Το «λεφτά υπάρχουν» του Αλέξη Τσίπρα

307
λεφτά

Η κυβέρνηση επιχαίρει για το γεγονός ότι τα επιτόκια των ελληνικών ομολόγων βρίσκονται σε ιστορικά χαμηλά- από την έναρξη της κρίσης- στις διεθνείς αγορές. Πρόκειται για αναμφισβήτητα θετικό γεγονός και θα ήταν λάθος της Λαϊκής Ενότητας να μην το λάβει υπόψη ως κομβική αλλαγή σε σχέση με τα όσα ίσχυαν τα προηγούμενα χρόνια.

Μέχρι τώρα, το ελληνικό κατεστημένο και η διεθνής πατρωνία πετύχαιναν να αποθαρρύνουν ή και να καταπνίγουν τις λαϊκές αντιδράσεις με ύστατο όπλο τα ιστορικά υψηλά επιτόκια δανεισμού του ελληνικού δημοσίου. Η Ελλάδα εμφανιζόταν ως μια χρεωκοπημένη χώρα, που αδυνατούσε να δανειστεί από τις αγορές και η οποία ως εκ τούτου θα έπρεπε να δεχτεί τα μνημόνια προκειμένου να λάβει και τα αντίστοιχα δάνεια. Παρενθετικά βεβαίως δεν πρέπει να λησμονούμε ότι τα επιτόκια δανεισμού εκτοξεύθηκαν ακριβώς λόγω της εισόδου στην περίοδο των μνημονίων. Ωστόσο και σε κάθε περίπτωση, τα χέρια των κυβερνήσεων φαινόταν να είναι δεμένα ακριβώς στη βάση της –στην πράξη– αδυναμίας δανεισμού που έριχνε βαριά τη σκιά της σε κάθε συζήτηση για εναλλακτική πολιτική έναντι αυτής των μνημονίων.

Σήμερα λοιπόν, αυτό το καταλυτικό επιχείρημα υπέρ του δημοσιονομικού ζουρλομανδύα, του υπαρκτού νεοφιλελευθερισμού και της νεοαποικιακής εξάρτησης έχει όντως εκλείψει, όπως η κυβέρνηση και οι Ευρωπαίοι εταίροι μας πληροφορούν.  Η Ελλάδα μπορεί να «βγαίνει» στις αγορές και να δανείζεται με το χαμηλότερο κόστος των πολλών τελευταίων ετών. Με άλλα λόγια, ο πρωθυπουργός έχει δίκιο όταν υπονοεί το δικό του «λεφτά υπάρχουν».

Βεβαίως, η σοφιστεία που έπεται στην κυβερνητική ρητορεία είναι ότι η διατήρηση του δημοσιονομικού ζουρλομανδύα των πρωτογενών πλεονασμάτων έως το 2060 συνιστά προϋπόθεση για τα χαμηλά επιτόκια. Με άλλα λόγια μας συμπληρώνουν το «λεφτά υπάρχουν» με το ότι αυτά τα λεφτά υπάρχουν μόνο για τους δανειστές της χώρας. Πρόκειται –αν το αναλύσει κανείς- για πολιτικά αυτοκτονικό και οικονομικά ανόητο επιχείρημα: πολιτικά γιατί υποστηρίζει το δανεισμό της χώρας δηλαδή  του λαού, προκειμένου ο τελευταίος να συντηρεί ένα εις βάρος του μνημόνιο, χωρίς δανειακή σύμβαση, στο διηνεκές. Ευτυχώς το επιχείρημα είναι και οικονομικά ανόητο γιατί αν τα επιτόκια δανεισμού του ελληνικού δημοσίου πέφτουν μέχρι ενός σημείου λόγω της δημοσιονομικής πειθαρχίας μπορούν να πέσουν ακόμα περισσότερο από μια ισχυρή και βιώσιμη ανάπτυξη η οποία δεν υπάρχει σήμερα, ακριβώς λόγω και των πρωτογενών πλεονασμάτων του 3,5% ως το 2060.

Επομένως, εμείς ως Λαϊκή Ενότητα οφείλουμε όχι να επιχειρηματολογούμε υπέρ του ότι λεφτά δεν υπάρχουν και του ότι ο Τσίπρας λέει ψέματα εν προκειμένω αλλά οφείλουμε να διακηρύσσουμε ότι αντιθέτως λέει την αλήθεια: λεφτά υπάρχουν και είναι εξαιρετικά σημαντικό ότι η χώρα μπορεί να δανείζεται φθηνότερα διεθνώς. Επομένως το ερώτημα είναι τι θα γίνουν αυτά τα λεφτά: θα γίνουν το χρηματοδοτικό σκέλος του 4ου μνημονίου έως το 2060 όπως υπέγραψε η κυβέρνηση ή θα καταστούν εργαλείο ανατροπής των μνημονικών δεσμεύσεων, με πρώτα και κύρια τα καταστροφικά, πρωτογενή πλεονάσματα;

Από το 2010 και έπειτα, ένα μέρος της αριστεράς που έφτασε να λάβει την πλειοψηφία στις εκλογές του 2015 έχτισε ένα αμυντικό πρόγραμμα ακριβώς στο πλαίσιο και με τις δεσμεύσεις που προέκυπταν από το ότι λεφτά δεν υπήρχαν από τις διεθνείς αγορές. Αυτή η συνθήκη δεν υφίσταται πια άρα και το πρόγραμμά μας πρέπει να τροποποιηθεί αντιστοίχως.

Η θέση μας για παράδειγμα για τη μη βιωσιμότητα της Ευρωζώνης είναι ορθή. Ωστόσο στη σημερινή συγκυρία δεν αποτελεί τον πρώτο κρίσιμο κόμβο εκδίπλωσης ενός ριζοσπαστικού προγράμματος. Ο πρώτος αυτός κρίσιμος κόμβος συντίθεται από το τρίπτυχο που συμπεριλαμβάνει την κατάργηση των πρωτογενών πλεονασμάτων, το δανεισμό για να σταθεί ο λαός στα πόδια του και την οικοδόμηση ενός νέου πολιτικού, κοινωνικού και οικονομικού μοντέλου. Εξ ου και πρέπει να θέσουμε ζητήματα που δεν αναδείξαμε επαρκώς όπως είναι το είδος επενδύσεων, οι νέες τεχνολογίες, το διεθνές εμπόριο και ο ρόλος της Ελλάδας, το νέο μοντέλο υλικής κατοχύρωσης των κοινωνικών, πολιτικών και των ατομικών δικαιωμάτων, η διεθνής μας πολιτική. Πρέπει να περάσουμε από το πώς θα αμυνθούμε στην έλλειψη κεφαλαίων στο πώς θα αξιοποιήσουμε κεφάλαια.

Μας φέρνει αυτό το τρίπτυχο σε σύγκρουση με την Ευρωζώνη; Με βεβαιότητα ναι. Θα απαιτήσει έξοδο; πιθανώς ναι. Γι’ αυτό και πρέπει να είμαστε έτοιμοι, χωρίς όμως να παραγνωρίζουμε τα περιθώρια ελιγμών εντός ΕΕ στο νέο πολιτικό πλαίσιο που θα διαμορφωθεί μετά τις επερχόμενες ευρωεκλογές.

Οφείλουμε με άλλα λόγια να χτίσουμε την πολιτική μας παρουσία κυρίως πάνω στο ότι δεν υπάρχει κάποιος σιδερένιος νόμος που επιβάλλει τις πολιτικές φτώχειας, επισφαλούς εργασίας ή ανεργίας, εξάρτησης, απαξίωσης των κοινωνικών πολιτικών εκποίησης της δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας και επιδοματικής ελεημοσύνης. Το 4ο μνημόνιο, παρότι θεσμικά είναι το πλέον θωρακισμένο- σε επίπεδο παρασυντάγματος ακόμα- μπορεί να ανατραπεί συγκριτικά πιο εύκολα από τα τρία προηγούμενα στο υλικό πεδίο. Είναι οι δεσμεύσεις της συγκεκριμένης κυβέρνησης και μνημονικής αντιπολίτευσης που μας κρατούν δέσμιους, όχι η έλλειψη χρημάτων.

Βεβαίως, αναταράξεις στις διεθνείς αγορές θα υπάρξουν. Άλλωστε, η παγκόσμια οικονομία εισέρχεται σε φάση επιβράδυνσης και οξύτατων ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Είναι όμως η πιθανότητα ακριβώς αυτών των συνθηκών που επιβάλλει την άμεση έξοδο από μια πολιτική η οποία ακρωτηριάζει τις αναπτυξιακές δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας, πριν ενσκήψει ένας νέος κύκλος κρίσης.

Δεν είναι ούτε έντιμο, ούτε ορθό να εγκαταλείψουμε τις αναλύσεις για το εγχείρημα της ΕΕ και της Ευρωζώνης, που συνιστούν ωστόσο τακτικό και όχι στρατηγικό ζήτημα. Οι αναλύσεις μας δεν πρέπει να καταστούν εμπόδια στο να αναγνώσουμε ορθώς τις συντελούμενες αλλαγές και στο να ανοιχτούμε σε ένα πολύ μαζικότερο, διψασμένο για έξοδο από την κρίση ακροατήριο με το να εντοπίσουμε τον κρίσιμο κόμβο σήμερα που διαχωρίζει την κοινωνική συμμαχία της εξόδου από την κρίση από τις συμμαχίες συνενόχων του νεοφιλελευθερισμού και της εξάρτησης.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας