Στα Βαλκάνια φουντώνει ο εθνικισμός, όταν κυβερνήσεις τύπου Τσίπρα κάνουν συμφωνίες πίσω από τις πλάτες των λαών

ψινάκης
Πληθαίνουν τα σημάδια ότι σε όλα τα Βαλκάνια μεγάλα κομμάτια των κοινωνιών στρέφονται στον εθνικισμό, σπρωγμένα από τις απογοήτευση και τη δυσαρέσκεια.

Στα Βαλκάνια ο εθνικισμός δεν είναι παίξε γέλασε.

Έχει χυθεί πολύ αίμα και έχουν γίνει πολλοί πόλεμοι στο όνομά του.

Και ακόμη υπάρχουν «εθνικά ζητήματα» αδικαίωτα που μπορούν να κάνουν τη γειτονιά μας ξανά τη «μπαρουταποθήκη της Ευρώπης».

Ακόμη και οι προσκολλήσεις σε μεγάλες δυνάμεις στα Βαλκάνια πάντα αναβαπτίζονται και σε εθνικιστικό λόγο.

Στη Σερβία οι εθνικιστές είναι και φιλορώσοι, ενώ στην Κροατία και τη Σλοβενία ιστορικά φιλογερμανοί και στην Αλβανία φιλοαμερικάνοι.

Όμως, οι λαοί των Βαλκανίων είναι καταδικασμένοι να μοιράζονται την ίδια γεωγραφική γωνιά, τα ίδια ποτάμια, τις ίδιες λίμνες.

Πρέπει να βρουν τρόπο να συνυπάρξουν.

Όμως, αυτό απαιτεί κυβερνήσεις που σέβονται τους λαούς.

Που δεν αποξενώνονται από αυτόν.

Που παίρνουν αποφάσεις μετά από συζήτηση με το λαό και δίνοντάς του το δικαίωμα να αποφασίσει ο ίδιος.

Γιατί όταν παίρνουν αποφάσεις ενάντια στους λαούς, τότε βλέπουμε τις κοινωνίες να ξεσηκώνονται. Και ο πειρασμός να πάρει η διαμαρτυρία εθνικιστική χροιά είναι μεγάλος.

Ιδίως όταν ζούμε σε εποχή κρίσης των ιδεολογιών και υπάρχουν άνθρωποι που αναζητούν στη «σημαία» σημείο αναφοράς και ταυτότητας.

Αυτό εξηγεί διάφορα παράδοξα και στη δική μας χώρα.

Οι πολίτες αναφέρουν ότι το μεγαλύτερο πρόβλημά τους είναι η λιτότητα.

Αλλά οι μεγαλύτερες πρόσφατες διαδηλώσεις έγιναν για το Μακεδονικό.

Το πρόβλημα είναι σοβαρό. Και γίνεται χειρότερο όταν οι κυβερνήσεις παίρνουν αποφάσεις πίσω από την πλάτη του λαού.

Δείτε τι έγινε με τη «Συμφωνία των Πρεσπών».

Επειδή η συμφωνία έγινε κυρίως για να ικανοποιηθούν οι Αμερικάνοι και οι Γερμανοί, επειδή πρώτα γράφτηκε με όρους «μυστικής διπλωματίας» και μετά παρουσιάστηκε, επειδή δεν έγινε ανοιχτή και δημόσια συζήτηση, η κοινωνία παρέμεινε δύσπιστη.

Και τα πράγματα έγιναν χειρότερα όταν εγκρίθηκε με οριακή πλειοψηφία και αφού χρειάστηκε να επιστρατευθεί κάθε πιθανή κοινοβουλευτική μεθόδευση.

Δεν θα ήταν καλύτερα εάν είχε υπάρξει δημοψήφισμα;

Εάν είχε δοθεί αρκετός καιρός για να ξεδιπλωθούν επιχειρήματα, για να διαμορφωθούν συναινέσεις, για να βγει η συμφωνία από το προεκλογικό παιχνίδι;

Εάν είχε περάσει και με «τη βούλα» της λαϊκής βούλησης;

Γιατί είναι παράλογο η ίδια κυβέρνηση που θέλει στη συνταγματική αναθεώρηση να ενισχύει τα δημοψηφίσματα, όταν μπορούσε να αξιοποιήσει το δημοψήφισμα για να επικυρωθεί η λύση ενός προβλήματος να μην το κάνει.

Λένε ορισμένοι ότι ορισμένα πράγματα δεν είναι για δημοψήφισμα.

Όντως ορισμένα μέτρα που αφορούν δικαιώματα μειονοτήτων και μειοψηφιών, εάν τα βάλεις σε δημοψήφισμα, υπάρχει ο κίνδυνος η πλειοψηφία να πάει κόντρα.

Όμως, εδώ δεν μιλάμε για δικαιώματα, μιλάμε για πολιτικές αποφάσεις που μπορούν να τεθούν στην κρίση του λαού.

Γιατί εάν ο λαός αποφασίσει, τότε δεν μπορούν να σπεκουλάρουν οι εθνικιστές πάνω σε τέτοια ζητήματα.

Γιατί θα συναντούν σαν φραγμό τη δημοκρατικά εκφρασμένη βούληση του λαού.

Αρκεί φυσικά να μιλάμε για δημοψηφίσματα που γίνονται όντως σεβαστά και όχι για καραγκιοζιλίκια όπως του 2015 όταν ο Τσίπρας έγραψε στα παλαιότερα των υποδημάτων του την απόφαση του λαού.

Και επειδή γίνεται και συνταγματική αναθεώρηση, καλές οι προτάσεις για δημοψηφίσματα, αλλά χωρίς μηχανισμό που να εγγυάται ότι θα γίνονται σεβαστές οι αποφάσεις θα καταλήξουν «κενό γράμμα».

Όμως, όλα αυτά φαίνεται πως είναι απλώς «ψιλά γράμματα» για κυβερνήσεις που απλώς θέλουν να είναι τα «καλά παιδιά» των πρεσβειών…

*Πηγή: in.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας