Δημοσκοπήσεις, το παιχνίδι της χειραγώγησης

779
ιμίων

Οι δημοσκόποι ήρθαν και πάλι στην επικαιρότητα, για να χειραγωγήσουν την κοινή γνώμη και να παίξουν πάλι τα παιχνίδια τους, εξυπηρετώντας την οικονομική και πολιτική ελίτ. Δεν φτάνει ότι τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει ρεζίλι από τις αποτυχημένες τους προβλέψεις, σε όλες σχεδόν τις τελευταίες εκλογικές δημοσκοπήσεις αλλά και σε πολιτικά επίπεδα. Ελπίζω να μη πέφτουν έξω και στις μετρήσεις για τα καταναλωτικά προϊόντα.

Οι δημοσκοπήσεις, παρ’ όλα αυτά, τα τελευταία χρόνια αποτελούν το σημείο αναφοράς των μέσων ενημέρωσης και των κομμάτων, με τελικό στόχο, να επηρεάσουν τον ψηφοφόρο να αλλάξει άποψη, χρησιμοποιώντας εμπορικούς και οικονομικούς κανόνες. Η επίδρασή τους στην κοινή γνώμη θέτει μείζον δημοκρατικό ζήτημα, όσο και αξιοπιστίας.

Πέρα όμως από τις δημοσκοπήσεις, έκαναν την εμφάνισή τους τα exit polls τα οποία μετράνε τις απόψεις μετά την επιλογή του ψηφοφόρου, ποια ήταν δηλαδή η τελική του επιλογή. Το φαινόμενο αυτό έκανε την εμφάνιση του στην Αμερική τη δεκαετία του ’60 και του ’70 στην Ευρώπη, και πολύ αργότερα στη χώρα μας. Έγιναν αποδεκτά από τους ψηφοφόρους γιατί πίστευαν ότι με αυτό τον τρόπο – έστω και αν έπεφταν έξω τις περισσότερες φορές – θα απέφευγαν το ξενύχτι της Κυριακής, περιμένοντας τα αποτελέσματα.

Ας δούμε όμως μια άλλη άποψη ερμηνείας των δημοσκοπήσεων που από προώθηση προϊόντων ευρείας κατανάλωσης έφθασαν να μετατρέψουν την πολιτική από ιδεολογία σε εμπορικό προϊόν. Ο “δημοσκοπομανής” διατηρεί τη μαγική πίστη του σε μια δυνατότητα,  αενάως αποκαλυπτόμενη. Υποτίθεται πως η γνώμη υπάρχει πάντα, είναι δεδομένη και εναπόκειται στη δημοσκόπηση να την ανασύρει στην επιφάνεια. Σύμφωνα με μια αντίληψη που τη θεωρεί ως φωτοχημικό φαινόμενο, η δημοσκόπηση έχει στόχο να ανακαλύψει τη «φωτογραφία της γνώμης». Η μεταφορά αυτή χρησιμοποιείται συχνά από τους σχολιαστές και εδράζεται στην πίστη ότι η φωτογραφία αναδίδει την «αίσθηση του πραγματικού», ότι η δημοσκόπηση , όπως η φωτογραφία ,που μετέχει στην ίδια τη φύση αυτού που παριστάνει, διατηρεί μια αμφίσημη σχέση με το πραγματικό.

Εκλαμβάνουμε τους αριθμούς ως διάφανες πράξεις που αποδίδουν την πραγματικότητα, χωρίς να τη μετασχηματίζουν ή να την κατηγοριοποιούν εννοιολογικά. Η δημοσκόπηση υποτίθεται πως βρίσκεται υπεράνω πάσης, ιδεολογίας, πως είναι διαφανής. Με τον τρόπο αυτή η δημοσκόπηση διαπερνά τις μικρό – επικοινωνιακές μας πρακτικές, οι οποίες διαμορφώνουν ουσιαστικά την καθημερινότητα μας, χωρίς να χρειάζεται ποτέ να εξηγεί το πώς και το γιατί. Τέλος, ένα από τα βασικά παράδοξα της δημοσκόπησης και της εκμετάλλευσής της είναι που αποτελεί το έσχατο σημείο κατάπτωσης της πολιτικής σκέψης και έγκειται στον ισοπεδωτικό της χαρακτήρα. Εξαφανίζοντας το χρόνο, την επιθυμία, τη δράση, τη διαφορετικότητα, την ιδεολογική δέσμευση κ.λ.π.

Πρόκειται για ένα ήπιο ναρκωτικό, πολύ πιο σίγουρο από τον έλεγχο των συμπεριφορών. Σύμφωνα με τον Ζακ Ρανσιέρ: «Το καθεστώς της δημοσκοπούμενης γνώμης, και της διαρκούς επίδειξης του πραγματικού συνιστά σήμερα τη συνηθισμένη μορφή αστυνόμευσης στις δυτικές κοινωνίες». Η «επανάληψη» της δημοσκόπησης «θεμελιώνει την εξάρτηση» και αφαιρεί από την πολιτική ζωή τα βασικά της συστατικά-γνωρίσματα. Όλα γίνονται ωσάν η υπόθεση της ελευθερίας να ήταν χαμένη από την αρχή: «Για ποιο λόγο λοιπόν να κάνουμε το ένα ή το άλλο, αφού όλος ο κόσμος εκφράζει μια άποψη…» Περίεργη κουβέντα, σχεδόν πιο πραγματική από τη φωνή μας. Παράξενη σύμφυση της εικονικής γνώμης με την ελαφρά πολιτική. Η πολιτική επιθυμία γίνεται τρομακτικά λογική και πραγματική, χωρίς κόκκο τρέλας. Τι θα έκαναν όμως οι αγρότες του 1789 ή τα κοινωνικά κινήματα των χαλεπών καιρών αν ήταν πληροφορημένα μόνο από τις δημοσκοπήσεις και δεν άκουγαν τα πραγματικά προβλήματα της κοινής γνώμης; Δεν θα υπήρχαν νέα πολιτικά κόμματα ή κοινωνικά κινήματα. Έτσι όπως αναγορεύτηκαν οι δημοσκοπήσεις σε ρυθμιστική αρχή, η γνώμη μετατράπηκε σε ένα επικοινωνιακό υπέρ – εγώ που εξισώνει τη σκέψη και τον πολιτικό διάλογο με τη στατιστική μέτρηση. Αυτό εξηγεί την τέλεια ταύτιση της εφικτής πολιτικής με την παρούσα τάξη, ταύτιση που αποτελεί την πεμπτουσία της «μοναδικής σκέψης». Από στατιστική πράξη κατάντησε να είναι σήμερα ουσιαστικό στοιχείο της Δημοκρατίας, ή μάλλον θέλουν να μετατραπεί σε δημοκοπική αριθμητική  και δημοσιογραφική δημοκρατία;

Αυτό που θέλει στην πραγματικότητα η οικονομική – τραπεζική ελίτ της διαπλοκής με την πολιτική, είναι να μην αποφασίζει ο ίδιος ο ψηφοφόρος, ιδεολογικά και με βάση τα κομματικά προγράμματα αλλά να επιλέγει, όπως επιλέγει, τα ζαρζαβατικά και τα φρούτα του ή τα απορρυπαντικά για να καθαρίσει το σπίτι του.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας