Το Επιμελητήριο Εικαστικών Τεχνών για το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης

232
τεχνών

Τη θέση του για με τις εξελίξεις σχετικά με το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (ΕΜΣΤ) γνωστοποιεί με ανακοίνωσή του το Επιμελητήριο Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος.

Το Επιμελητήριο τονίζει την αντίθεσή του σε ένα Μουσείο που θα είναι προσανατολισμένο στις απαιτήσεις της «αγοράς της Τέχνης» και επισημαίνει την ανάγκη το ΕΜΣΤ να είναι ένα επιστημονικό Ίδρυμα με διοίκηση που θα ορίζεται από τους επίσημους επιστημονικούς φορείς του κράτους.

Η ανακοίνωση:

«Το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, λόγω γενικών δυσλειτουργιών και ασαφούς ρόλου στην άσκηση Εθνικής Πολιτιστικής Πολιτικής, φαινόμενα τα οποία προκύπτουν από τις παθογένειες του ίδιου του Ιδρυτικού του νόμου, του 1997, γίνεται συχνά πεδίο προσωπικών εντάσεων και πολιτικών σκοπιμοτήτων, καθρέφτης ενός πολιτισμικού τοπίου που δεν τιμά αλλά ούτε στηρίζει ισότιμα τους εικαστικούς καλλιτέχνες αυτής της χώρας. Και αυτό – δυστυχώς- έχει αρνητικό αντίκτυπο σε όλη την κοινωνία.

Το 2017 με νόμο εντείνει η κυβέρνηση την έως τότε δυσλειτουργία του Μουσείου, ψηφίζοντας τροποποίηση στο νόμο του και ορίζοντας σαφώς ότι τα όργανα διοίκησης στο ΕΜΣΤ είναι δύο, το (διορισμένο από τον εκάστοτε υπουργό Πολιτισμού) ΔΣ και ο (επίσης διορισμένος από τον υπουργό) διευθυντής.

Από τον Νοέμβριο του 2018 γινόμαστε ακόμα μια φορά θεατές των εξελίξεων και του έντονου ενδιαφέροντος σχετικά με το ΕΜΣΤ, για το πολυαναμενόμενο επίσημο άνοιγμα στο κοινό της μόνιμης συλλογής του. Το ενδιαφέρον του Τύπου αλλά και των κομμάτων της αντιπολίτευσης με ερωτήματα στη Βουλή πυροδότησε η μη ανανέωση της θητείας της προηγούμενης διευθύντριας όπως και το άγονο αποτέλεσμα του διαγωνισμού για τη ανάδειξη νέου / νέας.

Αναπόφευκτα μέσα στο πλαίσιο της προεκλογικής περιόδου εντάσσεται και το άνοιγμα του Μουσείου το οποίο για την κυβέρνηση εξελίσσεται σε αγώνα δρόμου, στην προσπάθειά της να πιστωθεί τη λύση του προβλήματος. Από τη μεριά της αντιπολίτευσης (από τα κόμματα δηλαδή που το δημιούργησαν με ένα νόμο εδώ και 18 χρόνια και δεν κατάφεραν μέχρι τώρα να το παραδώσουν στο κοινό) έχουμε δηλώσεις (ευχολόγια;) καταστροφολογίας προκειμένου να χρεώσουν την αποτυχία του ανοίγματος στην παρούσα κυβέρνηση.

Με Υπουργική Απόφαση το καλοκαίρι του 2018, εν ονόματι του “αξιοκρατικού” τρόπου διορισμού του διευθυντή, η διαδικασία αλλάζει και η ανάδειξή του ορίστηκε να γίνεται από (διορισμένη από τον υπουργό) επιτροπή κρίσεως κατόπιν δήλωσης συμμετοχής ενδιαφέροντος, αντί της υποκειμενικής επιλογής και απευθείας διορισμού του διευθυντή από τον εκάστοτε υπουργό όπως ήταν μέχρι εκείνη τη στιγμή.

Με αυτόν τον τρόπο το υπουργείο κρίνει ως ανεπαρκή πρώην στελέχη, τα οποία το ίδιο είχε διορίσει. Ο διαγωνισμός, παρά τις 16 συνολικά συμμετοχές και τη συμμετοχή σε αυτό των δύο πρώην διευθυντριών του ΕΜΣΤ, κρίνεται άγονος με επακόλουθο να δημιουργηθεί κενό πλήρωσης στη θέση αυτή. Με την πίεση του χρόνου και των διαδικασιών απορρόφησης της δωρεάς του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος, το υπουργείο για να βγει από τη δύσκολη θέση αναζητά σανίδα σωτηρίας και ζητά να αιτηθεί το ΔΣ την ανάγκη πλήρωσης του κενού. Εν τέλει το ΥΠΠΟΑ διορίζει προσωρινό διευθυντή τον κ. Δ. Αντωνακάκη, αρχιτέκτονα μηχανικό, με τη συνδρομή της κ. Σ. Τσιάρα, νυν αναπληρώτριας διευθύντριας του MOMus, έως ότου ολοκληρώσει και τον διεθνή διαγωνισμό. Όλα αυτά δείχνουν για άλλη μια φορά τον κακό σχεδιασμό και την έλλειψη σταθερής εθνικής πολιτικής πάνω στις εικαστικές τέχνες.

Το Επιμελητήριο Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος έχει επανειλημμένα τονίσει πως τα Μουσεία Σύγχρονης Τέχνης που ιδρύει η πολιτεία, πρέπει να είναι ανεξάρτητα επιστημονικά ιδρύματα έρευνας για την εικαστική δημιουργία. Και το αντικείμενό τους πρέπει να είναι το σύνολο της σύγχρονης, δηλαδή της τρέχουσας εικαστικής δημιουργίας, ένα ανοιχτό και προσβάσιμο για το σύνολο των δημιουργών μουσείο-εργαστήριο, όπου η σύγχρονη δημιουργία, χωρίς αποκλεισμούς, συνδιαλέγεται με την επιστήμη της Αισθητικής. Αντίθετα, ένα Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης προσανατολισμένο -όπως σήμερα τα μεγαλύτερα Μουσεία της Ευρώπης- στις απαιτήσεις της “αγοράς της Τέχνης” και εξαρτάται από αυτήν και από τη χρηματοδότηση των “επενδυτών” μετατρέπεται εύκολα σε ένα πρακτορείο επιβολής ιδεών, στα πλαίσια των αναγκών των ίδιων των “επενδυτών” και του χρηματιστηρίου της Τέχνης.

Έξω από όλα αυτά τα πολιτικά παιχνίδια το ΕΕΤΕ μένει σταθερό στη θέση που έχει διατυπώσει όλα αυτά τα χρόνια για ένα Μουσείο που θα είναι ένα επιστημονικό Ίδρυμα με διοίκηση που θα ορίζεται από τους επίσημους περί τα εικαστικά επιστημονικούς φορείς του κράτους -και από κει θα απορρέει το κύρος του- και που σκοπός του θα είναι η έρευνα και η ισότιμη ανάδειξη όλων των τάσεων της σύγχρονης Εικαστικής Τέχνης σε εθνικό και διεθνές επίπεδο».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας