένεια του βρίσκονται υπό δίωξη, ως Κομμουνιστές. Ακολουθεί η Ιταλική κατοχή, η δήωση του σπιτιού τους και η επικήρυξη του πατέρα τους. Διακόπτονται οι σπουδές του και χρίζεται ως δάσκαλος, σε ηλικία 15 χρονών, στην Τίστα-Ζιάκας Γρεβενών. Με την απελευθέρωση ο κατατρεγμός παίρνει εξοντωτικές διαστάσεις έτσι βρίσκονται οικογενειακώς στο αντάρτικο. Ο Γιάννης γίνεται μαχητής του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας από το 1947 μέχρι το 1949. Με το τέλος του εμφυλίου βρίσκεται ως πολιτικός πρόσφυγας στην ΕΣΣΔ.
Σπούδασε Φιλολογία στα Πανεπιστήμια Τασκένδης και Κιέβου, και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Ινστιτούτο Παγκόσμιας Λογοτεχνίας της Ακαδημίας Επιστημών στη Μόσχα, με ειδίκευση στη Νέα Ελληνική Λογοτεχνία. Υπήρξε μόνιμος επιστημονικός συνεργάτης του Ινστιτούτου Παγκόσμιας Λογοτεχνίας, ο πρώτος που προσελήφθη στη Ρωσία (και ΕΣΣΔ) για τη μελέτη της Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας. Έγραψε δυο μονογραφίες , «Η λογοτεχνία της Εθνικής Αντίστασης 1940-45 στην Ελλάδα» και «Η ελληνική λογοτεχνία του 20ού αιώνα». Έργα μοναδικά στην θεματογραφία του Παγκόσμιου Ινστιτούτου.
Επαναπατρίστηκε στην Ελλάδα το 1976. Από το 1980 έως το 1997 υπηρέτησε ως Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, και δίδαξε ελληνική λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Σόφιας.
Συμμετείχε με εισηγήσεις και ανακοινώσεις σε συνέδρια: στην ΕΣΣΔ, στην Ελλάδα, στη Βουλγαρία, την Ουγγαρία, την Τουρκία και τη Σερβία. Στο Κρατικό Πανεπιστήμιο της Σόφιας οργάνωσε το πρώτο διεθνές φιλολογικό συνέδριο με θέμα «Τα μυθιστορήματα του Νίκου Καζαντζάκη». Με μετάφραση του και με την φιλολογική του επιμέλειά εκδόθηκαν για πρώτη φορά στη ρωσική και την ουκρανική γλώσσα έργα του Σολωμού, του Παλαμά, του Καζαντζάκη και άλλων Ελλήνων λογοτεχνών. Έργα του έχουν δημοσιευθεί στα ελληνικά, ρωσικά, γεωργιανά, αγγλικά, γαλλικά, σερβικά, βουλγαρικά, ουκρανικά, ουγγρικά και ρουμάνικα.
Το 2013, σε μια ιδέα της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Γρεβενών, συν- διοργανώθηκε το 1ο Δια- βαλκανικό Φιλολογικό Συνέδριο Ποίησης, μέσα στον Εθνικό Δρυμό της Βάλια Κάλντας, παντρεύοντας τη Φύση με την Ποίηση, το οποίο, με την εργώδη προσπάθεια του, στέφτηκε με επιτυχία. Θα ακολουθήσουν άλλα τρία Συνέδρια με την δική του αποκλειστική οργανωτική ευθύνη, τα οποία ήταν επίσης επιτυχημένα. Συνέδρια που εναπόθεσαν στις φιλολογικές δέλτους πλούσιο περιεχόμενο. Έγιναν από πανεπιστημιακούς εισηγητές περί τις 100 ανακοινώσεις για την ελληνική ποίηση από τον Όμηρο μέχρι το 1950.
Επίσης στο μεγάλο του λαογραφικό έργο με τίτλο: «Μοιρολόγια της Ελλάδας και του Ελληνισμού,( που απλωνόταν σ όλες τις εσχατιές των Ελλήνων και του Ελληνικού Πολιτισμού, από την Κάτω Ιταλία μέχρι τον Πόντο και την Καππαδοκία), η Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Γρεβενών, συνέβαλε ώστε να συγκεντρωθεί το υλικό για τα Γρεβενιώτικα Μοιρολόγια: τα Βεντζιώτικα Μοιρολόγια με τον Τάκη Μπουκάλη και τον Πολιτιστικό Σύλλογο της Σαρακίνας ,Τα μοιρολόγια του Βοΐου με τον Θωμά Παπαθανασίου και τον Πολιτιστικό Σύλλογο του Ταξιάρχη, και τον Πολιτιστικό Σύλλογο Ροδιανής, τα βλάχικα μοιρολόγια με την Γεωργία Κοπάνου και τον Πολιτιστικό Σύλλογο Σαμαρίνας, και τον Πολιτιστικό Σύλλογο Κρανιάς Γρεβενών, τα τουρκόφωνα μοιρολόγια με τον Πολιτιστικό Σύλλογο Νεοκαισάρειας Ιωαννίνων, όπως και η καταγραφή των μοιρολογιών στην Τουρκική , με τον νέο-πρόσφυγα, Ασλανίδη Γεώργιο, από την μακρινή Τσάλκα της Γεωργίας .
Ο Γιάννης Μότσιος, ο ανυπότακτος αντάρτης έφυγε για το μακρινό του ταξίδι!…
Στο μακρινό του ταξίδι, στις 10 Φλεβάρη, δεν ακούστηκε σήμαντρο καμπάνας, αλλά ένα τεράστιο παλμικό κύμα γιγάντωνε και άπλωνε την Είδηση. Και τούτη μ έναν άνεμο ανατριχάρη περνούσε πάνω από τις στέγες των σπιτιών και απλωνόταν μέχρι τις κορφές των βουνών, έσχιζε το πλήθος των πληροφοριών, και έμπαινε στα κανάλια των ερτζιανών και στα κύματα της ηλεκτρονικής ενημέρωσης, κρατώντας με το ιδιαίτερο σπινθήρισμα της την μπροστινή θέση. Κι έφτασε και σ εμάς κι άνοιξε τις ψυχές μας και μας έφερε θλίψη και δάκρυα, γιατί αυτόν, τον γενναίο, αντάρτη καθηγητή, τον θέλαμε ζωντανό, για να μας δίνει ενέργεια και δύναμη δημιουργίας, από το πλούσιο περίσσευμα του, που αφειδώλευτα το χάριζε χωρίς ανταμοιβή!…
Μια δημιουργική δύναμη ανυστερόβουλη και μια γενναιότητα απεριόριστη που έδωσαν καρπούς, εδώδιμους, γλυκούς. Στο μυαλό μου έρχεται η στροφή του ποιήματος του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη:
Ποιος ξέρει απ’ το μνήμα μου τι δέντρο θα φυτρώσει!
Κι αν ξεφυτρώσει πλάτανος, στον ίσκιο του από κάτω
θα ‘ρχονται τα κλεφτόπουλα τ’ άρματα να κρεμάνε.
Κι αν κυπαρίσσι όμορφο και μαυροφορεμένο,
θα ‘ρχονται τα κλεφτόπουλα τα μήλα μου να παίρνουν,
να πλένουν τις λαβωματιές, το Δήμο να σχωρνάνε!….
Αγαπητέ μου φίλε, πολύτιμε καθηγητή, θα μείνεις άσβηστος στη μνήμη μας. Να πίνουμε μαζί τον άκρατο οίνο της αναζήτησης και της δημιουργίας!
Άφησες παρακαταθήκη τεράστια που θα σε κρατά πάντα ζωντανό στην μνήμη των θνητών φίλων σου!!!
Ζαγκανίκας Σίμος

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας