Τέχνη και επανάσταση – η ρώσικη εμπειρία του 1917

1840
λαε
Ο Γιώργος Σαπουνάς, γράφει για την «συνάντηση» της τέχνης με την επανάσταση, την έκρηξη της «Ρώσικης Πρωτοπορίας» και ανοίγει τον γενικότερο προβληματισμό για τη «συνάντηση» του μαρξισμού ως θεωρία της επανάστασης με την τέχνη. Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο τεύχος 9 της σοσιαλιστικής διεθνιστικής επιθεώρησης «ΚΟΚΚΙΝΟ», που κυκλοφορεί.
Το θέμα «Τέχνη και Επα­νά­στα­ση» αφορά στη «συ­νά­ντη­ση» της τέ­χνης με την Επα­νά­στα­ση, με απο­κο­ρύ­φω­μα την Ρώ­σι­κη Επα­νά­στα­ση και την πο­λι­τι­στι­κή έκρη­ξη της πε­ρί­φη­μης «Ρώ­σι­κης Πρω­το­πο­ρί­ας». Αφορά ταυ­τό­χρο­να στη «συ­νά­ντη­ση» του μαρ­ξι­σμού, ως  θε­ω­ρία της επα­νά­στα­σης, με την τέχνη.

Με το βήμα το πλατύ, βα­δί­ζουν πέρα…
Πίσω, ο πει­να­σμέ­νος σκύ­λος…
Μπρος, μ’ αι­μά­τι­νη πα­ντιέ­ρα
άφα­ντος πίσω απ’ το χιόνι…
κι ούτε σφαί­ρα τον λα­βώ­νει,
πάνω από την κα­ται­γί­δα
μ’ ένα βήμα που­που­λέ­νιο
σ’ ένα σπί­θι­σμα νι­φά­δων μαρ­γα­ρι­τα­ρέ­νιο,
με στε­φά­νι από άσπρα ρόδα…
σιω­πη­λός…
πάει μπρο­στά
ο Ιη­σούς Χρι­στός!

Αλε­ξά­ντερ Μπλοκ, “Οι Δώ­δε­κα”
1
Φέτος γιορ­τά­ζου­με τα 100 χρό­νια από τον Οκτώ­βρη του 1917 σε συν­θή­κες που κα­θο­ρί­ζο­νται από το ιστο­ρι­κό πλαί­σιο της κα­πι­τα­λι­στι­κής «πα­γκο­σμιο­ποί­η­σης» και του ΤΙΝΑ (There Is No Alternative, Δεν Υπάρ­χει Εναλ­λα­κτι­κή Λύση), καθώς και της με­τα­μο­ντέρ­νας ιδε­ο­λο­γι­κής και πο­λι­τι­στι­κής ερή­μου (το «τέλος της Ιστο­ρί­ας»), βαθιά στην δίνη της πα­ρακ­μής και της κρί­σης της νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρης στρα­τη­γι­κής. Μέσα στα αδιέ­ξο­δα της κα­πι­τα­λι­στι­κής κρί­σης, που οδη­γούν στην πε­ρι­στο­λή της δη­μο­κρα­τί­ας και αυ­ξά­νουν την πα­ρου­σία του πο­λέ­μου διε­θνώς, οι κοι­νω­νί­ες στε­νά­ζουν, ενί­ο­τε εκ­φρά­ζο­νται εκρη­κτι­κά και η «ζή­τη­ση» για εναλ­λα­κτι­κή λύση, συχνά εντε­λώς πιο συ­γκε­κρι­μέ­να για ρι­ζο­σπα­στι­κή αρι­στε­ρή απά­ντη­ση, εμ­φα­νί­ζε­ται σε κάθε ευ­και­ρία (ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, Κόρ­μπιν, Με­λαν­σόν, Σά­ντερς). Εντού­τοις, τα στρα­τη­γι­κά προ­βλή­μα­τα της Αρι­στε­ράς στην εποχή μας υπο­νο­μεύ­ουν τη νι­κη­φό­ρα προ­ο­πτι­κή και -όπως δυ­στυ­χώς βιώ­νου­με σή­με­ρα στην Ελ­λά­δα- μπο­ρούν να οδη­γή­σουν σε τρα­γω­δί­ες. Η τραυ­μα­τι­κή εμπει­ρία της μνη­μο­νια­κής κυ­βερ­νη­τι­κής κα­τά­λη­ξης μιας δια­δι­κα­σί­ας κοι­νω­νι­κής και πο­λι­τι­κής ρι­ζο­σπα­στι­κο­ποί­η­σης προς τ’ αρι­στε­ρά που γεν­νή­θη­κε ακρι­βώς από το ξέ­σπα­σμα της κρί­σης και την επι­βο­λή της σκλη­ρής τα­ξι­κής λι­τό­τη­τας των μνη­μο­νί­ων, έχει οδη­γή­σει σε απο­γο­ή­τευ­ση και υπο­χώ­ρη­ση το μα­ζι­κό κί­νη­μα και σε αμη­χα­νία, σε­χτα­ρι­σμό και ητ­το­πά­θεια την Αρι­στε­ρά, όσο κι αν το πο­λι­τι­κό κενό στα αρι­στε­ρά του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ «βοά». Το ερώ­τη­μα της επι­και­ρό­τη­τας του Σο­σια­λι­σμού και μά­λι­στα του πε­ριε­χο­μέ­νου αυτού του στό­χου (τί είναι ο Σο­σια­λι­σμός ή ποιός Σο­σια­λι­σμός), ιδιαί­τε­ρα μετά την κα­τάρ­ρευ­ση κάθε ανα­φο­ράς σε «υπαρ­κτό» υπό­δειγ­μα (ΕΣΣΔ, Κίνα), βρί­σκε­ται στο επί­κε­ντρο της ιστο­ρι­κής πρό­κλη­σης. Η «επι­στρο­φή» στις κο­ρυ­φαί­ες επα­να­στα­τι­κές εμπει­ρί­ες του 20ου αιώνα, το ξα­να­κοί­ταγ­μα της Ρώ­σι­κης Επα­νά­στα­σης, απαλ­λαγ­μέ­νο από το βάρος και την επιρ­ροή των κρα­τι­κο­κα­πι­τα­λι­στι­κών κα­θε­στώ­των στην Αρι­στε­ρά και στους λαούς, κρύ­βει πο­λύ­τι­μα στοι­χεία της απά­ντη­σης. Ση­μα­ντι­κή πτυχή της απο­τε­λεί και το ζή­τη­μα της τέ­χνης.
Το θέμα «Τέχνη και Επα­νά­στα­ση» αφορά στη «συ­νά­ντη­ση» της τέ­χνης με την Επα­νά­στα­ση, με απο­κο­ρύ­φω­μα την Ρώ­σι­κη Επα­νά­στα­ση και την πο­λι­τι­στι­κή έκρη­ξη της πε­ρί­φη­μης «Ρώ­σι­κης Πρω­το­πο­ρί­ας». Αφορά ταυ­τό­χρο­να στη «συ­νά­ντη­ση» του μαρ­ξι­σμού, ως  θε­ω­ρία της επα­νά­στα­σης, με την τέχνη. Η πυκνή και έντο­νη συ­ζή­τη­ση που ανα­πτύ­χθη­κε τον Οκτώ­βρη, η στάση των καλ­λι­τε­χνών, οι το­πο­θε­τή­σεις και οι επι­λο­γές των ηγε­τι­κών στε­λε­χών και δια­νο­ού­με­νων του κόμ­μα­τος απο­τε­λούν ση­μα­ντι­κή συ­νει­σφο­ρά στην οι­κο­δό­μη­ση της μαρ­ξι­στι­κής θε­ω­ρί­ας και κρι­τι­κής για την τέχνη, και όχι μόνο. Ανα­δει­κνύ­ει και προ­βάλ­λει πολ­λές άλλες πτυ­χές που αφο­ρούν στην πο­λι­τι­κή, στο κόμμα και πάνω απ’ όλα στην αντί­λη­ψη για τη νέα εξου­σία που εγκα­θι­δρύ­ει η επα­νά­στα­ση.
Η επα­νά­στα­ση συν­δέ­θη­κε με την πο­λι­τι­στι­κή έκρη­ξη όχι μόνο ποιο­τι­κά, μέσω των διά­ση­μων ιστο­ρι­κών εκ­προ­σώ­πων της πε­ριό­δου (Μα­για­κόφ­σκι, Μπλοκ, Εσέ­νιν, Μά­ντελ­σταμ, Πιλ­νιάκ, Γκόρ­κι, Φα­ντέ­γιεφ –  Μά­λε­βιτς, Τά­τλιν, Κα­ντίν­σκι, Ρον­τσέν­κο, Σα­γκάλ, Γκον­τσά­ρε­βα, Πό­πο­βα, Ελ Λι­σί­τσκι, Λα­ριό­νοφ, Πέβσ­νερ, Γκά­μπο, Μπουρ­λιούκ  – Μέ­γιελ­χοντ, Στα­νι­σλάφ­σκι, – Αϊ­ζεν­στάιν, Ζίν­γκα Βέρ­τοφ, Πο­ντόφ­κιν, Ντοβ­ζέν­κο – Προ­κό­πιεφ, Σο­στα­κό­βιτς, Ραχ­μά­νι­νοφ είναι  μόνο με­ρι­κά ονό­μα­τα που «έγρα­ψαν ιστο­ρία» στη λο­γο­τε­χνία και την ποί­η­ση, στις ει­κα­στι­κές τέ­χνες, στο design, στο θέ­α­τρο, στον κι­νη­μα­το­γρά­φο, στην μου­σι­κή) αλλά και πο­σο­τι­κά, μέσω των εκα­το­ντά­δων «ανώ­νυ­μων» νέων καλ­λι­τε­χνών και των χι­λιά­δων του λαού που με­τεί­χαν στην πο­λι­τι­σμι­κή μέ­θε­ξη. Δεν είναι εξάλ­λου τυ­χαίο ότι στους κόλ­πους της ρώ­σι­κης πρω­το­πο­ρί­ας ανα­δεί­χτη­καν πλή­θος ση­μα­ντι­κών γυ­ναι­κών καλ­λι­τέ­χνι­δων –κάτι εντε­λώς πρω­τό­τυ­πο στην ιστο­ρία της τέ­χνης. Το νέο, επα­να­στα­τι­κό κα­θε­στώς συ­νέ­δρα­με και στή­ρι­ξε την πο­λι­τι­στι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα σε συν­θή­κες εμ­φυ­λί­ου πο­λέ­μου και από­λυ­της οι­κο­νο­μι­κής έν­δειας, ενώ τα σχε­δόν 70 χρό­νια κρα­τι­κού κα­πι­τα­λι­σμού που ακο­λού­θη­σαν, μιας διε­θνούς υπερ­δύ­να­μης, πολύ λίγα έχουν να επι­δεί­ξουν, συ­γκρι­τι­κά, στο πεδίο: «…Αντί­θε­τα με τους πε­ρισ­σό­τε­ρους Μπολ­σε­βί­κους του 1917, που τους είχαν προ­σφέ­ρει την ευ­και­ρία τους, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι καλ­λι­τέ­χνες της ει­κα­στι­κής πρω­το­πο­ρί­ας επέ­ζη­σαν από την τρο­μο­κρα­τία του Στά­λιν, το έργο τους όμως, θαμ­μέ­νο σε ρω­σι­κά μου­σεία και ιδιω­τι­κές συλ­λο­γές, έμοια­ζε ξε­χα­σμέ­νο. Και όμως, σή­με­ρα όλοι μας ζούμε ακόμα σ’ έναν ει­κα­στι­κό κόσμο που επι­νο­ή­θη­κε από αυ­τούς στα δέκα χρό­νια μετά την επα­νά­στα­ση» 2.  Με­τα­ξύ άλλων, η σύ­ντο­μη ζωή της ρώ­σι­κης πρω­το­πο­ρί­ας και το άδοξο τέλος της απο­τε­λεί εμ­φα­τι­κή έν­δει­ξη, αν όχι από­δει­ξη, του αντε­πα­να­στα­τι­κού χα­ρα­κτή­ρα του στα­λι­νι­κού κα­θε­στώ­τος.
Η σχέση του φαι­νο­μέ­νου της ρώ­σι­κης πρω­το­πο­ρί­ας με την κοι­νω­νι­κή δια­δι­κα­σία στη Ρωσία και -ακό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο- με το κόμμα των μπολ­σε­βί­κων υπο­τι­μά­ται από την αστι­κή ιστο­ρι­κή ματιά, όχι όμως και το ίδιο το καλ­λι­τε­χνι­κό φαι­νό­με­νο.
Φέτος, διορ­γα­νώ­θη­κε στο Λον­δί­νο, στη Βα­σι­λι­κή Ακα­δη­μία Τε­χνών, με­τα­ξύ Φε­βρουα­ρί­ου και Απρι­λί­ου, μια με­γά­λη έκ­θε­ση αφιε­ρω­μέ­νη στην ρώ­σι­κη πρω­το­πο­ρία. Ο τρό­πος με τον οποίο αντι­με­τω­πί­στη­κε από τους επι­με­λη­τές της υπό­κει­ται φα­νε­ρά σε πο­λι­τι­κές και ιδε­ο­λο­γι­κές σκο­πι­μό­τη­τες. Αντι­με­τώ­πι­σαν τα καλ­λι­τε­χνι­κά προ­ϊ­ό­ντα εκεί­νης της ιστο­ρι­κής πε­ριό­δου ως «νεκρά – ιερά», απο­συν­δέ­ο­ντας τους καλ­λι­τέ­χνες από την κί­νη­ση των μαζών, ξε­κα­θα­ρί­ζο­ντας τις προ­θέ­σεις τους με την ανα­φο­ρά «στην επα­νά­στα­ση του Φλε­βά­ρη και στο πρα­ξι­κό­πη­μα του Οκτώ­βρη» 3. Δεν απο­τε­λεί έκ­πλη­ξη. Στη με­τα­μο­ντέρ­να εποχή του «τέ­λους της Ιστο­ρί­ας» η κρίση του νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρου, «πα­γκο­σμιο­ποι­η­μέ­νου» κα­πι­τα­λι­σμού την τε­λευ­ταία δε­κα­ε­τία μπο­ρεί να έχει κάμ­ψει την αυ­το­πε­ποί­θη­ση των αστών δια­νο­ού­με­νων, όχι όμως και το μίσος τους για κάθε αρι­στε­ρή, επα­να­στα­τι­κή ιδε­ο­λο­γία και πολύ πε­ρισ­σό­τε­ρο για κάθε πο­λι­τι­κή στρα­τη­γι­κή και μα­ζι­κή, δρώσα έκ­φρα­ση των «από κάτω».
Εμ­φα­νί­ζο­νται από­ψεις που επι­χει­ρούν να απο­συν­δέ­σουν το φαι­νό­με­νο των καλ­λι­τε­χνι­κών πρω­το­πο­ριών από την έν­νοια του «μο­ντερ­νι­σμού» ενώ στη ουσία ταυ­τί­ζο­νται 4.

Μο­ντερ­νι­σμός

Ο μο­ντερ­νι­σμός είναι το πο­λι­τι­στι­κό και ιδε­ο­λο­γι­κό κί­νη­μα μιας επο­χής κα­πι­τα­λι­στι­κής προ­ό­δου και ανά­πτυ­ξης αλλά και «πο­λέ­μων και επα­να­στά­σε­ων». Είναι «τέκνο» και «μάρ­τυ­ρας» μιας πε­ριό­δου επέ­κτα­σης και ωρί­μαν­σης του κα­πι­τα­λι­σμού, επι­στη­μο­νι­κής και τε­χνο­λο­γι­κής προ­ό­δου, άν­θη­σης και μα­ζι­κο­ποί­η­σης της πο­λι­τι­στι­κής δρα­στη­ριό­τη­τας. Ταυ­τό­χρο­να όμως από την ίδια τη «φύση» του κα­πι­τα­λι­στι­κού τρό­που πα­ρα­γω­γής και της συ­να­κό­λου­θης κοι­νω­νι­κής ορ­γά­νω­σης, πε­ριο­δι­κά βυ­θί­ζε­ται στις άλυ­τες αντι­φά­σεις καθώς συ­να­ντά τα όρια της ίδιας της τα­ξι­κής κοι­νω­νί­ας. Πό­λε­μος και επα­νά­στα­ση έρ­χο­νται στο προ­σκή­νιο. Εξάλ­λου αυτός είναι ο χα­ρα­κτή­ρας του συ­στή­μα­τος: συ­νυ­πάρ­χουν η πρό­ο­δος με τη βαρ­βα­ρό­τη­τα, η κα­τα­πί­ε­ση και εκ­με­τάλ­λευ­ση των «από κάτω» μαζί με τους αγώ­νες και τις ευ­και­ρί­ες για την απε­λευ­θέ­ρω­σή τους.
Οι πρω­το­πο­ρί­ες της τέ­χνης (avant garde ση­μαί­νει «εμπρο­σθο­φυ­λα­κή», λέξη παρ­μέ­νη από τη στρα­τιω­τι­κή ορο­λο­γία, που αφο­ρού­σε στα τμή­μα­τα που προη­γού­νται στη μάχη, που πε­θαί­νουν πρώ­τοι για ν’ ανοί­ξουν τον δρόμο), ξε­πη­δούν στους «μο­ντέρ­νους και­ρούς», ανα­ζη­τώ­ντας την απε­λευ­θέ­ρω­ση από το παλιό κα­τε­στη­μέ­νο, επι­διώ­κο­ντας να εκ­φρά­σουν το άλμα στο μέλ­λον και μια νέα σχέση «κα­θο­λι­κό­τη­τας» της Τέ­χνης με την Ζωή, απορ­ρί­πτο­ντας τις πα­ρα­δό­σεις και τα κλα­σι­κά πρό­τυ­πα. Παρά τις αντι­φά­σεις -και συχνά τις συ­γκρού­σεις- με­τα­ξύ των δια­φό­ρων ρευ­μά­των, ομά­δων και των αμέ­τρη­των μα­νι­φέ­στων τους, κι­νού­νται πάνω στο ίδιο ιστο­ρι­κό «όχημα», στο ίδιο «αί­τη­μα» που συν­θέ­τουν οι ελ­πί­δες και οι επι­διώ­ξεις για ένα μέλ­λον ανα­τρε­πτι­κό του «υπάρ­χο­ντος». Πρώτ’ απ’ όλα στην τέχνη, μα και σε άμεση διά­δρα­ση με τα κοι­νω­νι­κά και ιστο­ρι­κά γε­γο­νό­τα και δια­δι­κα­σί­ες. Ελ­πί­δες και επι­διώ­ξεις επη­ρε­α­σμέ­νες από τον εντυ­πω­σια­σμό που δη­μιουρ­γούν οι ανα­κα­λύ­ψεις στο επι­στη­μο­νι­κό και τε­χνο­λο­γι­κό πεδίο και, συχνά, από τη στρά­τευ­ση σε κοι­νω­νι­κά και πο­λι­τι­κά κι­νή­μα­τα. Στην ίδια χρο­νι­κή πε­ρί­ο­δο με την ανά­πτυ­ξη των απε­λευ­θε­ρω­τι­κών κι­νη­μά­των και των θε­ω­ριών. Σ’ έναν και­νούρ­γιο κόσμο ιδεών, με νέους φι­λο­σό­φους που «τα­ρά­ζουν τα νερά», όπως ο Νίτσε και ο Σο­πεν­χά­ου­ερ, με τις και­νο­τό­μες προ­τά­σεις του Φρόιντ στην ψυ­χο­λο­γία και του Αϊν­στάιν στη Φυ­σι­κή, και βέ­βαια με την εμ­φά­νι­ση της θε­ω­ρί­ας του Ιστο­ρι­κού Υλι­σμού από τους Μαρξ και Έγκελς. Στους κύ­κλους των πρω­το­πό­ρων ρευ­μά­των και ομά­δων η εμπλο­κή των καλ­λι­τε­χνών στα κοι­νω­νι­κά κι­νή­μα­τα δεν ήταν ασυ­νή­θι­στη, καθώς επί­σης και η σύν­δε­σή τους με τις αναρ­χι­κές και σο­σια­λι­στι­κές πο­λι­τι­κές ιδέες και τα αντί­στοι­χα πο­λι­τι­κά κόμ­μα­τα επί­σης.
Η συ­νά­ντη­σή τους με την κοι­νω­νι­κή και πο­λι­τι­κή από­πει­ρα της ρώ­σι­κης επα­νά­στα­σης, που έκ­φρα­ζε τους στό­χους τους, λει­τούρ­γη­σε σαν «απε­λευ­θε­ρω­τι­κή γιορ­τή» για τους καλ­λι­τέ­χνες των πρω­το­πο­ριών και τους «απο­γεί­ω­σε».
Σή­με­ρα βέ­βαια, στα χρό­νια της από­λυ­της, πλα­νη­τι­κής επι­κρά­τη­σης του «πα­γκο­σμιο­ποι­η­μέ­νου κα­πι­τα­λι­σμού» και συ­νά­μα της βα­θιάς πα­ρακ­μής του, έχουν δια­μορ­φω­θεί οι όροι της αντί­στοι­χης πο­λι­τι­στι­κής πα­ρακ­μής των «με­τα­νε­ω­τε­ρι­κών» ή «με­τα­μο­ντέρ­νων» προ­σεγ­γί­σε­ων και αντι­λή­ψε­ων, που διεκ­δι­κούν την τα­φό­πλα­κα των μο­ντέρ­νων προ­ταγ­μά­των, αν όχι συ­νο­λι­κό­τε­ρα της πα­ρά­δο­σης του Δια­φω­τι­σμού.
Η μήτρα των «πρω­το­πο­ριών» βρί­σκε­ται στα τέλη του 19ου αιώνα. Η γέν­νη­σή τους συν­δέ­ε­ται κα­θο­ρι­στι­κά με την επα­να­στα­τι­κή τάση που ανα­πτύ­χθη­κε στη Ευ­ρώ­πη με ορό­ση­μο την επα­νά­στα­ση του 1848.  Όπως ση­μειώ­νει ο Μάριο ντε Μι­κέ­λι: «Η δράση για την ελευ­θε­ρία είναι ένα από τα πρω­ταρ­χι­κά στοι­χεία της επα­να­στα­τι­κής αντί­λη­ψης του 19ου αιώνα. Οι φι­λε­λεύ­θε­ρες, αναρ­χι­κές, σο­σια­λι­στι­κές ιδέες ωθού­σαν τους δια­νο­ού­με­νους να πα­λέ­ψουν όχι μόνο με τα έργα τους αλλά και με τα όπλα στο χέρι. Ο Philippe de Chennevieres πε­ρι­γρά­φο­ντας τις πα­ρι­σι­νές μέρες του Φλε­βά­ρη του ’48, δι­η­γεί­ται: «Με­ρι­κές ώρες αρ­γό­τε­ρα έμαθα ότι είδαν τον φίλο μου τον Baudelaire να γυ­ρί­ζει ανά­με­σα στους επα­να­στά­τες με το όπλο στον ώμο. Ποτέ τόσοι ποι­η­τές και άν­θρω­ποι των γραμ­μά­των δεν ανα­μεί­χτη­καν έτσι σε μια επα­νά­στα­ση…» 5. Οι καλ­λι­τέ­χνες εμπνέ­ο­νται από τις ιδέες της εξέ­γερ­σης, από τις σο­σια­λι­στι­κές ιδέες. Η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα -και μά­λι­στα η λαϊκή, ερ­γα­τι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα- έρ­χε­ται στο επί­κε­ντρο και δια­μορ­φώ­νει τους όρους του «ρε­α­λι­σμού», απο­κα­θη­λώ­νο­ντας τον ρο­μα­ντι­σμό 6. Εν­δει­κτι­κή του κλί­μα­τος της επο­χής είναι και η ρήση του V. Hugo: «Στον αιώνα που ζούμε, ο ορί­ζο­ντας της τέ­χνης έχει πλα­τύ­νει πολύ. Κά­πο­τε ο ποι­η­τής έλεγε: το κοινό –σή­με­ρα ο ποι­η­τής λέει: ο λαός»7.
Ο Κουρ­μπέ είναι ο εμ­βλη­μα­τι­κός ζω­γρά­φος που ανα­τρέ­πει τα δε­δο­μέ­να και ως γνή­σιος πρω­το­πό­ρος ανοί­γει τον ρε­α­λι­στι­κό δρόμο: «Κατά το 1848, απορ­ρί­πτο­ντας το ψεύ­τι­κο και συμ­βα­τι­κό ιδα­νι­κό, ύψωσα την ση­μαία του ρε­α­λι­σμού, την μόνη ικανή να θέσει την τέχνη στην υπη­ρε­σία του αν­θρώ­που. Γι αυτό ακρι­βώς αγω­νί­στη­κα λο­γι­κά ενα­ντί­ον όλων των μορ­φών αυ­ταρ­χι­κής και απορ­ρέ­ου­σας από το Θείο δί­καιο δια­κυ­βέρ­νη­σης, επει­δή θέλω να κυ­βερ­νά ο άν­θρω­πος τον εαυτό του ανά­λο­γα με τις ανά­γκες του, για το άμεσο όφε­λός του και ακο­λου­θώ­ντας μια δική του αντί­λη­ψη» 8. Η ήττα της Κομ­μού­νας του ’71 ση­μα­το­δο­τεί στον χώρο των δια­νο­ού­με­νων και των καλ­λι­τε­χνών ένα βαθύ ρήγμα, απ’ το οποίο ξε­πη­δούν οι ανα­τρε­πτι­κοί καλ­λι­τέ­χνες του 20ου αιώνα: Βαν Γκογκ, Γκω­γκέν,  Ένσορ, Εξ­πρε­σιο­νι­στές, Σου­ρε­α­λι­στές, Ντα­νταϊ­στές, Κυ­βι­στές, Φου­του­ρι­στές, η ρώ­σι­κη πρω­το­πο­ρία 9.

Γιατί στην Ρωσία;

Η «έκρη­ξη» της ρώ­σι­κης πρω­το­πο­ρί­ας συ­νέ­βη στο ανα­το­λι­κό άκρο της Ευ­ρώ­πης, σε μια χώρα με αντι­φα­τι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, ενός κα­πι­τα­λι­σμού σαφώς υστε­ρού­ντα από τα δυ­τι­κά ευ­ρω­παϊ­κά κράτη και τις ΗΠΑ, σε συν­θή­κες πο­λέ­μου και επα­νά­στα­σης.
Τρεις προ­σεγ­γί­σεις δί­νουν την απά­ντη­ση.
Η μία αφορά στην ιστο­ρι­κή ταυ­τό­τη­τα και τους όρους γέν­νη­σης του μο­ντέρ­νου, όπως συ­νο­πτι­κά προ­α­να­φέ­ρα­με, και στην συ­νά­ντη­σή του με την σο­σια­λι­στι­κή επα­νά­στα­ση.
Η δεύ­τε­ρη είναι η πε­ρί­φη­μη προ­σέγ­γι­ση του Λένιν για τον «αδύ­να­μο κρίκο». Η σο­σια­λι­στι­κή επα­νά­στα­ση δεν λαμ­βά­νει χώρα στην πε­ρισ­σό­τε­ρο ανα­πτυγ­μέ­νη κα­πι­τα­λι­στι­κή χώρα, αλλά στη χώρα που απο­τε­λεί αδύ­να­το κρίκο της ιμπε­ρια­λι­στι­κής αλυ­σί­δας. Στη χώρα όπου συγ­χω­νεύ­ο­νται και οξύ­νο­νται με τέ­τοιο τρόπο οι εσω­τε­ρι­κές και διε­θνείς αντι­φά­σεις σ’ όλα τα κοι­νω­νι­κά επί­πε­δα, ώστε να κα­θί­στα­ται αντι­κει­με­νι­κά ανα­πό­φευ­κτη η ανοι­κτή πο­λι­τι­κή έκ­φρα­ση της αντί­θε­σης κε­φα­λαί­ου-ερ­γα­σί­ας και η επα­να­στα­τι­κή κρί­ση­10.
Η τρίτη αφορά στην θε­ω­ρία της «συν­δυα­σμέ­νης και ανι­σό­με­ρης ανά­πτυ­ξης». Αυτή η τε­λευ­ταία εκ­φρά­στη­κε από τον Λέ­ο­ντα Τρό­τσκι και εξη­γεί πώς και γιατί είναι λαν­θα­σμέ­νη η αυ­στη­ρή τυ­πο­ποί­η­ση των χωρών σε «στά­δια» ανά­πτυ­ξης του κα­πι­τα­λι­σμού 11. Η οπτι­κή της θε­ω­ρί­ας του Τρό­τσκι δίνει ερ­μη­νεί­ες σ’ ένα πλή­θος αντι­φά­σε­ων, με­τα­ξύ άλλων και στην Τέχνη: «Πα­ρα­τη­ρή­θη­κε ένα φαι­νό­με­νο που έχει επα­να­λη­φτεί πολ­λές φορές στην ιστο­ρία: οι κα­θυ­στε­ρη­μέ­νες χώρες, που δεν λά­μπα­νε με την ιδιαί­τε­ρη κουλ­τού­ρα τους, κα­θρέ­φτι­ζαν με πε­ρισ­σό­τε­ρη λάμψη και δύ­να­μη στις ιδε­ο­λο­γί­ες τους τις πραγ­μα­το­ποι­ή­σεις των προ­χω­ρη­μέ­νων χωρών. Έτσι η γερ­μα­νι­κή σκέψη του 18ου και 19ου αιώνα κα­θρέ­φτι­σε τις οι­κο­νο­μι­κές πραγ­μα­το­ποι­ή­σεις της Αγ­γλί­ας και τις πο­λι­τι­κές της Γαλ­λί­ας. Ίδια ο φου­του­ρι­σμός από­χτη­σε την πιο λα­μπρή έκ­φρα­σή του όχι στην Αμε­ρι­κή ή στην Γερ­μα­νία, μα στην Ιτα­λία και στην Ρωσία»  12.Ο Νιλ Ντέι­βιν­τσον πα­ρα­τη­ρεί: «…Παρά τους δια­με­τρι­κά αντί­θε­τους πο­λι­τι­κούς δε­σμούς των κον­στρου­κτι­βι­στών στη Ρωσία και των φου­του­ρι­στών στην Ιτα­λία – οι οποί­οι είναι εν­δει­κτι­κοί των δια­φο­ρε­τι­κών απο­τε­λε­σμά­των της κρί­σης σε κα­θε­μιά από αυτές τις χώρες  – οι καλ­λι­τε­χνι­κές τους πρα­κτι­κές ήταν συ­γκρί­σι­μες, γε­γο­νός που υπο­δη­λώ­νει πα­ρό­μοιες απα­ντή­σεις σε μια κοινή εμπει­ρία. Πώς θα μπο­ρού­σε μια ου­σια­στι­κά κα­θο­λι­κή κοι­νω­νι­κο­οι­κο­νο­μι­κή δια­δι­κα­σία να δη­μιουρ­γή­σει πα­ρό­μοιες πο­λι­τι­στι­κές απα­ντή­σεις, ενώ ταυ­τό­χρο­να θα οδη­γού­σε σε δια­φο­ρε­τι­κά πο­λι­τι­κά απο­τε­λέ­σμα­τα;» 13.
Οι όροι της γέν­νη­σης της ρώ­σι­κης πρω­το­πο­ρί­ας δεν είναι δια­φο­ρε­τι­κοί από αυ­τούς των δυ­τι­κών «συ­ντρό­φων» τους, με τους οποί­ους έτσι κι αλ­λιώς βρί­σκο­νταν σε διαρ­κή επι­κοι­νω­νία ή ακόμη και άμεση συ­νύ­παρ­ξη. Η ρώ­σι­κη λο­γο­τε­χνία του 19ου αιώνα, που πα­ρή­γα­γε τε­ρά­στια λο­γο­τε­χνι­κά έργα από κο­ρυ­φαί­ους δη­μιουρ­γούς (Πού­σκιν, Γκό­γκολ, Λέρ­μο­ντοφ, Τουρ­γκέ­νιεφ, Ντο­στο­γιέβ­σκι, Τολ­στόι, Τσέ­χοφ κ.α.) δίνει τη θέση της στα μο­ντέρ­να ρεύ­μα­τα του 20ου . Η ρήξη με το πα­ρελ­θόν εμ­φα­νί­ζε­ται στη Ρωσία μετά το 1905. Κα­τα­λυ­τι­κό ρόλο έπαι­ξαν η εμπει­ρία της επα­νά­στα­σης και –κυ­ρί­ως– της σκλη­ρής κα­τα­στο­λής που ακο­λού­θη­σε, ανα­δει­κνύ­ο­ντας ηχηρά την αστι­κή πα­ρακ­μή.
Καλ­λι­τέ­χνες που ζουν στη Ρωσία τα­ξι­δεύ­ουν στο Πα­ρί­σι, τη Βιέν­νη και άλλες ευ­ρω­παϊ­κές πο­λι­τι­στι­κές πρω­τεύ­ου­σες και αντί­στοι­χα ση­μα­ντι­κοί Ρώσοι που ζουν στη δυ­τι­κή Ευ­ρώ­πη επι­στρέ­φουν με την έναρ­ξη του πο­λέ­μου στην ίδια τη Ρωσία (με­τα­ξύ αυτών ο Μά­λε­βιτς, ο Σα­γκάλ, ο Κα­ντίν­σκι, ο Άλ­τμαν και ο Ελ Λι­σί­τσκι). Η πο­λι­τι­στι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα στην δε­κα­ε­τία του ’10 στη Ρωσία είναι ιδιαί­τε­ρα έντο­νη, με πα­ρου­σιά­σεις εκ­θέ­σε­ων ζω­γρα­φι­κής, ανε­βά­σμα­τα θε­α­τρι­κών έργων, συ­ναυ­λί­ες κ.λπ. Με­γά­λα μου­σεία, όπως η πε­ρί­φη­μη Πι­να­κο­θή­κη Τρε­τια­κόφ και το Ερ­μι­τάζ, «εκ­μο­ντερ­νί­ζουν» τις συλ­λο­γές τους. Η Πε­τρού­πο­λη και η Μόσχα είναι κι αυτές ευ­ρω­παϊ­κά πο­λι­τι­στι­κά κέ­ντρα ζύ­μω­σης και όσμω­σης των νέων καλ­λι­τε­χνι­κών ιδεών. Ανα­δύ­ο­νται οι νέες τά­σεις που αμ­φι­σβη­τούν την «παλιά τέχνη»: ρα­γιο­νι­στές, φου­του­ρι­στές – κυ­βο­φου­του­ρι­στές, κον­στρου­κτι­βι­στές, σου­πρε­μα­τι­στές κ.ά.
Ο Α΄ Πα­γκό­σμιος Πό­λε­μος απο­τε­λεί συ­γκλο­νι­στι­κή εμπει­ρία για τον κόσμο του πνεύ­μα­τος και της Τέ­χνης. Στη Ρωσία, το πα­ρηκ­μα­σμέ­νο τσα­ρι­κό κα­θε­στώς έχει κα­τα­φέ­ρει να κα­τα­στεί­λει την επα­νά­στα­ση του 1905, που ξέ­σπα­σε μετά τον πό­λε­μο με την Ια­πω­νία. Όμως η κα­τα­στρο­φή που προ­κα­λεί ο Α΄ ΠΠ στον πλη­θυ­σμό -με πάνω από 2 εκα­τομ­μύ­ρια νε­κρούς και κα­τάρ­ρευ­ση των όρων της λαϊ­κής επι­βί­ω­σης- απο­τε­λεί την θρυαλ­λί­δα των πο­λι­τι­κών εξε­λί­ξε­ων. Βα­δί­ζου­με προς το έτος της ανα­τρο­πής, το 1917. Πολ­λοί πρω­το­πό­ροι καλ­λι­τέ­χνες, σε αντί­θε­ση με τους «δια­νο­ού­με­νους του πα­ρελ­θό­ντος», στρα­τεύ­ο­νται στην υπό­θε­ση της επα­νά­στα­σης. Όπως ση­μειώ­νει ο Έρικ Χό­μπ­σμπά­ουμ: «Το 1917 – 1922 οι πρω­το­πο­ρί­ες της κε­ντρι­κής και ανα­το­λι­κής Ευ­ρώ­πης, που έμελ­λε να σχη­μα­τί­σουν ένα πυκνό δια­συ­νο­ρια­κό δί­κτυο, προ­ση­λυ­τί­στη­καν μα­ζι­κά στην επα­να­στα­τι­κή Αρι­στε­ρά»14. Δεν είναι απλά σχο­λια­στές της κοι­νω­νι­κής δια­δι­κα­σί­ας, είναι οι ίδιοι συμ­μέ­το­χοι –με­τέ­χουν κυ­ριο­λε­κτι­κά στην «εμπρο­σθο­φυ­λα­κή». Τα με­γά­λα κοι­νω­νι­κά γε­γο­νό­τα που συ­γκρο­τούν το «πα­νη­γύ­ρι» των κα­τα­πιε­σμέ­νων, των «από κάτω», έχουν μια ιδιαί­τε­ρη πτυχή: το «πα­νη­γύ­ρι της τέ­χνης».
Ωστό­σο τα γε­γο­νό­τα και οι ιστο­ρι­κές εμπει­ρί­ες της πε­ριό­δου θα συμ­βά­λουν στο συ­μπέ­ρα­σμα ότι η «χρο­νι­κό­τη­τα» των καλ­λι­τε­χνι­κών πρω­το­πο­ριών είναι δια­φο­ρε­τι­κή από εκεί­νη των «πο­λι­τι­κών πρω­το­πο­ριών». Τα φαι­νό­με­να συ­να­ντιού­νται, αλλά δεν ταυ­τί­ζο­νται. Ο Τά­τλιν, εμ­βλη­μα­τι­κός κον­στρου­κτι­βι­στής καλ­λι­τέ­χνης το­πο­θε­τεί­ται: «Τα γε­γο­νό­τα του 1917 στο κοι­νω­νι­κό πεδίο είχαν ήδη εμ­φα­νι­στεί στην τέχνη μας από το 1914…» 15. Ο Τρό­τσκι, που τον απα­σχο­λεί ο πα­ρά­γο­ντας του «χρό­νου» («Διαρ­κής επα­νά­στα­ση», «Θε­ω­ρία της συν­δυα­σμέ­νης και ανι­σό­με­ρης ανά­πτυ­ξης»), θα πα­ρα­τη­ρή­σει: «…Όταν προ­κα­λεί­ται ένα επα­να­στα­τι­κό σπά­σι­μο στη ζωή της κοι­νω­νί­ας, δεν υπάρ­χει ούτε συγ­χρο­νι­σμός ούτε συμ­με­τρία στα προ­τσέ­σα, είτε πρό­κει­ται για την ιδε­ο­λο­γι­κή τάξη είτε για την οι­κο­νο­μι­κή διάρ­θρω­ση. Οι ανα­γκαί­οι ιδε­ο­λο­γι­κοί όροι για την επα­νά­στα­ση είδαν το φως πριν από την επα­νά­στα­ση, ενώ τα πιο σπου­δαία ιδε­ο­λο­γι­κά επα­κό­λου­θα της επα­νά­στα­σης εμ­φα­νί­ζο­νται πολύ αρ­γό­τε­ρα. Θα ’ταν κατά συ­νέ­πεια ελά­χι­στα σο­βα­ρό να θε­με­λιώ­σου­με, βα­σι­σμέ­νοι πάνω σε τυ­πι­κές ανα­λο­γί­ες και συ­γκρί­σεις, ένα είδος ταυ­τό­τη­τα ανά­με­σα φου­του­ρι­σμό και κομ­μου­νι­σμό, και να συ­να­γά­γου­με απ’ αυτό ότι ο φου­του­ρι­σμός είναι η τέχνη του προ­λε­τα­ριά­του…» 16.

Καλ­λι­τε­χνι­κή «έκρη­ξη»

Η έντο­νη δρα­στη­ριό­τη­τα των καλ­λι­τε­χνών συ­να­ντιέ­ται τον «Οκτώ­βρη» με τις επι­λο­γές της νέας εξου­σί­ας, προ­σφέ­ρο­ντας μια εντε­λώς και­νούρ­για διά­στα­ση -πρω­το­φα­νή σε πα­γκό­σμια κλί­μα­κα- επα­φής της τέ­χνης (και μά­λι­στα εκεί­νης που βρί­σκε­ται στην αιχμή της πρω­το­πο­ρί­ας) με τις λαϊ­κές μάζες. Ποτέ άλ­λο­τε η μο­ντέρ­να τέχνη δεν απέ­κτη­σε τόσο μα­ζι­κό κοινό και δεν δο­κί­μα­σε στην πράξη την «ένωσή» της με την πραγ­μα­τι­κή κοι­νω­νι­κή ζωή, αγ­γί­ζο­ντας τους στό­χους και τις δια­κη­ρύ­ξεις της, όσο αυτά τα χρό­νια στην επα­να­στα­τη­μέ­νη Ρωσία.
Η νέα κρα­τι­κή πο­λι­τι­κή -υπό τον Επί­τρο­πο Λαϊ­κής Παι­δεί­ας Λου­να­τσάρ­σκι- εθνι­κο­ποιεί/ κοι­νω­νι­κο­ποιεί τις πο­λι­τι­στι­κές και εκ­παι­δευ­τι­κές δομές, τα μου­σεία, τις πι­να­κο­θή­κες. Στη­ρί­ζει τους μο­ντέρ­νους ει­κα­στι­κούς αγο­ρά­ζο­ντας έργα τους. Χρη­μα­το­δο­τεί ση­μα­ντι­κά θέ­α­τρα (π.χ. το θέ­α­τρο τέ­χνης Στα­νι­σλάβ­σκι) και υπο­στη­ρί­ζει θερμά νέες πα­ρα­γω­γές (π.χ. την επι­θε­ώ­ρη­ση Μυ­στή­ριο- Μπούφ του Μα­για­κόφ­σκι, σε σκη­νο­θε­σία Μέ­γιερ­χολντ και σκη­νι­κά/κο­στού­μια Μά­λε­βιτς). Το θέ­α­τρο, όπως επί­σης και οι ει­κα­στι­κές τέ­χνες, έχουν την τι­μη­τι­κή τους, καθώς προ­σφέ­ρο­νται για τα μα­ζι­κά ακρο­α­τή­ρια. Ορ­γα­νώ­νο­νται πο­λυ­θε­ά­μα­τα σε ανοι­χτούς χώ­ρους, συχνά με την συμ­με­το­χή του ίδιου του κοι­νού σε ρόλο ηθο­ποιού, όπως στις πρώ­τες επε­τεί­ους της επα­νά­στα­σης, ανα­πα­ρι­στώ­ντας την έφοδο στα χει­με­ρι­νά ανά­κτο­ρα 17 ή ακόμη και συ­ναυ­λί­ες πρω­το­πο­ρια­κής πει­ρα­μα­τι­κής μου­σι­κής, όπως η «συμ­φω­νία των σει­ρή­νων» του συν­θέ­τη Αβρα­ά­μωφ 18. Ζω­γρά­φοι και γλύ­πτες ανα­λαμ­βά­νουν κα­θή­κο­ντα καλ­λι­τε­χνι­κής προ­πα­γάν­δας. Το 1919 στή­νο­νται δε­κά­δες μνη­μεία και αν­δριά­ντες που προ­βά­λουν τις ιδέες και τις ση­μα­ντι­κές προ­σω­πι­κό­τη­τες της διε­θνούς επα­να­στα­τι­κής πάλης, τα οποία δυ­στυ­χώς δεν δια­σώ­θη­καν, καθώς ήταν κα­τα­σκευα­σμέ­να από γύψο. Ζω­γρα­φί­ζο­νται μα­ζι­κά τοί­χοι κτι­ρί­ων σε πολ­λές πό­λεις, όπως και τραμ και τρένα –τα πε­ρί­φη­μα «αγκίτ – προπ» (από τις λέ­ξεις αγκι­τά­τσια και προ­πα­γάν­δα) που δια­τρέ­χουν την επα­να­στα­τη­μέ­νη επι­κρά­τεια. Τα τρένα αυτά, φορ­τω­μέ­να με έντυ­πο υλικό, βι­βλία και μπρο­σού­ρες, έχουν μεί­νει στην ιστο­ρία, καθώς οι ανά­γκες της μα­ζι­κής προ­πα­γάν­δας εξυ­πη­ρε­τού­νται από καλ­λι­τέ­χνες που βρί­σκο­νται στη αιχμή της πρω­το­πο­ρί­ας: στη ζω­γρα­φι­κή που κα­λύ­πτει εξω­τε­ρι­κά τα βα­γό­νια (σου­πρε­μα­τι­στές), στους στί­χους φου­του­ρι­στι­κών ποι­η­μά­των που ανα­γρά­φο­νται (Μα­για­κόφ­σκι κ.ά.), στις κι­νη­μα­το­γρα­φι­κές προ­βο­λές -ένα είδος «επι­καί­ρων»- που επι­με­λεί­ται ο Τζί­γκα Βέρ­τοφ μαζί με εκα­το­ντά­δες νέους κι­νη­μα­το­γρα­φι­στές. Η αυ­τε­νέρ­γεια και η εφευ­ρε­τι­κό­τη­τα γεννά πρω­τό­τυ­πες μορ­φές που απο­τε­λούν πρό­δρο­μο με­θό­δων τις οποί­ες αρ­γό­τε­ρα θα χρη­σι­μο­ποι­ή­σει η γρα­φι­στι­κή και η δια­φή­μι­ση. Φη­μι­σμέ­να είναι τα «πα­ρά­θυ­ρα – ΡΟΣΤΑ» (ΡΟΣΤΑ ονο­μα­ζό­ταν το επί­ση­μο τη­λε­γρα­φι­κό πρα­κτο­ρείο), τα οποία ήταν μια πρω­τό­τυ­πη εκ­δο­χή έκ­θε­σης με αφί­σες και πανό σε βι­τρί­νες και πα­ρά­θυ­ρα σπι­τιών, αντί­στοι­χης λο­γι­κής με την δια­κό­σμη­ση των βα­γο­νιών «αγκίτ – προπ». Και εδώ η μορφή του Μα­για­κόφ­σκι ξε­χω­ρί­ζει, καθώς φέ­ρε­ται ότι σχε­δί­α­σε (ζω­γρα­φι­κή και στί­χοι) εκα­το­ντά­δες, ίσως και χι­λιά­δες απ’ αυτά.
Ο «νε­ο­γέν­νη­τος» το­μέ­ας του κι­νη­μα­το­γρά­φου τί­θε­ται άμεσα υπό την κρα­τι­κή στή­ρι­ξη, καθώς τόσο ο Λένιν όσο και ο Λου­να­τσάρ­κι είχαν εγκαί­ρως αντι­λη­φθεί τη ση­μα­σία του νέου αυτού μέσου. Μορ­φές όπως ο Κου­λέ­σοφ με το «πει­ρα­μα­τι­κό ερ­γα­στή­ρι», ο Τζί­γκα Βέρ­τοφ με τον «κι­νη­μα­το­γρά­φο – μάτι», πρό­δρο­μο των ντο­κυ­μα­ντέρ, ο Αϊ­ζεν­στάιν με την πρω­τό­τυ­πη τε­χνι­κή μο­ντάζ – σοκ («Απερ­γία» το 1924, «Το θω­ρη­κτό Πο­τέμ­κιν» το 1925, «Οκτώ­βρης» το 1927 κ.ά.) αλλά και ο Που­ντόβ­κιν με το δικό του στυλ μο­ντάζ («Μάνα», το 1926 -δια­σκευή του ομώ­νυ­μου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος του Γκόρ­κι, «Το τέλος της Αγίας Πε­τρού­πο­λης» το 1927 κ.ά.) γρά­φουν λα­μπρές σε­λί­δες στην ιστο­ρία της «7ης Τέ­χνης».
Οι σχο­λές «καλών τε­χνών» ανα­δια­μορ­φώ­νο­νται και δη­μιουρ­γού­νται νέες με την ευ­θύ­νη του κρά­τους, όχι όμως με ασφυ­κτι­κό έλεγ­χο (Ελεύ­θε­ρα Ερ­γα­στή­ρια Πε­τρού­πο­λης –ΣΒΟ­ΜΑΣ, Ανώ­τε­ρα Τε­χνι­κά Καλ­λι­τε­χνι­κά Ερ­γα­στή­ρια Μό­σχας – ΒΧΟΥ­ΤΕ­ΜΑΣ, Ιν­στι­τού­το Καλ­λι­τε­χνι­κής Παι­δεί­ας – ΙΝ­ΧΟΥΚ, Σχολή Επι­βε­βαί­ω­ση Νέας Τέ­χνης – ΟΥ­ΝΟ­ΒΙΤΣ κ.α.). Δη­μιουρ­γού­νται επί­σης πρω­το­βου­λί­ες πο­λι­τι­στι­κών δι­κτύ­ων και λε­σχών που ορ­γα­νώ­νουν απαγ­γε­λί­ες ποι­η­μά­των και μα­θή­μα­τα, όπως το δί­κτυο της ΠΡΟ­ΛΕΤ­ΚΟΥΛΤ. Την διεύ­θυν­ση των και­νούρ­γιων εκ­παι­δευ­τι­κών και δη­μιουρ­γι­κών ιδρυ­μά­των τέ­χνης και την δι­δα­σκα­λία ανα­λαμ­βά­νουν σπου­δαί­οι μο­ντέρ­νοι καλ­λι­τέ­χνες (Κα­ντί­σκυ, Σα­γκάλ, Μά­λε­βιτς, Τά­τλιν, Ρο­ζά­νο­βα, Μέ­γιερ­χολντ κ.α.).
Οι ζω­γρά­φοι και γε­νι­κό­τε­ρα οι ει­κα­στι­κοί καλ­λι­τέ­χνες της ρώ­σι­κης πρω­το­πο­ρί­ας κι­νού­νται στο «σύ­μπαν» της αφαί­ρε­σης. Η Γκον­τσά­ρε­βα και ο Λα­ριό­νοφ εκ­προ­σω­πούν τον «ρα­γιο­νι­σμό» 19, μια σύν­θε­ση του κυ­βι­σμού, του φου­του­ρι­σμού και του ορ­φι­σμού. Ήδη, σ’ αυτή τη ζω­γρα­φι­κή απου­σιά­ζει η ανα­πα­ρά­στα­ση του πραγ­μα­τι­κού κό­σμου, όσο κι αν δια­τη­ρού­νται κά­ποια στοι­χεία όγκου. Αν και η ομάδα αυτή «έζησε» λίγα χρό­νια (1911 – 1914) απο­τε­λεί το πρώτο βήμα προς μια τέχνη αφη­ρη­μέ­νη.
Ο Μά­λε­βιτς, ιδρυ­τής και κύ­ριος εκ­πρό­σω­πος του σου­πρε­μα­τι­σμού, προ­χω­ρά απο­φα­σι­στι­κά στην από­λυ­τη αφαί­ρε­ση. Ξε­κί­νη­σε ως κυ­βο­φου­του­ρι­στής, επη­ρε­α­σμέ­νος από το έργο του Πι­κά­σο και του Λεζέ. Ο ίδιος θε­ω­ρού­σε τα σκη­νι­κά και τα κο­στού­μια που σχε­δί­α­σε για το θε­α­τρι­κό έργο «η νίκη επί του Ήλιου» ως «λη­ξιαρ­χι­κή πράξη γέν­νη­σης» του σου­πρε­μα­τι­σμού. Διά­ση­μο είναι το έργο του «μαύρο τε­τρά­γω­νο» (1913). Δυο χρό­νια μετά συγ­γρά­φει το μα­νι­φέ­στο του, με τη λο­γο­τε­χνι­κή επι­μέ­λεια του Μα­για­κόφ­σκι. Σ’ αυτό και σε επό­με­να κεί­με­νά του, το­νί­ζει τον προ­σα­να­το­λι­σμό του: «σου­πρε­μα­τι­σμός ή ο κό­σμος της μη ανα­πα­ρά­στα­σης» – η υπε­ρο­χή της πλα­στι­κής ευαι­σθη­σί­ας. Η αι­σθη­τι­κή προ­σέγ­γι­σή του φτά­νει στο απο­κο­ρύ­φω­μά της όταν το 1918 αρ­χί­ζει να ζω­γρα­φί­ζει λευκά σχή­μα­τα σε λευκό φόντο! Πα­ράλ­λη­λα στρέ­φε­ται σε αρ­χι­τε­κτο­νι­κά σχέ­δια, μα­κέ­τες και γλυ­πτά, ενώ επε­ξερ­γά­ζε­ται την παι­δα­γω­γι­κή του μέ­θο­δο και συγ­γρά­φει για τον μο­ντερ­νι­σμό και τις δικές του, ιδιαί­τε­ρες, από­ψεις. Αυτές στρέ­φο­νται σε μια μορφή μυ­στι­κι­σμού όπου η τέχνη συν­δέ­ε­ται με τον εσω­τε­ρι­κό κόσμο του καλ­λι­τέ­χνη, με πνευ­μα­τι­κές ανη­συ­χί­ες σε πλήρη διά­στα­ση από την πραγ­μα­τι­κή ζωή. Το έργο του και κυ­ρί­ως οι από­ψεις του συγ­γε­νεύ­ουν μ’ αυτές του Κα­ντίν­σκι, κο­ρυ­φαί­ου ζω­γρά­φου και -κατά πολ­λούς- πα­τέ­ρα της αφη­ρη­μέ­νης ζω­γρα­φι­κής, ο οποί­ος έγρα­ψε το πε­ρί­φη­μο «για το πνευ­μα­τι­κό στην τέχνη». Εντού­τοις αυτές του οι από­ψεις δεν τον εμπο­δί­ζουν να υπο­δε­χτεί με θέρμη την επα­νά­στα­ση: «Ο Κυ­βι­σμός και ο Φου­του­ρι­σμός ήταν οι επα­να­στα­τι­κές μορ­φές που προ­α­νήγ­γει­λαν την επα­νά­στα­ση του 1917 στο πο­λι­τι­κό και κοι­νω­νι­κό πεδίο» 20. Ένα ακόμη χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό στιγ­μιό­τυ­πο που ει­κο­νο­γρα­φεί εκεί­να τα χρό­νια της επα­να­στα­τη­μέ­νης Ρω­σί­ας αφορά στους μα­θη­τές του Μά­λε­βιτς, που εμ­φα­νί­ζο­νται στο δρόμο, με το όπλο στο χέρι, το κόκ­κι­νο αστέ­ρι στο πέτο και το μαύρο τε­τρά­γω­νο -το σήμα του δα­σκά­λου- στο μα­νί­κι!
Ο Τά­τλιν, όπως εξάλ­λου και ο Μά­λε­βιτς, απο­τε­λεί κο­ρυ­φαία προ­σω­πι­κό­τη­τα της μο­ντέρ­νας τέ­χνης. Ιδρυ­τής του κον­στρου­κτι­βι­σμού και δη­μιουρ­γός του πε­ρί­φη­μου πύρ­γου της Διε­θνούς (αρ­χι­τε­κτο­νι­κό έργο εξαι­ρε­τι­κά πρω­το­πο­ρια­κό που όμως στά­θη­κε αδύ­να­το να κα­τα­σκευα­στεί με τα μέσα της επο­χής και πα­ρέ­μει­νε σχέ­διο και μα­κέ­τα), ξε­κί­νη­σε ως κυ­βι­στής (Πι­κάσ­σο, Μπρακ). Αλλά επη­ρε­α­σμέ­νος από την «αι­σθη­τι­κή των μη­χα­νών», τις από­ψεις των φου­του­ρι­στών, καθώς και από την εν­θου­σιώ­δη ορμή για την οι­κο­δό­μη­ση της νέας, σο­σια­λι­στι­κής κοι­νω­νί­ας, προ­χώ­ρη­σε στους πει­ρα­μα­τι­σμούς με υλικά και στις κα­τα­σκευ­ές. Είναι, με­τα­ξύ άλλων, πρό­δρο­μος των κα­τα­σκευών ως ει­κα­στι­κή έκ­φρα­ση: Το πρώτο «ζω­γρα­φι­κό ανά­γλυ­φο» του Τά­τλιν χρο­νο­λο­γεί­ται από τον χει­μώ­να του 1913 -4. Ήταν το πρώτο βήμα στην τρισ­διά­στα­τη ανά­πτυ­ξη της αντί­λη­ψης για τη φόρμα όχι πια σαν μια οριο­θε­τη­μέ­νη γλυ­πτι­κή μάζα, αλλά σαν ανοι­χτή, δυ­να­μι­κή κα­τα­σκευή που «λα­ξεύ­ει» τον χώρο. Στις κα­τα­σκευ­ές του Τά­τλιν, για πρώτη φορά βλέ­που­με τον πραγ­μα­τι­κό χώρο να ει­σά­γε­ται ως ει­κα­στι­κός πα­ρά­γο­ντας… 21. Οι κον­στρου­κτι­βι­στές, σε πλήρη αντί­θε­ση με τους σου­πρε­μα­τι­στές (η σχέση του Τά­τλιν με τον Μά­λε­βιτς ήταν μια σχέση απε­ριό­ρι­στου σε­βα­σμού και βα­θιάς αντι­πα­λό­τη­τας έως εχθρό­τη­τας), φτά­νουν να απαρ­νη­θούν την τέχνη μέσα από μια χρη­σι­μο­θη­ρι­κή προ­σέγ­γι­ση επι­κε­ντρω­μέ­νη στις «άμε­σες» κοι­νω­νι­κές ανά­γκες. Η αντί­φα­ση με­τα­ξύ της «ατο­μι­κό­τη­τας» του καλ­λι­τέ­χνη και των -συλ­λο­γι­κών και με «κα­θο­λι­κή» κα­τεύ­θυν­ση- επι­τα­γών της σο­σια­λι­στι­κής επα­νά­στα­σης δη­μιουρ­γεί εντά­σεις και καλ­λι­τε­χνι­κά και προ­σω­πι­κά αδιέ­ξο­δα. Δια­σπώ­νται στους «πα­ρα­γω­γι­στές» (όπως ο Τά­τλιν, ο Ρο­τζέν­κο, η Πό­πο­βα) που ασχο­λού­νται πλέον με την γρα­φι­στι­κή, την δια­φή­μι­ση/ προ­πα­γάν­δα, την αρ­χι­τε­κτο­νι­κή, την δια­κό­σμη­ση, την σκη­νο­γρα­φία, το μο­ντάζ, τις πα­ρα­γω­γι­κές μο­νά­δες και σ’ αυ­τούς που επι­μέ­νουν στο πεδίο της τέ­χνης, όπως οι Πέβσ­νερ και Γκά­μπο 22. Ο ίδιος ο Τά­τλιν για 30 χρό­νια δου­λεύ­ει πάνω στο Λε­τά­τλιν, μια πρω­τό­τυ­πη πτη­τι­κή συ­σκευή, ένα ανε­μό­πτε­ρο-έρ­γο τέ­χνης που ποτέ δεν πέ­τα­ξε! Δί­καια ο Τά­τλιν και οι μα­θη­τές του θε­ω­ρού­νται πρω­το­πό­ροι του βιο­μη­χα­νι­κού σχε­δί­ου και του design.
Ηγε­μο­νι­κή είναι η πα­ρου­σία των Ρώσων φου­του­ρι­στών, με προ­ε­ξάρ­χου­σα τη μορφή του Μα­για­κόφ­σκι. Ο φου­του­ρι­σμός ήταν ένα καλ­λι­τε­χνι­κό ρεύμα, αρ­χι­κά στη ζω­γρα­φι­κή και στην ποί­η­ση, που εμ­φα­νί­στη­κε στην Ιτα­λία στα πρώτα χρό­νια του 20ου αιώνα. Το σχε­τι­κό μα­νι­φέ­στο γρά­φε­ται από τις ηγε­τι­κές μορ­φές του κι­νή­μα­τος, Μα­ρι­νέ­τι και Μπο­τσιό­νι, και εκ­δί­δε­ται το 1909. Οι φου­του­ρι­στές έχουν όλα τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά των πρω­το­πο­ριών, καθώς αντι­στρα­τεύ­ο­νται τον παλιό κόσμο και την τέχνη του, ορα­μα­τί­ζο­νται και επι­θυ­μούν το μέλ­λον, εντυ­πω­σιά­ζο­νται από την τε­χνο­λο­γία και λα­τρεύ­ουν τις μη­χα­νές. Δια­φέ­ρουν ωστό­σο από τη με­γά­λη πλειο­ψη­φία των καλ­λι­τε­χνών των μο­ντέρ­νων, πρω­το­πο­ρια­κών ρευ­μά­των στην υπό­λοι­πη Ευ­ρώ­πη ως προς τις πο­λι­τι­κές τους από­ψεις. Καθώς -σε αντί­θε­ση με την αρι­στε­ρή και επα­να­στα­τι­κή κα­τεύ­θυν­ση αυ­τών- οι Ιτα­λοί φου­του­ρι­στές στρα­τεύ­ο­νται στο φα­σι­σμό του Μου­σο­λί­νι.
Οι Ρώσοι φου­του­ρι­στές συγ­γε­νεύ­ουν με τους Ιτα­λούς σε ζη­τή­μα­τα αι­σθη­τι­κής και καλ­λι­τε­χνι­κές συ­μπε­ρι­φο­ρές, είναι εξί­σου θο­ρυ­βώ­δεις και επι­θε­τι­κοί στην κα­τε­στη­μέ­νη αι­σθη­τι­κή αντί­λη­ψη αλλά και συ­μπε­ρι­φο­ρά­23, ασχο­λού­νται με τη μορφή του έργου με έντο­νη φορ­μα­λι­στι­κή διά­θε­ση (αντι­με­τω­πί­ζουν τις λέ­ξεις ως αυ­το­δύ­να­μες αι­σθη­τι­κές μο­νά­δες, με την μορφή να κα­θο­ρί­ζει το πε­ριε­χό­με­νο, σε βαθμό που φτά­νουν να συ­γκρο­τή­σουν μια νέα γλώσ­σα την οποία ονο­μά­ζουν «Ζαούμ»). Ωστό­σο, βρί­σκο­νται κυ­ριο­λε­κτι­κά στον ιδε­ο­λο­γι­κό και πο­λι­τι­κό αντί­πο­δα: είναι κο­μου­νι­στές. Οι σχέ­σεις τους με τους Ιτα­λούς είναι σε πλήρη αντι­πα­ρά­θε­ση. Όταν ο Μα­ρι­νέ­τι επι­σκέ­φτη­κε τη Ρωσία το 1914 για να δώσει δια­λέ­ξεις, τον αγνό­η­σαν επι­δει­κτι­κά –όταν δεν τον κα­τήγ­γει­λαν επι­θε­τι­κά.
Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ο όρος στη Ρωσία πε­ρι­λαμ­βά­νει μάλ­λον μια ευ­ρύ­τε­ρη «ομπρέ­λα», π.χ. κυ­βο­φου­του­ρι­στές, καθώς οι καλ­λι­τέ­χνες αυτών των ομά­δων (ρα­γιο­νι­στές, φου­του­ρι­στές, κον­στρου­κτι­βι­στές κ.λπ.) συλ­λει­τουρ­γούν και οσμώ­νο­νται σε κοι­νές εκ­δη­λώ­σεις και εκ­φρά­σεις. Ο ποι­η­τής Μα­για­κόφ­σκι, απο­τε­λεί κε­ντρι­κή φι­γού­ρα της πε­ριό­δου και όλων των επει­σο­δί­ων και πτυ­χών της σχε­τι­κής συ­ζή­τη­σης και δρά­σης. Είναι ορ­γα­νω­μέ­νος στο κόμμα από το 1908 και πρω­το­στα­τεί τόσο στις θε­ω­ρη­τι­κές συ­ζη­τή­σεις και αντι­πα­ρα­θέ­σεις όσο και στην άμεση δράση για την σο­σια­λι­στι­κή οι­κο­δό­μη­ση, χωρίς να υστε­ρεί –όπως εξάλ­λου έχει αμε­τά­κλη­τα απο­φαν­θεί η Ιστο­ρία της λο­γο­τε­χνί­ας– στην καλ­λι­τε­χνι­κή ερ­γα­σία. Γρά­φει ποί­η­ση και θε­α­τρι­κά έργα, ζω­γρα­φί­ζει, συ­ντάσ­σει μα­νι­φέ­στα αλλά και προ­πα­γαν­δι­στι­κό υλικό, απαγ­γέ­λει ποι­ή­μα­τα στα ερ­γο­στά­σια και στις πλα­τεί­ες, με­τέ­χει πρω­τα­γω­νι­στι­κά στη θε­ω­ρη­τι­κή και στην πο­λι­τι­κή συ­ζή­τη­ση. Αυτός, όπως και ο Μέ­γιερ­χολντ, απο­τε­λούν εξάλ­λου τους δύο ση­μα­ντι­κό­τε­ρους μο­ντέρ­νους καλ­λι­τέ­χνες που είχαν στρα­τευ­τεί στην υπό­θε­ση της επα­νά­στα­σης από την πρώτη στιγ­μή, μαζί με τον συμ­βο­λι­στή Μπλοκ και λί­γους ακόμη. Στο πιο γνω­στό ποί­η­μά του «σύν­νε­φο με πα­ντε­λό­νια» γρά­φει: «…Εκεί όπου το βλέμ­μα των αν­θρώ­πων στα­μα­τά, στων πει­να­σμέ­νων ορδών την κου­τσου­ρε­μέ­νη κε­φα­λή, φο­ρώ­ντας το αγκά­θι­νο στε­φά­νι της επα­νά­στα­σης, έρ­χε­ται το χίλια ενια­κό­σια δε­κά­ξι…» 24. Ενώ στο αυ­το­βιο­γρα­φι­κό κεί­με­νό του «Εγώ ο ίδιος» δη­λώ­νει ρητά την βαθιά στρά­τευ­σή του: «Οκτώ­βρης. Τον δέ­χο­μαι ή δεν τον δέ­χο­μαι; Τέ­τοια ερώ­τη­ση για μένα (και για τους άλ­λους φου­του­ρι­στές της Μό­σχας) δεν έμπαι­νε. Δική μου η επα­νά­στα­ση. Πήγα στο Σμόλ­νυ. Έκανα δου­λειές. Ό,τι λά­χαι­νε. Αρ­χί­ζουν να συ­νε­δριά­ζουν» (25).
Το 1922 ιδρύ­ει το ΛΕΦ, το Αρι­στε­ρό Μέ­τω­πο Τέ­χνης, και συ­σπει­ρώ­νει προ­σω­πι­κό­τη­τες από τον χώρο της θε­ω­ρί­ας και κρι­τι­κής (όπως ο Μπρικ και ο Τρε­τια­κόφ), από την λο­γο­τε­χνία (όπως οι Κά­μεν­σκι και Πα­στερ­νάκ), από την ζω­γρα­φι­κή (όπως οι Ρον­τσέν­κο και Λα­βίν­σκι), από τον κι­νη­μα­το­γρά­φο (όπως οι Αϊ­ζεν­στάιν και Βερ­τόφ). Όπως εξάλ­λου απο­κα­λύ­πτει και το όνομά του, το ΛΕΦ (που εξέ­δι­δε και το ομώ­νυ­μο πε­ριο­δι­κό) επι­χεί­ρη­σε να συμ­βά­λει στον ορι­σμό της «αρι­στε­ρής τέ­χνης», σε μια σύν­δε­ση του φου­του­ρι­σμού με τον μαρ­ξι­σμό. Το ζή­τη­μα αυτό εξάλ­λου, της «κομ­μα­τι­κής τέ­χνης», βρί­σκε­ται στο επί­κε­ντρο των συ­ζη­τή­σε­ων εκεί­νη την πε­ρί­ο­δο και ο Μα­για­κόφ­σκι συμ­με­τέ­χει πρω­τα­γω­νι­στι­κά. Πέρα όμως από τις προ­θέ­σεις και τους πο­λι­τι­κο­θε­ω­ρη­τι­κούς σκο­πούς του, το πε­ριο­δι­κό αυτό υπήρ­ξε κα­τε­ξο­χήν χώρος έκ­θε­σης και πα­ρου­σί­α­σης όλων των νέων ρευ­μά­των καθώς και των ανα­ζη­τή­σε­ων και απο­τε­λε­σμά­των των νε­ο­σύ­στα­των κρα­τι­κών σχο­λών τέ­χνης.
Ο Μα­για­κόφ­σκι έζησε μια πο­λυ­τά­ρα­χη ζωή, την οποία εγκα­τέ­λει­ψε με δική του από­φα­ση το 1930, μέσα στην απο­γο­ή­τευ­ση για την με­τε­ξέ­λι­ξη των ορα­μά­των του στο βάρ­βα­ρο και ανε­λεύ­θε­ρο στα­λι­νι­κό κα­θε­στώς. Εντού­τοις, δεν απο­τέ­λε­σε –δυ­στυ­χώς–  την εξαί­ρε­ση στον κα­νό­να. Όσοι δεν πέ­θα­ναν από το χέρι του κα­θε­στώ­τος, όπως π.χ. ο Μέ­γιερ­χολντ, είτε έφυ­γαν στο εξω­τε­ρι­κό είτε «πέ­θα­ναν» σαν καλ­λι­τέ­χνες.

Η θε­ω­ρη­τι­κή και πο­λι­τι­κή συ­ζή­τη­ση

Δια­μορ­φώ­νε­ται στη Ρωσία στα πρώτα με­τε­πα­να­στα­τι­κά χρό­νια το πλαί­σιο μια σπου­δαί­ας συ­ζή­τη­σης γύρω από την κουλ­τού­ρα και την σο­σια­λι­στι­κή κοι­νω­νία. Το πλαί­σιο αυτό συ­γκρο­τεί­ται από μια σειρά γε­γο­νό­των και απο­φά­σε­ων:
α) Η συ­ζή­τη­ση αυτή διε­ξά­γε­ται σε συν­θή­κες ιδιαί­τε­ρα δύ­σκο­λες, καθώς η επα­νά­στα­ση είναι κυ­ριο­λε­κτι­κά πο­λιορ­κη­μέ­νη: το νέο κα­θε­στώς βρί­σκε­ται σε διαρ­κή πό­λε­μο -πρώ­τα ενά­ντια στην επέμ­βα­ση των ιμπε­ρια­λι­στών και έπει­τα στον εμ­φύ­λιο-, η οι­κο­νο­μία είναι δια­λυ­μέ­νη, ο λαός είναι εξα­θλιω­μέ­νος, η Ρωσία είναι απο­μο­νω­μέ­νη.
β) Το νέο κα­θε­στώς είναι μο­νο­κομ­μα­τι­κό, καθώς -εκτός των αρι­στε­ρών Εσέ­ρων για ένα μικρό διά­στη­μα στην αρχή- όλα τα υπό­λοι­πα μι­κρο­α­στι­κά κόμ­μα­τα με επιρ­ροή στον κόσμο της δια­νό­η­σης αντι­πο­λι­τεύ­ο­νται τους μπολ­σε­βί­κους. Αυτό συ­νέ­βα­λε στο γε­γο­νός ότι οι μπολ­σε­βί­κοι δεν είχαν διείσ­δυ­ση και επιρ­ροή στους Ρώ­σους λο­γο­τέ­χνες και καλ­λι­τέ­χνες πριν την Οκτω­βρια­νή Επα­νά­στα­ση, πλην ελα­χί­στων (φου­του­ρι­στές, προ­λε­κούλτ). Οι ακα­δη­μαϊ­κοί δια­νο­ού­με­νοι, οι συμ­βο­λι­στές λο­γο­τέ­χνες και ποι­η­τές, στέ­κο­νται έντο­να εχθρι­κά απέ­να­ντι στους μπολ­σε­βί­κους. Η επα­να­στα­τι­κή κυ­βέρ­νη­ση, στον τομέα του πο­λι­τι­σμού έχει να αντι­με­τω­πί­σει, με­τα­ξύ άλλων, και την πρό­κλη­ση να κτί­σει του­λά­χι­στον αγα­θές σχέ­σεις με τη ρώ­σι­κη δια­νό­η­ση και τέχνη, παλιά και νέα.
γ) Η με­γά­λη πλειο­ψη­φία των καλ­λι­τε­χνών που στέ­κο­νται θε­τι­κά απέ­να­ντι στην επα­νά­στα­ση είναι μο­ντέρ­νοι και ιδιαί­τε­ρα στον χώρο των ει­κα­στι­κών κι­νού­νται στη σφαί­ρα της «αφαί­ρε­σης», που συχνά φτά­νει στην από­λυ­τα ανει­κο­νι­κή προ­σέγ­γι­ση, όπως οι «σου­πρε­μα­τι­στές», οι «κυ­βο­φου­του­ρι­στές» κ.ά. Η τέχνη τους δεν είναι εύ­κο­λο να επι­κοι­νω­νή­σει με το λαϊκό, αμόρ­φω­το και αναλ­φά­βη­το κατά κα­νό­να, πλή­θος των λαϊ­κών μαζών. Το «τμήμα» εκεί­νο των καλ­λι­τε­χνών που είναι οι πλέον έν­θερ­μοι με την επα­νά­στα­ση και στρα­τευ­μέ­νοι στο κόμμα, είναι ταυ­τό­χρο­να και οι πλέον επι­θε­τι­κοί στην «παλιά κουλ­τού­ρα» και απαι­τούν να κτι­στεί εδώ και τώρα η κουλ­τού­ρα του προ­λε­τα­ριά­του με την έγκρι­ση του κόμ­μα­τος.
δ) Η ηγε­σία των μπολ­σε­βί­κων έχει ξε­κά­θα­ρη ματιά για τη ση­μα­σία της κουλ­τού­ρας και την θε­ω­ρεί προ­τε­ραιό­τη­τα.
Ο Λένιν, με επί­γνω­ση της ση­μα­σί­ας του πο­λι­τι­σμού, όχι γε­νι­κά, αλλά συ­γκε­κρι­μέ­να για την Επα­νά­στα­ση το­νί­ζει: «Ξέ­ρου­με πολύ καλά τι ση­μαί­νει η πο­λι­τι­στι­κή υπο­α­νά­πτυ­ξη της Ρω­σί­ας, τι συ­νέ­πειες έχει αυτή για την Σο­βιε­τι­κή εξου­σία, που κα­ταρ­χήν έχει δη­μιουρ­γή­σει μια ασύ­γκρι­τα ανώ­τε­ρη προ­λε­τα­ρια­κή δη­μο­κρα­τία, έχει δη­μιουρ­γή­σει ένα δείγ­μα αυτής της δη­μο­κρα­τί­ας για όλο τον κόσμο, πως αυτή η υπο­α­νά­πτυ­ξη υπο­βι­βά­ζει τη σο­βιε­τι­κή εξου­σία και ανα­πα­ρά­γει την γρα­φειο­κρα­τία» (Λένιν, στο 8ο συ­νέ­δριο του κόμ­μα­τος, 1919) 26.
Χωρίς την ανύ­ψω­ση του μορ­φω­τι­κού και πο­λι­τι­στι­κού επι­πέ­δου των μαζών δεν μπο­ρεί να οι­κο­δο­μη­θεί η σο­σια­λι­στι­κή κοι­νω­νία. Πρώτη φορά γί­νε­ται τέ­τοια κρα­τι­κή προ­σπά­θεια για την οι­κο­δό­μη­ση της σχέ­σης του λαού με την κουλ­τού­ρα. Απ’ την πρώτη στιγ­μή ξε­κι­νά η πάλη για την ανά­σχε­ση του αναλ­φα­βη­τι­σμού, την προ­στα­σία του καλ­λι­τε­χνι­κού πλού­του και της καλ­λι­τε­χνι­κής δρα­στη­ριό­τη­τας από το κρά­τος.
Ο Τρό­τσκι πα­ρα­τη­ρεί, ανα­λύ­ο­ντας το πρό­βλη­μα: «Η προ­λε­τα­ρια­κή προ­σω­πι­κό­τη­τα στη με­γά­λη της πλειο­ψη­φία δεν έχει αρ­κε­τά μορ­φο­ποι­η­θεί και δια­φο­ρο­ποι­η­θεί. Το πιο πο­λύ­τι­μο πε­ριε­χό­με­νο της πο­λι­τι­στι­κής ανό­δου πού στα πρό­θυ­ρά της βρι­σκό­μα­στε τώρα θα είναι ακρι­βώς το ανέ­βα­σμα της αντι­κει­με­νι­κής κα­τάρ­τι­σης και της υπο­κει­με­νι­κής αυ­το­συ­νεί­δη­σης του ατό­μου. Αυτό που θα πάρει ο ερ­γά­της από τον Σαίξ­πηρ, τον Γκαί­τε, τον Πού­σκιν, τον Ντο­στο­γιέφ­σκι, είναι πρώτ’ απ’ όλα μια πιο σύν­θε­τη αντί­λη­ψη για την αν­θρώ­πι­νη προ­σω­πι­κό­τη­τα, για τα πάθη και τα αι­σθή­μα­τά της. Θα κα­τα­λά­βει βα­θύ­τε­ρα και οξύ­τε­ρα τις ψυ­χι­κές δυ­νά­μεις της, τον ρόλο του υπο­συ­νεί­δη­του σ’ αυτήν κ.λπ. Το απο­τέ­λε­σμα θα είναι να γίνει πλου­σιό­τε­ρος…» (Τρό­τσκι «Η πο­λι­τι­κή του κόμ­μα­τος στην Τέχνη» Πρά­βδα 18/9/1923)27.
ε) Για την επα­να­στα­τι­κή ηγε­σία το ζή­τη­μα απο­τε­λού­σε τόσο μια πο­λι­τι­κή όσο και μια θε­ω­ρη­τι­κή πρό­κλη­ση. Στα έργα των Μαρξ και Έγκελς, το βα­σι­κό πλαί­σιο του ιστο­ρι­κού υλι­σμού δίνει την αφε­τη­ρία για την προ­σέγ­γι­ση και την κρι­τι­κή στην τέχνη. Πα­ρό­τι δεν πα­ρου­σί­α­σαν μια αυ­τό­νο­μη και ολο­κλη­ρω­μέ­νη σχε­τι­κή με­λέ­τη, τα έργα τους δια­τρέ­χο­νται από συ­γκε­κρι­μέ­νες ανα­φο­ρές που συ­γκρο­τούν ένα πλαί­σιο για την μαρ­ξι­στι­κή προ­σέγ­γι­ση στην τέχνη 28. Εντού­τοις, ο το­μέ­ας της μαρ­ξι­στι­κής κρι­τι­κής στην τέχνη και στην λο­γο­τε­χνία το 1917 δεν ήταν κα­θό­λου επαρ­κώς ανε­πτυγ­μέ­νος. Πώς θα μπο­ρού­σε εξάλ­λου; Δεν υπάρ­χουν έτοι­μες φόρ­μου­λες και «συ­ντα­γές». Η ηγε­σία της επα­νά­στα­σης, πο­λι­τι­κά στε­λέ­χη, δια­νο­ού­με­νοι και καλ­λι­τέ­χνες αντι­με­τω­πί­ζουν για πρώτη φορά στην αν­θρώ­πι­νη ιστο­ρία μια τέ­τοια πρό­κλη­ση. Κα­λού­νται να κά­νουν πρω­τό­τυ­πη θε­ω­ρη­τι­κή δου­λειά και να στη­ρί­ξουν συ­γκε­κρι­μέ­νες πο­λι­τι­κές επι­λο­γές με σο­βα­ρές συ­νέ­πειες, σε συν­θή­κες εξαι­ρε­τι­κά αντί­ξο­ες.
Οι Μαρξ και Έγκελς προ­τεί­νουν μια οπτι­κή εντε­λώς αντί­στρο­φη από αυτή των αστών και στην τέχνη 29. Κάτι τέ­τοιο βέ­βαια δεν ση­μαί­νει σε καμία πε­ρί­πτω­ση την υπο­τί­μη­ση ή πολύ πε­ρισ­σό­τε­ρο την απόρ­ρι­ψη της πο­λι­τι­στι­κής κλη­ρο­νο­μιάς του πα­ρελ­θό­ντος. Απε­να­ντί­ας! Έχουν πλήρη επί­γνω­ση των αντι­φά­σε­ων και της συν­θε­τό­τη­τας του φαι­νο­μέ­νου. Γνω­ρί­ζουν, αξιο­λο­γούν και προ­σπα­θούν να εξη­γή­σουν την «ακτι­νο­βο­λία» των έργων τέ­χνης που δη­μιουρ­γή­θη­καν σε εντε­λώς άλλες κοι­νω­νι­κές συν­θή­κες, όπως π.χ. η τέχνη των αρ­χαί­ων Ελ­λή­νων. Κα­τα­νο­ούν την σύν­θε­τη, αντι­φα­τι­κή σχέση με­τα­ξύ του έργου και των  φι­λο­σο­φι­κών/πο­λι­τι­κών από­ψε­ων του συγ­γρα­φέα/καλ­λι­τέ­χνη: όπως π.χ. συ­νέ­βαι­νε με τον Μπαλ­ζάκ, ο οποί­ος -αν και θια­σώ­της της βα­σι­λεί­ας- ήταν από τους αγα­πη­μέ­νους του Μαρξ, ακρι­βώς επει­δή τα έργα του ανα­δεί­κνυαν την πα­ρακ­μή της κα­θε­στη­κυί­ας τάξης με τον πιο γλα­φυ­ρό τρόπο. Αυτό το ση­μείο, της σχε­τι­κής ανε­ξαρ­τη­σί­ας του έργου από τις από­ψεις του δη­μιουρ­γού, είναι πολύ ση­μα­ντι­κό στην κα­τα­νό­η­ση της λει­τουρ­γί­ας της τέ­χνης και απο­λύ­τως κε­ντρι­κό στην συ­ζή­τη­ση που διε­ξή­χθη στη Ρωσία, όπου η με­γά­λη πλειο­ψη­φία των εμπλε­κο­μέ­νων δίνει προ­τε­ραιό­τη­τα, συχνά από­λυ­τη, στις φι­λο­σο­φι­κές και πο­λι­τι­κές από­ψεις των καλ­λι­τε­χνών και των ομά­δων παρά στο έργο τους. Πολύ πε­ρισ­σό­τε­ρο όταν αφορά σε στρα­τευ­μέ­νους καλ­λι­τέ­χνες. Ως προς την «στρα­τευ­μέ­νη τέχνη» ο Έγκελς, αν και δεν την απορ­ρί­πτει, είναι καυ­στι­κός: «όσο πιο πολύ κρυ­φές μέ­νουν οι από­ψεις του συγ­γρα­φέα, τόσο το κα­λύ­τε­ρο για το έργο τέ­χνης» 30.
Το ζή­τη­μα που βρί­σκε­ται στο επί­κε­ντρο των έντο­νων συ­ζη­τή­σε­ων και αντι­πα­ρα­θέ­σε­ων αφορά στην «προ­λε­τα­ρια­κή κουλ­τού­ρα» και στη σχέση της με την πα­λιό­τε­ρη πο­λι­τι­στι­κή και καλ­λι­τε­χνι­κή πα­ρα­γω­γή –την «αστι­κή τέχνη». Μπο­ρεί να υπάρ­ξει προ­λε­τα­ρια­κή κουλ­τού­ρα και τί χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά θα έχει; Απο­τε­λεί δια­λε­κτι­κή συ­νέ­χεια του πα­ρελ­θό­ντος ή απαι­τεί μια ρήξη χωρίς επι­στρο­φή;
Η με­γά­λη πλειο­ψη­φία των στρα­τευ­μέ­νων στην υπό­θε­ση της επα­νά­στα­σης καλ­λι­τε­χνών συ­γκλί­νουν στην απο­δο­χή του στό­χου για την οι­κο­δό­μη­ση της προ­λε­τα­ρια­κής κουλ­τού­ρας και στην εχθρι­κή στάση απέ­να­ντι στα πο­λι­τι­στι­κά προ­ϊ­ό­ντα του πα­ρελ­θό­ντος –τόσο το κί­νη­μα της προ­λετ­κούλτ όσο και οι φου­του­ρι­στές («κάτω ο Πού­σκιν», «κάτω ο Τολ­στόι», «έξω οι κλα­σι­κοί από το κα­ρά­βι της επο­χής μας», «κάψτε τον Ρα­φα­ήλ» κ.ά.). Εντού­τοις, με­τα­ξύ των δύο αυτών βα­σι­κών υπο­στη­ρι­χτών της «προ­λε­τα­ρια­κής κουλ­τού­ρας» (αλλά και των μπολ­σε­βί­κων) υπάρ­χει αντι­πα­ρά­θε­ση και πο­λε­μι­κή πάνω σε ζη­τή­μα­τα «αμι­γώς αι­σθη­τι­κά». Οι φου­του­ρι­στές κα­τη­γο­ρούν τους καλ­λι­τέ­χνες της «προ­λετ­κούλτ» ότι «εμ­φια­λώ­νουν το παλιό κρασί σε νέα μπου­κά­λια», καθώς οι μορ­φές έκ­φρα­σής τους είναι (κακή) ανα­πα­ρα­γω­γή του πα­ρελ­θό­ντος, με ανα­φο­ρά σε έναν προ­πα­γαν­δι­στι­κό «ρε­α­λι­σμό» κα­τα­λη­πτό από τις μάζες. Αντί­στρο­φα, δέ­χο­νται την κρι­τι­κή για τα δικά τους «μο­ντέρ­να» έργα, τα οποία ομο­λο­γου­μέ­νως δεν μπο­ρούν να επι­κοι­νω­νή­σουν μα­ζι­κά με τα λαϊκά ακρο­α­τή­ρια 31. Προ­βά­λει το ζή­τη­μα της «αυ­το­νο­μί­ας της τέ­χνης» και του ερω­τή­μα­τος για την ιστο­ρι­κή της «συ­νέ­χεια», και άρα της στά­σης (της κρι­τι­κής) απέ­να­ντι στην «παλιά» τέχνη. Η επι­φα­νεια­κή και μο­νο­διά­στα­τη προ­σέγ­γι­σή του καλ­λι­τε­χνι­κού φαι­νο­μέ­νου οδη­γεί στην «διά­σπα­ση» της μορ­φής από το πε­ριε­χό­με­νο. Η μορφή «…ανε­ξαρ­τη­το­ποιεί­ται πέρα από τόπο, χρόνο και τα­ξι­κούς προσ­διο­ρι­σμούς και θε­ω­ρεί­ται κα­τάλ­λη­λη για αξιο­ποί­η­ση και εν­σω­μά­τω­ση στην και­νούρ­για κουλ­τού­ρα, ενώ το δεύ­τε­ρο (σημ. το πε­ριε­χό­με­νο) το­πο­θε­τεί­ται σε ένα αυ­στη­ρά ιδε­ο­λο­γι­κό χώρο και απορ­ρί­πτε­ται ή γί­νε­ται απο­δε­κτό με βάση τα τα­ξι­κά κρι­τή­ρια…» 32. Οι αντι­μα­χό­με­νοι, είτε εκ­κι­νούν από την μορφή (φορ­μα­λι­στές) είτε από το πε­ριε­χό­με­νο (προ­λετ­κούλτ), κα­τα­λή­γουν στο ίδιο συ­μπέ­ρα­σμα: στην απόρ­ρι­ψη της πο­λι­τι­στι­κής κλη­ρο­νο­μιάς και στη ρήξη με το πα­ρελ­θόν, στο όνομα μιας νέας «προ­λε­τα­ρια­κής κουλ­τού­ρας».
Το ζή­τη­μα αυτό, η ταυ­τό­τη­τα και τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της «κομ­μα­τι­κής τέ­χνης», είναι κε­ντρι­κό στη συ­ζή­τη­ση που διε­ξά­γε­ται. Συ­νέ­χι­σε να απα­σχο­λεί τη μαρ­ξι­στι­κή κρι­τι­κή στην λο­γο­τε­χνία και την τέχνη και η ανα­ζή­τη­ση των απα­ντή­σε­ων μέσα από εκ­δο­χές της «θε­ω­ρί­ας της αντα­νά­κλα­σης» και του μο­νο­διά­στα­τα εν­νο­ού­με­νου «ρε­α­λι­σμού» οδη­γού­σε σε απλο­ποι­ή­σεις και εν τέλει σε αδιέ­ξο­δα 33.
Παρά ταύτα, στα πρώτα χρό­νια της επα­νά­στα­σης, η στάση του κόμ­μα­τος απέ­να­ντι στα διά­φο­ρα καλ­λι­τε­χνι­κά ρεύ­μα­τα ήταν δε­κτι­κή και υπο­στη­ρι­χτι­κή, απορ­ρί­πτο­ντας ταυ­τό­χρο­να τις ακραί­ες από­ψεις και θε­ω­ρί­ες που έκ­φρα­ζε κατά προ­τε­ραιό­τη­τα και με μα­χη­τι­κό­τη­τα το ορ­γα­νω­μέ­νο δί­κτυο της προ­λετ­κούλτ.
Κε­ντρι­κή άποψη της προ­λετ­κούλτ ήταν, όπως προ­α­να­φέ­ρα­με, ο ρητός και μα­νι­χαϊ­στι­κός δια­χω­ρι­σμός της προ­λε­τα­ρια­κής τέ­χνης από το πα­ρελ­θόν. Η νέα τέχνη πρέ­πει να εκ­φρά­ζει την προ­λε­τα­ρια­κή εποχή (τη δι­κτα­το­ρία του προ­λε­τα­ριά­του) και τον σο­σια­λι­σμό άμεσα. Γι’ αυτό μά­λι­στα πρέ­πει να πα­ρα­χθεί απο­κλει­στι­κά από προ­λε­τά­ριους και όχι δια­νο­ού­με­νους από άλλες τά­ξεις. Όσο κι αν κάτι τέ­τοιο δεν έγινε δυ­να­τό να συμ­βεί, παρ’ όλα αυτά δη­μιούρ­γη­σε ένα ισχυ­ρό πο­λι­τι­στι­κό κί­νη­μα μέσα στην ερ­γα­τι­κή τάξη. Στα πρώτα χρό­νια μετά την επα­νά­στα­ση, ήταν μια ορ­γά­νω­ση με 300 το­πι­κές, μισό εκα­τομ­μύ­ριο μέλη και διείσ­δυ­ση ακόμη και σε χώ­ρους όπου δεν υπήρ­χαν κομ­μα­τι­κές ορ­γα­νώ­σεις. Εξέ­δι­δαν εφη­με­ρί­δες, πε­ριο­δι­κά και βι­βλία και διέ­θε­ταν ένα δί­κτυο από λέ­σχες, σχο­λές, θε­α­τρι­κά ερ­γα­στή­ρια κ.ά. ορ­γα­νώ­νο­ντας πρω­τό­τυ­πες καλ­λι­τε­χνι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες, απαγ­γε­λί­ες, πα­ρα­στά­σεις με συμ­με­το­χή του κό­σμου κ.ά. Ταυ­τό­χρο­να, διέ­δι­δαν τις από­ψεις τους και τις διεκ­δι­κή­σεις τους για την κα­τα­στρο­φή της πα­λιάς τέ­χνης, το κλεί­σι­μο θε­ά­τρων, την ανα­γό­ρευ­ση της «προ­λετ­κούλτ» σε επί­ση­μη τέχνη κ.λπ.
Ο κε­ντρι­κός θε­ω­ρη­τι­κός του κι­νή­μα­τος, ο Μπογκ­ντά­νοφ, ήταν ηγε­τι­κό στέ­λε­χος των μπολ­σε­βί­κων από ιδρύ­σε­ως του κόμ­μα­τος έως το 1909. Ιδιόρ­ρυθ­μη και πο­λυ­σχι­δής προ­σω­πι­κό­τη­τα, ο (για­τρός, φι­λό­σο­φος και συγ­γρα­φέ­ας επι­στη­μο­νι­κής φα­ντα­σί­ας) Μπογκ­ντά­νοφ, επη­ρε­α­σμέ­νος από τις αρχές του φυ­σι­κού και φι­λο­σό­φου Έρνστ Μαχ και τις απο­κα­λύ­ψεις της επι­στή­μης -ιδιαί­τε­ρα στον τομέα της τε­χνο­λο­γί­ας- διεκ­δί­κη­σε μια φι­λο­σο­φι­κή προ­σέγ­γι­ση-συ­μπί­λη­μα θε­ω­ριών με έντο­νο το στοι­χείο του «ιδε­α­λι­στι­κού υπο­κει­με­νι­σμού» (εμπει­ρι­κός μαρ­ξι­σμός, εμπει­ριο­μο­νι­σμός, τε­κτο­νι­κή θε­ω­ρία, προ­λετ­κούλτ) και τη λα­τρεία της τε­χνο­λο­γι­κής προ­ό­δου και της ορ­γα­νω­τι­κής αρ­τιό­τη­τας. Πο­λι­τι­κά ήταν πάντα αρι­στε­ρι­στής. Σε μια κρί­σι­μη εποχή για το κόμμα, μετά την ήττα του 1905, συ­γκρού­στη­κε με τον Λένιν σε ζη­τή­μα­τα τα­κτι­κής, αλλά ου­σια­στι­κά κα­τεύ­θυν­σης και με­θο­δο­λο­γί­ας. Ο Μπογκ­ντά­νοφ είχε τότε με­γά­λο κύρος στο κόμμα και τον ακο­λου­θού­σαν στε­λέ­χη και προ­σω­πι­κό­τη­τες όπως ο Λου­να­τσάρ­σκι και ο Γκόρ­κι. Ο Λένιν τον αντι­με­τώ­πι­σε σε όλα τα επί­πε­δα -φι­λο­σο­φι­κά με το βι­βλίο του «μαρ­ξι­σμός και εμπει­ριο­κρι­τι­κι­σμός», και πο­λι­τι­κά στο κόμμα με απο­τέ­λε­σμα την απο­χώ­ρη­σή του απ’ αυτό.
Οι από­ψεις του για την τέχνη έτυ­χαν με­γά­λης προ­σο­χής και διά­δο­σης ευ­ρύ­τε­ρα των κύ­κλων της «Προ­λετ­κούλτ», όπως στους φου­του­ρι­στές: απο­λυ­τό­τη­τα του κο­λε­κτι­βι­σμού και της συλ­λο­γι­κό­τη­τας σε βάρος της ατο­μι­κό­τη­τας, προ­πα­γαν­δι­στι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά δια­μόρ­φω­σης των μαζών σε συν­δυα­σμό με την μυ­θο­ποί­η­ση των μη­χα­νών και της τε­χνο­λο­γί­ας.
Η εμ­φά­νι­ση και η κί­νη­ση της προ­λετ­κούλτ δεν δι­καί­ω­σε τις θε­ω­ρη­τι­κές της από­ψεις και βέ­βαια τις από­ψεις του Μπογκ­ντά­νοφ. Η αλή­θεια είναι ότι από το κί­νη­μα αυτό δεν προ­έ­κυ­ψαν σο­βα­ρά έργα τέ­χνης (με την έν­νοια της ποιό­τη­τας ή της και­νο­το­μί­ας) ούτε και υπήρ­ξαν στους κόλ­πους της καλ­λι­τέ­χνες με οποια­δή­πο­τε ανα­γνώ­ρι­ση. Ταυ­τό­χρο­να όμως όλη αυτή η δρα­στη­ριό­τη­τα ανέ­δει­ξε κάτι γε­νι­κό­τε­ρο και ση­μα­ντι­κό­τε­ρο: την ουσία της επα­νά­στα­σης και την ταυ­τό­τη­τά της. Η αυ­θε­ντι­κό­τη­τα της κί­νη­σης προς τον λαό που έκ­φρα­σε η καλ­λι­τε­χνι­κή έκρη­ξη, η πο­λι­τι­κή του κόμ­μα­τος και οι πρω­το­βου­λί­ες της προ­λετ­κούλτ (με­τα­ξύ άλλων) ανέ­δει­ξαν τη δια­θε­σι­μό­τη­τα της κοι­νω­νί­ας -και μά­λι­στα των ερ­γα­τι­κών στρω­μά­των- για την εμπλο­κή με την τέχνη σε μα­ζι­κή κλί­μα­κα (καθώς σε μικρή κλί­μα­κα ανα­δει­κνύ­ε­ται σε κάθε ευ­και­ρία της κοι­νω­νι­κής ζωής μέσα στον ίδιο τον κα­πι­τα­λι­σμό).
Η αντί­δρα­ση της ηγε­σί­ας των μπολ­σε­βί­κων δεν οφεί­λε­ται κυ­ρί­ως στην θε­ω­ρη­τι­κή διαύ­γεια, καθώς και στους κόλ­πους της η ιδέα της «προ­λε­τα­ρια­κής κουλ­τού­ρας» φά­ντα­ζε γοη­τευ­τι­κή. Ο Λου­να­τσάρ­σκι ήταν βαθιά καλ­λιερ­γη­μέ­νος, με γνώση για τα σύγ­χρο­να μο­ντέρ­να κι­νή­μα­τα και προ­σή­λω­ση στον στόχο της πο­λι­τι­στι­κής ανύ­ψω­σης του λαού. Έκανε επι­τυ­χη­μέ­νες επι­λο­γές στο έργο που είχε ανα­λά­βει ως Επί­τρο­πος Παι­δεί­ας, που βα­σί­στη­καν με εμπι­στο­σύ­νη -σε με­γά­λο βαθ­μό- στην συμ­με­το­χή των ίδιων των καλ­λι­τε­χνών στην πο­λι­τι­στι­κή και εκ­παι­δευ­τι­κή δομή. Ωστό­σο, στα θε­ω­ρη­τι­κά ζη­τή­μα­τα που απα­σχο­λού­σαν την τέχνη τα­λα­ντευό­ταν (ας μην ξε­χνά­με ότι προ­ερ­χό­ταν από τον κύκλο του Μπογκ­ντά­νοφ, είχε συμ­με­τά­σχει στις θε­ω­ρη­τι­κές του έρευ­νες) και γοη­τευό­ταν πάντα από την ιδέα μιας κουλ­τού­ρας για το προ­λε­τα­ριά­το, μιας τέ­χνης προ­λε­τα­ρια­κής.
Το πο­λι­τι­κό κρι­τή­ριο κα­θο­ρί­ζει τη στάση του κόμ­μα­τος, με αιχμή την ξε­κά­θα­ρη στό­χευ­ση της ανύ­ψω­σης του μορ­φω­τι­κού επι­πέ­δου των μαζών. Πώς μπο­ρεί να γίνει αυτό κα­ταρ­γώ­ντας δια δια­τάγ­μα­τος όλη την αν­θρώ­πι­νη πο­λι­τι­στι­κή κλη­ρο­νο­μιά; Ο Λένιν έχει στι­βα­ρή άποψη ως προς τα κρι­τή­ρια και τις πο­λι­τι­κές επι­λο­γές: «Ο μαρ­ξι­σμός κα­τέ­κτη­σε την κο­σμοϊ­στο­ρι­κή ση­μα­σία του σαν ιδε­ο­λο­γία του επα­να­στα­τι­κού προ­λε­τα­ριά­του χάρη στο ότι κάθε άλλο παρά απέ­βα­λε τις πο­λυ­τι­μό­τα­τες κα­τα­κτή­σεις της αστι­κής επο­χής, αλλά απε­να­ντί­ας αφο­μοί­ω­σε και με­τά­πλα­σε ότι πο­λυ­τι­μό­τε­ρο υπήρ­χε στην πάνω από δύο χι­λιε­τί­ες ανά­πτυ­ξη της αν­θρώ­πι­νης σκέ­ψης και κουλ­τού­ρας. Μόνο η πα­ρα­πέ­ρα ερ­γα­σία σ’ αυτή την βάση και προς αυτή την κα­τεύ­θυν­ση, δια­πνε­ό­με­νη από την πρα­κτι­κή πείρα της δι­κτα­το­ρί­ας του προ­λε­τα­ριά­του, του έσχα­του αγώνα του ενά­ντια σε κάθε εκ­με­τάλ­λευ­ση, μπο­ρεί να θε­ω­ρη­θεί σαν ανά­πτυ­ξη μιας πραγ­μα­τι­κά προ­λε­τα­ρια­κής κουλ­τού­ρας»34. Σ’ αυτή την το­πο­θέ­τη­σή του, που έγινε το 1920 για το συ­νέ­δριο της Προ­λετ­κούλτ, είναι φα­νε­ρός ο πο­λι­τι­κός προ­σα­να­το­λι­σμός του (όσο επί­σης και το γε­γο­νός ότι έστω «υπό όρους» απο­δέ­χε­ται τον όρο «προ­λε­τα­ρια­κή κουλ­τού­ρα»). Ο Λένιν δεν ήταν κα­τε­ξο­χήν θε­ω­ρη­τι­κός στα ζη­τή­μα­τα της τέ­χνης, τα οποία αντι­με­τώ­πι­σε και αυτά από πο­λι­τι­κή σκο­πιά. Πα­λιό­τε­ρα, στα 1905, υπο­στή­ρι­ζε ότι «η λο­γο­τε­χνία πρέ­πει να γίνει ένα γρα­νά­ζι και μια βίδα μιας μο­να­δι­κής με­γά­λης κοι­νω­νι­κής δη­μο­κρα­τι­κής μη­χα­νής…. η ελευ­θε­ρία του αστού συγ­γρα­φέα είναι μια συ­γκα­λυμ­μέ­νη εξάρ­τη­ση από το χρήμα. Κάτω οι μη κομ­μα­τι­κοί συγ­γρα­φείς!» 35 θέ­λο­ντας να υπο­στη­ρί­ξει το έργο του Γκόρ­κι απέ­να­ντι στην κρι­τι­κή που του ασκού­σε ο Πλε­χά­νωφ για υπερ­βάλ­λου­σα προ­πα­γάν­δα, σε μια πε­ρί­ο­δο που ο βα­σι­κός του προ­σα­να­το­λι­σμός ήταν η συ­γκέ­ντρω­ση των δυ­νά­με­ων του κόμ­μα­τος. Στο 1917 η επα­να­στα­τι­κή κυ­βέρ­νη­ση αντι­με­τω­πί­ζει την πρό­κλη­ση της πάλης ενά­ντια στον αναλ­φα­βη­τι­σμό. Απαι­τεί­ται μια πο­λι­τι­κή που να συ­γκε­ντρώ­νει και να αυ­ξά­νει τον δια­θέ­σι­μο κόσμο της γνώ­σης, της επι­στή­μης, της εκ­παί­δευ­σης και βέ­βαια των τε­χνών. Μια ανοι­χτή, όχι σε­χτα­ρι­στι­κή πο­λι­τι­κή, που να συ­γκε­ντρώ­νει αντί να δια­σκορ­πί­ζει τις δυ­νά­μεις.  Απ’ αυτήν τη σκο­πιά αντι­με­τώ­πι­σε τα καλ­λι­τε­χνι­κά φαι­νό­με­να με ανοχή και δη­μο­κρα­τι­κό τρόπο, αν και φέ­ρε­ται ότι ήταν μάλ­λον λά­τρης του …πα­ρελ­θό­ντος. Απέ­να­ντι στο κί­νη­μα της προ­λε­κούλτ, πέρα από την θε­ω­ρη­τι­κή συ­ζή­τη­ση που διε­ξά­γε­ται και στην οποία το­πο­θε­τεί­ται ενα­ντί­ον της, λαμ­βά­νει υπόψη του τρεις πο­λι­τι­κές πα­ρα­μέ­τρους: α) την πάλη ενά­ντια στην αμορ­φω­σιά, β) τον κίν­δυ­νο του αρι­στε­ρί­στι­κου σε­χτα­ρι­σμού που χα­ρα­κτή­ρι­ζε τις ιδέες της προ­λετ­κούλτ και βέ­βαια τις αντι­μαρ­ξι­στι­κές από­ψεις του Μπογκ­ντά­νοφ και γ) τη δη­μο­φι­λία του κι­νή­μα­τος της προ­λετ­κούλτ στα ερ­γα­τι­κά και λαϊκά στρώ­μα­τα και τον ρόλο που έπαι­ζε στην εκ­πο­λι­τι­στι­κή κα­μπά­νια.
Πρό­τει­νε η προ­λετ­κούλτ να πε­ρά­σει στην κρα­τι­κή δομή και στον έλεγ­χο του Επι­τρό­που για την Παι­δεία, κάτι που απέρ­ρι­ψε ωστό­σο ο Λου­να­τσάρ­σκι. Αξί­ζει να ση­μειώ­σου­με εδώ ότι η φι­λο­σο­φία και η λει­τουρ­γία του κόμ­μα­τος εκεί­νη την επα­να­στα­τι­κή πε­ρί­ο­δο ήταν απο­λύ­τως δια­φο­ρε­τι­κή απ’ ό,τι κα­τα­γρά­φη­κε στα κα­το­πι­νά χρό­νια της υπο­χώ­ρη­σης, της γρα­φειο­κρα­τι­κο­ποί­η­σης και τε­λι­κά της ήττας της με­γά­λης επα­νά­στα­σης. Διά­φο­ρες «κα­τα­δι­κα­στι­κές» απο­φά­σεις -εν προ­κει­μέ­νω των από­ψε­ων και απαι­τή­σε­ων της προ­λετ­κούλτ- δεν οδη­γού­σαν στην κατά γράμ­μα εφαρ­μο­γή τους. Εξάλ­λου, πολ­λοί από τους πρω­τα­γω­νι­στές δεν ήταν καν μέλη του κόμ­μα­τος, όπως οι πε­ρισ­σό­τε­ροι καλ­λι­τέ­χνες στους οποί­ους δό­θη­κε η ευ­θύ­νη να διευ­θύ­νουν τις σχο­λές και τα πο­λι­τι­στι­κά προ­γράμ­μα­τα. Ο ίδιος ο Λου­να­τσάρ­σκι έγινε μέλος μόλις στις πα­ρα­μο­νές της επα­νά­στα­σης!
Από τους πρω­τα­γω­νι­στές εκεί­νης της επο­χής στη σχε­τι­κή συ­ζή­τη­ση, ο Τρό­τσκι είναι ο πιο ξε­κά­θα­ρος. Απορ­ρί­πτει ολο­κλη­ρω­τι­κά τον όρο «προ­λε­τα­ρια­κή τέχνη» με θε­ω­ρη­τι­κή, μαρ­ξι­στι­κή κρι­τι­κή. Η αστι­κή τάξη κα­τέ­λα­βε την πο­λι­τι­στι­κή (και οι­κο­νο­μι­κή) ηγε­μο­νία πριν κα­τα­λά­βει την πο­λι­τι­κή εξου­σία. Κάτι τέ­τοιο δεν είναι δυ­να­τό για την ερ­γα­τι­κή τάξη. Η έλ­λει­ψη υλι­κών όρων και οι­κο­νο­μι­κών πόρων κα­θι­στά τη δυ­να­τό­τη­τα για την ανά­πτυ­ξη νέας κουλ­τού­ρας αδύ­να­τη, καθώς απα­γο­ρεύ­ει τη μα­ζι­κή ενα­σχό­λη­ση με το αντι­κεί­με­νο, τη μα­ζι­κή αφο­μοί­ω­ση της πα­λιάς κουλ­τού­ρας. Ο στό­χος της κα­τά­λη­ψης της πο­λι­τι­κής εξου­σί­ας τί­θε­ται επι­κε­φα­λής κάθε στό­χου οι­κο­δό­μη­σης νέας κοι­νω­νί­ας. Όταν αυτός επι­τευ­χθεί, η πε­ρί­ο­δος που ανοί­γε­ται αφορά σε πρώτη φάση στην κα­τά­κτη­ση της παι­δεί­ας και του πο­λι­τι­σμού, της πο­λι­τι­στι­κής κλη­ρο­νο­μιάς. Στην ιστο­ρι­κή εξέ­λι­ξη και σε συ­νάρ­τη­ση με την πρό­κλη­ση της διε­θνούς επι­κρά­τη­σης της αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κής ανα­τρο­πής η νέα τέχνη και ο πο­λι­τι­σμός που θα πα­ρα­χθεί θα είναι πα­ναν­θρώ­πι­νος -όχι προ­λε­τα­ρια­κός- καθώς θα αφορά την και­νούρ­για ατα­ξι­κή κοι­νω­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα και την ιστο­ρία της.
Παρά ταύτα οι συ­γκε­κρι­μέ­νες από­ψεις δεν βρή­καν τότε μα­ζι­κή απή­χη­ση στο κόμμα και βέ­βαια στις τά­ξεις των στρα­τευ­μέ­νων καλ­λι­τε­χνών.
Το κεί­με­νό του «Λο­γο­τε­χνία και Επα­νά­στα­ση», που γρά­φτη­κε ακρι­βώς ως συμ­βο­λή στην σχε­τι­κή συ­ζή­τη­ση, απο­τε­λεί ση­μα­ντι­κή κα­τά­κτη­ση της μαρ­ξι­στι­κής κρι­τι­κής στην τέχνη και τη λο­γο­τε­χνία. Εμ­βα­θύ­νει και αντι­με­τω­πί­ζει προ­βλή­μα­τα σχε­τι­κά με τον χα­ρα­κτή­ρα της τέ­χνης 36, τη σχέση τέ­χνης και πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, στο επί­πε­δο της δια­λε­κτι­κής και της συν­θε­τό­τη­τας που της αντι­στοι­χεί. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή είναι η δια­τύ­πω­ση σχε­τι­κά με τα ζη­τή­μα­τα της «αντα­νά­κλα­σης» της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας από την τέχνη: «…είναι κι αυτή αλ­λοί­ω­ση, πα­ρα­μόρ­φω­ση, με­τα­μόρ­φω­ση της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας σύμ­φω­να με τους ιδιαί­τε­ρους νό­μους της τέ­χνης…» 37.
Αυτή η -εξαι­ρε­τι­κά πυκνή και πλού­σια σε πρω­τό­τυ­πες εμπει­ρί­ες κοι­νω­νι­κής ορ­γά­νω­σης σε όλα τα επί­πε­δα- πε­ρί­ο­δος φτά­νει στο άδοξο τέλος της με την επι­κρά­τη­ση του στα­λι­νι­σμού. Στα ζη­τή­μα­τα του πο­λι­τι­σμού ταυ­τί­στη­κε με μία από τις πλέον βάρ­βα­ρες και σφο­δρές επι­θέ­σεις στην κουλ­τού­ρα και στην καλ­λι­τε­χνι­κή δη­μιουρ­γία στην σύγ­χρο­νη ιστο­ρία της αν­θρω­πό­τη­τας: «…η από­φα­ση της Κε­ντρι­κής Επι­τρο­πής του Μπολ­σε­βί­κι­κου Κόμ­μα­τος του 1928, σύμ­φω­να με την οποία η λο­γο­τε­χνία πρέ­πει να υπη­ρε­τεί τα συμ­φέ­ρο­ντα του κόμ­μα­τος, έστει­λε τους συγ­γρα­φείς να επι­σκέ­πτο­νται ερ­γο­στά­σια και να πα­ρά­γουν μυ­θι­στο­ρή­μα­τα που υμνού­σαν τα μη­χα­νή­μα­τα. Όλα αυτά φτά­νουν στο απο­κο­ρύ­φω­μά τους με το συ­νέ­δριο των Σο­βιε­τι­κών Συγ­γρα­φέ­ων το 1934, όπου υιο­θε­τή­θη­κε επί­ση­μα το δόγμα του “σο­σια­λι­στι­κού ρε­α­λι­σμού”…. υπα­γό­ρευε ότι ήταν κα­θή­κον του συγ­γρα­φέα να “πα­ρέ­χει μιαν αλη­θι­νή, ιστο­ρι­κά συ­γκε­κρι­μέ­νη ανα­πα­ρά­στα­ση της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας στην επα­να­στα­τι­κή της εξέ­λι­ξη”, λαμ­βά­νο­ντας υπ’ όψιν “το πρό­βλη­μα του ιδε­ο­λο­γι­κού με­τα­σχη­μα­τι­σμού και της δια­παι­δα­γώ­γη­σης των ερ­γα­τών στο πνεύ­μα του σο­σια­λι­σμού”. Η λο­γο­τε­χνία πρέ­πει να εξυ­πη­ρε­τεί ένα σκοπό, να είναι “κομ­μα­τι­κά προ­σα­να­το­λι­σμέ­νη”, αι­σιό­δο­ξη και ηρω­ι­κή…»  38. Σε μια με­γά­λη στιγ­μή της ιστο­ρί­ας της τέ­χνης και του μο­ντέρ­νου κι­νή­μα­τος, η αυ­λαία είχε πια πέσει.

Ση­μειώ­σεις

  1. Αλε­ξά­ντερ Μπλοκ, «Οι Δώ­δε­κα» (από­σπα­σμα), από­δο­ση στα ελ­λη­νι­κά Γιάν­νης Ρί­τσος, Εκ­δό­σεις Κέ­δρος, 1957
  2. Eric Hobsbawm, «Θρυμ­μα­τι­σμέ­νοι και­ροί –κουλ­τού­ρα και κοι­νω­νία στον 20ο αιώνα», εκ­δό­σεις Θε­μέ­λιο, 2013, σελ. 235, 236
  3. Ο Mike Thompson σχο­λιά­ζει την έκ­θε­ση στο άρθρο του «The flight of the young eagles – art of the Russian revolution» στην ιστο­σε­λί­δα RS21 – revolutionary socialism in the 21st century (https://rs21.org.uk/2017/02/16/the-flight-of-the-young-eagles-art-of-the-russian-revolution/).
  4. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κές είναι οι από­ψεις και προ­σεγ­γί­σεις της ιστο­ρι­κού τέ­χνης και κα­θη­γή­τριας στην Σχολή Καλών Τε­χνών του πα­νε­πι­στη­μί­ου της Θεσ­σα­λο­νί­κης, Νίκης Λοϊ­ζί­δη: «…Η ιστο­ρι­κή και κοι­νω­νιο­λο­γι­κή προ­σέγ­γι­ση του κι­νή­μα­τος που επι­χει­ρώ στη με­λέ­τη για το “κακό” ως ιδε­ο­λο­γι­κή συ­νι­στώ­σα της σου­ρε­α­λι­στι­κής καλ­λι­τε­χνι­κής πρω­το­πο­ρί­ας ελ­πί­ζω τε­λι­κά να απο­κα­λύ­πτει τα βα­θύ­τε­ρα αίτια της επι­θε­τι­κό­τη­τας των οπα­δών του κι­νή­μα­τος απέ­να­ντι σε μια κυ­ρί­αρ­χη τάξη (την αστι­κή), η οποία δια­μορ­φώ­θη­κε με τρόπο ιδιαί­τε­ρα προ­βλη­μα­τι­κό στην Ελ­λά­δα.…. Δεν ξέρω αν οι δι­κτα­το­ρί­ες του Με­σο­πο­λέ­μου υπήρ­ξαν πράγ­μα­τι το θλι­βε­ρό από­γειο του μο­ντερ­νι­σμού -όπως έχει το­νί­σει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ένας Άγ­γλος ιστο­ρι­κός-, σί­γου­ρα όμως υπήρ­ξαν ένα από τα πα­θο­λο­γι­κά συμ­πτώ­μα­τά του, τα οποία στις μέρες μας επα­νεμ­φα­νί­ζο­νται με άλλο “πρό­σω­πο”, λι­γό­τε­ρο σαφές, αλλά το ίδιο, αν όχι πε­ρισ­σό­τε­ρο, απει­λη­τι­κό….» Νίκη Λοϊ­ζί­δη, «Ο μο­ντερ­νι­σμός και οι μύθοι του – Δώ­δε­κα με­λέ­τες για τα μο­ντέρ­να καλ­λι­τε­χνι­κά κι­νή­μα­τα», εκ­δό­σεις Νε­φέ­λη, 2013
  5. Μάριο ντε Μι­κέ­λι , «Οι πρω­το­πο­ρί­ες της τέ­χνης του 20ου αιώνα», εκ­δό­σεις Οδυσ­σέ­ας, σελ. 10
  6. Ο Goethe σχο­λιά­ζει, δί­νο­ντας μια πυκνή και πε­ριε­κτι­κή προ­σέγ­γι­ση, ήδη από το 1830: «Όλες οι οπι­σθο­δρο­μι­κές και σε διά­λυ­ση επο­χές είναι υπο­κει­με­νι­κές, ενώ όλες οι προ­ο­δευ­τι­κές επο­χές έχουν μια αντί­λη­ψη αντι­κει­με­νι­κή» (Μάριο ντε Μι­κέ­λι, ο.π. σελ. 13). Αγ­γί­ζει στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ένα ζή­τη­μα που βρί­σκε­ται στο επί­κε­ντρο της συ­ζή­τη­σης για την τέχνη, θα ανα­δει­χτεί στην ρώ­σι­κη εμπει­ρία και αφορά στη σύν­δε­ση του έργου με την εποχή του και ακόμη στην ανε­ξαρ­τη­σία του από τις υπο­κει­με­νι­κές, κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κές από­ψεις του δη­μιουρ­γού του.
  7. Μάριο ντε Μι­κέ­λι, ό.π. σελ. 15
  8. Μάριο ντε Μι­κέ­λι, ό.π. σελ. 17
  9.  «…η δια­φω­νία ανά­με­σα στους δια­νο­ού­με­νους και την τάξη τους οξύ­νε­ται, οι υπό­γειες ρωγ­μές φθά­νουν στην επι­φά­νεια, το φαι­νό­με­νο γε­νι­κεύ­ε­ται, η διά­σπα­ση της επα­να­στα­τι­κής ενό­τη­τας του 19ου αιώνα είναι πια ένα συ­ντε­λε­σμέ­νο γε­γο­νός…» Μάριο ντε Μι­κέ­λι, ό.π. σελ. 21
  10. Ο Λένιν θα ση­μειώ­σει στα «Γράμ­μα­τα από μα­κριά», τον Μάρτη του 1917: «Αν η επα­νά­στα­ση νί­κη­σε τόσο γρή­γο­ρα και φαι­νο­με­νι­κά, με την πρώτη επι­πό­λαια ματιά τόσο ρι­ζι­κά, αυτό έγινε μο­νά­χα γιατί χάρη σε μια εξαι­ρε­τι­κά πρω­τό­τυ­πη ιστο­ρι­κή κα­τά­στα­ση συγ­χω­νεύ­τη­καν, και συγ­χω­νεύ­τη­καν εξαι­ρε­τι­κά “αρ­μο­νι­κά”, τε­λεί­ως δια­φο­ρε­τι­κά ρεύ­μα­τα, τε­λεί­ως ετε­ρο­γε­νή τα­ξι­κά συμ­φέ­ρο­ντα, δια­με­τρι­κά αντί­θε­τες πο­λι­τι­κές και κοι­νω­νι­κές τά­σεις», Λένιν Άπα­ντα, τ. 23. Σχε­τι­κά με τους διε­θνείς όρους που έκα­ναν δυ­να­τή την πρώτη φάση της ρω­σι­κής επα­νά­στα­σης ο Λένιν θα ση­μειώ­σει: «Η αστι­κή τάξη της Δυ­τι­κής Ευ­ρώ­πης ήταν πάντα ενά­ντια στην επα­νά­στα­ση. Τέ­τοια ήταν η κα­τά­στα­ση, στην οποία εί­χα­με συ­νη­θί­σει. Τα πράγ­μα­τα ήρθαν όμως δια­φο­ρε­τι­κά. Ο ιμπε­ρια­λι­στι­κός πό­λε­μος διέ­σπα­σε την αστι­κή τάξη της Ευ­ρώ­πης και αυτό είχε σαν συ­νέ­πεια οι Αγ­γλο­γάλ­λοι κε­φα­λαιο­κρά­τες, επι­διώ­κο­ντας ιμπε­ρια­λι­στι­κούς σκο­πούς, να γί­νουν οπα­δοί της ρω­σι­κής επα­νά­στα­σης. Αυτό είχε σαν απο­τέ­λε­σμα η επα­νά­στα­ση να πάρει τέ­τοια τροπή που κα­νέ­νας δεν το πε­ρί­με­νε», Λένιν Άπα­ντα, τ. 24, σ. 125
  11.  «…Η Ρωσία είναι μια κα­θυ­στε­ρη­μέ­νη χώρα αλλά δεν είναι παρά ένα μέρος της πα­γκό­σμιας οι­κο­νο­μί­ας, ένα στοι­χείο του πα­γκό­σμιου κα­πι­τα­λι­στι­κού συ­στή­μα­τος. Μ’ αυτήν την έν­νοια, ο Λένιν έλυσε το αί­νιγ­μα της Ρω­σι­κής Επα­νά­στα­σης με την ανά­γλυ­φη δια­τύ­πω­ση: η αλυ­σί­δα έσπα­σε στον πιο αδύ­να­μο κρίκο…. Αλλά η ει­κό­να της αλυ­σί­δας και του πιο αδύ­να­μου κρί­κου δεν μας δίνει ακόμα τη λύση του κα­θαυ­τού αι­νίγ­μα­τος: Πως σε μια κα­θυ­στε­ρη­μέ­νη χώρα η επα­νά­στα­ση μπο­ρού­σε να θριαμ­βεύ­σει;…. Εάν υπάρ­χουν χώρες κα­θυ­στε­ρη­μέ­νες και προ­χω­ρη­μέ­νες, υπάρ­χει επί­σης μια αμοι­βαία δράση με­τα­ξύ τους, υπάρ­χει πίεση των προ­χω­ρη­μέ­νων χωρών πάνω στις κα­θυ­στε­ρη­μέ­νες, υπάρ­χει ανά­γκη για τις κα­θυ­στε­ρη­μέ­νες χώρες να προ­σεγ­γί­σουν τις προ­ο­δευ­τι­κές χώρες, να δα­νει­στούν την τε­χνι­κή τους, την επι­στή­μη κλπ. Έτσι εμ­φα­νί­ζε­ται ένας συν­δυα­σμέ­νος τύπος εξέ­λι­ξης: Τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της κα­θυ­στέ­ρη­σης συν­δυά­ζο­νται με την τε­λευ­ταία λέξη της πα­γκό­σμιας τε­χνι­κής και της πα­γκό­σμιας σκέ­ψης. Τέλος οι ιστο­ρι­κά κα­θυ­στε­ρη­μέ­νες χώρες για να ξε­πε­ρά­σουν την κα­θυ­στέ­ρη­ση τους ανα­γκά­ζο­νται με­ρι­κές φορές να ξε­πε­ρά­σουν τις άλλες…. Σχε­δόν χωρίς εθνι­κούς δρό­μους, η Ρωσία βρέ­θη­κε στην ανά­γκη να κα­τα­σκευά­σει σι­δη­ρο­δρό­μους. Χωρίς να πε­ρά­σει από την ευ­ρω­παϊ­κή χει­ρο­τε­χνία και βιο­τε­χνία η Ρωσία πέ­ρα­σε απ’ ευ­θεί­ας στις μη­χα­νι­κές επι­χει­ρή­σεις. Αυτή είναι η τύχη των κα­θυ­στε­ρη­μέ­νων χωρών. Να πη­δού­νε πάνω από τους εν­διά­με­σους σταθ­μούς…» Λέον Τρό­τσκυ,  «Στην υπε­ρά­σπι­ση του Οκτώ­βρη», Νο­έμ­βριος 1932, με­τά­φρα­ση από το αρ­χείο της ιστο­σε­λί­δας http://fr-utopia-free.blogspot.gr/2010/01/blog-post_11.html)
  12. Λέον Τρό­τσκι, «Λο­γο­τε­χνία και επα­νά­στα­ση», σελ. 103, εκ­δό­σεις Θε­ω­ρία, 1982
  13. Neil Davidson – revolutionary reflections | Uneven and Combined Development: Modernity, Modernism, Revolution (1): The Classic Forms of Uneven and Combined Development – στην ιστο­σε­λί­δα RS21 – revolutionary socialism in the 21st century –   (https://rs21.org.uk/2017/02/03/revolutionary-reflections-uneven-and-combined-development-modernity-modernism-revolution-1-the-classic-forms-of-uneven-and-combined-development/)
  14. Eric Hobsbawm, «Θρυμ­μα­τι­σμέ­νοι και­ροί – κουλ­τού­ρα και κοι­νω­νία στον 20ο αιώνα», εκ­δό­σεις Θε­μέ­λιο, 2013, σελ. 232
  15. Κά­μι­λα Γκραίη, «Η ρώ­σι­κη Πρω­το­πο­ρία», εκ­δό­σεις Υπο­δο­μή, 1987, σελ.254
  16. Λέον Τρό­τσκι, «Λο­γο­τε­χνία και επα­νά­στα­ση»,  εκ­δό­σεις Θε­ω­ρία, 1982, σελ. 128
  17. «…Μία από τις με­γα­λύ­τε­ρες δη­μό­σιες εκ­δη­λώ­σεις που ορ­γα­νώ­θη­καν μ’ αυτόν τον τρόπο ήταν και η πρώτη επέ­τειος της Οκτω­βρια­νής Επα­νά­στα­σης. Σε όλη την χώρα, όπου κι αν βρί­σκο­νταν …οι καλ­λι­τέ­χνες προ­σφέρ­θη­καν εθε­λο­ντι­κά… Ο Νάθαμ Άλ­τμαν ανέ­λα­βε την σχε­τι­κή διορ­γά­νω­ση… “Κα­τέ­λα­βε” τη με­γά­λη πλα­τεία μπρο­στά στα Χει­με­ρι­νά Ανά­κτο­ρα και δια­κό­σμη­σε τον κε­ντρι­κό οβε­λί­σκο με τε­ρά­στια αφη­ρη­μέ­να γλυ­πτά – ενώ μια δυ­να­μι­κή φου­του­ρι­στι­κή κα­τα­σκευή το­πο­θε­τή­θη­κε στη βάση της κο­λό­νας. Τα κτί­ρια γύρω από την πλα­τεία είχαν “κα­μου­φλα­ρι­στεί” με κυ­βι­στι­κά και φου­του­ρι­στι­κά σχέ­δια. Εί­κο­σι χι­λιά­δες πανό με πί­να­κες χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­καν για να δια­κο­σμή­σουν την πλα­τεία… Δυό χρό­νια αρ­γό­τε­ρα… “σκη­νο­θέ­τη­σαν” μια ανα­βί­ω­ση της εφό­δου στα Χει­με­ρι­νά Ανά­κτο­ρα… Ο ρε­α­λι­σμός προ­ερ­χό­ταν από ένα ολό­κλη­ρο “δα­νει­κό” τάγμα στρα­τού με τον εξο­πλι­σμό του και χι­λιά­δες απλούς πο­λί­τες της Πε­τρού­πο­λης… με γι­γά­ντιους προ­βο­λείς… οι οποί­οι πρό­βαλ­λαν στον ου­ρα­νό τα αφη­ρη­μέ­να σχέ­δια του Άλ­τμαν… το­πο­θε­τή­θη­καν 50 Κε­ρέν­σκι σ’ ένα ικρί­ω­μα, 50 όμοιες κού­κλες που εκτε­λού­σαν τις ίδιες χει­ρο­νο­μί­ες… καθώς ο Κόκ­κι­νος Στρα­τός… “τα­ρα­κου­νού­σε”… τις κού­κλες του Λευ­κού Στρα­τού… Την ανα­τρο­πή του Λευ­κού Στρα­τού ακο­λου­θού­σε η θριαμ­βευ­τι­κή εφόρ­μη­ση των 2.000 θε­α­τών, καθώς το τάγμα περ­νού­σε από τις πύλες μέσα στα κα­μιό­νια του και κάθε εί­δους όρ­γα­να… πα­νη­γύ­ρι­ζαν τον θρί­αμ­βο της Μπολ­σε­βί­κι­κης Επα­νά­στα­σης…» Κά­μι­λα Γκραίη, «Η ρώ­σι­κη Πρω­το­πο­ρία», εκ­δό­σεις Υπο­δο­μή, 1987, σελ.257
  18. Arseny Avraamov – Symphony Of Factory Sirens (Public Event, Baku 1922) https://www.youtube.com/watch?v=Kq_7w9RHvpQ – ανα­φέ­ρε­ται στο άρθρο του Γ. Μη­τρα­λιά «Σκέ­ψεις για τα 100 χρό­νια της Ρώ­σι­κης Επα­νά­στα­σης, “ανα­κα­λύ­πτο­ντας” την μου­σι­κή της πρω­το­πο­ρία χάρη στην Ντο­κου­μέ­ντα 14…», στην ιστο­σε­λί­δα www.contra-xreos.gr
  19. Το μα­νι­φέ­στο τους ξε­κι­νά ως εξής, δί­νο­ντας εντε­λώς γλα­φυ­ρά το κλίμα που επι­κρα­τού­σε στους ρώ­σους καλ­λι­τέ­χνες: «Δια­κη­ρύσ­σου­με: το πνεύ­μα των ημε­ρών μας ας είναι: πα­ντε­λό­νια, σα­κά­κια, πα­πού­τσια, γραμ­μές των τραμ, λε­ω­φο­ρεία, αε­ρο­πλά­να, σι­δη­ρό­δρο­μοι, θαυ­μά­σια πλοία – τι μα­γεία – τι με­γά­λη εποχή χωρίς προη­γού­με­νο στην πα­γκό­σμια ιστο­ρία…» Κά­μι­λα Γκραίη, «Η ρώ­σι­κη Πρω­το­πο­ρία», εκ­δό­σεις Υπο­δο­μή, 1987, σελ.162
  20. Κά­μι­λα Γκραίη, ό.π. σελ. 254
  21. Κά­μι­λα Γκραίη, ό.π. σελ. 208
  22. Οι Πέβσ­νερ και Γκά­μπο δια­χω­ρί­ζο­νται από τους κον­στρου­κτι­βι­στές καθώς, ου­δέ­τε­ροι πο­λι­τι­κά, δεν δέ­χο­νται να φτά­σουν στην απόρ­ρι­ψη της τέ­χνης που με φα­να­τι­σμό κη­ρύτ­τουν οι πρώην «σύ­ντρο­φοί» τους: «Κάτω η τέχνη. Ζήτω η τε­χνι­κή. Η Θρη­σκεία είναι ψέμα. Η τέχνη είναι ψέμα… Ζήτω ο κον­στρου­κτι­βι­στής τε­χνι­κός. Κάτω η τέχνη που μα­σκα­ρεύ­ει μόνο την αδυ­να­μία της αν­θρω­πό­τη­τας. Η συλ­λο­γι­κή τέχνη του πα­ρό­ντος είναι η εποι­κο­δο­μη­τι­κή ζωή!» Μάριο ντε Μι­κέ­λι, ό.π. σελ. 294
  23. «…Οι συ­ζη­τή­σεις αυτές, που είχαν πά­ντο­τε με­γά­λο κοινό μια και οι φου­του­ρι­στές, με τις τρε­λές πα­ρα­φο­ρές τους, τις απαγ­γε­λί­ες τους και το παρ­δα­λό ντύ­σι­μό τους θε­ω­ρού­νταν η κα­λύ­τε­ρη δια­σκέ­δα­ση… Σε μια προ­σπά­θεια να σπά­σουν τις κυ­ρί­αρ­χες συμ­βά­σεις, καλ­λι­τέ­χνες και ζω­γρά­φοι έδι­ναν τη μάχη τους με κάθε δυ­να­τό τρόπο. Ήταν κάτι το συ­νη­θι­σμέ­νο να βλέ­πει κα­νείς μέλη αυτού του μι­κρό­κο­σμου (τον Λα­ριό­νοφ, την Γκον­τσά­ρε­βα, τον Μα­για­κόφ­σκι, τους αδελ­φούς Μπουρ­λιούκ κα.) να περ­πα­τούν κατά μήκος του κύ­ριου δρό­μου της Μό­σχας με λου­λού­δια και «αλ­γε­βρι­κά» ή ρα­γιο­νι­στι­κά σύμ­βο­λα ζω­γρα­φι­σμέ­να στα μά­γου­λά τους….Το 1913, οι φου­του­ρι­στές γύ­ρι­σαν μια ται­νία με τίτλο Δράμα στο κα­μπα­ρέ Νο 13… τους έδει­χνε να μπαι­νο­βγαί­νουν σε μα­γα­ζιά και εστια­τό­ρια με φα­ντα­χτε­ρά πα­νω­φό­ρια, ενώ οι άντρες φο­ρού­σαν σκου­λα­ρί­κια και ρα­πα­νά­κια ή κου­τά­λια στις μπου­το­νιέ­ρες τους! Επρό­κει­το για μια πα­ρω­δία των συμ­βο­λι­στών…» Κά­μι­λα Γκραίη, «Η ρώ­σι­κη Πρω­το­πο­ρία», εκ­δό­σεις Υπο­δο­μή, 1987, σελ. 140
  24. Β. Μα­για­κόφ­σκι, «Σύν­νε­φο με πα­ντε­λό­νια», εκ­δό­σεις Αρμός, 2008
  25. Βλα­ντι­μίρ Μα­για­κόφ­σκι, «Ποί­η­ση και επα­νά­στα­ση», εκ­δό­σεις Θε­μέ­λιο, 1982, σελ. 23
  26. Αντώ­νης Βο­γιά­ζος, «Σο­σια­λι­σμός και κουλ­τού­ρα 1917 – 1932»,  τόμος Α, εκ­δό­σεις Θε­μέ­λιο, 1979, σελ. 15
  27. Αντώ­νης Βο­γιά­ζος, ό.π. σελ. 16
  28. Οι Μαρξ και Έγκελς το­νί­ζουν ότι η τέχνη δεν είναι προ­ϊ­όν της «φύσης» του αν­θρώ­που, ούτε γε­νι­κή κα­τη­γο­ρία του πνεύ­μα­τος καθώς γεν­νιέ­ται από συ­γκε­κρι­μέ­νες ανά­γκες. Απορ­ρί­πτουν έναν δι­ι­στο­ρι­κό, δια­το­πι­κό ορι­σμό της τέ­χνης και της αι­σθη­τι­κής. Άρα εδώ δεν τί­θε­ται το ζή­τη­μα κά­ποιου «οι­κου­με­νι­κού» χα­ρα­κτή­ρα της. Πρό­κει­ται για στοι­χείο του «εποι­κο­δο­μή­μα­τος», λαμ­βά­νο­ντας όμως υπόψη και την δια­λε­κτι­κή με­τα­ξύ αυτού και της οι­κο­νο­μι­κής «βάσης». Εμ­βα­θύ­νουν στα ζη­τή­μα­τα της λο­γο­τε­χνι­κής κρι­τι­κής δίχως σχη­μα­το­ποι­ή­σεις αλλά στην βάση της ακρί­βειας στην ιστο­ρι­κή ανά­λυ­ση. Ακόμη και στα ζη­τή­μα­τα του γού­στου. Το γού­στο δεν είναι «αφε­τη­ρία» αλλά «ση­μείο άφι­ξης». Μά­λι­στα, στη «γερ­μα­νι­κή ιδε­ο­λο­γία» ο Μαρξ φτά­νει σε μια προ­σέγ­γι­ση της τέ­χνης στην κομ­μου­νι­στι­κή κοι­νω­νία: «…σε μια κομ­μου­νι­στι­κή ορ­γά­νω­ση της κοι­νω­νί­ας παύει σε κάθε πε­ρί­πτω­ση η τα­ξι­νό­μη­ση του καλ­λι­τέ­χνη σε στενά το­πι­κά και εθνι­κά όρια, που απορ­ρέ­ει απο­κλει­στι­κά από τον κα­τα­με­ρι­σμό της ερ­γα­σί­ας, και η τα­ξι­νό­μη­ση του ατό­μου μέσα σε μια κα­θο­ρι­σμέ­νη τέχνη, εξ αι­τί­ας της οποί­ας αυτός είναι απο­κλει­στι­κά ένας ζω­γρά­φος, ένας γλύ­πτης κ.λπ.: ονό­μα­τα που εκ­φρά­ζουν βέ­βαια επαρ­κώς την πε­ριο­ρι­στι­κό­τη­τα της επαγ­γελ­μα­τι­κής του ανά­πτυ­ξης και της εξάρ­τη­σής του από τον κα­τα­με­ρι­σμό ερ­γα­σί­ας. Σε μια κομ­μου­νι­στι­κή κοι­νω­νία δεν υπάρ­χουν ζω­γρά­φοι, αλλά το πο­λύ-πο­λύ άν­θρω­ποι που, κοντά στα άλλα ζω­γρα­φί­ζουν…» Μαρξ, Έγκελς, «Για την Τέχνη», εκ­δό­σεις Εξά­ντας, 1975, σελ 191
  29. Ο Τέρυ Ήγκλε­τον ση­μειώ­νει μ’ ένα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πα­ρά­δειγ­μα την αντί­φα­ση με την αστι­κή οπτι­κή: «…Ο ζω­γρά­φος Ανρί Ματίς πα­ρα­τή­ρη­σε κά­πο­τε ότι κάθε έργο τέ­χνης φέρει την σφρα­γί­δα της ιστο­ρι­κής του επο­χής, αλλά ότι το με­γά­λο έργο τέ­χνης είναι εκεί­νο που η σφρα­γί­δα αυτή είναι πιο βαθιά χα­ραγ­μέ­νη πάνω του. Οι πε­ρισ­σό­τε­ροι σπου­δα­στές της λο­γο­τε­χνί­ας δι­δά­σκο­νται ακρι­βώς το αντί­θε­το. Τα με­γα­λύ­τε­ρα έργα τέ­χνης είναι εκεί­να που υπερ­βαί­νουν τους ιστο­ρι­κούς όρους της επο­χής όπου δη­μιουρ­γή­θη­καν…» Τέρυ Ήγκλε­τον, «Ο μαρ­ξι­σμός και η λο­γο­τε­χνι­κή κρι­τι­κή», εκ­δό­σεις Ύψι­λον, 1981, σελ. 22
  30. Μαρξ, Έγκελς, «Για την Τέχνη», ει­σα­γω­γή Carlo Salinari, εκ­δό­σεις Εξά­ντας, 1975, σελ. 14
  31. Ο Έρε­μπουργ αφη­γεί­ται: «…Θυ­μά­μαι την Πρω­το­μα­γιά του 1918. Η Μόσχα είχε στο­λι­στεί με φου­του­ρι­στι­κούς και σου­πρε­μα­τι­στι­κούς πί­να­κες. …Μια γριού­λα, κοι­τά­ζο­ντας έναν πί­να­κα μ’ ένα τε­ρά­στιο μάτι ψα­ριού, έκανε τον σταυ­ρό της: “Θα μας βά­λουν τώ­ρα­νε να προ­σκυ­νά­με τον εξα­πο­δώ”…» Η. Έρ­μπουργκ, «Άν­θρω­ποι, χρό­νια, ζωή», εκ­δό­σεις Νε­φέ­λη, 1980
  32. Αντώ­νης Βο­γιά­ζος, «Σο­σια­λι­σμός και κουλ­τού­ρα 1917 – 1932»,  τόμος Α, εκ­δό­σεις Θε­μέ­λιο, 1979, σελ. 23
  33. Ένα ζή­τη­μα που πα­ρέ­μει­νε ανοι­χτό στα χρό­νια που ακο­λού­θη­σαν, στο πεδίο της μαρ­ξι­στι­κής κρι­τι­κής στην τέχνη και στην λο­γο­τε­χνία, όπου οι νέες προ­σεγ­γί­σεις και  εμ­βα­θύν­σεις στο σύν­θε­το φαι­νό­με­νο της καλ­λι­τε­χνι­κής δρα­στη­ριό­τη­τας, δη­μιουρ­γί­ας και κρι­τι­κής (Λού­κατς, Μπρε­χτ, Γκολ­ντμάν, Μα­σε­ρέ, Αντόρ­νο, Μπέν­για­μιν κ.ά.) πλού­τι­σαν πολύ πε­ρισ­σό­τε­ρο την σχε­τι­κή συ­ζή­τη­ση, πα­τώ­ντας εντού­τοις και στην ση­μα­ντι­κή εμπει­ρία των πρώ­των χρό­νων της ρώ­σι­κης επα­νά­στα­σης (Πλε­χά­νωφ, Λένιν, Τρό­τσκι, Λου­να­τσάρ­σκι κ.α.).
  34. Αντώ­νης Βο­γιά­ζος, «Σο­σια­λι­σμός και κουλ­τού­ρα 1917 – 1932»,  τόμος Α, εκ­δό­σεις Θε­μέ­λιο, 1979, σελ. 20
  35. Τέρυ Ήγκλε­τον, «Ο μαρ­ξι­σμός και η λο­γο­τε­χνι­κή κρι­τι­κή», σελ. 70, εκ­δό­σεις Ύψι­λον, 1981
  36. «…Με τι κα­τα­πιά­νε­ται η λο­γο­τε­χνι­κή κρι­τι­κή; Ασφα­λώς ο καλ­λι­τέ­χνης, αν είναι αλη­θι­νός καλ­λι­τέ­χνης, θα μας μι­λή­σει για τη μο­να­δι­κή ατο­μι­κό­τη­τά του κα­λύ­τε­ρα από ένα φλύ­α­ρο κρι­τι­κό. Μα η αλή­θεια είναι πως, ακόμη κι αν η ατο­μι­κό­τη­τα είναι μο­να­δι­κή, αυτό δεν πάει να πει πως δεν μπο­ρεί ν’ ανα­λυ­θεί. Η ατο­μι­κό­τη­τα είναι μια εσώ­τε­ρη συγ­χώ­νευ­ση στοι­χεί­ων που υπά­γο­νται  στη φυλή, στο έθνος, στην τάξη, πα­ρο­δι­κών ή θε­σμο­θε­τη­μέ­νων, και πραγ­μα­τι­κά η ατο­μι­κό­τη­τα εκ­φρά­ζε­ται στο μο­να­δι­κό χα­ρα­κτή­ρα αυτής της συγ­χώ­νευ­σης, στις ανα­λο­γί­ες αυτής της ψυ­χο­λο­γι­κής σύν­θε­σης. Ένα από τα σπου­δαιό­τε­ρα κα­θή­κο­ντα της κρι­τι­κής είναι να ανα­λύ­σει την ατο­μι­κό­τη­τα του καλ­λι­τέ­χνη (δη­λα­δή την τέχνη του) στα συ­στα­τι­κά της στοι­χεία, και να δεί­ξει την συ­νά­φειά τους. Μ’ αυτό τον τρόπο η κρι­τι­κή φέρ­νει τον καλ­λι­τέ­χνη πιο κοντά στον ανα­γνώ­στη που έχει, κι αυτός, λίγο- πολύ μια μο­να­δι­κή ψυχή, ανέκ­φρα­στη «καλ­λι­τε­χνι­κά», «ακα­θό­ρι­στη», μα που δεν αντι­προ­σω­πεύ­ει λι­γό­τε­ρο μιαν ένωση των ίδιων στοι­χεί­ων απ’ ότι η ψυχή του ποι­η­τή. Απο­δεί­χνε­ται έτσι ότι εκεί­νο που χρη­σι­μεύ­ει για γε­φύ­ρι από ψυχή σε ψυχή είναι όχι το μο­να­δι­κό μα το κοινό. Μόνο με την με­σο­λά­βη­ση του κοι­νού το μο­να­δι­κό γί­νε­ται γνω­στό. Το κοινό κα­θο­ρί­ζε­ται στον άν­θρω­πο από τους πιο βα­θιούς και πιο μό­νι­μους όρους που μο­ντε­λά­ρουν την «ψυχή» του, απ’ τους κοι­νω­νι­κούς όρους αγω­γής, ύπαρ­ξης, ερ­γα­σί­ας και ορ­γά­νω­σης. Οι κοι­νω­νι­κοί όροι μέσα στην ιστο­ρι­κή αν­θρώ­πι­νη κοι­νω­νία είναι, πρωτ’ απ’ όλα, όροι τα­ξι­κής εξάρ­τη­σης. Να γιατί ένα τα­ξι­κό κρι­τή­ριο δεί­χνε­ται τόσο γό­νι­μο σε όλους τους το­μείς της ιδε­ο­λο­γί­ας, μαζί και στην τέχνη, ιδιαί­τε­ρα στην τέχνη, επει­δή αυτή εκ­φρά­ζει συχνά τους πιο βα­θιούς και πιο από­κρυ­φους κοι­νω­νι­κούς πό­θους…» Λέον Τρό­τσκι, «Λο­γο­τε­χνία και επα­νά­στα­ση», εκ­δό­σεις Θε­ω­ρία 1982, σελ. 52, 53
  37. Λέον Τρό­τσκι, ό.π. σελ. 142
  38.  Τέρυ Ήγκλε­τον, «Ο μαρ­ξι­σμός και η λο­γο­τε­χνι­κή κρι­τι­κή», εκ­δό­σεις Ύψι­λον, 1981, σελ. 66, 67

*Πηγές: Περιοδικό ΚΟΚΚΙΝΟ, τ.9, rproject.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας