Οι βωμολοχίες του Καραϊσκάκη και η εθνική σημασία τους

79
Οι βωμολοχίες του Καραϊσκάκη

KAI ΜΙΑ ΑΛΛΟΚΟΤΗ ΠΡΟΤΑΣΗ MOY…

ΕΡΩΤΗΣΑ ΤΟΝ ΠΟΥΤΖΟΝ ΜΟΥ…

Το 1823, ο Μαχμούτ Πασάς, διοικητής της σημερινής Νότιας Αλβανίας εκστράτευσε στην κεντρική Ελλάδα με ισχυρές δυνάμεις για να καταπνίξει την επανάσταση στα Άγραφα και τη Δυτική Ελλάδα, πριν προχωρήσει στο επαναστατημένο Μεσολόγγι. Πριν συναντήσει τους επαναστάτες στο πεδίο της μάχης, προτίμησε να απευθύνει μια επιστολή που καλούσε τους Έλληνες σε συνθηκολόγηση, προς αποφυγή των εχθροπραξιών:

«Με λέγουν Μαχμούτ Πασιά Σκόδρα. Είμαι πιστός, είμαι τίμιος. Το στράτευμά μου το περισσότερον σύγκειται από χριστιανούς. Εδιορίσθην από τον Σουλτάνον να ησυχάσω τους λαούς. Δεν θέλω να χύσω αίμα. Μη γένοιτο. Όποιος θέλει να είναι με εμένα, πρέπει να είναι πλησίον μου. Όποιος δεν θέλει, ας καρτερεί τον πόλεμό μου. Δέκα πέντε ημέραις σας δίδω καιρόν να σκεφτείτε».

Η απάντηση του Καραϊσκάκη ήταν η ακόλουθη (δείτε την φωτό):

«Εφέντη Μαχμούτ Πασσά,

Μου γράφεις ένα μπουγιουρντί, και λέγεις να σε προσκυνήσω. Κι εγώ, πασσά μου, ερώτησα τον πούτζον μου και αυτός ο ίδιος μου αποκρίθηκε να μην σε προσκυνήσω κι αν έλθεις κατ’ επάνω μου, ευθύς να πολεμήσω

Τους χαιρετισμούς μου

Γεώργιος Καραϊσκάκης»

Η Άρνηση συνθηκολόγησης του Καραϊσκάκη συνοδεύτηκε με τις συνηθισμένες βωμολοχίες του. Πρόκειται για ένα σταθερό χαρακτηριστικό του. Έχουν υπάρξει πολύ «χειρότερες» περιπτώσεις από την προαναφερθείσα.

Σε μια άλλη συζήτηση με Τούρκο συνομιλητή, ο Καραϊσκάκης φέρεται να του είπε: «Ιδού οι Έλληνες! Αυτοί σας χέζουν και τώρα και πάντα».

ΤΟ ΚΟΡΥΦΑΙΟ…

Και ακολουθεί το κορυφαίο γνωστό, αποδιδόμενο σε αυτόν υβρεολόγιο που εκτοξεύτηκε σε απεσταλμένο των Τούρκων. Κάποιοι λένε πως ήταν η απάντηση του στον Κιουταχή, τρείς μέρες πριν από τον θάνατο του. Ωστόσο, δεν μπόρεσα προσωπικά να το ελέγξω. Η πρωτότυπη επιστολή του προς Κιουταχή μου ήταν δυσανάγνωστη και γι αυτό δεν μπορώ να το επιβεβαιώσω:

«Έλα, σκατότουρκε… έλα απεσταλμένε από τους γύφτους, έλα ν’ ακούσεις τα κερατά σας, γαμώ την πίστιν σας και τον Μωχαμέτη σας. Τι θαρεύσετε κερατάδες… Δεν εντρέπεσθε να ζητείτε “από ημάς” συνθήκην με “έναν” κοντζιά σκατο-Σουλτάν Μαχμούτην, να τον χέσω και αυτόν και τον Βεζίρην σας και τον Εβραίον Σιλιχτάρ Μπόδα την πουτάνα! Άμα ζήσω, θα τους γαμήσω. Άμα πεθάνω, θα μου κλάσουν τον πούτσο!».

Η ΕΘΝΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ

Αν σήμερα αυτές οι βωμολοχίες πλήττουν βάναυσα την λεγόμενη πολιτική ορθότητα, ωστόσο ισχυρίζομαι ότι ειδικά στην τότε εποχή είχαν ευεργετική σημασία για τους επαναστατημένους έλληνες. Όπως λέει στα απομνημονεύματα του ο Φωτάκος, ο υπασπιστής του Κολοκοτρώνη, σε πολλούς απλούς έλληνες φαινόταν περίεργο και εξωπραγματικό γεγονός ο ξεσηκωμός ενάντια στους τούρκους αφεντάδες. Μετά από τόσους αιώνες δουλείας, σε πολλούς έλληνες είχε εμπεδωθεί ένα δέος και ένα φόβος προς τους τούρκους και την εξουσία τους. Εδώ έρχονται τα μπινελίκια του Καραϊσκάκη να αποδομήσουν ψυχολογικά αυτή την φοβερή εξουσία. Με το βρισίδι υποβιβάζονται οι Τούρκοι στις ελληνικές ψυχές και πια δεν τρέμει το χέρι που κρατά το όπλο.

ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΜΑΝΑ ΤΟΥ

Ωστόσο, τα μπινελίκια του ο Καραϊσκάκης τα εκτόξευε και προς τους ομοεθνείς. Πρέπει να θυμηθούμε ότι πολλοί αποκαλούσαν τον Καραϊσκάκη, μάλλον υποτιμητικά, «ο γιός της καλογριάς». Οπότε μέσα από τα μπινελίκια και τις βωμολοχίες ο Καραϊσκάκης, πιθανόν ερχόταν στα ίσια του και έβγαινε και από πάνω. Για παράδειγμα, του αποδίδεται το ακόλουθο:

«Ναι, είμαι ο γιος της καλογριάς. Εμένα η μάνα μου έφαγε σαράντα χιλιάδες ψωλές, ώσπου να με γεννήσει».

ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

Βωμολοχίες όμως εκτόξευε και προς τους εκπροσώπους της νεοϊδρυθείσας ελληνικής εξουσίας των επαναστατών.

Το 1824, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος κατηγόρησε τον Καραϊσκάκη για προδοτική συμπεριφορά, υποστηρίζοντας ότι «ο γιος της καλογριάς είχε στείλει επιστολή στον Ομέρ Βρυώνη με την υπόσχεση να του παραδώσει το Μεσολόγγι και το Αιτωλικό». Το αποτέλεσμα ήταν ο Καραϊσκάκης να οδηγηθεί σε δίκη, που έγινε στο ναό της Παναγίας του Αιτωλικού, την 1η Απριλίου του 1824. Ο Νικόλαος Κασομούλης, ένας από τους σημαντικότερους αγωνιστές και ιστορικούς της Επανάστασης του ’21, περιγράφει τον διάλογο κατά τη διάρκεια της δίκης, μεταξύ του Καραϊσκάκη και του κριτή Γαλάνη Μεγαπάνου, που εκτελούσε χρέη δικαστή:

Καραϊσκάκης: – Αν βάλετε θεμέλιο εις τα λόγια μου, εκατό ζωές να έχω δεν γλυτώνω, πλην ποτέ έργο (προδοτικό) δεν έκαμα.
Γαλάνης Μεγαπάνου: – Βρε, ηξεύρομεν Καραϊσκάκη όπου λέγεις όλο λόγια. Μα διάτνα τα λέγης έτζι; (πρόστυχα).
Καραϊσκάκης: – Το έχω χούι, κυρ Πάνο.
Γαλάνης Μεγαπάνου: – Μα, γιατί να το έχεις αυτό το χούι, ενώ είσαι πενήντα χρονών;
Καραϊσκάκης: – Αμ, δεν ημπορώ να το κόψω τώρα, κυρ Πάνο. Και συ, κυρ Πάνο, είσαι ογδόντα χρονών, μα το χούι δεν τ’ αφήνεις να γαμάς.

Ο Κασομούλης λέει ότι όταν ο Καραϊσκάκης ολοκλήρωσε τη φράση του, «εκτύπησαν τα γέλια όλοι και πήγαν και πολλοί να λιποθυμήσουν, καθώς κι εγώ ο ίδιος».

Με τέτοια συμπεριφορά, ο Καραϊσκάκης στεκόταν αγέρωχος σε κάθε εξουσία.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ. ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ…

Στις 21 Απριλίου 1827, ελληνικές δυνάμεις είχαν στρατοπεδεύσει στο Φάληρο, για να αντιμετωπίσουν σε μάχη τον Κιουταχή. Την αρχιστρατηγία είχαν αναλάβει οι άγγλοι φιλέλληνες Τζωρτζ (αρχηγός στρατού) και Λόρδος Κόχραν (αρχηγός στόλου), με απόφαση της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης της Τροιζήνας. Ο Καραϊσκάκης είχε διαφωνήσει με το σχέδιο της κατά μέτωπο επίθεσης και είχε αποσυρθεί στη σκηνή του άρρωστος. Την επομένη, κάποιοι Έλληνες στρατιώτες επιτέθηκαν χωρίς διαταγή κατά του στρατοπέδου του Κιουταχή. Για να μην γενικευθεί η σύγκρουση, ο Καραϊσκάκης βγήκε από τη σκηνή του και κατευθύνθηκε έφιππος προς το σημείο της συμπλοκής, γύρω στις τέσσερις το απόγευμα. Μια σφαίρα, όμως, τον βρήκε στο υπογάστριο και τον τραυμάτισε σοβαρά. Το εμφυλιοπολεμικό κλίμα που επικρατούσε εκείνην την περίοδο μεταξύ των Ελλήνων και η αντιπαράθεση του Καραισκάκη με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο έκαναν πολλούς να αναρωτηθούν μήπως επρόκειτο για δολοφονία, οργανωμένη από κάποιον Έλληνα πολέμιό του. Όταν ο λαβωμένος Καραϊσκάκης ρωτήθηκε από τους συντρόφους του ποιος τον τραυμάτισε, εκείνος, παρότι ετοιμοθάνατος, φέρεται να είπε: «Ξέρω ποιος το ’κανε. Ας ζήσω και θα μου κλάσει τον μπούτσον»…

Σημειωτέον η μάχη, που εντελώς παράλογα οι Άγγλοι αρχηγοί αποφάσισαν να διεξαχθεί την επομένη του θανάτου του Καραϊσκάκη και ενώ οι έλληνες οπλαρχηγοί τους προειδοποίησαν ότι ο θάνατος του Καραϊσκάκη είχε πλήξει βαριά την ψυχολογία των ελλήνων, κατέληξε σε συντριβή των Ελλήνων, όπου έχασαν πάνω από τη μισή τους δύναμη και πολλούς άξιους αγωνιστές και οπλαρχηγούς ανάμεσα τους. Ο Μακρυγιάννης, μόλις που γλύτωσε. Οι Άγγλοι κατηγορούνται ότι οργάνωσαν την ήττα  στα πλαίσια της αγγλικής πολιτικής, που με την εξουδετέρωση των επαναστατικών κινημάτων της Στερεάς Ελλάδας επεδίωκε το περιορισμό της Επανάστασης στην Πελοπόννησο. Οι Άγγλοι, για λόγους των δικών τους γεωπολιτικών συμφερόντων, επιδίωκαν ένα περιορισμένο εδαφικά και αδύναμο ελληνικό κράτος ή και ένα ημιαυτόνομο τέτοιο. Έτσι, οι υποψίες για την πιθανή δολοφονία του Καραϊσκάκη έπεσαν και στους Άγγλους διοικητές.

ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΛΛΟΚΟΤΗ ΠΡΟΤΑΣΗ…

Επιτρέψτε μου, τελικά, να επαινέσω τις βωμολοχίες του Καραϊσκάκη απέναντι στους ανθρώπους της εξουσίας ξένους και έλληνες και να θεωρώ ωραία σκέψη τέτοιες να θεσμοθετηθούν. Μάλιστα, σκέπτομαι ότι θα ήταν ακόμη ωραιότερο η βράβευση των καλύτερων και τολμηρότερων βωμολοχιών προς τους εκπροσώπους της εξουσίας. Έτσι, νομίζω ότι θα διαπλάθονται πραγματικά ανυπότακτοι χαρακτήρες, όπως πρέπει να είναι οι ελληνικοί. Θυμηθείτε και τον Αριστοφάνη.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας