
Αντώνης Κοσμίδης
Ήμουν από τους πρώτους, εκείνους που είχαν προβλέψει την αναγκαιότητα πολιτικοποίησης του Κινήματος των Τεμπών, με σκοπό όχι μόνο την αντιμετώπιση της πολιτικής αυθαιρεσίας και ανομίας της υφιστάμενης κυβέρνησης και του πρωθυπουργού, που δημιούργησε τις προϋποθέσεις για το πολιτικό και ποινικό έγκλημα σύγκρουσης των δύο τρένων, όπως και της προσπάθειας συγκάλυψης ή μη εξειχνίασής του, αλλά κυρίως με σκοπό τη ρήξη με το μοντέλο εξουσίας των διαπλεκόμενων εγχώριων οικονομικοπολιτικών παραγόντων που υποθάλπεται από το ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο και γενικότερα από τα συμφέροντα διατήρησης της νεοφιλελεύθερης ολοκληρωτικής παγκοσμιοποίησης.
Οι αυθόρμητες διαμαρτυρίες και διαδηλώσεις άρχισαν από την επόμενη της εγκληματικής τραγωδίας. Το οργανωμένο Κίνημα δημιουργήθηκε από τους συγγενείς που χάσανε στις 28 Φεβρουαρίου 2023 τα αγαπημένα τους πρόσωπα σε συνθήκες απαράδεκτης λειτουργίας του σιδηροδρομικού δικτύου της χώρας μας. Ρίζωσε και διευρύνθηκε, κυρίως εξαιτίας των δυναμικών ενεργειών, εκδηλώσεων διαμαρτυριών και δημοσιεύσεων της χαρισματικής γυναίκας, χαροκαμένης μητέρας και συμβόλου του αγώνα Μαρίας Καρυστιανού που ήταν και πρόεδρος του Συλλόγου μέχρι προσφάτως, όταν και υποχρεώθηκε να παραιτηθεί. Πάλεψαν, ως γνωστόν, την υπόθεση αυτή με κάθε δικαστικό μέσο, στο βαθμό που η Πρόεδρος του Συλλόγου συμπέρανε, ότι, παρά την υποστήριξη εκατομμυρίων πολιτών, δεν έπαιρνε άλλο. Ακόμη δεν κατάλαβα, για ποιους λόγους, δεν συντάχθηκαν όλοι οι γονείς και συγγενείς των θυμάτων και πληγέντων μαζί της. Θα μπορούσαν να έχουν με την δημιουργία ενός νέου πολιτικού φορέα, με αξιώσεις υπερκομματικής συσπείρωσης των πολιτών και επιδίωξη μια νέας μορφής διακυβέρνησης της χώρας, την προσδοκόμενη ηθική δικαίωση. Δυστυχώς, φαίνεται ότι πρυτάνευσε και πάλι η γνωστή ελληνική κακοδαιμονία της προβολής των ατομικών απόψεων και συμφερόντων.
Ας μην αναρωτιέται πλέον κανένας καλόπιστος συμπολίτης μας. Το αδιέξοδο των δικαστικών αγώνων και προσφυγών στα ελληνικά ή ευρωενωσιακά δικαστήρια, θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί μόνο με πολιτική παρέμβαση. Τελεία. Το γιατί τώρα και όχι πριν από ένα – δύο χρόνια, αποτελεί άλλο θέμα.
Αισθάνομαι υποχρεωμένος να διατυπώσω δύο ξεκάθαρα λόγια προς όλους όσους ενδιαφέρονται να εφαρμοστεί το δίκιο στη χώρα μας. Και όχι μόνο στον τομέα της απόδοσης ποινικής δικαιοσύνης. Σε όλους τους τομείς. Με στόχο την όσο γίνεται μεγαλύτερη κοινωνική δικαιοσύνη, στα πλαίσια μιας κατά το δυνατόν αυτοδύναμης και απελεύθερης χώρας. Και κυρίως να μου επιτραπεί να διευκρινίσω κάτι προς την πολιτικό, πλέον, κυρία Μαρία Καρυστιανού. Είναι γνωστό και στην ίδια, ότι την στήριξα κι εγώ στο παρελθόν με τις μικρές μου δυνάμεις στον αγώνα που έκανε ως Πρόεδρος του Συλλόγου.
Στην πορεία της που άρχισε στον τομέα της επαναστατικής ή ανατρεπτικής, αν θέλουμε, πολιτικής, με την οποία ο υποφαινόμενος καταπιάνομαι από τα μικράτα μου, έχει δύο επιλογές:
-Η μία είναι να ακολουθήσει το μονοπάτι του πολιτικαντισμού. Να δικτυωθεί με ανθρώπους και κυκλώματα που διακηρύσσουν ότι επιδιώκουν να ασκήσουν εξουσία. Ασχέτως εάν μέχρι σήμερα δεν είχαν αυτή την ευχέρεια, λόγω ηλικίας, διαφορετικών επαγγελματικών ενδιαφερόντων, ικανοτήτων συλλογικής ένταξης και δραστηριοποίησης, οικονομικών μέσων και άλλων δυσχερειών. Ενδεχομένως, πιστεύει, ότι έτσι θα βρει (εν κρυπτώ και κατ’ ιδίαν;) συμβουλευτική και οργανωτική υποστήριξη, ώστε ο πολιτικός οργανισμός που θα προκύψει, να πιάσει το ποσοστό που θα της επιτρέπει όχι μόνο να εισέλθει στη Βουλή, αλλά και να επηρεάσει από τη θέση αυτή τη δικαστική διαδικασία απόδοσης ευθυνών και στην καλύτερη των περιπτώσεων, την διαφοροποιημένη διατύπωση και ερμηνεία της συνταγματικής νομοθεσίας που αφορά την ασυλία βουλευτών κλπ. Για να βρει ένα μέρος από το επιδιωκόμενο δίκιο, στο αδιέξοδο που έχει περιέλθει ο αποδεδειγμένα υπονομευμένος και υποτιμημένος προσωπικός αγώνας της από τα κέντρα εξουσίας. Ας μην εξετάσουμε εδώ τους λόγους και τις ευθύνες κανενός. Τους κινδύνους για την επιτυχία του εγχειρήματος ανάδειξης ενός νέου πολιτικού φορέα και πιθανότατα και της ίδιας που θα συμμετέχει ως εκπρόσωπος ή ως εγγυήτριας ενός νέου κόμματος στην Βουλή, για την δημοκρατική μετάβαση σε μια συντακτική, θεσμική και εθνική ανασυγκρότηση. Διότι, αυτή την στιγμή, περί αυτού, κυρίως, πρόκειται και όχι για την επικράτηση ενός ριζικά διαφοροποιημένου πολιτικού καθεστώτος. Τους κινδύνους αυτούς μπορεί να τους διακρίνει ή να εντοπίσει οποιοσδήποτε αντικειμενικός κριτής. Εφόσον κάνει τέτοια επιλογή, ο πόλεμος που θα υποστεί από το υφιστάμενο κομματικό και κυβερνητικό σύστημα, θα επικεντρωθεί βασικά στις όποιες αρνητικές πλευρές της προσωπικότητάς της, όχι μόνο ως αυτοχαρακτηρισμένου συστημικού πολίτη, αλλά και ως ατόμου, με τις τυχόν ελλείψεις και αδυναμίες της (ουδείς αλάνθαστος!). Ήδη της προσάπτουν τα γνωστά χαρακτηριστικά εγωιστικού, αν όχι εγωκεντρικού και εγωπαθούς αυταρχικού ατόμου, ναρκισσισμού κι ωραιοπάθειας, θρησκοληψίας, αναχρονιστικού συντηρητισμού και δεν ξέρουμε τι άλλο θα ανακαλύπτουν ή θα εφεύρουν οι πολιτικοί και προσωπικοί αντίπαλοί της στην πορεία. Αν συνεχίσει προς αυτή την κατεύθυνση, δημιουργίας ενός αντιμητσοτακικού συστημικού κόμματος με συντηρητικές θέσεις, η πρόβλεψη διατήρησης της εμπιστοσύνης του κόσμου του κινήματος δεν είναι δεδομένη και το ποσοστό εκλογικής επιτυχίας ενός κόμματος καθαρότητας που θα ελέγχεται από την ίδια, δεν προβλέπεται, βάσει πολλαπλών εκτιμήσεων, να ξεπερνά το μονοψήφιο νούμερο. Ανεξάρτητα, όμως, από τις μέχρι τώρα ενδείξεις, οι εκπεφρασμένες προθέσεις για τον χαρακτήρα του πολιτικού φορέα που προσδοκά να δημιουργηθεί, υπό την καθοριστική επιρροή του κινήματος των Τεμπών, θα είναι διαφορετικής μορφής και ποιότητας από τα υφιστάμενα κομματικά μοντέλα. Κοντός ψαλμός, αλληλούια και είδομεν.
-Η άλλη δυνατότητα που έχει είναι να απευθυνθεί προς όλες τις αντιπολιτευτικές δυνάμεις με ειλικρινείς προθέσεις γνωριμίας των θέσεων και προγραμμάτων τους. Να διερευνήσει σε βάθος ποιοι από τους πολιτικούς χώρους και τους εκπροσώπους τους δεν έχουν καμία ευθύνη στη δρομολόγηση των καταστρεπτικών οικονομικών εξελίξεων που οδήγησαν την χώρα στην πτώχευση και στα μνημόνια. Με συνέπεια την υποβάθμιση -μεταξύ των άλλων- των οδικών υποδομών και την έστω και ανέκαθεν ελαττωματική λειτουργία του σιδηροδρομικού δικτύου. Αυτή η ιδέα, να αποκλειστούν από τον πολιτικό οργανισμό που με βεβαιότητα μπορεί να δημιουργηθεί, εκόντες άκοντες, όλοι όσοι ασχολήθηκαν με την πολιτική κατά τα τελευταία 15 χρόνια, δεν μοιάζει ούτε για ορθολογική ούτε και για δίκαιη. Εκτιμούμε ότι θα την περιορίσει και περιχαρακώσει. Διότι, εν πρώτοις θα χάσει την υποστήριξη εκείνων των ενεργών πολιτικών χώρων και των προσωπικοτήτων που τους εκπροσωπούν, οι οποίοι προέβαλαν τον αγώνα του Συλλόγου και την συμπαραστάθηκαν ως Πρόεδρο από κάθε άποψη. Οι περισσότεροι των υποστηρικτών στις εκδηλώσεις, στις συναυλίες και στις εγγραφές στον σύλλογο που προήδρευε, δεν ήταν άσχετοι με την πολιτική, όταν μάλιστα είναι δεδομένο ότι οι μισοί περίπου από τους ενήλικες πολίτες αυτής της χώρας, πολιτεύτηκαν κατά κάποιον τρόπο στις διάφορες εκλογικές διαδικασίες. Εκείνοι που απέφυγαν να υποστηρίξουν αυτόν τον αγώνα, δυσφημίζοντας την προσπάθεια και την ίδια, ως προσωπικότητα, με κτυπήματα μάλιστα, κάτω από τη ζώνη, είναι τοις πάσι γνωστόν, ότι είναι κυρίως οι πορωμένοι, δικτυωμένοι και πληρωμένοι κυβερνητικοί (τα γνωστά δεκάδες χιλιάδες τρολ της «Ομάδας Α(να)λήθειας» και οι ξεπουλημένοι πάμπολλοι δημοσιογράφοι, αν και οι πρωινατζούδες και ινφλουέντσερ δεν μπήκαν ακόμη στον χορό) που κερδοσκοπούν, κλέβουν βολεύονται ή σιτίζονται και παρασιτούν από το κυβερνητικό καθεστώς, με οποιονδήποτε όλοφάνερο ή μυστικό τρόπο. Ακριβώς αυτοί που θα την πολεμήσουν και θα επιδιώξουν να μαυρισθεί σε οποιασδήποτε μορφής εκλογικές διαδικασίες. Η περίπτωση των Σερρών με την πανηγυρική «αθώωση» του κύριου, ουσιαστικού και ηθικά υπεύθυνου στη διάπραξη του εγκλήματος, είναι ενδεικτική.
Βρισκόμαστε στο παρά πέντε της απόφασης για την επιλογή του δρόμου που θα ακολουθηθεί από την κ. Καρυστιανού και το πολύ στενό συμβουλευτικό περιβάλλον της, ως προς την τελική ευθεία. Η διατήρηση ενός δυνητικά πλειοψηφικού ρεύματος 25-35%, που βασίζεται στην ηθική και υπαρξιακή ιδιαιτερότητά της, με την μετατροπή του πένθους σε συλλογική πολιτική ταυτότητα, εκπροσωπώντας πολλούς συνέλληνες συνανθρώπους της που αισθάνονται πλέον για τα καλά, ότι απειλούνται από το κράτος της διαπλοκής και συγκάλυψης, μπορεί να εξασφαλιστεί, εάν ο καταγγελτικός της λόγος για το πάνδημο αίτημα της αντιμετώπισης της αναλγησίας, ατιμωρησίας και ασυλίας των υψηλά ιστάμενων υπευθύνων του εγκλήματος, μετασχηματιστεί σε συγκροτημένο πολιτικό λόγο αναγέννησης του κράτους, από κάθε άποψη. Το ηθικό κεφάλαιο που έχει συγκεντρώσει αγωνιζόμενη σθεναρά και έστω εν μέρει συλλογικά, επί τρία σχεδόν χρόνια, θα μπορούσε να μετατραπεί σε πανκοινωνικό πόλο και όχι σε ένα αρχηγικό κομματικό μόρφωμα άσπιλων και καθαρών φερέλπιδων πολιτικών.
Αυτό προϋποθέτει ότι θα έχει το σθένος και τη σύνεση να αναθεωρήσει τη μέχρι τώρα θέση της, ότι στον υπό ίδρυση πολιτικό φορέα δεν μπορεί να συμμετέχει κάποιος που ασχολήθηκε με τα κοινά κατά τις τελευταίους δεκαετίες, ανεξαρτήτως των ενεργειών και απόψεών του. Αυτή η αντίληψη, μπορεί να εμφανίζεται ως αποτρεπτική της συμμετοχής πολιτικών λαμογιών και καιροσκόπων στον νέο φορέα, αλλά αναδεικνύει και μια άλλη πολιτικά αυτοπεριοριστική πλευρά που με βεβαιότητα θα αναδειχθεί από τους πολιτικούς της αντιπάλους: Της πολιτικής φοβίας και ανεπάρκειας ή ακόμη χειρότερα της εγωιστικής αντίληψης απαξίωσης ή και προσεταιρισμού για ιδιοτελείς πολιτικούς σκοπούς των ψήφων των συμπολιτών που την υποστήριξαν στον αγώνα που έκανε ως εκπρόσωπος του Συλλόγου. Διότι η δραματική αυτοδιαπίστωση και παραδοχή, ότι η ανοχή ή η μη συμμετοχή της στα κοινά, συνέβαλαν στη κρατική ασυδοσία που οδήγησε στον τραγικό χαμό της κορούλας της και τόσων άλλων συμπολιτών μας, αποτελεί μια αξιοπρόσεκτη αυτοκριτική που την τιμά. Χάνει, όμως, σε σημασία, εάν ταυτοχρόνως απαξιώνει τον αγώνα που έδιναν εκείνες τις εποχές, οι συνειδητοποιημένοι πολιτικά συμπατριώτες μας, ώστε να μην συμβεί το αναμενόμενο κακό, μαζί με τόσα άλλα συναφή και συμπαρομαρτούντα που έπονται. Όταν επί του συγκεκριμένου πεδίου, το βιογραφικό σου εμπλουτίζεται μόνο από καλές επιδόσεις στις σπουδές και στην εργασιακή ανέλιξη, δεν αποκλείεις από το ενδιαφέρον σου βαριά βιογραφικά πολιτικών αγωνιστών με έντονη αντισυστημική δράση, με συμμετοχές σε εκατοντάδες πορείες και εκδηλώσεις, όπου έχουν υποστεί ξυλοδαρμούς και τραυματισμούς, άτομα που πάλευαν, από την πρώτη στιγμή, ώστε να μην σου συμβεί το κακό που σε βρήκε. Εκλεγμένους από το λαϊκό κίνημα αγωνιστές που ενώ είχαν την ευχέρεια ανέλιξης στην πολιτική, οικονομική και προσωπική τους ζωή, επέδειξαν απαράμιλλη συνέπεια λόγου και έργων, αφήνοντας ακόμη και υπουργικά αξιώματα. Δεν είναι λίγοι, όπως και δεν είναι πολύ δύσκολο να εντοπιστούν οι συγκεκριμένοι αγωνιστές. Ενώ είναι χαρακτηριστικό το γεγονός που ανέφερα και κατά την εκδήλωση – συνέντευξη που δόθηκε πριν ένα περίπου χρόνο στην ΕΣΥΕΑ, ότι πρώην υπουργός της κυβέρνησης Τσίπρα, με πολλαπλές βουλευτικές θητείες, που παραιτήθηκε μετά την υπογραφή του τρίτου μνημονίου και την μετατροπή του ΟΧΙ σε ΝΑΙ, αναγκάζεται -για οικονομικούς λόγους- να χρησιμοποιεί ακόμη και σήμερα το τρένο μετακίνησής του από την Αθήνα στην συμπρωτεύουσα και τανάπαλιν. Όταν, ασφαλώς, έχει επίγνωση του μεγάλου ρίσκου επικινδυνότητας της σωματικής του υγείας που αναλαμβάνει, αφού το κράτος δεν είναι σε θέση να αποκαταστήσει μέχρι στιγμής την όποια ασφάλεια των σιδηροδρομικών μετακινήσεων.
Πότε μπορεί ο νέος πολιτικός φορέας (κατά την ταπεινή μου άποψη είναι λανθασμένη ή βιαστική ονοματολογία του στην κακόηχη λέξη σε «κόμμα») που επιδιώκει να δημιουργηθεί η κ. Καρυστιανού, ώστε να συμμετάσχει με αξιώσεις πρωτιάς στις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές; Όταν, όπως κατ’ ιδίαν το παραδέχεται, εμφανιστεί, η ίδια όχι ως μια πολιτική ιδιοφυία και γνώστης κάθε πολιτικού θέματος, αλλά ως εγγυήτρια μιας νέας δημοκρατικής διαδικασίας με αξιώσεις συνένωσης όχι μόνο διάφορων τεχνοκρατών και επιτυχημένων στα επαγγέλματά τους συμπολιτών μας («σοφών», κατά την σύμβουλό της κ. Γρατσία), αλλά και πατριωτικών αγωνιστικών προσωπικοτήτων που θα περιλαμβάνουν -πέραν των έντιμων και έμπειρων πολιτικών- και ακέραιους δικαστές, πιστούς στον όρκο προς την πατρίδα απόστρατους στρατιωτικούς, πνευματικούς ανθρώπους των γραμμάτων και τεχνών και επιλεγμένα μέλη από τα πιο προωθημένα πολιτικά και μορφωτικά τμήματα των εργαζομένων (εργάτες, αγρότες, επαγγελματοβιοτέχνες).
Το επιδιωκόμενο εθνικό κοινωνικό συμβούλιο που μπορεί να λάβει τη μορφή μετώπου κατά της διαφθοράς, της ατιμωρησίας, της ασυλίας, αλλά και της κοινωνικοοικονομικής ανάτασης, με την παραγωγική ανασυγκρότηση και την εθνική απελευθέρωση της χώρας, είναι σκόπιμο να βασίζεται σε πρόσωπα – γέφυρες που δεν θα θεωρούνται μόνο έμπειροι και «σοφοί», όπως και οικονομικά ανιδιοτελείς και άσπιλοι, αλλά θα αναγνωρίζονται από τον ελληνικό λαό, ως αγωνιστές με ρίζες και δεσμούς σε διάφορους κοινωνικούς χώρους. Οι οποίοι έχουν έρθει σε ρήξη με το υφιστάμενο κυβερνητικό καθεστώς και όχι μόνο. Η αντίθεσή τους, δεν θα έχει εκδηλωθεί μόνο προς τα επιεικώς ακατάλληλα και διαπλεκόμενα με μαφιόζικες πρακτικές πρόσωπα του καθεστώτος της μεταπολίτευσης, αλλά και προς το ίδιο το σύστημα της οικονομικοκοινωνικής διακυβέρνησης. Το αφήγημα της αναδιοργανωμένης δικαιοσύνης, δεν μπορεί να είναι μόνο θεσμικό, αλλά είναι ανάγκη να αποκτήσει και εθνικά γεωπολιτικά χαρακτηριστικά. Κατά την κρίση μου, υπάρχει επίσης μεγάλη καθυστέρηση από μέρους του κινήματος, στην δημιουργία κομματικών δημοκρατικών δομών στη βάση της κοινωνίας. Είναι σκόπιμο να αρχίσουν να λειτουργούν πυρήνες και επιτροπές πολιτών που θα συγκαλούν κατά τόπους ή και κατά χώρους εργασίας και συναναστροφών, λαϊκές συνελεύσεις. Η δημιουργία ενός μόνο από τα πάνω καθαρού αρχηγικού κόμματος ειδημόνων και «σοφών», με μεγάλους οικονομικούς χορηγούς και κάθε άλλης μορφής υλική υποστήριξη (γραφεία – μηχανισμός διάδοσης θέσεων, καταστατικού και προγράμματος), θα οδηγήσει το εγχείρημα σε αποξένωση από τα πλήθη που συνέθεσαν το κίνημα των Τεμπών και αγκάλιασαν τη μητέρα – σύμβολο του αγώνα ηθικής δικαίωσης των θυμάτων και πληγέντων.
Η δεύτερη, εν κατακλείδι, επιλογή, απαιτεί από την κ. Καρυστιανού και τους μέχρι τώρα συμβούλους της (απευθύνομαι κυρίως στην αγαπητή κι αξιοσέβαστη άνθρωπο του πνεύματος κ. Νεγρεπόντη – Δελιβάνη) να προχωρήσουν άμεσα, όχι στην κατ’ ουσίαν δυσφημιστική ίδρυση και λειτουργία ενός ακόμα κόμματος του κοινοβουλευτικού κατεστημένου, αλλά, υπερβαίνοντας τον φόβο της «μόλυνσης» από λιγότερο άφθαρτους και άσπιλους ειδήμονες που ασχολούνται με την πολιτική, στην ανοιχτή και διαφανή διερεύνηση των προθύμων για την σύσταση ενός Εθνικού Μετωπικού Συμβουλίου. Μόνο οι «άπραγοι» και οι «μη μετέχοντες» στα κοινά, μπορούν να έχουν τα επιδιωκόμενα καθαρά χαρακτηριστικά και τις αψεγάδιαστες ιδιότητες. Όσοι, βέβαια, αποφασίσουν και επιλεγούν για να μείνουν, θα πρέπει να εγγυηθούν την συλλογική κάθαρση, για το πέρασμα στην εθνική και κοινωνική αναγέννηση του τόπου.
Το παρόν θα κοινοποιηθεί και ιδιοχείρως στην κ. Καρυστιανού, με την επισήμανση ότι η ιστορία μπορεί να μην τις δίνει το ρόλο του μεσσία της ελληνικής κοινωνίας, αλλά σίγουρα η ιστορική της αποστολή θα μπορούσε να είναι πολύ μεγαλύτερη από την απλή αρχηγία ενός κινήματος «καθαρών χεριών», με κομματικά καθεστωτικά χαρακτηριστικά. Υπάρχει ένα μεγάλο κενό που αφήνει η κατάρρευση του όλου πολιτικού φάσματος της μεταπολίτευσης, με την καθιέρωση της οικογενειοκρατίας. Με ένα μικρό διάλειμμα την ελλιπέστατη -αν όχι αμετροεπή- συνεισφορά της πρώτης φοράς αριστεράς υπό τον κ. Τσίπρα. Ως κορωνίδα, φθάσαμε στην οικογενειοκρατική διαπλοκή, αλλά και την μαφιόζικη καταλήστευση των διαφόρων ευρωπαϊκών ενισχύσεων από τους ημέτερους και κολλητούς του κ. Μητσοτάκη (τζούνιορ) και των παρατρεχάμενών του. Με κίνδυνο την πλήρη και κυριολεκτική υποδούλωση της χώρας σε ξένα οικονομικοπολιτικά και γεωπολιτικά συμφέροντα. Είναι αναγκαίο για την Ελλάδα, η αντικατάσταση του σαπισμένου πολιτειακού συστήματος διακυβέρνησης, να καλυφθεί από μίας μορφής παλλαϊκή συσπείρωση για την κάθαρση που θα επιτρέψει την εθνική ανάταση της χώρας. Όπως γράψαμε πριν δύο περίπου χρόνια, τον ρόλο αυτό θα μπορούσε να τον επωμισθεί η μητέρα των Τεμπών κ. Καρυστιανού. Σε άρθρο μας στην ιστοσελίδα Ίσκρα στις 24/3/2024 αναλύσαμε και διευκρινίσαμε τους λόγους, συγκρίνοντας τη φυσιογνωμία, την δυναμική και τα προσόντα της, με αυτά της τότε Προέδρου της Δημοκρατίας. Όχι, όμως, ως πολιτικού ηγέτη (είναι μάλλον πολύ νωρίς για κάτι τέτοιο), αλλά ως εγγυήτριας για την Συντακτική – Θεσμική – Εθνική Ανασυγκρότηση.
Μπορεί στην ηλικία των 50 και πλέον ετών να πολιτικοποιηθεί ένας άνθρωπος και να επωμισθεί ένα τέτοιο καθήκον; Κατά την ταπεινή μου γνώμη, ναι, αλλά όχι με ηθικολογικές νουθεσίες. Με την συνειδητοποίηση ότι δεν εκπροσωπεί, πλέον, μόνο τον εαυτό της και το ανεξίτηλο τραύμα της, αλλά τις ελπίδες και την προσμονή εκατομμυρίων ανθρώπων για μια καλύτερη Ελλάδα. Το συλλογικό επιτελείο που θα την περιστοιχίζει, θα ήταν ωφέλιμο να αποτελείται από ανθρώπους με ιστορικό φιλοσοφικό και πολιτικό βάθος που θα διαφωνούν, θα επιμένουν και δεν θα φοβούνται να της αρνηθούν, οτιδήποτε κρίνουν ότι δεν θα έχει καλά αποτελέσματα για τον εργαζόμενο λαό και την πατρίδα. Η εμπειρία της στην λειτουργία του Συλλόγου Συγγενών, μπορεί να ήταν αρνητική, αλλά της δίνει τη δυνατότητα να ασκήσει συνειδητά αυτοπεριορισμό της τυχόν υπέρμετρης εξουσίας με τη δημιουργία του προαναφερόμενου υπερκομματικού Εθνικού Μετωπικού Συμβουλίου. Με εσωτερική δημοκρατία, για κατά το δυνατόν ομόφωνες αποφάσεις και με οργανωτικές διαδικασίες ελέγχου του ηγέτη – εγγυητή της εφαρμογής τους.
Τα χαρακτηριστικά προσηνούς συνθετικής προσωπικότητας και καταδεκτικής φυσιογνωμίας, αποφυγής αυταρχικής και απόλυτης λειτουργίας ενός ηγέτη – εγγυητή εφαρμογής συλλογικών αποφάσεων, μπορούν να υποβοηθηθούν από την τήρηση της λειτουργίας των θεσμών. Ο χειρισμός της διερεύνησης των αιτιών πρόκλησης του τραγικού δυστυχήματος των Τεμπών και η συγκάληψή τους από τον πρωθυπουργό της χώρας, της έχει διδάξει πολλά επ’ αυτού.
Η πολιτική ωρίμανση της γυναίκας – μάνας, με την τραυματική εμπειρία που την ακολουθεί, είναι εφικτή, εφόσον δεν παραμείνει στον ρόλο του ηθικά δικαιωμένου ανθρώπου και δεν περιχαρακωθεί σε κύκλο θαυμαστών που θα θελήσουν να της προσδώσουν μεσσιανικά χαρακτηριστικά. Είναι απαραίτητο, πριν αποτελέσει την ηγεσία ενός κομματικού μηχανισμού, να επικοινωνήσει και αν είναι δυνατόν να συνεργαστεί με φερέγγυους και καταξιωμένους αγωνιστές της κοινωνικοπολιτικής ζωής. Ιδιαίτερα με εκείνους που απέδειξαν ότι διαθέτουν συνέπεια, ακεραιότητα και εντιμότητα, σε στιγμές που θα μπορούσαν να ωφεληθούν, αλλά στάθηκαν άμεμπτοι και ανιδιοτελείς, τίμιοι με όλη τη σημασία της λέξης.
ΥΓ: Η παρούσα ανάρτηση χρήζει, προφανώς, περαιτέρω επεξεργασίας και ομολογώ ότι δυσκολεύτηκα αρκετά να την διαμορφώσω. Αν και την έθεσα και στην κρίση της Τεχνητής Νοημοσύνης, δεν την ολοκλήρωσα ακόμη και παρακαλώ τον φίλο αναγνώστη που θα κάνει τον κόπο να την διαβάσει, να συμβάλει με τις παρατηρήσεις, διορθώσεις και τις προτάσεις του. Ευχαριστώ από καρδιάς για την υπομονή και την συμβολή σας.
Αντώνης Κοσμίδης












































