Ένα διήγημα της Λίνας Ζαμπετάκη: Μια κουκουβάγια στο Σουδάν

64
Ένα διήγημα της Λίνας Ζαμπετάκη

Mια κουκουβάγια στο Σουδάν

Mετρώ στα δάχτυλα των κομμένων χεριών μου
τις ώρες που πλανιέμαι στα δώματα αυτά τ’ ανέμου
δεν έχω άλλα χέρια αγάπη μου κι οι πόρτες
δεν θέλουνε να κλείσουν
κι οι σκύλοι είναι ανένδοτοι

Μίλτος Σαχτούρης

Η γυναίκα-κουκουβάγια κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και κοίταζε τον άντρα που κοιμόταν αμέριμνος. Το γουρούνι πήγαινε για ψάρεμα στο ασυνείδητο και ο ύπνος έχυνε ένα φως αγγέλου στο δέρμα του.

Είχε αποκοιμηθεί με το φως αναμμένο. Μπορούσε, ξέρεις, να αποκοιμηθεί παντού και κάθε στιγμή.

Όταν είχαν προβλήματα κοιμόταν για να μην τα σκέφτεται. Όταν δεν είχαν κοιμόταν επειδή ‘’είμαι καλός άνθρωπος ‘’ έλεγε.
Τα πάντα είναι θέμα ανταποκριτή.

Και ο ίδιος ο άνθρωπος είναι ο επιδεξιότερος ανταποκριτής του εαυτού του.

Το καλό γι’ αυτόν ήταν πάντα ένα ‘’δεν’’. Δεν πίνω, δεν χαρτοπαίζω, δεν σε σκοτώνω…
Το πορτατίφ ήταν μια φούσκα μπιζουταρισμένο κρύσταλλο σε μια μπρούτζινη βάση.
Το κεφάλι του ήταν μεγάλο. Το μετωπιαίο οστό ιδιαίτερα πλατύ.
Αυτή χούφτωσε το πορτατίφ απ’ τη γυάλινη βάση.
Σταθερά.
Ήξερε πως αν τον ξυπνούσε θα έπρεπε να χουφτώσει το ίδιο σταθερά τον ίκρο της ηδονής του. Αυτόν που αγκίστρωσε τα σπλάχνα και τη ζωή της με ένα παιδί.

Και το παιδί το λάτρευε και το μισούσε συνάμα επειδή την καθήλωνε στον σταυρό μιας σχέσης υπέροχα σαδιστικής.
Σήκωσε το πορτατίφ ψηλά. Το κατέβασε με δύναμη στο μετωπιαίο.

Την ώρα ακριβώς που αυτός βρισκόταν στο Σουδάν με την ανθρωπιστική βοήθεια.

Ακριβώς τη στιγμή που το γουρούνι χαΪδολογούσε μια μαύρη παρθένα που τον κοιτούσε με μάτια εκστατικά. Το σπασμένο κρύσταλλο χάραξε το δέρμα και καρφώθηκε στη βρεγματική ραφή.

Ακριβώς τη στιγμή της στύσης. Έσταξε μελάνι . Το σπέρμα του μύριζε κίμινο.

Ύστερα, τύλιξε το παιδί σε μια μάλλινη πάνα και βγήκε στη λεωφόρο. Ξυπόλυτη. Με το παιδί αγκαλιά. Αγκαλιά. Πόσο ήθελε μια ζεστή αγκαλιά. Όχι καυτή, μόνο ζεστή. Μόνο.

Με τον καιρό σβαρνίστηκαν οι λέξεις. Κουτούλισαν το κενό.
Με τον καιρό ξεχνάς πρόσωπο, φωνή, καρδιοχτύπι.
Κάποτε, ο άλλος ήταν ομπρέλα, ήταν ο κόσμος.
Με τον καιρό οι αναμνήσεις γίνονται μόνο σκιές κάποιες ώρες νυχτερινές. Μόνο.
Κοίταξέ με.
Εσύ είσαι στο Σουδάν.
Δεν σου μυρίζει κουκουβάγια;

Λίνα Ζαμπετάκη

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας