Πολυτεχνείο : η επίμονη μνήμη της εξέγερσης

490
Η μνήμη του Πολυτεχνείου παραμένει πεδίο σύγκρουσης. Αυτό ακριβώς δείχνει πόσο σημαντικό ήταν.

Στα μάτια πολλών αποτελεί μια ελληνική ανορθογραφία. Μια εξέγερση της φοιτητικής νεολαίας, φορτισμένη από την αντίθεση στη δικτατορία αλλά και τον παγκόσμιο πολιτικό ριζοσπαστισμό της περιόδου εκείνης, που υπέστη αιματηρή καταστολή, όχι μόνο θεωρείται σημαντική επέτειος αλλά και εορτάζεται κάθε χρόνο με μια υποχρεωτική σχολική γιορτή και μεγάλες πολιτικές διαδηλώσεις.

Σε μια περίοδο όπου ένας ιδιότυπος αναθεωρητισμός προσπαθεί όχι μόνο να αποδομήσει τα μεγάλα ορόσημα των κινημάτων χειραφέτησης του 20ου αιώνα, αλλά και να υποστηρίξει το δομικά αλυσιτελές κάθε μαζικής συλλογικής δράσης, πέραν αυτής που εκφράζεται στην αγορά και στην κάλπη, είναι προφανές γιατί μια τέτοια μνήμη παραμένει ενοχλητική.

Αυτό γίνεται ακόμη πιο έντονο, εάν αναλογιστούμε ότι τα τελευταία χρόνια, από διάφορες πλευρές και με διάφορες σκοπιμότητες, προβλήθηκε η άποψη ότι μία από τις βασικές πηγές των προβλημάτων της χώρας είναι ο ριζοσπαστισμός και οι διεκδικήσεις της μεταπολιτευτικής περιόδου.

Στην περίπτωση του Πολυτεχνείου, η επίθεση αντιστροφής της μνήμης κυρίως προσπαθεί να υποτιμήσει την ίδια τη σημασία του Πολυτεχνείου και επικεντρώνεται στη θέση «δεν έριξε τη δικτατορία».

Το επιχείρημα είναι ότι το Πολυτεχνείο οδήγησε στη σκλήρυνση του καθεστώτος και τη δικτατορία Ιωαννίδη και ότι η πτώση της Χούντας ήταν κυρίως το αποτέλεσμα της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο και της αδυναμίας της Χούντας να τη χειριστεί. Συνοδεύεται αυτό με την παραδοχή, που είχε διατυπωθεί και τότε, ότι ήταν προτιμότερη η πολιτική επένδυση στη διαδικασία «φιλελευθεροποίησης» που είχε εξαγγείλει το ίδιο το δικτατορικό καθεστώς.

Προφανώς και η ιστορία δεν γράφεται με εκ των υστέρων υποθετικών λόγων. Όμως, δεν είναι καθόλου βέβαιο ούτε ότι θα προχωρούσε, ούτε ότι θα οδηγούσε σε πολιτική λύση, η λογική μιας ανάπηρης και σιδερόφρακτης κοινοβουλευτικής μετάβασης, υπό το άγρυπνο μάτι ενός στρατού που θα είχε αποκτήσει πλήρη ασυλία.

Αντίθετα, το Πολυτεχνείο, έστω και αιματηρά ηττημένο, άνοιξε ένα ρήγμα γκρεμίζοντας την όποια αξίωση νομιμοποίησης είχε το καθεστώς, και με αυτή την έννοια όντως συνέβαλε στην ακολουθία που οδήγησε στην πτώση της δικτατορίας.

Όμως, αυτό που δεν αντιλαμβάνονται όσοι επενδύουν σε αυτή την προσπάθεια αμφισβήτησης της ιστορικής σημασίας της εξέγερσης, είναι ότι η επίμονη μνήμη του Πολυτεχνείου δεν έχει να κάνει με την όποια ιστορική αποτελεσματικότητα.

Η μνήμη του Πολυτεχνείου είναι κατεξοχήν μνήμη μιας αδικαίωτης εξέγερσης, που δεν αμφισβήτησε απλώς τη δικτατορία, αλλά όλο το πλέγμα του μετεμφυλιακού συστήματος εξουσίας, συμπεριλαμβανομένων των υπερατλαντικών στηριγμάτων του.

Με αυτή την έννοια, αυτά που διατυπώνονται ως επιχειρήματα για την προσαρμογή της μνήμης στην πραγματική διάσταση, λειτουργούν με τον ακριβώς αντίθετο τρόπο.

Το αδικαίωτο της εξέγερσης έκανε το Πολυτεχνείο να λειτουργεί ως διαρκή υπογράμμιση ενός ανοιχτού ιστορικού ορίζοντα, ενώ το γεγονός ότι δεν ήταν μια πλειοψηφική «παλλαϊκή» κινητοποίηση, αλλά κυρίως μια εξέγερση της νεολαίας, την έκανε σημείο αναφοράς σε μια ακολουθία μεγάλων κινημάτων νεολαίας που ακολούθησαν τις επόμενες δεκαετίες.

Η αμφισβήτηση της σημασίας του εορτασμού, συμπεριλαμβανομένων των μαζικών διαδηλώσεων, είναι αμφισβήτηση της θέσης που πρέπει να έχει η ίδια η έννοια της μαζικής κινητοποίησης στην πολιτική ζωή.

Σε μια εποχή που η διαδήλωση θεωρείται παρωχημένη και περιττή παρακώλυση της συγκοινωνίας και της ομαλής καθημερινότητας, που κάθε δυναμική μορφή διεκδίκησης αντιμετωπίζεται υπό το πρίσμα της ανομίας και όπου ως πανάκεια προτείνεται η υποκατάσταση των συλλογικών διαδικασιών από την ψηφιακή διαβούλευση, εύλογο είναι να αντιμετωπίζεται ως περιττή όχληση και διαρκής οπισθοδρόμηση αυτού του είδους ο εορτασμός του Πολυτεχνείου.

Ωστόσο, στοιχειώδης επίγνωση των δυναμικών στην κοινωνία, ιδίως στη νεολαία, αλλά και των ορίων μιας «κανονικότητας» που απλώς μετατρέπει την επισφάλεια σε κανόνα, θα έδειχνε ότι καλό είναι να εξαγγέλλεται τόσο εύκολα το τέλος των εξεγέρσεων.

Όπως έγραφε και ο Γιώργος Χειμωνάς το 1982:

«[…] Έληξε η αμφισβήτηση. Αποφανατίσθηκαν οι επαναστάσεις. Καταγγέλθηκε η απάτη κάθε «πρωτοπορίας». Μια οργιαστική Σιγή εβλάστησε σε όλες τις ρωγμές. Κοιτάξτε αυτούς τους νεαρούς των δεκαπέντε-δεκαφτά χρόνων. Κοιτάξτε τους καλά. Προσέξτε την Κατήφειά τους.

Τη νευρική τους απάθεια, τη σιωπή τους, τη δύσαρθρη ομιλία τους, τη δύσθυμη σκληρότητά τους. Προσέξτε πόσο Ακίνητος είναι αυτός ο Νέος Άνθρωπος. Πόσον Αμίλητο Φόβο κουβαλάει μέσα του. Κι αν ακόμα δεν είναι αυτοί ο Συναγερμός, θα έρθουν παιδιά και έφηβοι που θα είναι προορισμένοι για το Νέο Λόγο. Απλά, για το Λόγο. Για λέξεις που ποτέ δε διαπράχθηκαν, για νοήματα που ποτέ δεν ορθολογήθηκαν, για εικόνες που ποτέ δε μιλήθηκαν.

Φοβηθείτε τους.» (Γ. Χειμωνάς, «Αποσπάσματα από ομιλία σε κοινό», περιοδικό Χάρτης, τ. 1, 1982).

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας