Κριτική Θεάτρου – Δημήτρης Καραντζάς: Rob του Ευθύμη Φιλίππου στην Κεντρική Σκηνή της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών, Ιανουάριος 2018

2028
θεσμοφοριάζουσες

Μία από τις πιο πολυαναμενόμενες καλλιτεχνικές συναντήσεις του φετινού χειμώνα λαμβάνει χώρα στη Στέγη αυτές τις μέρες: ο παραγωγικότατος σκηνοθέτης Δημήτρης Καραντζάς συμπράττει με τον πλέον αναγνωρισμένο έλληνα σεναριογράφο (Κυνόδοντας, Αστακός κ.ά.), θεατρικό συγγραφέα και λογοτέχνη Ευθύμη Φιλίππου, παρουσιάζοντας το έργο Rob.

Μια συζήτηση με θέμα τον Ρομπέρτο Τσούκο του Μπερνάρ-Μαρί Κολτές μεταξύ των δύο δημιουργών έγινε η αιτία για να δημιουργηθεί η βάση αυτής της συνάντησης-παράστασης. Ο απών Rob, ένας Ρομπέρτο δηλαδή, ιδωμένος από την πλευρά δέκα θυμάτων του (για αυτό και όχι ακριβώς Ρομπέρτο), αποτελεί το κυρίαρχο θέμα του έργου. Δέκα διαφορετικές οπτικές κατατίθενται για τον Rob υπό μορφή μονολόγων. Δέκα διαφορετικοί άνθρωποι με ή χωρίς βαθμό συγγένειας μαζί του, από διαφορετικές κοινωνικές τάξεις, με διαφορετικό μορφωτικό επίπεδο, άλλοι νεκροί και άλλοι ζωντανοί, παραβρίσκονται σε ένα συμπόσιο με επίκεντρο τον Rob, προσφέροντάς του «ένα σουρεαλιστικό μνημόσυνο». Τα όσα λέγονται, όμως, για αυτόν δύσκολα μπορείς να πεις ότι σκιαγραφούν την προσωπικότητά του, η οποία εκ συστήματος μας διαφεύγει. Ο απών ήρωας εμφανίζεται μέσα από τα λόγια τους πολυπρόσωπος, ασαφής και δυσδιάκριτος, ένα «τέρας δύναμης και παράνοιας, ευφυΐας και αφέλειας», ο οποίος, τελικά, αποδεικνύεται το άλλοθι για να καταθέσει το κάθε ‘θύμα’ του τις δικές του υπαρξιακές αγωνίες, αδυναμίες και εμμονές. Με αυτόν τον τρόπο η κυρίαρχη – κατά τα άλλα– δυτική κουλτούρα μπαίνει στο στόχαστρο της πένας του Φιλίππου. Κοινωνίες όπου κυριαρχεί ο φόβος, η μοναξιά και φυσικά το έγκλημα, αναδύονται μέσα από τον λόγο των νεκροζώντανων δραματικών προσώπων, οι οποίοι φαίνεται περισσότερο να εναλλάσσονται στους ρόλους του θύτη και του θύματος, παρά να διατηρούν αποκλειστικά τον δεύτερο. Με αυτή την έννοια γίνεται απόλυτα κατανοητό εκείνο που ο σκηνοθέτης σημειώνει στο πρόγραμμα της παράστασης ότι ένας άλλος τίτλος για αυτό το έργο, αντί του Rob, θα μπορούσε να είναι Η συμπτωματολογία της κοινωνίας μας.

ueatro

Σε ένα μακρύ τραπέζι, τοποθετημένο κατά μήκος της σκηνής, κάθισαν οι δέκα συνδαιτυμόνες μετωπικά παραταγμένοι σε σχέση με το κοινό, όπως οι αγιογραφίες που αναπαριστούν τον ‘Μυστικό Δείπνο’. Πραγματικά εξαιρετικό το σκηνικό της Κλειώς Μπομπότη, κινήθηκε αισθητικά ανάμεσα στο αναγεννησιακό και το μπαρόκ ύφος. Απόλυτα ενταγμένα σε αυτό ήταν και τα υπέροχα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη, τα οποία συμπλήρωναν τη γενικότερη αισθητική της ‘όψης’. Διαφορετική μονοχρωμία για το καθένα σε τόνους και ποικιλία σχεδίων, τα οποία αναδείχθηκαν, όπως και ολόκληρο το σκηνικό άλλωστε, σε πραγματικές εικαστικές συνθέσεις από τους φωτισμούς του Αλέκου Αναστασίου. Την υποβλητική ατμόσφαιρα της σκηνής ολοκλήρωσε η μοναδική μουσική δραματουργία του Δημήτρη Καμαρωτού.

Η συζήτηση στο συμπόσιο ξεκίνησε με θέμα την ‘αγάπη’ και ο οικοδεσπότης, που ήταν ο νεκρός αστυνομικός επιθεωρητής (Χρήστος Λούλης), έθεσε ευθύς εξ αρχής τους κανονισμούς στους οποίους όφειλαν να υπακούσουν όλοι οι συμμετέχοντες: ο φύλακας του Rob (Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης), ο φίλος του Rob (Βασίλης Μαγουλιώτης), το κορίτσι που αγαπάει τον Rob (Αγγελική Παπούλια), η εκνευριστική πωλήτρια (Εύη Σαουλίδου), ο άντρας που θέλει να μοιάσει στον Rob (Μιχάλης Σαράντης), η διευθύντρια του σχολείου του Rob (Σταυρούλα Σιάμου), η μητέρα του Rob (Μαρία Σκουλά), ο πατέρας του Rob (Γιάννης Κλίνης), η μικρή αδελφή του Rob (Ελίνα Ρίζου). Έπειτα όλοι έφαγαν τα πορτοκάλια τους –το μοναδικό βρώσιμο είδος που υπήρχε πάνω στο τραπέζι– και ακολούθησαν οι μονόλογοι τους-σχεδόν εξομολογήσεις. Αν και σε γενικές γραμμές η σκηνοθετική γραμμή ήταν στατική, ο Τάσος Καραχάλιος κατάφερε να κινήσει με μεγάλη μαεστρία τα σώματα ώστε να δοθεί έντονη πλαστικότητα στο αποτέλεσμα. Νόμισες πολλές φορές πως απέναντί σου οι ηθοποιοί επιδίδονταν στην κατασκευή ταμπλώ βιβάν αναπαριστώντας πίνακες της εποχής του μπαρόκ. Οι ερμηνείες των ηθοποιών και η γενικότερη κίνησή τους πάνω στη σκηνή ήταν αξιοσημείωτες, με κάποιες, όμως, να ξεχωρίζουν πραγματικά, όπως της Σαουλίδου, του Αβαρικιώτη, της Σκουλά και του Λούλη.

Η ιδέα να γραφτεί ένα κείμενο με αφορμή τον Ρομπέρτο Τσούκο του Κολτές, ως μια συνέχεια των ζητημάτων που έθιγε ο γάλλος δραματουργός στο έργο του, ιδωμένα από την πλευρά των θυμάτων τού κατά συρροή δολοφόνου, κεντρίζει αναμφίβολα το ενδιαφέρον. Υπήρξε, ωστόσο, ένα βασικό πρόβλημα σε αυτή την παράσταση, το οποίο ουσιαστικά αφορούσε τη μεγάλη διάρκειά της. Οι δύο ώρες και ένα τέταρτο αποδείχθηκαν εξαντλητικά κουραστικές. Έκαναν τους μονολόγους να χάσουν τη δύναμή τους. Οι αναμφίβολα έμπειροι και ταλαντούχοι οι ηθοποιοί της παράστασης, δεν κατάφερναν πάντα να κρατήσουν το ενδιαφέρον του κοινού, λόγω των ‘υφέσεων’ του κειμένου. Συχνά ο λόγος άγγιζε μια μη λειτουργική ή δικαιολογημένη φλυαρία, η οποία με τη σειρά της υπονόμευε το λεπτό και ευφυές χιούμορ που σε διάφορα σημεία υπήρχε στο κείμενο.

Ναταλί Μηνιώτη

Διδάκτωρ Θεατρολογίας

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας