Η Μακεδονία είναι αμερικανική

ελλάδα

Η αντιπαράθεση που διεξάγεται αυτές τις μέρες για τη Συμφωνία των Πρεσπών είναι λάθος. Τα δύο βασικά στρατόπεδα ορίζονται το ένα από τον εθνικισμό και το άλλο από τον αντιεθνικισμό. Πρόκειται όμως για ένα βολικό σχήμα που βολεύει και το ένα στρατόπεδο και το άλλο.

Ο εθνικισμός και ο αντιεθνικισμός φαίνονται ανειρήνευτοι αντίπαλοι, συχνά όμως αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Αυτό συμβαίνει όταν μια δευτερεύουσα αντίθεση έρχεται να συσκοτίσει την βασική. Η βασική αντίθεση είναι ο κινητήριος μοχλός της συγκεκριμένης εξέλιξης, και στην περίπτωσή μας είναι ο ιμπεριαλισμός από τη μια και οι λαοί και τα έθνη της περιοχής από την άλλη. Το ότι το πρώτο στρατόπεδο φαίνεται παντοδύναμο ενώ το δεύτερο είναι διαλυμένο και αποσυγκροτημένο, δεν σημαίνει ότι αυτή η βασική αντίθεση δεν υπάρχει.

Δεν χρειάζεται να εντρυφήσουμε στο έργο του Μάο Τσε Τουνγκ ή στον λενινισμό για να κατανοήσουμε τις αντιθέσεις, το ποιες είναι δεσπόζουσες, τις πλευρές των αντιθέσεων και την ειδική μορφή που αυτές παίρνουν. Αρκεί να σκεφτούμε ότι η Συμφωνία των Πρεσπών είναι παιδί του αμερικανο-νατοϊκού σωλήνα, γέννημα θρέμμα των απαιτήσεων των ΗΠΑ, γραμμένη από τις υπηρεσίες των δύο χωρών, αλλά καθοδηγημένη, εμπνευσμένη, και κατά γράμμα επικυρωμένη από την αμερικανική πρεσβεία. Στόχος της είναι η απρόσκοπτη εδραίωση του ΝΑΤΟ στην Ανατολική Βαλκανική, και η περαιτέρω σύσφιξη του κλοιού γύρω από τα τελευταία απομεινάρια της ρωσικής επιρροής στα Βαλκάνια (Σερβία).

Αν αυτή η βασική πλευρά, που οδήγησε και δημιούργησε τη συμφωνία των Πρεσπών αφαιρεθεί, έχουμε μείνει με τα κουβαδάκια μας σε μια παραλία να παίζουμε τους πατριώτες ή τους διεθνιστές.

Η συζήτηση για τη Συμφωνία των Πρεσπών είναι λάθος γιατί η συγκεκριμένη Συμφωνία δεν είναι καλή ή κακή ως προς το ένα ή το άλλο ζήτημα που επιλύει. Είναι απορριπτέα στο σύνολό της γιατί με την υπογραφή τους οι δύο χώρες βάζουν δραγάτη στο σπιτικό τους το μεγάλο αφεντικό της περιοχής.

Και όσοι ισχυρίζονται ότι ακόμα και έτσι, υπό την καθοδήγηση του μεγάλου αφεντικού της περιοχής, λύνεται τουλάχιστον ένα πρόβλημα που απειλεί την ειρήνη και τις σχέσεις καλής γειτονίας, θα πρέπει να το σκεφτούν καλύτερα. Γιατί το μεγάλο αφεντικό της περιοχής έχει αποδείξει πλειστάκις στο παρελθόν ότι δεν έχει πρόβλημα ούτε με τον ξεχειλωμένο αντιεθνικισμό και την κατάργηση των συνόρων, ούτε με το εθνικιστικό μίσος, την πατριδοκαπηλία, τα θερμά επεισόδια ή τους περιφερειακούς πολέμους. Αρκεί, είτε στη μία, είτε στην άλλη περίπτωση να υπηρετείται ο σχεδιασμός της Ουάσιγκτον.

Με χαρακτηριστική ευκολία ο αντιεθνικισμός και το «κάτω τα σύνορα» μετατρέπεται σε ρευστοποίηση συνόρων και εθνικής κυριαρχίας και αναθεωρητισμό. Αρκεί να είναι αμερικανόπνευστος. Έχει γίνει στο παρελθόν στα Βαλκάνια, σήμερα στη Μέση Ανατολή, αύριο οπουδήποτε.

Η Συμφωνία των Πρεσπών δεν είναι κακή γιατί παραχωρεί ελληνικό έδαφος. Δεν παραχωρεί. Ούτε είναι κακή γιατί παραδίδει το όνομα. Η σύνθετη ονομασία είναι μια λογική λύση έτσι όπως ένθεν κακείθεν των συνόρων διαμορφώθηκαν οι εθνικές συνειδήσεις και οι ευαισθησίες. Ούτε είναι κακή γιατί πριμοδοτεί τον αλυτρωτισμό των Σκοπίων. Τουλάχιστον όχι περισσότερο από τον ασυγκράτητο αλυτρωτισμό που επί Γκρούεφσκι ήταν επίσημη κρατική πολιτική.

Η Συμφωνία των Πρεσπών είναι κακή γιατί μέχρι και στο τελευταίο της γράμμα είναι αμερικανόπνευστη και για αυτό επισφαλής, αμφισβητήσιμη, υποβολιμαία, βλαπτική για τους λαούς και την ανεξαρτησία τους.

Η Συμφωνία των Πρεσπών είναι δηλητηριώδης γιατί με τον τρόπο που μαγειρεύτηκε, συμφωνήθηκε και σήμερα εγκρίνεται, ενσταλάζει τη ραγιάδικη ιδεολογία, αν δεν σπρώχνει κοινωνικά στρώματα στο συντηρητισμό και στην ακροδεξιά. Όλη η διαδικασία που προηγήθηκε, εγκλωβίζει την κοινωνία στο να αποδεχθεί την ανικανότητά της, να θεωρεί φυσιολογική την ξένη «προστασία» ή να ρέπει σε έναν κακόμοιρο εθνικισμό που πηγαίνει μόνο μέχρι εκεί που του επιτρέπουν οι προστάτες.

Είναι προφανές ότι στο έδαφος της διάλυσης, της αποστράτευσης και της μεγάλης σύγχυσης θα επικρατούν οι πιο διαλυμένες, αποστρατευμένες, σε πλήρη σύγχυση στάσεις και πολιτικές. Και σε αυτές ανήκουν και όσοι προσέτρεξαν στη διαδήλωση και όσοι μάχονται με πάθος ενάντιά της, οργανώνοντας αντισυγκεντρώσεις ή αναπαράγοντας τα κυβερνητικά μιμίδια. Γιατί το βασικό σήμερα δεν είναι ούτε να ενωθούμε, ούτε να καταγγείλουμε το πλήθος που θα ακούει Κρις Σπύρου και Πατούλη κουνώντας ελληνικές σημαίες. Ούτε να ειρωνευτούμε τις γραφικές φιγούρες του Συντάγματος, ούτε να κλείσουμε τα αυτιά στις εθνικιστικές μπούρδες των μεγαφώνων.

Και ένα τελευταίο σχόλιο για το αίτημα για δημοψήφισμα: Το να εκφραστεί ο λαός είναι πάντα ένα αίτημα δημοκρατίας και λαϊκής κυριαρχίας. Αλλά όπως κάθε τι στην πολιτική, δεν είναι διαδικασία σε κενό αέρος. Είναι προφανές ότι δημοψήφισμα δεν πρόκειται να γίνει, γιατί τα ζητήματα που επιβάλλονται από τους ιμπεριαλιστές δεν μπαίνουν στη βάσανο του να κριθούν από το λαό. Εάν αυτό, παρ’ ελπίδα συμβεί (δες 2015) οι κωλοτούμπες για όσους θέλουν να παραμείνουν στην υπηρεσία του κατεστημένου, οφείλουν να είναι εντυπωσιακές.

Πάντα όμως, για την Αριστερά, ένα δημοψήφισμα έχει να κάνει με συσχετισμούς, προτεραιότητες, δυνάμεις που θα ταχθούν στο ένα ή στο άλλο στρατόπεδο, ιεραρχήσεις και προσδοκώμενα αποτελέσματα. Σήμερα, κανένα αίτημα δημοψηφίσματος δεν πρόκειται να λειτουργήσει προωθητικά και συγκροτητικά για ό,τι έχει απομείνει ως λαϊκό κίνημα.

Η διαλυμένη και χιλιοτσακισμένη Αριστερά στην Ελλάδα του 2019, και ειδικά η κομμουνιστική Αριστερά, θα ανασυγκροτηθεί μέσα από τις μάχες που θα επιλέξει η ίδια να δώσει. Όχι μέσα από τις δευτερεύουσες αντιπαραθέσεις στις οποίες την σέρνουν από τη μια ο ΣΥΡΙΖΑ και η αμερικανική πρεσβεία και από την άλλη ο κακοχωνεμένος πατριωτισμός ανάμεικτος με εθνικιστική μισαλλοδοξία.

Η πραγματικότητα αποδεικνύει ότι έχουμε μια Αριστερά που έχει σημαία της το «δεν γίνεται τίποτα», που αντιλαμβάνεται το γεγονός και όχι τη διαδικασία, που απαντά στο φαινόμενο αδιαφορώντας για το νόμο, που ενδιαφέρεται για τη συγκυρία και όχι για το μέλλον.

Η Αριστερά στο σύνολό της, περιλαμβάνοντας το ΚΚΕ, αποδέχεται την αδυναμία και το συσχετισμό δύναμης, δεν βλέπει ότι παρά και ενάντια σε αυτό τον συσχετισμό, θα υπήρχαν οι όροι για πρωτοβουλίες που μπορούν να τον ανατρέψουν. Παρά τους κατά καιρούς βερμπαλισμούς και συνθήματα το ευρωατλαντικό πλαίσιο είναι μη αμφισβητήσιμο και για αυτό και σε γενικές γραμμές αποδεκτό. Ποτέ άλλωστε δεν έχει τεθεί στα σοβαρά μια διαφορετική κατεύθυνση που να προβάλει την ανεξαρτησία από τις ΗΠΑ και την ΕΕ, σε συνδυασμό με την κοινωνική και λαϊκή διεκδίκηση. Η λογική «είμαστε μικροί και λίγοι και δεν μπορούμε» είναι κυρίαρχη.

Αν η Συμφωνία των Πρεσπών επικύρωσε το αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα ότι «η Μακεδονία (και όχι μόνο) είναι αμερικανική», η κομμουνιστική Αριστερά πρέπει στα σοβαρά να σκεφτεί και να αποφασίσει αν οι λαοί μπορούν να κάνουν χωρίς προστάτες.

*Πηγή: antapocrisis.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας