Η γενιά του κορονοϊού: Μεγαλώνοντας σε lockdown

612
Η γενιά του κορονοϊού

Πιο συγκεκριμένα, λόγω της τηλεργασίας και της τηλεκπαίδευσης, τα μέλη αρκετών οικογενειών, παραμένουν ολημερίς στο σπίτι, περιτριγυρισμένα από ψηφιακές συσκευές και καλούνται να βρουν νέες συνήθειες και νέους τρόπους αλληλεπίδρασης τόσο μεταξύ τους, όσο και με τον «έξω κόσμο».

«Πρέπει να σεβαστούμε την οπτική των παιδιών»

Όσον αφορά τα παιδιά, ο μέχρι πρότινος κύριος «έξω κόσμος» τους, το σχολείο, έχει αντικατασταθεί, δημιουργώντας έτσι μια «απώλεια» για εκείνα, η οποία «μπορεί να επιδεινωθεί επιπλέον από την ενδεχόμενη απομόνωση στο σπίτι», ο Αθανάσιος Μαρβάκης, καθηγητής στο παιδαγωγικό τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

«Προϋπόθεση για «απώλεια» και στο δεύτερο lock-down είναι να μας λείπει κάτι που το βιώναμε ως «ευχάριστο», δημιουργικό, κλπ. Συνεπώς θα μας λείπουν και τώρα ενδιαφέροντα, ωραία πράγματα, δραστηριότητες, ανθρώπινες επαφές, κλπ., και άρα θα μας «στοιχίζει» η στέρηση αυτών των ευκαιριών», δηλώνει λοιπόν στο tvxs.gr, τρεις μήνες μετά, ο κύριος Μαρβάκης,  για να συνεχίσει, αναφέροντας: «Ας μην ξεχνάμε ωστόσο ότι ιδιαίτερα τα παιδιά είναι πιο «ανοικτά» σε νέα πράγματα, νέες ευκαιρίες, δυνατότητες. Αξίζει συνεπώς να μην προσεγγίζουμε τα παιδιά μόνο με τα δικά μας μάτια, εμπειρίες, αλλά να παρατηρούμε, «μελετάμε» το τι κάνουν στη νέα συνθήκη. Πολύ συχνά δυστυχώς τα προσεγγίζουμε μόνο με τις δικούς μας τρόπους αντιμετώπισης».

Σύμφωνα λοιπόν με τον καθηγητή, το σημαντικό ερώτημα για να αντιληφθούμε τις επιπτώσεις του lockdown στην ψυχολογία ενός παιδιού είναι το εξής: «Ποιες νέες δυνατότητες, ποια νέα πράγματα, ποιους νέους πόρους έχουν τα παιδιά στη διάθεση τους για να αναπτύξουν την προσωπικότητα τους, ποιες δυνατότητες και ποια μέσα έχουν για να συναναστραφούν με άλλους ανθρώπους (μικρούς και μεγάλους), ποιες ευκαιρίες να απολαύσουν την ζωή τους, κλπ ;»

Ο συνεντευξιαζόμενος, επισημαίνει επιπλέον πως, «η αντίληψη ότι το lock-down είναι σαν μια ουσία που προκαλεί ως τέτοιο άγχος, στεναχώρια κλπ, είναι «δική μας» οπτική-ως ενηλικές, αν όχι προκατάληψη», για να ξεκαθαρίσει στη συνέχεια τη διατύπωση του, αναφέροντας χαρακτηριστικά: « Δεν θέλω καθόλου να «ζωγραφίσω» μια ωραία, ρομαντική εικόνα. Τονίζω μόνο, ότι αξίζει να σεβαστούμε λίγο και την «οπτική» των παιδιών, πριν τα «φορτώσουμε» με τα δικά μας άγχη, τις δικές μας στεναχώριες. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι γυρίζουμε απλά τα πράγματα ανάποδα και «απαξιώνουμε» την «δική μας» οπτική».

Σε κάθε περίπτωση λοιπόν, από τη μια, τα αποτελέσματα της διαδικτυακής έρευνας του πανεπιστημίου του Αμβούργου (UKE) σε 1.040 παιδιά και έφηβους στα τέλη Μαϊού-αρχές Ιουνίου, δείχνουν πως η νευρικότητα, ο στομαχόπονος, η κατάθλιψη, οι πονοκέφαλοι, ο εκνευρισμός και τα προβλήματα στον ύπνο, έχουν αυξηθεί σημαντικά στους συμμετέχοντες, σε σύγκριση με την χρονική περίοδο πριν την πανδημία.

Από την άλλη, όμως, όπως τονίζει ο κύριος Μαρβάκης, «υπάρχουν όμως και τα παιδιά ως αυθύπαρκτες οντότητες» και ελλοχεύουν αρκετοί κίνδυνοι, εάν ένας/μια ενήλικας προσπαθήσει να ερμηνεύσει τις ψυχολογικές επιπτώσεις του lockdown και της πανδημίας γενικότερα σε αυτά, λαμβάνοντας υπόψιν μόνο τα δικά του/της κριτήρια.

Και τα βιντεοπαιχνίδια;

Αυτός είναι και ο λόγος που ο καθηγητής, τονίζει πως πρέπει να «υπάρξει προσοχή με κρίσεις και χαρακτηρισμούς όπως «εξαρτήσεις» και «υπερβολική έκθεση» », όσον αφορά τον -αυξανόμενο- χρόνο που περνούν τα παιδιά παίζοντας βιντεοπαιχνίδια.

Σύμφωνα με τον κ. Μαρβάκη, πριν κανείς εξετάσει έννοιες όπως η «εξάρτηση» των παιδιών από τα βιντεοπαιχνίδια, μέσα από το lockdown, πρέπει αρχικά να αναλύσει την «ποιότητα αυτών των νέων μέσων και πεδίων δράσης των παιδιών (και πριν το lockdown)», έτσι ώστε να είναι σε θέση να αξιολογήσει την ενασχόληση των παιδιών με αυτά.

«Τα βιντεοπαιχνίδια – όπως όλα τα ηλεκτρονικά παιχνίδια – είναι εδώ και μερικά χρόνια, για μεγάλο κομμάτι των παιδιών, ένα επιπλέον, δυνητικό μέσο και πεδίο δράσης, ανάπτυξης, απόλαυσης και διασκέδασης. Άρα αξίζει να δει κανείς προσεκτικά τι νέο προσφέρουν για τη δράση, ανάπτυξη, απόλαυση του παιδιού. Πώς τα εμπλουτίζει αυτά, πώς τα περιορίζει, ποιες νέες ευκαιρίες προσφέρει για να γνωρίσει και αντιμετωπίσει ένα παιδί (αλλά και ένας ενήλικας) τον κόσμο και τη ζωή του; Τι μαθαίνουν εδώ τα παιδιά; ποιες αξίες (π.χ. ρατσισμό, σεξισμό, αλαζονεία, κλπ.) για την ζωή τους και την κοινωνία «βρίσκουν» εκεί; ποιες ικανότητες χρησιμοποιούν και εξασκούν; με αυτά τα μέσα, σε αυτά τα πεδία γνωρίζουν τον εαυτό τους και τον κόσμο – αλλά ποιος κόσμος «υπάρχει» εκεί μέσα; Αν θέλει κανείς λοιπόν να διερευνήσει «υπερβολές» και «κινδύνους» έχει εδώ μεγάλο μέτωπο δράσης», δηλώνει κατατοπιστικά ο καθηγητής, για να επισημάνει παράλληλα πως «πολλά που μπορεί να ακούσει και διαβάσει κανείς μοιάζουν περισσότερο να σχετίζονται με άγχη και στεναχώριες των ενηλίκων, παρά με την δράση των παιδιών και τις δυνατότητες και τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν σε αυτά που κάνουν».

Άλλωστε, αξίζει να σημειωθεί πως, σύμφωνα με όσα αναφέρει το Healthline, στα αρχικά στάδια της εξάπλωσης της COVID-19, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, σε συνδυασμό με την βιομηχανία βιντεοπαιχνιδιών, ενθάρρυναν τα παιδιά στο να παίζουν online παιχνίδια, με τον Denis Godwin Antoine II, καθηγητή ψυχιατρικής στο John Hopkins να δηλώνει στο Heathline πως «υπάρχει η δυνατότητα να αυξηθεί η κοινωνική αλληλεπίδραση, μέσα από το online gaming», δίχως φυσικά κάτι τέτοιο να σημαίνει πως τα βιντεοπαιχνίδια αποτελούν πανάκεια.

«Μαμά, τελείωσα το μάθημα, μπορείς να πάρεις τον υπολογιστή»

Ασφαλώς βέβαια, αρκετά από τα παιδιά «της γενιάς του κορονοϊού», βιώνουν και ένα ακόμη ενδιαφέρον φαινόμενο μέσω του lockdown, που δεν σχετίζεται με βιντεοπαιχνίδια, αλλά με τους ίδιους τους, τους γονείς, αρκετοί εκ των οποίων, περνούν περισσότερες ώρες στο σπίτι.

Όπως αναφέρει το Spiegel, σε σύγκριση με το 2019, στη Γερμανία, έχει παρατηρηθεί αύξηση 60% στον αριθμό των κλήσεων των γονέων, προς συμβουλευτική τηλεφωνική γραμμή που τους βοηθά να «ανταπεξέλθουν» σε αυτή τη νέα «οικογενειακή πραγματικότητα», η οποία βέβαια, αν και κοινή, διαφοροποιείται σημαντικά, ανάλογα με «τους λόγους που την προκαλούν», όπως δηλώνει ο καθηγητής Μαρβάκης.

«Άλλη σημασία η παραμονή λόγω τηλεργασίας, διαφορετική λόγω αναστολής της σύμβασης, άλλη λόγω κλεισίματος του μικρού μαγαζιού», δηλώνει ο συνεντευξιαζόμενος, για να συνεχίσει, αναφέροντας χαρακτηριστικά: «Αυτό συμβαίνει καθότι οι ποιοτικά διαφορετικοί λόγοι παραμονής στο σπίτι επιφέρουν και ποιοτικά διαφορετικές δυνατότητες και περιορισμούς στα άτομα – ως «εξωτερικές» συνθήκες, αλλά και ως υποκειμενικές διαθέσεις: Αποτελεί και περιλαμβάνει η παραμονή μόνο εξαναγκασμούς ή και ευκαιρίες για τα άτομα; Επιφυλάσσει μεγαλύτερο «φόρτο» και νέα «φορτία» για τους γονείς; Επιφυλάσει άλλες ή και περισσότερες αγωνίες και ζόρια;» Έχουν οι γονείς πρόσβαση σε υλικούς (π.χ. χώρο, ηλεκτρονικές συσκευές) και μη πόρους (π.χ. γνώση, επικοινωνία, υποστήριξη) για να αντιμετωπίσουν τις αναγκαίες αλλαγές, το νέο «οικογενειακό καθεστώς», για να βελτιώσουν τις σχέσεις με τα παιδιά τους;».

«Από τέτοιες «διαφοροποιήσεις» θα εξαρτηθεί σε ουσιαστικό βαθμό η αντιμετώπιση του απλού «γεγονότος» ότι οι γονείς βρίσκονται περισσότερο χρόνο μαζί με τα παιδιά τους στο σπίτι τους», καταλήγει ο καθηγητής.

Σε κάθε περίπτωση βέβαια, η συγκεκριμένη «νέα πραγματικότητα», πλήττει περισσότερο τις οικογένειες από χαμηλότερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα, με τον κύριο Μαρβάκη να είναι κατατοπιστικός: «Η διάθεση και η πρόσβαση σε υλικούς (π.χ. χώρο, ηλεκτρονικές συσκευές) και μη υλικούς πόρους (π.χ. γνώση, επικοινωνία, υποστήριξη) είναι αποφασιστική για την αντιμετώπιση των νέων αλλαγών, του νέου «οικογενειακού καθεστώτος».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας