Σχετικά με την οριογραμμή των ανατολικών χερσαίων-θαλάσσιων συνόρων Ελλάδας-Τουρκίας στον Έβρο

συμφωνία

Η κατάληψη εθνικού εδάφους στη περιοχή της εκβολής του Έβρου από τη στρατοχωροφυλακή της Τουρκίας, συνιστά ένα πολυδιάστατο εθνικό πρόβλημα προσβολής  της ελληνικής εδαφικής κυριαρχίας, όπως και το από 11-5-2020 τουρκικό διάβημα περί «μεταβολής της κοίτης του ποταμού Έβρου από το 1926, που ορίστηκε η οριογραμμή, εξαιτίας φυσικών και τεχνικών λόγων, ότι σε αυτή τη περιοχή του συνόρου απουσιάζουν σημαντικές συντεταγμένες, που να έχουν συμφωνήσει οι δύο χώρες» και περί δημιουργίας  θεμάτων για «συνομιλίες μεταξύ των τεχνικών επιτροπών των δύο χωρών» καθώς και ότι «δεν θα γίνει ανεκτό οποιοδήποτε τετελεσμένο στα σύνορα μας».

Θεωρούμε ότι δεν υπάρχει κανένα θέμα για συζήτηση με την Τουρκία σχετικά με τις τυχόν μεταγενέστερες του 1926 μετατοπίσεις του ρου του ποταμού Έβρου. Αντίθετα, εάν η  ελληνική κυβέρνηση τελικά αποδεχθεί την πιο πάνω διεκδίκηση της τουρκικής κυβέρνησης, τότε ενεργεί αντίθετα προς τις σχετικές συμβατικές δεσμεύσεις της Ελλάδας με συνέπειες την αναθεώρηση διεθνών δεσμευτικών συμβατικών διατάξεων, δηλαδή της  πολυμερούς Συνθήκης Ειρήνης της Λωζάννης 1923 σχετικά με το συμβατικά καθορισμένο φυσικό σύνορο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, πού είναι ο ρους του ποταμού Έβρου, του Πρωτόκολλου των Αθηνών της 3-11-1926 σχετικά με την οριστική οριοθέτηση της συνοριακής γραμμής από τη θέση  ρου του ποταμού το 1926 ανεξάρτητα των τυχόν μεταγενεστέρων μετατοπίσεων του, που απεικονίστηκε σε χάρτη του 1926, και των αποφάσεων της Μικτής Επιτροπής οριοθετήσεως.
βλ. άρθρα 2 παρ.2,5,6,25,26 της Συνθήκης Λωζάννης 1923, Επιτροπή Διαχαράξεως Ελληνο-Τουρκικών Συνόρων, Πρωτόκολλον Συμπερασμάτων της Επιτροπής της 3ης Νοεμβρίου 1926, σ.16.

Επίσης η πιο πάνω ελληνική πολιτική θα έχει πρόσθετες συνέπειες, όπως την απώλεια εθνικού εδάφους, μείωση της έκτασης ξηράς και των εσωτερικών υδάτων, και την υιοθέτηση νέων γραμμών βάσης για την χάραξη του εσωτερικού ορίου και τη μέτρηση του εύρους της αιγιαλίτιδας ζώνης καθώς και των υπολοίπων θαλασσίων ζωνών.

Ειδικότερα:

  1. Ισχύον καθεστώς

Είναι γνωστό ή θα πρέπει να γνωρίζουν ο κ. Πρωθυπουργός και ο κ. Υπουργός των Εξωτερικών της Ελλάδας, εφόσον το γνωρίζουν αρκετά χρόνια οι εμπειρογνώμονες του ΥΠΕΞ και οι επιστήμονες του Δικαίου της Θάλασσας, ότι η Τουρκία, τουλάχιστον από το 1998, αμφισβητεί την οριοθέτηση του Πρωτοκόλλου του 1926 στον ρου του ποταμού Έβρου και «έχουν εκφρασθεί επιφυλάξεις με τα ανατολικά θαλάσσια σύνορα» (βλ. Α.Κurumahmut,1998,σ.109), με την αιτιολογία ότι το Πρωτόκολλο του 1926 δεν προσδιορίζει με γεωγραφικές συντεταγμένες την ακριβή θέση του σημείου κατάληξης του ποτάμιου συνόρου στη θάλασσαενώ αναφέρεται στην “περίπου” νοτιοδυτική κατεύθυνση της προέκτασης της οριοθετικής γραμμής στη θάλασσα»βλ. Αναστασία Στρατή, Δίκαιο της Θάλασσας, σ. 82-83.

Η Μικτή Επιτροπή Οριοθέτησης, που συγκροτήθηκε από έναν εκπρόσωπο της Ελλάδας, έναν εκπρόσωπο της Τουρκίας και έναν πρόεδρο-εκπρόσωπο τρίτης Δύναμης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 5 του Τμήματος Α «Εδαφικοί Όροι» της πολυμερούς Συνθήκης Ειρήνης της Λωζάνης της 24ης Ιουλίου του 1923, είχε εντολή από τα συμβαλλόμενα μέρη «να χαράξη επί του εδάφους τα εν τω άρθρω 2 εδ.2 περιγραφόμενα σύνορα»βλ. Συνθήκη Λωζάνης 1923.

Οι διατάξεις του άρθρου 2 (2) ορίζουν τα σύνορα Τουρκίας-Ελλάδος επί λέξει: «Από του Ευξείνου Πόντου προς το Αιγαίον τα σύνορα της Τουρκίας ορίζονται (όρα χάρτη υπ.αριθ.1) μετά της Ελλάδος εκείθεν μέχρι της συμβολής Άρδα και του Έβρου, ρους του ΈβρουΕκείθεν μέχρι του Αιγαίου ο ρούς του Έβρου».

Το Πρωτόκολλο των Αθηνών της 3-11-1926 περιλαμβάνει την απόφαση της Μικτής Επιτροπής Οριοθέτησης: «όσον αφορά τα ανατολικά θαλάσσια σύνορα της Ελλάδας, στη περιοχή της εκβολής του Έβρου, επεκτείνει τη συνοριακή γραμμή», δηλαδή «τη μέση γραμμή του Έβρου ή του κυρίως βραχίονος αυτού σε απόσταση 3 ναυτικών μιλίων από τη ξηρά»βλ. Α. Στρατή, Δίκαιο της Θάλασσας, σ. 81.

Επίσης η παραπάνω Μικτή Επιτροπή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 της παραπάνω Συνθήκης Ειρήνης, επέλεξε να αποφασίσει ότι η συνοριακή γραμμή που χαράχθηκε, θα καθορισθεί οριστικά σύμφωνα με τη θέση του ρου του ποταμού Εβρου, δηλαδή την κατάσταση της κοίτης του ποταμού Έβρου πού υπήρχε κατά το χρόνο της οριοθέτησης, το 1926. βλ. ό.π. Α. Στρατή σ.81.

Αυτή η  Επιτροπή, κατά τις διατάξεις του  άρθρου 6 της Συνθήκης της Λωζάνης 1923, είχε τη διακριτική ευχέρεια να αποφασίσει διαφορετικά, όπως ρητά περιλαμβάνουν οι διατάξεις του άρθρου 6. Δηλαδή να αποφασίσει ότι η συνοριακή γραμμή που θα χαραχθεί, θα ακολουθήσει τις ενδεχόμενες μετατοπίσεις του ρου-κοίτης του ποταμού Έβρου από την κατάστασή του, που αυτή προσδιορίσθηκε από την παραπάνω Επιτροπή κατά το χρόνο της χάραξης.

Η διακριτική ευχέρεια της Μικτής Επιτροπής οριοθέτησης, προβλέπεται ρητά στις διατάξεις του άρθρου εφόσον επί λέξει περιλαμβάνουν ότι έχει δικαίωμα «να καθορίσει ειδικώτερον, εάν η συνοριακή γραμμή θα ακολουθήσει, εις τας ενδεχομένας αυτής μετατοπίσεις, τον ούτω προσδιορισθέντα ρούν, ή εάν θα καθορισθεί οριστικώς εκ της θέσεως του ρού… κατά την έναρξιν ισχύος της παρούσης Συνθήκης».

Συνεπώς δεν είναι βάσιμο το επιχείρημα ότι πρέπει σήμερα να ληφθούν υπόψη οι φυσικές μετατοπίσεις της κοίτης του ποταμού, εφόσον τα συμμετέχοντα κράτη στη Μικτή Επιτροπή, Ελλάδα και Τουρκία, γνώριζαν ότι θα υπάρχουν μετατοπίσεις του ρου του ποταμού, είχαν τη διακριτική ευχέρεια να αποφασίσουν ότι η συνοριογραμμή θα ακολουθήσει τις μεταγενέστερες μετατοπίσεις της κοίτης του ποταμού και δεν επέλεξαν αυτήν τη λύση. Αλλά συμφώνησαν και αποφάσισαν Ελλάδα – Τουρκία – Πρόεδρος, ότι οι μεταγενέστερες μετατοπίσεις του προσδιορισθέντος απ’ αυτά τα κράτη ρου-κοίτης δεν επηρεάζουν τη χαραχθείσα συνοριογραμμή. Αυτή η απόφαση είναι υποχρεωτική για Ελλάδα και Τουρκία διότι ρητά προβλέπεται ότι οι αποφάσεις της παραπάνω Επιτροπής «θα ώσιν υποχρεωτικαί δια τα ενδιαφερόμενα Μέρη». βλ Επιτροπή Διαχαράξεως Ελληνο-Τουρκικών Συνόρων, Πρωτόκολλον Συμπερασμάτων  της Επιτροπής της 3ης Νοεμβρίου 1926, σ.16.

Το Τμήμα Γ΄ του Πρωτοκόλλου των Αθηνών της 3-11-1926 ορίζει ότι «εν συνεχεία η οριοθετική γραμμή ακολουθεί την διάμεσον γραμμή του διαύλου ναυσιπλοΐας μέχρι του σημείου όπου η γραμμή αυτή τέμνει, ήτις συνδέει τας δυτικάς άκρας των σταθερών οχθών (το σημείον τούτο επισημαίνεται επί του Χάρτου δι’ αστέρος). Από του τελευταίου τούτου σημείου η οριοθετική γραμμή καθορίζεται δια προεκτάσεως της διαμέσου γραμμής του διαύλου ναυσιπλοΐας προς κατεύθυνσιν νοτιοδυτική περίπου επί αποστάσεως 3 ναυτικών μιλίων (1 μίλλιον ισούται προς 1609,31μ)». βλ. Επιτροπή Διαχαράξεως Ελληνο-Τουρκικών Συνόρων, Πρωτόκολλον  Συμπερασμάτων της Επιτροπής της 3ης Νοεμβρίου 1926, σ.16, Α. Στρατή ο.π.

Υποστηρίζεται ότι «ο λόγος για τον οποίο το Πρωτόκολλο αναφέρεται στην “περίπου” νοτιοδυτική κατεύθυνση της οριοθετικής γραμμής, είναι ότι η κατεύθυνση της γραμμής αντιστοιχεί στις 234 μοίρες ενώ γεωγραφικά η νοτιοδυτική κατεύθυνση είναι στις 225 μοίρες. Όσον αφορά τις διαφοροποιήσεις, που παρουσιάζονται στην απεικόνιση της γραμμής, ανάλογα με ποιο τμήμα του χερσαίου συνόρου προβάλλεται στη θάλασσα (σημ. η οριοθετική  γραμμή στη περιοχή του Έβρου είναι τεθλασμένη γραμμή) δεν είναι σημαντικές ενώ σε κάθε περίπτωση η γραμμή του 1926 αποτελεί το συμφωνηθέν σύνορο» ανεξάρτητα από τις μετατοπίσεις. βλ. ο.π. Α. Στρατή, σ.82.

  1. Κτήση ελληνικού εδάφους από Τουρκία

Είναι γνωστό ότι στο διεθνές δίκαιο, οι νομικοί εδαφικοί τίτλοι θεμελιώνουν τη νομική ικανότητα του κράτους να ασκεί κυριαρχία σε ορισμένο έδαφος. Όμως ακόμη υφίσταται ο ισχύων κατά το παρελθόν, μεταξύ των τρόπων κτήσεως εδάφους, που είναι οι γεωφυσικές μεταβολές. Οι συνηθέστεροι τρόποι προσαύξησης εδάφους είναι οι μεταβολές του ρου ενός ποταμού, οι προσχώσεις, η αποξήρανση έλους, κ.λπ. βλ. Ε.Ρούκουνας, Δημ. Διεθν. Δίκαιο, σ. 200.

Έτσι λοιπόν η Τουρκία γνωρίζοντας τα παραπάνω, επικαλείται έναν εξαιρετικό τρόπο αύξησης του εδάφους της, δηλαδή τις μεταγενέστερες του 1926 μεταβολές του ρού του ποταμού Έβρου και την αποξήρανση του έλους. Αναφέρεται ότι σε ένα σημείο της ελληνικής περιοχής της εκβολής του Έβρου, έκτασης περίπου 16 στρεμμάτων, υπάρχει ένα έλος, που αυτή την εποχή αποξηραίνεται. Είναι μία περιοχή έκτασης περίπου 9.000 στρεμμάτων, που βρίσκεται ανατολικότερα της κύριας κοίτης του ποταμού και η οποία αποτελεί έδαφος της Ελλάδας, σύμφωνα με τον επίσημο χάρτη του 1926. 

Οι γεωφυσικές μεταβολές αποτελούν μία βραδεία και μακροχρόνια μεταβολή των φυσικών συνόρων. Όμως δεν έχει απαντηθεί στο διεθνές δίκαιο το ερώτημα εάν τα νομικά σύνορα,  που έχουν χαραχθεί με διεθνείς συνθήκες, κατά το διεθνές δίκαιο, ακολουθούν τη μεταβολή των φυσικών  συνόρων. Γι αυτό η Τουρκία επιδιώκει τη σύσταση τεχνικών επιτροπών και τη συνομολόγηση ειρηνικής μεταβίβασης κυριαρχίας σε αυτό το έδαφος, που θεωρεί ότι γίνονται οι μετατοπίσεις του ρου του ποταμού του Έβρου και η αποξήρανση του έλους. Έτσι η Τουρκία  θα αποκτήσει ένα νέο εδαφικό τίτλο!

  1. Χάραξη γεωμετρικού συνόρου – γεωγραφικές συντεταγμένες των σημείων χάραξης των ευθειών γραμμών βάσης.

Σύμφωνα με τον ισχυρισμό της Τουρκίας  «σε αυτήν την περιοχή του συνόρου της κοίτης του Έβρου απουσιάζουν σημαντικές συντεταγμένες, που να έχουν συμφωνήσει οι δύο χώρες».

Όμως αυτός ο ισχυρισμός δεν είναι αληθής διότι όπως αναλυτικά αναφέραμε πιο πάνω, η βούληση των συμβαλλομένων κρατών στη Συνθήκη της Λωζάνης ήταν η χάραξη συνόρων στο έδαφος, όπως η αναφερόμενη περιοχή του ρου του ποταμου Έβρου. Επίσης η Ελλάδα και η Τουρκία στο πλαίσιο της Μικτής Επιτροπής οριοθέτησης συμφώνησαν και αποφάσισαν ότι οι μεταγενέστερες μετατοπίσεις του προσδιορισθέντος απ’ αυτά τα κράτη ρου-κοίτης του ποταμού, δεν επηρεάζουν τη χαραχθείσα συνοριογραμμή, δηλαδή το φυσικό και νομικό σύνορο κατά τη Συνθήκη, δεν ακολουθεί τις μεταγενεστέρες γεωφυσικές μεταβολές του ποταμού Έβρου.

Ο καθορισμός των φυσικών και νομικών συνόρων Ελλάδας-Τουρκίας έγινε με διεθνή συνθήκη και περιλαμβάνει τις δύο προβλεπόμενες από το διεθνές δίκαιο διαδικασίες, την οριοθέτηση, καθορισμό συνόρων-συνοριογραμμής στο χάρτη του 1926 και τη σχετική σήμανση, δηλαδή τοποθέτηση επί τόπου αντικειμένων.

Θα πρέπει να τονίσουμε ότι κατά το παρελθόν, επικρατούσε η βούληση χάραξης συνόρων στο έδαφος, δηλαδή η ένταξη στο έδαφος του κράτους περιοχών, όπως ποταμών και οροσειρών, που καθιστούν δυσχερή την προσπέλαση σε ενδεχόμενη επίθεση από ξένη δύναμη. βλ.ο.π.Ε.Ρούκουνας, σ. 193.Σύνορο είναι το σημείο στο οποίο τελειώνει το έδαφος ενός κράτους.

Αλλά τώρα η Τουρκία επιδιώκει με τον πιο πάνω ισχυρισμό, να αντικαταστήσει το ισχύον φυσικό και νομικό σύνορο του ρου του  ποταμού Έβρου και την ισχύουσα οριοθέτηση του Χάρτη του 1926, με γεωμετρικό σύνορο, με τη χάραξη ευθειών γραμμών βάσεις, που είναι νοητές γραμμές βάσης στο στόμιο του ποταμού Έβρου, οι οποίες θα απεικονιστούν σε πίνακες γεωγραφικών συντεταγμένων των σημείων χάραξης των ευθειών γραμμών βάσης. βλ. άρθρο 7Συμβ. Δικ. Θαλάσσης.

Είναι γνωστό ότι στο διεθνές δίκαιο υπάρχουν τέσσερις τύποι συνόρων: τα φυσικά σύνορα π.χ. ποταμοί, τα γεωμετρικά – ευθείες γραμμές βάσης, τα μεικτά σύνορα, φυσικά και γεωμετρικά, και τα αστρονομικά σύνορα.

Επίσης είναι γνωστό ότι η Ελλάδα δεν έχει υιοθετήσει μέχρι σήμερα ευθείες γραμμές βάσεις αλλά κανονικές-φυσικές γραμμές βάσης, όπως είναι η ακτή.

Συνεπώς εάν υποχωρήσει η Ελληνική κυβέρνηση στην απαίτηση της Τουρκίας περί συμφωνίας γεωγραφικών συντεταγμένων, θα δεχθεί νέο καθορισμό ανατολικών θαλάσσιων συνόρων της χώρας στην περιοχή της εκβολής του Έβρου με χάραξη νέου γεωμετρικού συνόρου και νέα οριοθέτηση – νέα συνοριογραμμή διαφορετική της συμφωνηθείσας το 1926. Αυτή η πολιτική επηρεάζει τη μέτρηση του εύρους της αιγιαλίτιδας ζώνης.

  1. Τα Στόμια ποταμών αποτελούν γραμμές βάσης για τη χάραξη του εσωτερικού ορίου της αιγιαλίτιδας ζώνης.

Ο καθορισμός της έκτασης της αιγιαλίτιδας ζώνης-χωρικής θάλασσας, προϋποθέτει τον καθορισμό σημείων κατά μήκος των εσωτερικών υδάτων του κράτους, όπως ακτών ή εκβολών ποταμών, από τα οποία θα μετρηθούν τα όρια της αιγιαλίτιδας ζώνης. Εσωτερικά ύδατα κατά τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ.1 ΣΔΘ, είναι αυτά «που βρίσκονται προς το εσωτερικό της γραμμής βάσης της χωρικής θάλασσας», οι κόλποι, οι λιμένες και οι εκβολές ποταμών, αλλά από γεωγραφική άποψη είναι τα ύδατα που περικλείονται στο χερσαίο έδαφος, οι  λίμνες, οι ποταμοί κλπ.

Οι προβλεπόμενοι, κατά το διεθνές δίκαιο, μέθοδοι για τη μέτρηση του εύρους αιγιαλίτιδας είναι η χάραξη:

α) Κανονικών – φυσικών γραμμών βάσης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 5 ΣΔΘ 1982.
Η χάραξη κανονικής – φυσικής γραμμής βάσης σε στόμια ποταμών είναι δυνατή όταν ο ποταμός ρέει κατευθείαν στη θάλασσα, δηλαδή δεν υπάρχει είτε ο σχηματισμός εκβολών  είτε ο σχηματισμός ενός δέλτα. Η γραμμή βάσης τότε θα είναι μία ευθεία γραμμή κατά μήκος του στομίου του ποταμού, η οποία θα ενώνει τα σημεία της γραμμής της κατωτάτης ρηχίας των οχθών του κατά το άρθρο 9 ΣΔΘ 1982.

β) ευθειών γραμμών βάσης ζώνης κατά τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ.2 ΣΔΘ 1982.
Όταν το στόμιο του ποταμού παρουσιάζει γεωγραφικές ιδιομορφίες, όπως δέλτα, εκβολές ποταμού κλπ, τότε χαράσσονται ευθείες γραμμές βάσης-νοητές, γεωμετρικές γραμμές. Έτσι η χάραξη, του εσωτερικού ορίου της ελληνικής αιγιαλιτίδας ζώνης θα γίνει με τη χάραξη  ευθείας-νοητής γραμμής βάσης στις εκβολές, στο δέλτα  του ποταμού Έβρου.

Συνεπώς εάν η ελληνική κυβέρνηση αποδεχθεί νέα οριοθέτηση με νέα οριογραμμή στον ρου του ποταμού Έβρου, η τελευταία επηρεάζει τη χάραξη του εσωτερικού ορίου της ελληνικής αιγιαλίτιδας ζώνης από το οποίο θα αρχίσει να μετράται το εύρος της αιγιαλίτιδας ζώνης. Η αιγιαλίτιδα ζώνη είναι η θαλάσσια ζώνη πέρα από τη ξηρά και τα εσωτερικά ύδατα.

Η ισχύουσα οριοθετική γραμμή του 1926, κατά μία άποψη, «σε περίπτωση επέκτασης των χωρικών υδάτων πέραν των 6 ν.μ. μπορεί να προεκταθεί μόνο μέχρι των 10 ν.μ.,  πέραν αυτού του σημείου θα πρέπει να κατευθυνθεί προς τα νοτιοανατολικά λόγω του συνυπολογισμού Σαμοθράκης και Ζουράφας. Πλέον θα πρόκειται  περί οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών με αντικείμενες ακτές»βλ. ό.π. Α.Στρατή, σελ. 82.

Είναι προφανές ότι σε κάθε περίπτωση είτε της ισχύουσας οριοθετικής γραμμής του 1926 είτε συμφωνηθεί τώρα νέα οριογραμμή, επηρεάζεται η μέτρηση του εύρους της ελληνικής αιγιαλίτιδας ζώνης καθώς και των υπολοίπων θαλασσίων ζωνών, διότι ο τρόπος χάραξης της γραμμής βάσης για τον υπολογισμό της έκτασης της αιγιαλίτιδας ζώνης αποτελεί το βασικό στοιχείο αφετηρίας για τον υπολογισμό των υπολοίπων θαλασσίων ζωνών.

Απ’ όλα τα πιο πάνω εκτεθέντα, προκύπτει ότι η Ελλάδα έχει εδαφικούς νομικούς τίτλους που θεμελιώνουν τη νομική ικανότητα να ασκεί κυριαρχία στο έδαφος της συνοριογραμμής του ρου του Έβρου, ανεξάρτητα από τις τυχόν μεταγενέστερες γεωφυσικές μεταβολές. Η Ελλάδα έχει ανατολικό χερσαίο και θαλάσσιο φυσικό και νομικό σύνορο με την Τουρκία στη περιοχή του ποταμού Έβρου, που έχει καθορισθεί με Διεθνή Πολυμερή Συνθήκη Ειρήνης. Η Τουρκία έχει συμφωνήσει το 1926 με την Ελλάδα ότι η συνοριογραμμή έχει καθορισθεί οριστικά και αμετάκλητα στη θέση πού ήταν ο ρους  του  ποταμού Εβρου το 1926 και έχει απεικονισθεί σε σχετικό χάρτη και υφίσταται σχετική σήμανση.

Η ελληνική κυβέρνηση δεν έχει νόμιμο δικαίωμα να δεχθεί απώλεια ελληνικού εδάφους και αντίστοιχα κτήση ελληνικού εδάφους από την Τουρκία λόγω γεωφυσικών μεταβολών του ποταμού Έβρου από το 1926 μέχρι σήμερα.

Η Τουρκία έχει ρητή συμβατική δέσμευση  αναγνώρισης  και αποδοχής των συνόρων των συμβαλλομένων κρατών στην πολυμερή Συνθήκη Λωζάνης 1923, μεταξύ των οποίων είναι η Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 25-26 της ανωτέρω Συνθήκης.

Αυτά τα σύνορα, που έχουν χαραχθεί σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, δεσμεύουν τόσο τα συμβαλλόμενα μέρη όσο και τους τρίτους, ισχύουν erga omnes.

Η ελληνική και η τουρκική κυβέρνηση έχουν διεθνή ευθύνη για την αποτελεσματική εφαρμογή: α) της πολυμερούς Συνθήκης ειρήνης της Λωζάνης και του Πρωτοκόλλου Αθηνών της 3-11- 1926, β) της αρχής του απαραβίαστου των συνόρων, που αποτελεί συνέπεια της εφαρμογής της αρχής του απαραβίαστου της εδαφικής ακεραιότητας κατά την Τελική Πράξη Ελσίνκι 1975. Η εδαφική ακεραιότητα είναι συνέπεια της εδαφικής κυριαρχίας.

Τέλος κατά τις διατάξεις του άρθρου 41 της  Διεθνούς Συνθήκης της Βιέννης, η Τουρκία και η Ελλάδα δεν έχουν δικαίωμα να προβούν μεταξύ τους σε  αναθεώρηση των διατάξεων περί εδαφικών όρων της πολυμερούς  συνθήκης  ειρήνης της Λωζάνης διότι αποτελεί παρέκκλιση, που τυγχάνει ασυμβίβαστη προς την αποτελεσματική τήρηση του σκοπού της συνθήκης στο σύνολο της, που είναι η ειρήνη.

Η Τουρκία, αμφισβητώντας την ισχύ των διατάξεων της Συνθήκης ειρήνης της Λωζάνης, αμφισβητεί την κατάσταση ειρήνης που αποκαταστάθηκε από την έναρξη ισχύος της συνθήκης  μεταξύ  των συμβαλλομένων κρατών, δηλαδή της Βρετανικής αυτοκρατορίας, Ιαπωνίας, Ελλάδας, Γαλλίας, Ιταλίας, Ρουμανίας, Σερβο–Κροατο-Σλοβενικού κράτους αφενός και της Τουρκίας αφετέρου όπως και μεταξύ των υπηκόων τους.

*Η Δρ. Κέρη Π. Μαυρομμάτη είναι Δρ. Διεθνούς Δικαίου, Δικηγόρος, μέλος του ΕΠΑΜ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας