Καθηλωμένοι πασχαλιάτικα απ’ την πανδημία, ας μάθομε απ’ το αθηναϊκό 1789

717
πλούτου

Το σπίτι είναι το κέντρο της ζωής μας, αλλά το αφήνομε πρόσκαιρα, να ξεχυθούμε στις εξοχές και σε ταξίδια, όχι όμως φέτος. Οι φίλοι είναι μεγάλο κεφάλαιο του βίου, χαιρόμαστε να τους ανταμώνομε ξεδιπλώνοντας την κοινωνικότητά μας. Κι αυτό εδώ και 40 μέρες δεν επιτρέπεται. Ήρθε το Πάσχα, όπου μαζί με την Ανάσταση του Χριστού, στις εκκλησιές και του πιο απομακρυσμένου χωριού, οι άνθρωποι γιόρταζαν και σε χρόνια δύσκολα, σκλαβιάς, κατοχής την άνοιξη, τη ζωή που νικά, την ελπίδα της καλλιτέρευσης των όρων διαβίωσης, πάντοτε με κεφάτες και χαριτωμένες συναθροίσεις και πνεύμα συλλογικό. Φέτος, λόγω πανδημίας, όλα θα γίνουν απόμακρα, κατά μόνας σχεδόν, τηλεοπτικά και απομονωμένα.

Καλή καθιερωμένη συνήθεια, τα εορταστικά διηγήματα στις εφημερίδες που διέπρεψε ο Παπαδιαμάντης. Μη πιστεύοντας σε επανάληψη ιστορικών περιόδων, αλλά στη διδακτική και παραμυθητικήν επίνοια των μελετών της Ιστορίας, ανατρέξαμε στην κοσμογονική χρονιά, το 1789 και την Αθήνα κατά  την τυραννική διοίκηση του Χατζή Αλή Χασεκή.

‘‘Τω έτει τούτω (1789) συνέπεσε και η χαλεπωτάτη νόσος της πανώλης, η οποία προ πολλού εμάστιζε την Λεβαδίαν, κακείθεν διεδόθη εις Θήβας και Εύριπον, και ακολούθως εις Αθήνας. Τοσούτον βαρεία εστάθη, ώστε οπού παρομοίαν δεν ενθυμούνται ούτε οι πλέον εσχατόγηροι· διότι έφθασαν να αποθνήσκουν από 30 και 40 άνθρωποι την ημέραν, ανέβη ο αριθμός μίαν ημέραν και μέχρι των 50’’. Το κακό ξεκίνησε με το θάνατο ενός μικρού παιδιού στις 30 Ιανουαρίου, που ο πατέρας του είχε έλθει απ’ τη Λιβαδειά. Μόλις μαθεύτηκε, οι προεστοί έστειλαν άνθρώπους ‘‘δια να εκβάλουν έξω της πόλεως τον ρηθέντα Κωνσταντήν μετά της φαμελίας του’’. τούτοι αρνήθηκαν και παραπονέθηκαν, πού να ξεσπιτωθούν χειμώνα καιρόν, όμως ‘‘και άκοντας εξέβαλον τούτους έξω της πόλεως, έως μιας ώρας διάστημα εις εν εδικόν τους υποστατικόν’’, 8 μέλη της οικογενείας και μια γυναίκα που έκαμε εντριβές στο παιδί που πέθανε. Μέσα σε ένα μήνα είχαν πεθάνει όλοι, ο Κωνσταντής μείνας άταφος τρεις όλας ημέρας. Μέχρι τις 9 Μαρτίου, κανείς άλλος δεν είχε προσβληθεί και η πόλις όλη ήτον καθαρά και ανέπαφος.

Όμως εκείνη τη χρονιά είχε πέσει και πείνα, σιτοδεία στην Αττική, εν αντιθέσει προς τις μαστιζόμενες απ’ το λοιμό, Θήβα και Λιβαδειά. ‘‘Εν τούτω, δυο κακών προκειμένων, οι προεστώτες εστοχάσθησαν να οικονομήσουν όσο το δυνατόν και τα δυο’’. Έτσι έβαλαν ανθρώπους και φύλαγαν ασφαλώς τας πόρτας της πόλεως για να μην έρχονται, ούτε να πηγαίνουν άνθρωποι σε Θήβα και Λιβαδειά. Για τον ανεφοδιασμό σε στάρι και αλεύρι, έστειλαν στα ‘‘έτι καθαρά της νόσου χωρία της Θήβας’’ ανθρώπους και εκεί με πολύ προσοχή να αγόραζαν και να έφερναν στους φούρνους αλεύρι. Μερικώς καλύφτηκαν, σε λίγο όμως τα υποζύγια λιγοστά, η αρρώστια εξαπλωνόταν κι η πείνα θέριζε την Αθήνα, ‘‘οι άνθρωποι περιήρχοντο ένθεν κακείθεν μετά δακρύων ανιχνεύοντες τροφήν, πολλοί επί πολλάς ημέρας’’. Όταν έφθανε σ’ ένα φούρνο αλεύρι, ουρές περίμεναν ατόμων σε αθλία μορφή επί ώρες, τέλος ‘‘πολλοί έφευγον με χείρας κενάς από ψωμί και με ομμάτια γεμάτα από δάκρυα’’.

Σε απόγνωση κάποια στιγμή, πλήθος ανθρώπων όρμησε στους άρχοντες, τούρκους και δικούς μας και ζήτησαν, ή να μοιραστούν τρόφιμα, ή να επιτραπεί να βγουν και ν’ αναζητήσουν οι ίδιοι, γιατί ‘‘κάλλιον να αποθάνουν μίαν φοράν υπό της πανώλης, αν θέλη ο Θεός, παρά καθ’ εκάστην υπό της πείνης’’. Και δόθηκε άδεια, όποιος ήθελε να πήγαινε ελεύθερα, όπου έκρινε κι όπου εύρισκε τροφές για να ζήσει. Πολλοί έτρεξαν, ηύραν κι έφεραν, αλλά ήλθε κι η αρρώστια μαζί!..

Από τις 9 Μαρτίου ενέσκηψε το 2ο και φονικώτερο κύμα του λοιμού. Από ένα μετόχι – εκκλησία της Μεγ. Παναγίας, με τρεις καλογήρους, έναν μικρόν υπηρέτη και ‘‘υπέρ τα 20 παιδία οπού εμάνθανον τα κοινά γράμματα’’. Με συντομώτατη ασθένεια, λιγώτερη του 24ώρου, πέθανε ο ένας καλόγηρος. Ο λοιμός είχε φτάσει στο Μενίδι και κατατρομαγμένοι οι δημογέροντες, ρωτούσαν από μακριά τον άλλο καλόγηρο, αν είχε ταξιδεύσει στα μέρη του λοιμού ο αποθανών. Παρ’ ότι τους απομόνωσαν πηγαίνοντάς τους κάθε μέρα από μακριά φαγητό, δεν έκαμαν τις αναγκαίες απολυμάνσεις. Σε 10 μέρες η πανούκλα τους αφάνισε. Το ίδιο και μια χήρα γυναίκα με τις δυο απ’ τις τρεις κόρες της που είχε προσφέρει υπηρεσίες στον πρώτο καλόγηρο. Μετά 40 ημερών ασθένεια, ψυχολογικά καταρρακωμένη ανέρρωσε η άλλη 15χρονη κόρη, όπως και λίγοι απ’ τους νοσήσαντες που την πέρασαν πιο ελαφρά.

Από τότε η επιδημία χτυπούσε 1-2 σπίτια τη μέρα και τους ενοίκους ‘‘εξέβαλλον της πόλεως πανοικί, άλλους εις τα παρεκκλήσια και άλλους εις τα χωράφια εν υπαίθρω’’. Έρχονταν αθηναίοι απ’ τις σφοδρότερα πληττόμενες, Θήβα, Λιβαδειά και Χαλκίδα και τους κρατούσαν κι αυτούς έξω απ’ την πόλη. Σ’ αυτή τη φάση έφθασε και το Πάσχα και το γιόρτασαν ‘‘περίλυποι και περιδεείς διότι επήγαμεν εις την εκκλησίαν με μεγάλον φόβον του να πλησιάσωμεν ένας με τον άλλον και χωρίς να κάμωμεν τον συνήθη ασπασμόν, το ‘‘Χριστός ανέστη’’. Μετά σκόρπησαν σε εξοχές, μοναστήρια, περιβόλια, όπου μπόρεσε ο καθένας και στην Αθήνα νέκρα. ‘‘Άλλοι μεν να φεύγουσι διά τον φόβον του λοιμού, άλλοι δε να εκβάλλωνται διά το πάθος του λοιμού’’. Η πόλη άδεια και τα μοναστήρια και τα εξωκκλήσια γεμάτα ‘‘των υπό της νόσου τετρωμένων και μολυμένων’’.

Αν και χωρίς ιδιαίτερο συγγραφικόν οίστρο, η περιγραφή της κατάστασης με τα πλήθη νεκρών κατακειμένων, ατάφων επί ημέρες, ψυχορραγούντων, αβοηθήτων, συγγενών κλαιόντων παραδίπλα τους, που περίμεναν αναπότρεπτα τη σειρά τους, η εικόνα γίνεται εφιαλτική κι οι σκηνές αποκαλύψεως: σύζυγοι να θάπτουν συζύγους, μητέρες τα παιδιά τους, βρέφη να βυζαίνουν τις πεθαμένες μητέρες τους, σε μια κοιλάδα του κλαυθμώνος. Στους οθωμανούς των Αθηνών, που δεν έπαιρναν κανένα μέτρο προφύλαξης, ‘‘η νόσος εξαφθείσα και υπό της αλογίας του δόγματος, επέπεσε κατ’ αυτών σφοδρότερον’’.

Και το κακό συνεχίστηκε ώς τις 20 Ιουνίου. Μετά καταλάγιασε σιγά – σιγά, με 2-3 θύματα τη μέρα, ένα, 1-2 την εβδομάδα. Αρχές Αυγούστου σταμάτησε κι όσοι είχαν καταφύγει στις εξοχές, επέστρεψαν στην Αθήνα. Είχε προλάβει να αφανίσει 1200 Ρωμαίους και 500 Τούρκους… Αυτά έγραψε και μας τα θυμίζει ο Ιωάννης Μπενιζέλος (περ. 1735-1807)   καταγόμενος από παλαιά προυχοντική οικογένεια της πόλης, διδάσκαλος στη Σχολή Ντέκα, που συνέγραψε την πολύ αξιόλογη και από πολλές απόψεις ενδιαφέρουσα «Ιστορία των Αθηνών», αφηγούμενος τα γεγονότα του τόπου του, ιδιαίτερα της περιόδου του Χατζή Αλή Χασεκή, ως αυτόπτης μάρτυρας, με ενάργεια και αντικειμενικότητα (Ιωάννου Μπενιζέλου, Ιστορία των Αθηνών, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1986, τ. Β΄, (σσ. 332-340).

Ομοιότητες κι αναλογίες με το σήμερα, φόβοι και προληπτικά μέτρα, παραλείψεις και καθυστερήσεις, υποψίες και πάθη, φαίνεται να προβληματίζουν. Ο κύκλος της νόσου, η έλλειψη φαρμάκου, ο άφατος πόνος των απωλειών, οι έχοντες το βάρος λήψης των κρισίμων αποφάσεων, ας ενισχύουν την καρτερικότητα κι υπομονή μας, χαλυβδώνοντας την επιθυμία για ζωή με μείζονες εξασφαλίσεις της δημόσιας υγείας και με όσο πιο λίγα από τα τωρινά βραχυπρόθεσμα έκτακτα μέτρα, να γίνουν στο μέλλον αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μας.

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας