Το Levy Institute συντρίβει το οικονομικό αφήγημα της κυβέρνησης

732

Σε ιδιαίτερα επικριτικές παρατηρήσεις για την οικονομική πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης και τους κινδύνους που ελλοχεύουν προβαίνει με πρόσφατη έκθεσή του το Levy Institute, ανατρέποντας ένα ένα τα κυρίαρχα αφηγήματα που αναπαράγουν τα mainstream οικονομικά media.
Στο επίκεντρο της κριτικής οι παραγωγικές δυνατότητες της χώρας, το Δημογραφικό, το εισόδημα των πολιτών, η ακρίβεια… αλλά κυρίως οι εισαγωγές, που βάζουν φωτιά στο παραμύθι περί ισχυρής οικονομίας, ενισχύοντας τα ελλείμματα και το χρέος.
Όπως επισημαίνεται, χτυπημένη από τη χρηματοπιστωτική κρίση το 2010-2012 και την επιβληθείσα λιτότητα που ακολούθησε, η Ελλάδα κατέστησε ανέφικτες τις προοπτικές γρήγορης ανάκαμψης και μάλιστα τις επιδείνωσε με την πανδημία Covid-19 που έπληξε την, περισσότερο από κάθε άλλη χώρα-μέλος του ευρώ, εξαρτώμενη από τον τουρισμό οικονομία της.
Για να προστεθεί στην κατάσταση αυτή το πληθωριστικό σπιράλ που προκλήθηκε σε μεγάλο βαθμό από τις διαταραχές της αλυσίδας εφοδιασμού που σχετίζονταν με την πανδημία και επιδεινώθηκε περαιτέρω από τη σύγκρουση Ουκρανίας-Ρωσίας προκαλώντας.
Όλο αυτό προκάλεσε ακόμα μεγαλύτερο «πόνο» στην ελληνική οικονομία, η οποία εξαρτάται από τις εισαγωγές ενέργειας και τροφίμων.
Ο πληθωρισμός αυξήθηκε σε επίπεδα που παρατηρήθηκαν στη δεκαετία του 1990 και μόλις πρόσφατα ο μέσος ρυθμός του φαίνεται να έχει μειωθεί με ορισμένες εξαιρέσεις στα τρόφιμα, που μας θυμίζουν επίπεδα της δεκαετίας του 1980.

Παρά τις δυσκολίες των συνεχώς αυξανόμενων τιμών των βασικών αγαθών σε συνδυασμό με τα περιορισμένα επίπεδα διαθέσιμου εισοδήματος, διαβάζοντας τα επίσημα στατιστικά στοιχεία, φαίνεται ότι η ελληνική οικονομία έχει γυρίσει σελίδα από το 2021 και μετά καταγράφοντας αύξηση του ΑΕΠ κατά 8,1% και στη συνέχεια κατά 5,9% το 2022.
Τα ετήσια στοιχεία δεν είναι ακόμη διαθέσιμα για το 2023, αν και οι εκτιμήσεις δείχνουν θετική ανάπτυξη και μάλιστα υψηλότερη από τις περισσότερες χώρες της Ευρωζώνης.
Σύμφωνα με τη Eurostat “το πραγματικό ακαθάριστο κατά κεφαλήν εισόδημα, προσαρμοσμένο για τις κοινωνικές μεταβιβάσεις σε είδος, αυξήθηκε κατά 1,6% το 2022 καταγράφοντας τη δεύτερη μεγαλύτερη αύξηση στο μέσο όρο της ΕΑ20 που ήταν – 0,9%.
Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, ωστόσο, συγκαλύπτει προβλήματα κατανομής και δεν μπορεί, επομένως, να αποτελέσει αξιόπιστο μέτρο των οικονομικών επιδόσεων.
Όπως υποστηρίχθηκε σε προηγούμενες εκθέσεις Papadimitriou. D. B. et al 2022a, 2022b, η παρέμβαση του δημόσιου τομέα βοήθησε όχι μόνο να διατηρηθεί, αλλά και να ενισχυθεί η κατανάλωση του ιδιωτικού τομέα και εκτιμούμε ότι αυτό συνέβη και το 2023.
Επιπλέον, οι δημόσιες επενδύσεις κυρίως από τα προσωρινά ταμεία ανάκαμψης της ΕΕ επόμενης γενιάς που προορίζονται για έργα φυσικής και κοινωνικής υποδομής, έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη μείωση της ανεργίας -αν και εξακολουθεί να βρίσκεται στο δεύτερο υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ μετά την Ισπανία.
Τα προσωρινά κονδύλια του RRF προορίζονταν για τη στήριξη της οικονομικής ανάκαμψης από την πανδημία και τη δημιουργία οικολογικότερων, πιο ψηφιακών και ανθεκτικών οικονομιών για την αντιμετώπιση των προκλήσεων της κλιματικής αλλαγής και των γεωπολιτικών κινδύνων.
Η Ελλάδα, παρόλο που έχει ανακάμψει από την πανδημία, χρειάζεται να βελτιώσει το σύστημα υγείας και το εκπαιδευτικό της σύστημα, που είναι από τα πιο αδύναμα στην ΕΕ, να διευρύνει τη βάση απασχόλησης, να καθορίσει οικονομικούς τομείς που μπορούν να μειώσουν την εξάρτησή της από τις εισαγωγές, να επιταχύνει τη διαδικασία ψηφιακού μετασχηματισμού και να επικεντρωθεί στην οικολογικοποίηση της οικονομίας της.

Πληθυσμιακή Δυναμική

Η εξέταση της πληθυσμιακής δυναμικής της Ελλάδας αποκαλύπτει την επίδραση όχι μόνο των ποσοστών γεννήσεων και θανάτων, αλλά και σημαντικών μεταναστευτικών προτύπων, υποδεικνύοντας μια σύνθετη εικόνα δημογραφικών μεταβολών.
Η αλληλεπίδραση αυτών των παραγόντων καθορίζει το συνολικό πληθυσμιακό ισοζύγιο, με την καθαρή μεταναστευτική ροή να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο.
Η καθαρή μετανάστευση, η οποία υπολογίζεται αφαιρώντας τη φυσική κίνηση του πληθυσμού (ισοζύγιο γεννήσεων-θανάτων) από τον ετήσιο εκτιμώμενο πληθυσμό, μπορεί να υποδηλώνει είτε εισροή (θετικό ισοζύγιο) είτε έξοδο (αρνητικό ισοζύγιο) ατόμων, χωρίς να προσδιορίζει τον ακριβή αριθμό αυτών που εισέρχονται ή εξέρχονται από τη χώρα.
Από το 1957 έως το 1974, η Ελλάδα παρουσίασε καθαρή μεταναστευτική απώλεια, εκτός από το 1965, τάση που αντιστράφηκε από το 1975 έως το 2009.
Η επιστροφή στην καθαρή εκροή που παρατηρήθηκε από το 2010 έως το 2015 είναι αξιοσημείωτη για διάφορους λόγους: σηματοδότησε την πρώτη διακοπή της εισροής πληθυσμού από το 1974, συνέβη υπό διαφορετικό κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο, που χαρακτηρίζεται από την εντονότερη γήρανση του πληθυσμού σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο και ήταν πιο έντονη σε ετήσια βάση σε σύγκριση με την εκροή πριν από το 1974.
Η κατάσταση άρχισε να βελτιώνεται από το 2016, με την καθαρή μετανάστευση να γίνεται θετική.
Το πρόβλημα της γήρανσης του πληθυσμού της Ελλάδας επιδεινώνεται, ωστόσο, από την ηλικιακή σύνθεση των μεταναστευτικών ροών, ιδίως μετά το 2008.

Διεθνές εμπόριο και ισοζύγιο πληρωμών

Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, για ολόκληρο το 2023, στοιχεία που αφορούν το διεθνές εμπόριο της Ελλάδας μειώθηκαν.
Οι εξαγωγές μειώθηκαν κατά 8,7%, αντιπροσωπεύοντας 4.848,2 εκατ. ευρώ λιγότερα από το προηγούμενο έτος, και οι εισαγωγές μειώθηκαν κατά 13,3%, δηλαδή κατά 12.587,1 εκατ. ευρώ.
Αυτή η εντονότερη μείωση των εισαγωγών είχε ως αποτέλεσμα τη βελτίωση του εμπορικού ελλείμματος κατά 20%, το οποίο ανήλθε σε 7.744,9 εκατ. ευρώ.
Όταν εξαιρούνται τα πετρελαιοειδή, η μείωση του όγκου του εμπορίου είναι λιγότερο σημαντική.
Οι εξαγωγές μειώθηκαν κατά 3%, σε 35.174,2 εκατ. ευρώ το 2023 από 36.245,5 εκατ. ευρώ το 2022.
Οι 10 εισαγωγές μειώθηκαν κατά 4,1%, σε 60.496,6 εκατ. ευρώ το 2023 από 63.054,7 εκατ. ευρώ το 2022.
Κατά συνέπεια, το εμπορικό έλλειμμα παρουσίασε βελτίωση κατά 5,5%, από 26.809,2 εκατ. ευρώ το 2022 σε 25.322,4 εκατ. ευρώ το 2023.
Παρά τη γενική μείωση των εξαγωγικών επιδόσεων σε σύγκριση με το 2022, η Ελλάδα είδε βελτιώσεις σε παραδοσιακούς τομείς όπως τα τρόφιμα, τα μηχανήματα και τα οχήματα, και παρουσίασε αύξηση στα λίπη και τα έλαια, καθώς και στα ποτά και τον καπνό.
Τα τρόφιμα αυξήθηκαν κατά 623,5 εκατ. ευρώ (9,0%), τα μηχανήματα και οχήματα κατά 64,7 εκατ. ευρώ (1,3%), τα ποτά και ο καπνός κατά 127,8 εκατ. ευρώ (11,1%), τα λίπη και έλαια κατά 388,3 εκατ. ευρώ (37,1%) και τα μη ταξινομημένα προϊόντα κατά 452,5 εκατ. ευρώ (293,8%) σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος.
Η ανάλυση της δυναμικής του εμπορίου των τεσσάρων κυριότερων εξαγωγικών αγαθών δείχνει ότι, με εξαίρεση το αλουμίνιο, η χώρα εισάγει σημαντικά περισσότερα από όσα εξάγει για τα τρία άλλα κύρια αγαθά, όπως απεικονίζεται στο Σχήμα 6.
Η ανάλυση προκύπτει από την εξέταση της καθαρής εμπορικής αξίας των εν λόγω αγαθών, ενώ συμπονούμε ότι τα πετρελαιοειδή αθροίζονται με το αργό πετρέλαιο για να παρέχεται μια ολοκληρωμένη επισκόπηση.
Το Σχήμα 9 δείχνει την επιδείνωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών που αρχίζει με τα λουκέτα του Covid-19 και την κατάρρευση των εξαγωγών υπηρεσιών, ενώ συνεχίζεται με την αύξηση των εισαγωγών σε σχέση με το ΑΕΠ και όχι μόνο λόγω των τιμών της ενέργειας.
Υπάρχουν αξιοσημείωτες μηνιαίες βελτιώσεις στη μείωση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών που ξεκινούν από τον Σεπτέμβριο του 2023 και συνεχίζονται έως τον Νοέμβριο του 2023 από τα στοιχεία που παρείχε πρόσφατα η Τράπεζα της Ελλάδος.
Για τον μήνα Νοέμβριο του 2023 το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών ήταν 3,30 δισ. ευρώ από 3,91 δισ. ευρώ τον ίδιο μήνα του 2022
Capture_120.JPG
Προβλέψεις

Οι προβλέψεις του βασικού σεναρίου του Ινστιτούτου Levy αποκαλύπτουν ότι η αύξηση της παραγωγής για το προηγούμενο έτος 2023 θα είναι χαμηλότερη από τις προβλέψεις της κυβέρνησης και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο 1,9%, ενώ το τρέχον έτος και το επόμενο έτος η αύξηση του ΑΕΠ θα είναι 0,7% και 1,7% αντίστοιχα.
Οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών θα συνεχίσουν να αυξάνονται, αλλά θα αντισταθμίζονται κατά κάποιο τρόπο από τις εισαγωγές, ενώ η ιδιωτική κατανάλωση θα επιβραδυνθεί λόγω της πιο περιορισμένης κρατικής στήριξης και της μειωμένης αγοραστικής δύναμης λόγω του αυξημένου επιπέδου τιμών των βασικών αγαθών.
Ο δημόσιος τομέας θα καταγράψει τόσο πρωτογενή όσο και συνολικά πλεονάσματα το 2023 και αυτά θα αυξηθούν περαιτέρω το 2024 και το 2025 μειώνοντας τον λόγο του χρέους προς το ΑΕΠ, αλλά εξακολουθούν να παραμένουν τα υψηλότερα μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωζώνης

Συμπέρασμα

Σύμφωνα με το Levy Institute, παρά τη γεωπολιτική αστάθεια από τους συνεχιζόμενους πολέμους Ουκρανίας-Ρωσίας και Ισραήλ-Γάζας και τα υψηλότερα του αναμενόμενου ποσοστά πληθωρισμού, ιδίως στα βασικά αγαθά, η Ελλάδα κατάφερε να καταγράψει τους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης το 2021 και το 2022 μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωζώνης.
Παρά τη συσσωρευμένη δυναμική, οι ρυθμοί ανάπτυξης, με βάση τα επίσημα στατιστικά στοιχεία του 2023Q3, θα επιβραδυνθούν από το 2023 και θα συνεχιστούν τα επόμενα δύο χρόνια.
«Οι προβλέψεις του Levy Institute για την αύξηση του ΑΕΠ δείχνουν ότι θα είναι 1,9%, 0,7% και 1,7% το 2023 έως το 2025.
Η απαισιοδοξία που αποτυπώνεται οφείλεται στην επιβράδυνση των ιδιωτικών καταναλωτικών δαπανών, στη σημαντική απώλεια παραγωγής λόγω των κλιματικών ζημιών από πλημμύρες και πυρκαγιές και την αδυναμία της κυβέρνησης να διαθέσει οικονομικούς πόρους για την ταχεία αντιμετώπισή τους και στις καθυστερήσεις στην πρόοδο και ολοκλήρωση των έργων υποδομής που χρηματοδοτούνται από ευρωπαϊκά κονδύλια του NGEU.
Οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών θα συνεχίσουν να καταγράφουν αυξήσεις, ιδίως στις δραστηριότητες που σχετίζονται με τον τουρισμό.
Οι πλεονασματικοί προϋπολογισμοί της κυβέρνησης αναμένεται να κλείσουν με πρωτογενή και συνολικά πλεονάσματα, τα οποία σε συνδυασμό με τον σχετικά υψηλό πληθωρισμό θα αυξήσουν το ονομαστικό ΑΕΠ που με τη σειρά του θα βελτιώσει σημαντικά τον λόγο χρέους προς ΑΕΠ.
Τα υψηλότερα φορολογικά έσοδα, άμεσα και έμμεσα και υποβοηθούμενα από τον πληθωρισμό, θα επιβαρύνουν τα εισοδήματα των νοικοκυριών μειώνοντας τις καταναλωτικές δαπάνες, που είναι η κύρια αιτία της μείωσης του ΑΕΠ.
Τα επίσημα στατιστικά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν βελτιώσεις στην καταπολέμηση της ανεργίας, παρόλο που οι εγγεγραμμένοι άνεργοι στην Έκθεση Εργάνη του Υπουργείου Εργασίας (2024) είναι πολύ υψηλότεροι από αυτούς που αναφέρει η ΕΛΣΤΑΤ (2024).
Οι συγκριτικά χαμηλότεροι μισθοί σε συνδυασμό με τα παρατεταμένα ωράρια εργασίας αποτελούν αντικίνητρο για πολλά εξειδικευμένα άτομα που επιλέγουν να μεταναστεύσουν στο εξωτερικό για καλύτερες ευκαιρίες απασχόλησης σε συμφωνία με τις δεξιότητές τους ή να παραμείνουν προσωρινά άνεργοι.
Οι εργοδότες καταφεύγουν στην πρόσληψη μεταναστών και προσφύγων.
Η συνεχιζόμενη διαρροή των πιο οικονομικά παραγωγικών ατόμων αποτελεί μια ανησυχητική τάση, ιδίως στο πλαίσιο της συνολικής δημογραφικής δυναμικής της Ελλάδας, δεδομένης της γήρανσης του πληθυσμού» καταλήγει το Iνστιτούτο…

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας