Μια πρώτη αποτίμηση της επίσκεψης Πομπέο

349

Η προηγούμενη επίσκεψη Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών στην Ελλάδα, αυτή του Τζον Κέρι τον Δεκέμβριο του 2015, υπήρξε απλώς ένας ολιγόωρος σταθμός καθ’ οδόν προς την Τουρκία. Η τωρινή διήμερη παραμονή του Μάικλ Πομπέο στην Αθήνα, το είδος των επαφών του (συμπεριλαμβανομένων και δύο συναντήσεων με τον Πρωθυπουργό) και το εύρος της συνοδείας του δείχνουν πόσο πολλά έχουν αλλάξει έκτοτε από την άποψη του πολιτικού κλίματος, των περιφερειακών ισορροπιών και των αμερικανικών προτεραιοτήτων.

Άλλωστε, η επίσκεψη Πομπέο κορυφώθηκε με την συνυπογραφή της διμερούς Συμφωνίας Αμυντικής Συνεργασίας (Mutual Defense Cooperation Agreement), ενώ την Δευτέρα και την Τρίτη θα πραγματοποιηθεί σε υπηρεσιακό επίπεδο, παρόντων στελεχών του Πενταγώνου, του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και του αμερικανικού Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας, ο δεύτερος γύρος του Στρατηγικού Διαλόγου Ελλάδας-ΗΠΑ.

Είναι πολλά αυτά που αναμένει η Αθήνα τόσο στο επίπεδο της ασφάλειας όσο και στον τομέα των επενδύσεων από την ενδυνάμωση των ελληνοαμερικανικών σχέσεων, για τις οποίες με αισιοδοξία ο Μάικλ Πομπέο εκτίμησε ότι ξημερώνει μια “νέα εποχή”.

Η Ουάσιγκτον δεν έχει κανένα λόγο να μην αναβαθμίσει (ακόμη περισσότερο με την παρούσα ελληνική κυβέρνηση) τη σχέση αυτή, όσο πυκνώνουν οι προκλήσεις στην περιοχή και ιδίως όσο μένει ανοικτό το ερώτημα της μελλοντικής πορείας της Τουρκίας. Εξού και οι θερμές χειρονομίες και δηλώσεις του επικεφαλής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ στην ελληνική πρωτεύουσα.

Όμως ο… θεός των συμπτώσεων δεν στέκεται ευνοϊκός. Το σκάνδαλο του Ukrainegate που αναστατώνει την αμερικανική πολιτική ζωή και στέρησε από τον Έλληνα πρωθυπουργό τη δυνατότητα μιας κατ’ ιδίαν συνάντησης με τον Ντόναλντ Τραμπ στη Νέα Υόρκη αγγίζει ολοένα και περισσότερο τον ίδιο τον Πομπέο, γεννώντας ανησυχητικά ερωτήματα για το αύριο της αμερικανικής διπλωματίας και σχετικοποιώντας την ελληνική επένδυση στην προσωπική σχέση με τον νυν υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ.

Όσο για τη συνέχεια του αμερικανικού κράτους και δη του ένοπλου σκληρού πυρήνα του, στην οποία πατά η MDCA, πολλά μπορούν να ειπωθούν το τελευταίο διάστημα (μετά και την επίθεση στην καρδιά της σαουδαραβικής πετρελαιοπαραγωγής) για την ολοένα και μεγαλύτερη δυσκολία, πολιτική και επιχειρησιακή, της υπερατλαντικής δύναμης να εμπνεύσει εμπιστοσύνη στους παραδοσιακούς της συμμάχους. Οι αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας αρχίζουν και αντιμετωπίζονται ως ανεπαρκείς ή ασύμφορες.

Ο Βενιαμίν Νετανιάχου συναντάται αλλεπάλληλες φορές με τον Βλαντίμιρ Πούτιν. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα κατεβάζουν τους τόνους και ανοίγουν διαύλους επικοινωνίας με το Ιράν. Ο Σαουδάραβας διάδοχος Μοχάμαντ μπιν Σαλμάν βλέπει τους αμερικανικούς πυραύλους Patriot να μην μπορούν να αντιμετωπίσουν τα drones που αποσταθεροποιούν τη χώρα του και υποψιάζεται ότι η μισή Ουάσιγκτον απεργάζεται την ανατροπή του. Η Αίγυπτος του στρατάρχη Σίσι εξασφαλίζει κινεζικές επενδύσεις και ρωσικά όπλα. Ο Ταγίπ Ερντογάν εκβιάζει πολλαπλά τις ΗΠΑ και απειλεί με εισβολή στην κουρδοκρατούμενη βορειοανατολική Συρία.

Το ότι η Ελλάδα αποτελεί την εξαίρεση σε αυτό το κλίμα, μπορεί να δώσει και μια δεύτερη ερμηνεία του χαρακτηρισμού της ως “νησίδας σταθερότητας” στην περιοχή.

Γίνεται συζήτηση για το αν η MDCA είναι ή όχι ετεροβαρής. Όμως η θεμελιώδης ασυμμετρία της διμερούς συνεργασίας δεν αφορά τα όποια ανταλλάγματα για τις στρατιωτικές διευκολύνσεις που παραχωρούνται στο ελληνικό έδαφος, αλλά το διαφορετικό βεληνεκές των επιδιώξεων των δύο πλευρών.

Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος της Ελλάδας βρίσκεται η τουρκική απειλή στο Αιγαίο και την Κύπρο. Είναι άλλωστε με αυτή την έννοια που υποστηρίζεται ότι και μόνη η αμερικανική στρατιωτική παρουσία αποτελεί μια μορφή οχύρωσης (συνοδευόμενη από οφέλη στο επίπεδο της εκπαίδευσης και τεχνογνωσίας των ενόπλων δυνάμεων).

Όμως το ενδιαφέρον της αμερικανικής πλευράς είναι στραμμένο στην Ανατολική Μεσόγειο (και την Μαύρη Θάλασσα), για τις οποίες η Ελλάδα αποτελεί οιονεί “βατήρα”, ενώ η ελληνοτουρκική διένεξη συνιστά αντικείμενο διαχείρισης που θα πρέπει να υπακούει στην διατήρηση της ενότητας του ΝΑΤΟ.

Το ότι η Τουρκία του Ταγίπ Ερντογάν θεωρεί ότι πλέον της αντιστοιχεί ένας περισσότερο αυτόνομος ρόλος (στο πολιτικό, στρατιωτικό και εξοπλιστικό επίπεδο) και φλερτάρει ολοένα και περισσότερο με τις ευρασιατικές δυνάμεις, με πρώτη τη Ρωσία, δεν αναιρεί το γεγονός ότι για τη Δύση αποτελεί χώρα πρώτης γραμμής, με την οποία η οριστική ρήξη δύσκολα θα επισυμβεί, ενώ η Ελλάδα οιονεί εφεδρεία. Μια εφεδρεία, μάλιστα, η μεγαλύτερη αξιοποίησή της οποίας συνοδεύεται από το τίμημα της μεγαλύτερης αποξένωσής της από τις χώρες (λ.χ. Ρωσία, Ιράν) που αποτελούν φυσικά αντίβαρα στον τουρκικό αναθεωρητισμό.

Γίνονται όλα αυτά εμφανή από τις δύο κατεξοχήν “ειδήσεις” που προέκυψαν κατά την επίσκεψη Πομπέο στην Αθήνα. Η πρώτη αφορά την πρόταση του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών για ελληνική συμμετοχή στην συγκροτούμενη διεθνή ναυτική δύναμη στον Περσικό Κόλπο. Πρόκειται για μία απαίτηση που εναρμονίζεται με τους επαίνους του Πομπέο για τη συμμετοχή δυνάμεων του Μαυροβουνίου και της Βόρειας Μακεδονίας, προηγούμενων σταθμών της τωρινής του περιοδείας, σε διεθνείς αποστολές υπό αμερικανική διοίκηση, υποκρύπτει όμως, όπως δείχνουν οι εξελίξεις των τελευταίων εβδομάδων, μεγάλα ρίσκα για την ελληνική εμπορική ναυτιλία.

Η δεύτερη “είδηση” είναι η δήλωση Πομπέο σχετικά με τις τουρκικές γεωτρήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο. Ο επικεφαλής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ όχι μόνο επανέλαβε την αμερικανική θέση ότι αυτές είναι παράνομες και απαράδεκτες, αλλά την αναβάθμισε λέγοντας ότι η αμερικανική πλευρά “δεν θα επιτρέψει” τη συνέχισή τους.

Ωστόσο, η ηχηρή αυτή τοποθέτηση σχετικοποιήθηκε αμέσως από την διαπίστωση ότι “η στρατιωτικοποίηση αυτών των συγκρούσεων δεν είναι η σωστή κατεύθυνση για να προχωρήσουμε, γι’ αυτό προσπαθούμε να φέρουμε τα μέρη, για την αποκλιμάκωση και την εξεύρεση αμοιβαία αποδεκτών αποτελεσμάτων”.

“Υπάρχουν όρια” τόνισε απευθυνόμενος νοερά προς την Άγκυρα ο Μάικλ Πομπέο. Όμως η ίδια φράση μπορεί να περιγράψει και τις δυνατότητες της δικής του πλευράς.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας