Ιράν, Ορμούζ, Κίνα και η γεωπολιτική μετάβαση από τη μονοπολικότητα στην
πολυπολικότητα.
Η Μέση Ανατολή εισέρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η παλιά γεωπολιτική
ισορροπία δεν μπορεί πλέον να ερμηνευθεί με τους όρους της μονοπολικής εποχής. Για
δεκαετίες, η αμερικανική ισχύς αποτέλεσε τον βασικό εξωτερικό μηχανισμό διαμόρφωσης
της περιφερειακής τάξης, στηριζόμενη στη στρατιωτική παρουσία, στον έλεγχο των
θαλάσσιων διαύλων, στις συμμαχίες και στην ικανότητα άσκησης πίεσης σε κρίσιμους
περιφερειακούς δρώντες. Η εικόνα αυτή όμως μεταβάλλεται.
Σήμερα, η ισχύς στη Μέση Ανατολή δεν συγκεντρώνεται πλέον σε ένα μόνο κέντρο. Το
Ιράν έχει αναπτύξει μηχανισμούς στρατηγικής άρνησης και ασύμμετρης αποτροπής, η
Κίνα διευρύνει την οικονομική και διπλωματική της παρουσία, ενώ περιφερειακά κράτη
επιδιώκουν μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων και λιγότερη εξάρτηση από έναν
αποκλειστικό εξωτερικό προστάτη. Η γεωγραφία αποκτά ξανά κεντρική σημασία και το
Στενό του Ορμούζ βρίσκεται στην καρδιά αυτής της μεταβολής.
Το κρίσιμο ζήτημα, επομένως, δεν είναι απλώς εάν η Ουάσιγκτον διαθέτει περισσότερη
στρατιωτική ισχύ από την Τεχεράνη. Αυτό είναι εύκολο να απαντηθεί. Το πραγματικό
γεωπολιτικό ερώτημα είναι διαφορετικό: πόσο εύκολα μπορεί η υπέρτερη ισχύς να
μετατραπεί σε πραγματικό πολιτικό και στρατηγικό έλεγχο;
Ένα κράτος μπορεί να διαθέτει αεροπλανοφόρα, βάσεις, αεροπορική υπεροχή και
τεράστιους οικονομικούς πόρους και παρ’ όλα αυτά να αντιμετωπίζει έναν αντίπαλο που
διαθέτει λιγότερα μέσα αλλά περισσότερες δυνατότητες άρνησης. Όταν ένας γεωγραφικός
χώρος μπορεί να επηρεάσει την παγκόσμια ενεργειακή ροή, όταν ένας περιφερειακός δρών
μπορεί να αυξήσει το κόστος μιας στρατιωτικής επέμβασης και όταν άλλοι πόλοι
διαθέτουν εναλλακτικούς διαύλους οικονομικής και διπλωματικής στήριξης, η αριθμητική
της ισχύος παύει να είναι αρκετή.
Εδώ βρίσκεται η ουσία της νέας γεωπολιτικής πραγματικότητας.
Η μονοπολικότητα δεν καταρρέει επειδή εξαφανίστηκε η αμερικανική ισχύς. Ραγίζει
επειδή η αμερικανική ισχύς δεν είναι πλέον η μόνη μορφή ισχύος που καθορίζει τις
επιλογές όλων των υπόλοιπων δρώντων.
Το Ορμούζ, το Ιράν και η αυξανόμενη παρουσία της Κίνας αποτελούν τρία διαφορετικά
σημεία της ίδιας ευρύτερης μετάβασης: από έναν χώρο όπου η εξωτερική υπερδύναμη
μπορούσε να επιβάλλει σε μεγάλο βαθμό τους όρους του παιχνιδιού, προς έναν χώρο όπου
οι περιφερειακές δυνάμεις και οι αναδυόμενοι γεωπολιτικοί πόλοι αποκτούν ολοένα
μεγαλύτερη ικανότητα να αρνούνται, να διαπραγματεύονται και να επιλέγουν.
Και όταν αυξάνονται οι πραγματικές επιλογές των πολλών, περιορίζεται αναπόφευκτα η
δυνατότητα του ενός να καθορίζει μόνος του την πορεία του συστήματος.
Η Μέση Ανατολή γίνεται έτσι ένα από τα σημαντικότερα εργαστήρια της μετάβασης από
τη μονοπολική στην πολυπολική τάξη.
Η Ρωγμή της Μονοπολικής Τάξης
Η αμερικανική παρουσία στη Μέση Ανατολή αποτέλεσε για δεκαετίες έναν από τους
βασικούς πυλώνες της μεταψυχροπολεμικής περιφερειακής αρχιτεκτονικής.
Η στρατιωτική παρουσία, οι συμμαχίες ασφαλείας και ο έλεγχος κρίσιμων θαλάσσιων
διαύλων έδιναν στην Ουάσιγκτον τη δυνατότητα να επηρεάζει αποφασιστικά τις εξελίξεις
στην περιοχή.
Όμως η ισχύς αυτή λειτουργεί πλέον μέσα σε διαφορετικό περιβάλλον.
Το Ιράν έχει αναπτύξει δικές του δυνατότητες αποτροπής και άρνησης. Η Κίνα έχει
αποκτήσει σημαντικό οικονομικό και διπλωματικό βάρος στην περιοχή, ενώ τα κράτη του
Κόλπου επιδιώκουν μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων.
Η αλλαγή δεν σημαίνει ότι η αμερικανική ισχύς εξαφανίστηκε.
Σημαίνει ότι δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική μεταβλητή που καθορίζει τις στρατηγικές
επιλογές των υπόλοιπων δρώντων.
Αυτό είναι το πρώτο ρήγμα στη μονοπολική λογική.
Όταν ένα κράτος μπορεί να αρνηθεί, να διαπραγματευτεί ή να στραφεί σε διαφορετικούς
οικονομικούς και διπλωματικούς εταίρους, η εξωτερική υπεροχή μετατρέπεται από
απόλυτο πλεονέκτημα σε έναν παράγοντα ανάμεσα σε πολλούς.
Η Μέση Ανατολή περνά έτσι από ένα σύστημα κυρίαρχης εξωτερικής διαχείρισης σε ένα
σύστημα αυξανόμενου ανταγωνισμού μεταξύ διαφορετικών κέντρων ισχύος.
Και στο κέντρο αυτής της μετάβασης βρίσκεται το Ιράν.
Όχι επειδή αποτελεί τη μεγαλύτερη δύναμη της περιοχής, αλλά επειδή διαθέτει κάτι που η
γεωπολιτική δεν μπορεί να αγνοήσει:
τη δυνατότητα να αρνηθεί σε έναν ισχυρότερο αντίπαλο την εύκολη μετατροπή της
στρατιωτικής υπεροχής σε πολιτικό αποτέλεσμα.
Το Ιράν και η Στρατηγική της Άρνησης
Το Ιράν δεν χρειάζεται να υπερκεράσει στρατιωτικά τις Ηνωμένες Πολιτείες για να
περιορίσει την ελευθερία κινήσεών τους.
Η βασική ιρανική επιλογή είναι διαφορετική: να καταστήσει την επέμβαση δύσκολη,
δαπανηρή και απρόβλεπτη.
Πυραυλικές δυνατότητες, μη επανδρωμένα συστήματα, παράκτια άμυνα και περιφερειακά
δίκτυα επιτρέπουν στην Τεχεράνη να δημιουργεί πολλαπλά επίπεδα αποτροπής.
Δεν πρόκειται απαραίτητα για δυνατότητα ολοκληρωτικής νίκης απέναντι σε έναν
ισχυρότερο αντίπαλο.
Πρόκειται για δυνατότητα άρνησης του επιθυμητού αποτελέσματος.
Αυτό αλλάζει τη γεωπολιτική εξίσωση.
Η στρατιωτική υπεροχή έχει αξία όταν μπορεί να μετατραπεί σε πολιτικό αποτέλεσμα. Εάν
όμως ο αντίπαλος μπορεί να αυξήσει σημαντικά το κόστος μιας επιχείρησης και να
διατηρήσει τη δυνατότητα αντίδρασης, η υπεροχή παύει να σημαίνει αυτόματα έλεγχο.
Το Ιράν αξιοποιεί εδώ και τη γεωγραφία του.
Βρίσκεται στον Περσικό Κόλπο, δίπλα στο Ορμούζ και μέσα στον ίδιο τον χώρο στον
οποίο θα εξελισσόταν μια περιφερειακή σύγκρουση.
Η Ουάσιγκτον διαθέτει μεγαλύτερη παγκόσμια στρατιωτική εμβέλεια.
Η Τεχεράνη διαθέτει τοπικό στρατηγικό βάθος.
Αυτή είναι η ουσία της ασύμμετρης αποτροπής: ο ισχυρότερος δεν αντιμετωπίζει έναν
αντίπαλο που μπορεί να τον νικήσει συνολικά, αλλά έναν αντίπαλο που μπορεί να του
στερήσει την εύκολη νίκη.
Και όταν η εύκολη νίκη παύει να υπάρχει, ανοίγει χώρος για διαπραγμάτευση.
Η ιρανική στρατηγική, επομένως, δεν βασίζεται στην ισότητα ισχύος. Βασίζεται στην
άρνηση της μονομερούς επιβολής.
Ορμούζ: Η Γεωγραφία Γίνεται Όπλο
Το Στενό του Ορμούζ είναι ένα από τα σημαντικότερα γεωπολιτικά chokepoints του
πλανήτη.
Η σημασία του δεν βρίσκεται στο μέγεθός του, αλλά σε αυτό που συνδέει: τον Περσικό
Κόλπο με τις διεθνείς θαλάσσιες οδούς και τις ενεργειακές αγορές της Ασίας.
Για το Ιράν, αυτή η γεωγραφία αποτελεί στρατηγικό πλεονέκτημα.
Η Τεχεράνη δεν χρειάζεται να ελέγξει ολόκληρη την ενεργειακή αγορά. Η δυνατότητα να
επηρεάσει την ασφάλεια και την ομαλή λειτουργία μιας κρίσιμης θαλάσσιας αρτηρίας
αρκεί για να αυξήσει σημαντικά το κόστος μιας σύγκρουσης.
Εδώ η γεωγραφία μετατρέπεται σε διαπραγματευτική ισχύ.
Η αμερικανική ναυτική παρουσία μπορεί να προσφέρει μεγάλη δυνατότητα προβολής
ισχύος, δεν μπορεί όμως να μετακινήσει το ίδιο το γεωγραφικό σημείο ούτε να εξαλείψει
τη σημασία του.
Αυτό δημιουργεί μια χαρακτηριστική ασυμμετρία.
Ο ένας διαθέτει μεγαλύτερη στρατιωτική ισχύ.
Ο άλλος βρίσκεται δίπλα στο κρίσιμο σημείο.
Και όταν ένα τέτοιο σημείο συνδέεται με την παγκόσμια ενεργειακή και εμπορική
λειτουργία, ακόμη και η δυνατότητα διατάραξης αποκτά στρατηγική αξία.
Το Ορμούζ επομένως δεν είναι απλώς ένας πιθανός χώρος σύγκρουσης.
Είναι ένας χώρος όπου η γεωγραφία περιορίζει την ελευθερία κινήσεων των μεγαλύτερων
δυνάμεων.
Εδώ βρίσκεται η πραγματική γεωπολιτική του Ορμούζ: η θέση μπορεί να γίνει ισχύς, όταν
η θέση αυτή είναι κρίσιμη για ολόκληρο το σύστημα.
Το Νέο Ιρανικό Δόγμα της Προληπτικής Αποτροπής
Η ιρανική στρατηγική φαίνεται να μετακινείται από την απλή λογική των αντιποίνων προς
μια ευρύτερη αντίληψη προληπτικής αποτροπής.
Σε δημόσιες δηλώσεις του Σεπτεμβρίου, Ιρανοί αξιωματούχοι υποστήριξαν ότι η Τεχεράνη
θα μπορούσε να ενεργήσει απέναντι σε μια απειλή πριν αυτή πραγματοποιηθεί.
Η λογική είναι διαφορετική.
Δεν αφορά μόνο το ερώτημα «πώς θα απαντήσουμε σε ένα πλήγμα;», αλλά και το «πότε
θεωρούμε ότι ένα πλήγμα έχει γίνει επικείμενο;»
Αυτό διευρύνει σημαντικά τον χώρο της αποτροπής.
Εάν ένα κράτος θεωρεί ότι μια επίθεση προετοιμάζεται και επιλέγει να κινηθεί πριν αυτή
εκδηλωθεί, τότε η αποτροπή μετατρέπεται από μηχανισμό αντίδρασης σε μηχανισμό
πρόληψης.
Οι σχετικές δηλώσεις όμως δεν αποδεικνύουν από μόνες τους ότι υπάρχει συγκεκριμένη
απόφαση για προληπτικό πλήγμα. Δείχνουν περισσότερο μια στρατηγική αρχή που η
Τεχεράνη αφήνει ανοιχτή.
Και εδώ βρίσκεται το σημαντικότερο στοιχείο.
Η προληπτική αποτροπή αυξάνει τη στρατηγική αυτονομία, επειδή μεταφέρει την
πρωτοβουλία στον ίδιο τον απειλούμενο δρώντα.
Ταυτόχρονα όμως αυξάνει και τον κίνδυνο λανθασμένου υπολογισμού.
Όσο νωρίτερα επιχειρείς να αποτρέψεις μια απειλή, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτά η
εκτίμηση των προθέσεων του αντιπάλου.
Η αλλαγή επομένως δεν είναι απλώς στρατιωτική.
Είναι αλλαγή στον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο η Τεχεράνη αντιλαμβάνεται την αποτροπή:
όχι μόνο ως απάντηση στην επίθεση, αλλά ως προσπάθεια να εμποδίσει την επίθεση πριν
αυτή πραγματοποιηθεί.
Από τα Αντίποινα στην Προληπτική Στρατηγική
Η διαφορά είναι ουσιαστική.
Η κλασική αποτροπή βασίζεται στην απειλή ανταπόδοσης: εάν δεχθώ επίθεση, θα
απαντήσω με τρόπο που θα καταστήσει το κόστος δυσβάσταχτο.
Η προληπτική στρατηγική μεταφέρει το βάρος ένα βήμα νωρίτερα.
Η κρίσιμη στιγμή δεν είναι πλέον η επίθεση, αλλά η διαμόρφωση της πεποίθησης ότι η
επίθεση επίκειται.
Αυτό δημιουργεί ένα διαφορετικό μοντέλο στρατηγικής συμπεριφοράς. Η Τεχεράνη
επιδιώκει να διατηρεί τη δυνατότητα να δράσει πριν ο αντίπαλος αποκτήσει το
πλεονέκτημα του πρώτου πλήγματος.
Έτσι, η αποτροπή συνδέεται άμεσα με την πρωτοβουλία.
Όποιος περιμένει αποκλειστικά να δεχθεί το πρώτο πλήγμα, αποδέχεται ότι ο αντίπαλος θα
καθορίσει τον χρόνο και το σημείο της σύγκρουσης.
Όποιος διατηρεί την επιλογή προληπτικής δράσης, επιχειρεί να διατηρήσει ο ίδιος τον
έλεγχο του χρόνου.
Αυτό όμως δημιουργεί και το μεγαλύτερο πρόβλημα.
Η προληπτική αποτροπή λειτουργεί μόνο όσο η εκτίμηση της απειλής είναι ακριβής.
Ένα λάθος στην εκτίμηση μπορεί να μετατρέψει την αποτροπή σε κλιμάκωση.
Γι’ αυτό η νέα ιρανική λογική δεν αφορά μόνο τη στρατιωτική ισχύ. Αφορά την ικανότητα
της Τεχεράνης να αξιολογεί τις κινήσεις των αντιπάλων, να διατηρεί επιλογές και να
αποφασίζει πότε η αναμονή γίνεται μεγαλύτερος κίνδυνος από την προληπτική δράση.
Από την απάντηση στην επίθεση, λοιπόν, περνάμε στην προσπάθεια ελέγχου της ίδιας της
στιγμής πριν από την επίθεση.
Η Κίνα δεν είναι Απλώς «Σύμμαχος του Ιράν»
Η κινεζική παρουσία στη Μέση Ανατολή δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως απλή προέκταση
της ιρανικής στρατηγικής.
Το Πεκίνο διαθέτει δικά του συμφέροντα: ενεργειακή ασφάλεια, εμπορικές διαδρομές,
οικονομικές σχέσεις και σταθερότητα στον ευρασιατικό χώρο.
Η σχέση με το Ιράν είναι σημαντική, αλλά δεν σημαίνει ταύτιση.
Η Κίνα μπορεί να συνεργάζεται με την Τεχεράνη και ταυτόχρονα να διατηρεί σχέσεις με
τα κράτη του Κόλπου. Αυτό ακριβώς δείχνει τη διαφορετική λογική της κινεζικής
παρουσίας.
Το Πεκίνο δεν χρειάζεται να δημιουργήσει ένα νέο στρατιωτικό μπλοκ απέναντι στην
Ουάσιγκτον.
Χρειάζεται να διευρύνει τον χώρο μέσα στον οποίο μπορεί να ασκεί τη δική του πολιτική.
Εδώ η οικονομική ισχύς αποκτά γεωπολιτική σημασία.
Εάν ένα κράτος διαθέτει πολλαπλούς εμπορικούς, ενεργειακούς και διπλωματικούς
διαύλους, αυξάνει τις επιλογές του και μειώνει την εξάρτησή του από έναν μοναδικό πόλο.
Αυτό είναι και το σημαντικότερο στοιχείο της κινεζικής παρουσίας.
Η Κίνα δεν χρειάζεται να αντικαταστήσει την αμερικανική ισχύ για να συμβάλει στην
πολυπολικότητα. Αρκεί να δημιουργεί έναν ακόμη αυτόνομο άξονα ισχύος μέσα στο ίδιο
γεωπολιτικό σύστημα.
Πακιστάν, Κόλπος και οι Ενδιάμεσοι Χώροι Ισχύος
Η νέα γεωπολιτική εξίσωση δεν διαμορφώνεται μόνο από τις μεγάλες δυνάμεις. Τα κράτη
που βρίσκονται ανάμεσα στους βασικούς πόλους αποκτούν μεγαλύτερη αξία ακριβώς
επειδή μπορούν να μετακινούνται μεταξύ διαφορετικών σχέσεων.
Το Πακιστάν αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η γεωγραφική του θέση συνδέει τον
Περσικό Κόλπο με τη Νότια και Κεντρική Ασία, ενώ οι σχέσεις του με την Κίνα, το Ιράν
και τις αραβικές μοναρχίες του Κόλπου του δίνουν πολλαπλούς διαύλους.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το Πακιστάν εντάσσεται σε ένα ενιαίο αντιδυτικό στρατόπεδο.
Σημαίνει ότι διαθέτει περιθώριο στρατηγικών επιλογών.
Το ίδιο φαινόμενο εμφανίζεται στα κράτη του Κόλπου. Η ασφάλειά τους εξακολουθεί να
συνδέεται στενά με την αμερικανική στρατιωτική παρουσία, αλλά οι οικονομικές και
διπλωματικές τους σχέσεις έχουν διευρυνθεί.
Η διατήρηση σχέσεων με την Κίνα, η συνεργασία με διαφορετικούς περιφερειακούς
δρώντες και η προσπάθεια αποφυγής αποκλειστικής εξάρτησης δημιουργούν μεγαλύτερο
χώρο ελιγμών.
Έτσι, οι ενδιάμεσοι χώροι αποκτούν δική τους γεωπολιτική αξία.
Δεν χρειάζεται να γίνουν μεγάλοι πόλοι. Αρκεί να μην είναι πλέον υποχρεωμένοι να
λειτουργούν ως προεκτάσεις ενός μόνο πόλου.
Και αυτή ακριβώς η αύξηση των επιλογών είναι ένα από τα βασικά σημάδια της
μετάβασης προς ένα πιο πολυπολικό περιφερειακό σύστημα.
Η Αμερικανική Ισχύς και το Πρόβλημα της Ελευθερίας Κινήσεων
Η αμερικανική στρατιωτική υπεροχή παραμένει δεδομένη. Το ζήτημα όμως δεν είναι το
μέγεθος της ισχύος, αλλά η μετατροπή της σε πολιτικό αποτέλεσμα.
Ένας στόλος μπορεί να προβάλει ισχύ. Μια βάση μπορεί να υποστηρίξει επιχειρήσεις.
Κανένα από τα δύο όμως δεν εξασφαλίζει από μόνο του ότι ο αντίπαλος θα αποδεχθεί τους
αμερικανικούς όρους.
Εδώ βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα στην ισχύ και τον έλεγχο.
Η αμερικανική στρατηγική πρέπει να υπολογίζει πλέον περισσότερους παράγοντες: την
ιρανική δυνατότητα άρνησης, τη γεωγραφία του Ορμούζ, τις κινεζικές οικονομικές σχέσεις
και τις αυξανόμενες επιλογές των περιφερειακών κρατών.
Αυτό περιορίζει την ελευθερία κινήσεων χωρίς να εξαλείφει την αμερικανική ισχύ.
Και ακριβώς εδώ βρίσκεται η ασυμμετρία του νέου συστήματος.
Ο ισχυρότερος μπορεί να διαθέτει περισσότερα μέσα, αλλά ο ασθενέστερος μπορεί να
διαθέτει περισσότερους τρόπους να περιορίσει τη χρήση τους.
Η στρατηγική αυτονομία επομένως δεν μετριέται μόνο με το πόση ισχύ διαθέτει ένας
δρών.
Μετριέται και με το πόσες επιλογές μπορεί να διατηρήσει όταν η πίεση αυξάνεται.
Όταν η Αποτροπή Περνά στην Πρωτοβουλία
Η μεταβολή της ιρανικής στρατηγικής γίνεται περισσότερο συγκεκριμένη όταν
εξετάσουμε τις δηλώσεις και τις προειδοποιήσεις που διατυπώθηκαν τον Σεπτέμβριο.
Στις 7 Σεπτεμβρίου, ιρανικά κρατικά μέσα μετέδωσαν δήλωση του Μοχσέν Ρεζαΐ,
σύμφωνα με την οποία η Τεχεράνη θα ενεργήσει απέναντι σε μια απειλή πριν αυτή
πραγματοποιηθεί. Η διατύπωση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή μεταφέρει την
αποτροπή από το επίπεδο της ανταπόδοσης στο επίπεδο της πρόληψης.
Δεν σημαίνει από μόνη της ότι είχε ληφθεί απόφαση για προληπτικό πλήγμα. Δείχνει όμως
ότι η δυνατότητα προληπτικής δράσης παρουσιάζεται ως μέρος της ιρανικής στρατηγικής
σκέψης.
Το ίδιο μήνυμα έγινε εντονότερο στις 20 Σεπτεμβρίου, όταν το Κεντρικό Αρχηγείο
Khatam al-Anbiya προειδοποίησε ότι αμερικανικές βάσεις και κράτη που θα θεωρούνταν
συνεργοί σε μια επίθεση εναντίον του Ιράν θα μπορούσαν να βρεθούν στο στόχαστρο.
Η σημασία αυτής της προειδοποίησης βρίσκεται ακριβώς στη διεύρυνση του γεωγραφικού
πεδίου της αποτροπής.
Η απειλή δεν παρουσιάζεται πλέον αποκλειστικά ως διμερής αντιπαράθεση μεταξύ Ιράν
και Ηνωμένων Πολιτειών. Εάν η Τεχεράνη θεωρεί ότι τρίτες χώρες παρέχουν ουσιαστική
υποστήριξη σε μια επίθεση, αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να τις συμπεριλάβει στη δική
της στρατηγική αντίδραση.
Λίγο αργότερα, εκπρόσωπος των Φρουρών της Επανάστασης δήλωσε ότι μια νέα επίθεση
θα οδηγούσε σε αλλαγή τόσο των χρησιμοποιούμενων όπλων όσο και της γεωγραφίας της
αντίδρασης.
Έτσι διαμορφώνεται ένα διαφορετικό μήνυμα αποτροπής:
η επόμενη σύγκρουση δεν θα διεξαχθεί απαραίτητα με τους ίδιους κανόνες, στο ίδιο
γεωγραφικό πεδίο και με την ίδια κλίμακα που ίσχυαν προηγουμένως.
Αυτό είναι κρίσιμο για τη γεωπολιτική της Μέσης Ανατολής.
Η αποτροπή δεν περιορίζεται πλέον στην απειλή ότι ένα χτύπημα θα προκαλέσει
αντίποινα. Μετατρέπεται σε προσπάθεια να δημιουργηθεί αβεβαιότητα στον αντίπαλο
σχετικά με το πού, πότε και με ποια ένταση θα μπορούσε να εκδηλωθεί η απάντηση.
Στο διαθέσιμο υλικό υπάρχει επίσης αναφορά, από μία μόνο πηγή και χωρίς ανεξάρτητη
επιβεβαίωση, σε υποτιθέμενες πάγιες εντολές για μαζικό πλήγμα στην πηγή μιας
επιβεβαιωμένης επικείμενης επίθεσης. Το στοιχείο αυτό δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως
επιβεβαιωμένο ιρανικό επιχειρησιακό δόγμα.
Ως ένδειξη όμως της στρατηγικής κατεύθυνσης που περιγράφεται, έχει σημασία.
Γιατί εάν η Τεχεράνη επιδιώκει να διατηρεί την επιλογή να πλήξει πριν από την εκδήλωση
μιας επίθεσης, τότε προσπαθεί να μεταφέρει το στρατηγικό βάρος από την αντίδραση στην
πρωτοβουλία.
Και εδώ εμφανίζεται ξανά η βασική αρχή του άρθρου:
Ισχύς → Επιλογές → Ελευθερία κινήσεων → Διαπραγματευτική ικανότητα → Στρατηγική
αυτονομία.
Η προληπτική αποτροπή δεν κάνει το Ιράν ισχυρότερο από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Του
προσφέρει όμως περισσότερες επιλογές σχετικά με το πώς θα αντιδράσει σε μια κρίση.
Και στη γεωπολιτική, η αύξηση των πραγματικών επιλογών μπορεί να έχει μεγαλύτερη
σημασία από την απλή αύξηση της στρατιωτικής ισχύος.
Το κρίσιμο ερώτημα επομένως δεν είναι μόνο ποιος μπορεί να επιτεθεί. Είναι ποιος μπορεί
να επιβάλει στον αντίπαλο μεγαλύτερη αβεβαιότητα σχετικά με το κόστος, τον χρόνο και
τη γεωγραφία της σύγκρουσης.
Το Ορμούζ ως Διαπραγματευτικό Εργαλείο
Η στρατηγική σημασία του Ορμούζ γίνεται ακόμη πιο εμφανής όταν η γεωγραφία
συνδέεται άμεσα με τη διπλωματία.
Στο διαθέσιμο υλικό αναφέρεται ότι ανώτερος Ιρανός αξιωματούχος φέρεται να συνέδεσε
το άνοιγμα του Στενού μέσα σε επτά ημέρες με συγκεκριμένες αμερικανικές κινήσεις:
χαλάρωση της στρατιωτικής πίεσης και άρση του ναυτικού αποκλεισμού. Η ίδια αναφορά
αμφισβητήθηκε από το Fars, επομένως δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως αδιαμφισβήτητη
επίσημη δέσμευση της Τεχεράνης.
Η σημασία της, ωστόσο, βρίσκεται στη λογική που αποτυπώνει.
Το Ορμούζ μετατρέπεται από απλό γεωγραφικό σημείο σε αντικείμενο διαπραγμάτευσης.
Η δυνατότητα επηρεασμού της λειτουργίας του Στενού μπορεί να συνδεθεί με ευρύτερες
πολιτικές απαιτήσεις και να χρησιμοποιηθεί ως μοχλός πίεσης.
Αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή, σύμφωνα με το ίδιο υλικό, οι ιρανικές
απαιτήσεις δεν περιορίζονταν στο Ορμούζ. Περιλάμβαναν τον τερματισμό του ναυτικού
αποκλεισμού, την απελευθέρωση παγωμένων περιουσιακών στοιχείων και την παύση των
εχθροπραξιών σε ολόκληρη την περιοχή.
Εδώ εμφανίζεται μια διαφορετική μορφή ισχύος.
Η Τεχεράνη δεν χρειάζεται να ζητήσει απλώς την υποχώρηση του αντιπάλου. Μπορεί να
συνδέσει διαφορετικά γεωπολιτικά ζητήματα σε μία ενιαία διαπραγματευτική εξίσωση.
Και αυτή ακριβώς είναι η διαφορά μεταξύ στρατιωτικής δυνατότητας και στρατηγικής
αυτονομίας.
Ένα κράτος με περιορισμένη σχετική ισχύ μπορεί να αποκτήσει μεγαλύτερη
διαπραγματευτική βαρύτητα όταν διαθέτει ένα κρίσιμο μέσο το οποίο ο αντίπαλος δεν
μπορεί εύκολα να αγνοήσει.
Το Ορμούζ είναι ένα τέτοιο μέσο.
Η αξία του δεν βρίσκεται μόνο στο εάν το Στενό θα κλείσει ή θα παραμείνει ανοικτό.
Βρίσκεται στο γεγονός ότι η ίδια η δυνατότητα διατάραξης της λειτουργίας του επηρεάζει
τον υπολογισμό όλων των εμπλεκόμενων πλευρών.
Έτσι, η γεωγραφία μετατρέπεται σε διπλωματική ισχύ.
Και εδώ επιστρέφουμε στην κεντρική ιδέα του άρθρου:
Δεν είναι πάντοτε ισχυρότερος εκείνος που διαθέτει περισσότερη ισχύ. Σε ορισμένες
γεωπολιτικές συνθήκες, ισχυρότερος είναι εκείνος που διαθέτει περισσότερες πραγματικές
επιλογές.
Το Ιράν δεν χρειάζεται να ελέγξει ολόκληρη την περιοχή για να αποκτήσει τέτοιες
επιλογές.
Αρκεί να διαθέτει ορισμένα κρίσιμα σημεία στα οποία η δική του γεωγραφία, η
στρατιωτική του δυνατότητα και η διεθνής σημασία τους συναντώνται.
Το Ορμούζ είναι ακριβώς ένα τέτοιο σημείο.
Η Κρίση του Ορμούζ δεν Είναι Μόνο Ιρανική Υπόθεση
Η γεωπολιτική σημασία του Ορμούζ δεν περιορίζεται στη σχέση μεταξύ Ιράν και
Ηνωμένων Πολιτειών. Όσο περισσότερο η λειτουργία του Στενού συνδέεται με την
παγκόσμια ενεργειακή ροή, τόσο περισσότερο μια κρίση εκεί μετατρέπεται σε ζήτημα
ολόκληρου του περιφερειακού και διεθνούς συστήματος.
Στο διαθέσιμο υλικό, αυτή η διάσταση αποτυπώνεται με μια κρίσιμη μετατόπιση: το
πραγματικό ρίσκο δεν αφορά μόνο τα πλοία που διέρχονται από το Ορμούζ, αλλά και τα
κράτη που φιλοξενούν στρατιωτικές εγκαταστάσεις, λιμάνια, αεροδρόμια και ενεργειακές
υποδομές.
Εάν η Τεχεράνη θεωρήσει ότι ένα κράτος του Κόλπου συμμετέχει ουσιαστικά σε μια
εναντίον της επιχείρηση, η γεωγραφία της σύγκρουσης μπορεί να διευρυνθεί πολύ πέρα
από το ίδιο το Στενό.
Αυτό εξηγεί γιατί οι προειδοποιήσεις του Khatam al-Anbiya είχαν ιδιαίτερη σημασία. Η
αναφορά σε αμερικανικές βάσεις και σε κράτη που θα θεωρούνταν συνεργοί μεταφέρει το
κέντρο βάρους από τη θαλάσσια αρτηρία στο σύνολο του περιφερειακού δικτύου
υποστήριξης.
Έτσι, το Ορμούζ δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένας απομονωμένος θαλάσσιος
διάδρομος.
Αποτελεί μέρος ενός μεγαλύτερου γεωπολιτικού συστήματος στο οποίο συνδέονται
βάσεις, λιμάνια, αεροδρόμια, ενεργειακοί τερματικοί σταθμοί και θαλάσσιες οδοί.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ένα ιδιαίτερο στρατηγικό πρόβλημα για τα κράτη του Κόλπου.
Η αμερικανική παρουσία προσφέρει μηχανισμό ασφάλειας, αλλά ταυτόχρονα η ίδια
παρουσία μπορεί να τα καταστήσει μέρος της στρατηγικής εξίσωσης μιας σύγκρουσης που
δεν επιθυμούν να διεξαχθεί στο έδαφός τους.
Εδώ εμφανίζεται ξανά η έννοια της στρατηγικής αυτονομίας.
Για ένα περιφερειακό κράτος, αυτονομία δεν σημαίνει απαραίτητα απομάκρυνση από τις
Ηνωμένες Πολιτείες. Σημαίνει την προσπάθεια να διατηρεί αρκετές επιλογές ώστε μια
σύγκρουση μεταξύ μεγαλύτερων δυνάμεων να μην μετατρέπεται αυτόματα σε δική του
σύγκρουση.
Και αυτό είναι ένα από τα βαθύτερα χαρακτηριστικά της νέας Μέσης Ανατολής.
Τα κράτη του Κόλπου δεν βρίσκονται πλέον απλώς μπροστά στην επιλογή «με ποιον
είσαι;».
Βρίσκονται μπροστά σε ένα πολύ πιο σύνθετο ερώτημα:
πώς διατηρείς τις σχέσεις ασφαλείας με έναν ισχυρό εξωτερικό πόλο, χωρίς να χάνεις τη
δυνατότητα να προστατεύσεις τον δικό σου χώρο όταν οι ανταγωνισμοί των μεγαλύτερων
δυνάμεων κλιμακώνονται;
Το Ορμούζ, επομένως, αποκαλύπτει κάτι μεγαλύτερο από μια πιθανή κρίση ναυσιπλοΐας.
Αποκαλύπτει το πρόβλημα της ελευθερίας κινήσεων μέσα σε ένα σύστημα πολλαπλών
κέντρων ισχύος.
Η Ουάσιγκτον Αντιμέτωπη με το Πρόβλημα της Επιλογής
Το παράδοξο της σημερινής συγκυρίας είναι ότι η αμερικανική υπεροχή δεν εξαφανίζει
την ανάγκη για διαπραγμάτευση. Αντίθετα, η ύπαρξη πολλών ταυτόχρονων παραμέτρων
περιορίζει την ευχέρεια με την οποία η στρατιωτική ισχύς μπορεί να μετατραπεί σε
πολιτική απόφαση.
Στο διαθέσιμο υλικό, η αντίφαση αυτή εμφανίζεται καθαρά. Από τη μία πλευρά, η
Ουάσιγκτον διατηρεί ανοιχτά το ενδεχόμενο στρατιωτικής κλιμάκωσης και ο Ντόναλντ
Τραμπ έχει χρησιμοποιήσει ιδιαίτερα σκληρή ρητορική απέναντι στην Τεχεράνη. Από την
άλλη, δεν καταγράφεται επιβεβαιωμένη αμερικανική απόφαση για μια νέα μεγάλη
επιχείρηση.
Η διαφορά ανάμεσα στην απειλή και στην απόφαση είναι εδώ καθοριστική.
Σύμφωνα με το υλικό, η συνάντηση του Αμπάς Αραγτσί με τον Στιβ Γουίτκοφ στη Νέα
Υόρκη αποτέλεσε την πρώτη γνωστή πρόσωπο με πρόσωπο επαφή των δύο πλευρών μετά
την κατάρρευση της προσωρινής συμφωνίας του Ιουλίου. Η συνάντηση διήρκεσε περίπου
τρεις ώρες και παρουσιάστηκε ως θετική, ενώ αναφέρθηκε ότι θα ακολουθούσαν και νέες
επαφές.
Το γεγονός αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή συνέβη ταυτόχρονα με την έντονη
δημόσια αντιπαράθεση.
Η διπλωματία, δηλαδή, δεν εξαφανίστηκε επειδή αυξήθηκε η στρατιωτική πίεση.
Συνυπάρχει μαζί της.
Αυτό αποκαλύπτει ένα βασικό χαρακτηριστικό της νέας γεωπολιτικής πραγματικότητας: η
στρατιωτική ισχύς δεν οδηγεί πάντοτε σε μία και μοναδική επιλογή. Μπορεί να δημιουργεί
ταυτόχρονα στρατιωτικές, οικονομικές και διπλωματικές συνέπειες που πρέπει να
υπολογιστούν.
Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο σύνθετη από τις αναφορές ότι η ισραηλινή ηγεσία πιέζει
την Ουάσιγκτον για κοινή επιχείρηση πριν από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές, με
τον Οκτώβριο να εμφανίζεται ως κρίσιμο χρονικό σημείο. Το στοιχείο αυτό προέρχεται
από μία μόνο πηγή και δεν επιβεβαιώνεται ανεξάρτητα στο διαθέσιμο υλικό, επομένως δεν
μπορεί να παρουσιαστεί ως δεδομένη αμερικανική απόφαση.
Παράλληλα, αναφέρεται ότι δεν υπήρχαν εμφανείς ενδείξεις αμερικανικής προετοιμασίας
αντίστοιχης με μια επικείμενη μεγάλη επιχείρηση.
Εδώ βρίσκεται το πραγματικό γεωπολιτικό πρόβλημα.
Η Ουάσιγκτον διαθέτει τη δυνατότητα να κλιμακώσει, αλλά η δυνατότητα κλιμάκωσης
δεν ταυτίζεται με την πολιτική επιλογή της κλιμάκωσης.
Κάθε επιλογή μεταβάλλει το περιβάλλον της επόμενης.
Μια επίθεση μπορεί να ενεργοποιήσει την ιρανική προληπτική λογική, να διευρύνει το
γεωγραφικό πεδίο της σύγκρουσης, να αυξήσει τον κίνδυνο για τις αμερικανικές βάσεις
και τις χώρες υποδοχής και να επηρεάσει άμεσα το Ορμούζ και τις ενεργειακές αγορές.
Η μη στρατιωτική επιλογή, από την άλλη πλευρά, απαιτεί διαπραγμάτευση με έναν
αντίπαλο που εξακολουθεί να διαθέτει δικά του μέσα πίεσης.
Έτσι, η αμερικανική ισχύς παραμένει μεγάλη, αλλά η ελευθερία χρήσης αυτής της ισχύος
δεν είναι απεριόριστη.
Και αυτό είναι ακριβώς το σημείο στο οποίο η μονοπολική λογική αρχίζει να συναντά τα
όριά της.
Δεν χρειάζεται ο αντίπαλος να γίνει ισχυρότερος από την υπερδύναμη.
Αρκεί να καταφέρει να αυξήσει τον αριθμό των παραμέτρων που η υπερδύναμη πρέπει να
υπολογίσει πριν αποφασίσει.
Η Διπλωματία των Επτά Ημερών
Η κρίση γύρω από το Ορμούζ αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν η στρατιωτική
πίεση συνδέεται άμεσα με μια συγκεκριμένη διπλωματική πρόταση.
Σύμφωνα με το διαθέσιμο υλικό, ανώτερος Ιρανός αξιωματούχος υποστήριξε ότι η
Τεχεράνη θα μπορούσε να επαναφέρει το Ορμούζ σε λειτουργία μέσα σε επτά ημέρες,
εφόσον η Ουάσιγκτον χαλάρωνε τη στρατιωτική πίεση και ήρε τον ναυτικό αποκλεισμό. Η
σχετική αναφορά αμφισβητήθηκε από το Fars και επομένως πρέπει να αντιμετωπίζεται ως
αναφερόμενη πρόταση και όχι ως απολύτως επιβεβαιωμένη επίσημη δέσμευση.
Ωστόσο, η ίδια η ύπαρξη αυτής της πρότασης εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο
διαπραγμάτευσης.
Στις 22 Σεπτεμβρίου, ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί συναντήθηκε στη
Νέα Υόρκη με τον Αμερικανό απεσταλμένο Στιβ Γουίτκοφ. Η συνάντηση διήρκεσε
περίπου τρεις ώρες και, σύμφωνα με ιρανική κρατική τηλεόραση, πραγματοποιήθηκε μετά
από αμερικανικό αίτημα.
Η σημασία της συνάντησης βρίσκεται στο ότι οι δύο πλευρές συνέχισαν να
διαπραγματεύονται ενώ ταυτόχρονα διατηρούσαν ανοιχτή τη στρατιωτική αντιπαράθεση.
Η Τεχεράνη παρουσίασε συγκεκριμένους όρους για την επαναλειτουργία του Ορμούζ:
άμεση άρση του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού, απελευθέρωση των παγωμένων
ιρανικών περιουσιακών στοιχείων και τερματισμό του πολέμου σε όλα τα μέτωπα.
Εδώ η γεωπολιτική εικόνα γίνεται ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα.
Το Ορμούζ δεν εμφανίζεται πλέον απλώς ως πιθανό πεδίο στρατιωτικής σύγκρουσης.
Εμφανίζεται ως αντικείμενο συναλλαγής μέσα σε μια ευρύτερη πολιτική διαπραγμάτευση.
Η Τεχεράνη ουσιαστικά συνδέει ένα ζήτημα παγκόσμιας ενεργειακής και εμπορικής
σημασίας με ζητήματα που αφορούν τον αποκλεισμό, τα οικονομικά περιουσιακά στοιχεία
και τη συνολική στρατιωτική κατάσταση.
Αυτό είναι ακριβώς το σημείο όπου η γεωγραφία μετατρέπεται σε πολιτική ισχύ.
Η δυνατότητα επηρεασμού ενός κρίσιμου θαλάσσιου περάσματος δεν χρειάζεται να
χρησιμοποιηθεί ως μόνιμο κλείσιμο του Στενού για να αποκτήσει αξία. Αρκεί να αποτελεί
διαθέσιμη επιλογή στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης.
Και η κινεζική θέση ενισχύει αυτή τη διάσταση. Στις 16 Σεπτεμβρίου, ο Wang Yi κάλεσε
Ιράν και Ηνωμένες Πολιτείες να επιστρέψουν στο Μνημόνιο του Islamabad και ζήτησε
την επαναλειτουργία του Ορμούζ, συνδέοντας το ζήτημα με τη σταθερότητα των διεθνών
ενεργειακών μεταφορών και των αλυσίδων εφοδιασμού.
Έτσι, το Ορμούζ αποκτά τρία ταυτόχρονα επίπεδα σημασίας:
στρατιωτικό, επειδή μπορεί να αποτελέσει σημείο αντιπαράθεσης,
οικονομικό, επειδή επηρεάζει τις ενεργειακές και εμπορικές ροές,
και διπλωματικό, επειδή μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως διαπραγματευτικό χαρτί.
Αυτό ακριβώς κάνει τη γεωγραφία τόσο σημαντική στην πολυπολική εποχή.
Δεν χρειάζεται ένα κράτος να ελέγχει ολόκληρο το διεθνές σύστημα. Μπορεί να
αποκτήσει στρατηγικό βάρος εάν ελέγχει, επηρεάζει ή μπορεί να διαταράξει ένα κρίσιμο
σημείο του συστήματος.
Και στο Ορμούζ, η Τεχεράνη διαθέτει ακριβώς αυτό το είδος γεωπολιτικής επιλογής.
Η Αμερικανική Πίεση και το Όριο της Στρατιωτικής Επιλογής
Η αμερικανική στάση απέναντι στο Ιράν παραμένει διττή. Από τη μία πλευρά, η
Ουάσιγκτον διατηρεί ανοιχτή την επιλογή της στρατιωτικής κλιμάκωσης. Από την άλλη, η
διπλωματική οδός παραμένει ενεργή, γεγονός που δείχνει ότι η στρατιωτική υπεροχή δεν
έχει μετατραπεί αυτομάτως σε πολιτική λύση.
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει χρησιμοποιήσει εξαιρετικά σκληρή ρητορική απέναντι στην
Ισλαμική Δημοκρατία, φτάνοντας να δηλώσει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να
την «εξαφανίσουν». Ταυτόχρονα, όμως, έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας
συμφωνίας και έχει συνδέσει τη διπλωματική προοπτική με τις εξελίξεις των επόμενων
εβδομάδων.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και το Pickaxe Mountain, το οποίο εμφανίζεται στο διαθέσιμο
υλικό ως πιθανός στόχος αμερικανικής στρατιωτικής ενέργειας. Η αναφορά ότι η
δραστηριότητα στην εγκατάσταση παρέμενε χαμηλή δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη
ότι δεν υπήρχε προετοιμασία, αλλά έχει σημασία επειδή δεν συνοδευόταν από εμφανείς
ενδείξεις μιας μεγάλης αμερικανικής επιχείρησης.
Το ζήτημα αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα λόγω του χρονικού παράγοντα.
Στο υλικό αναφέρεται ότι η ισραηλινή ηγεσία ασκούσε πίεση προς την Ουάσιγκτον για μια
κοινή επιχείρηση πριν από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές, με τον Οκτώβριο να
εμφανίζεται ως κρίσιμο χρονικό παράθυρο. Η συγκεκριμένη αναφορά προέρχεται από μία
μόνο πηγή και δεν έχει ανεξάρτητη επιβεβαίωση, επομένως δεν μπορεί να θεωρηθεί
δεδομένη αμερικανική απόφαση.
Οι ημερομηνίες, όμως, δημιουργούν ένα σαφές στρατηγικό πλαίσιο: 26 Σεπτεμβρίου, 30
Σεπτεμβρίου, 27 Οκτωβρίου και 3 Νοεμβρίου αποτελούν σημεία στα οποία, σύμφωνα με
το αρχικό υλικό, θα μπορούσαν να επανεκτιμηθούν οι εξελίξεις.
Η 27η Οκτωβρίου αφορά τις ισραηλινές εκλογές, ενώ η 3η Νοεμβρίου τις αμερικανικές
ενδιάμεσες εκλογές. Έτσι, η στρατιωτική διάσταση της κρίσης συνδέεται με ένα
συγκεκριμένο πολιτικό ημερολόγιο.
Αυτό δημιουργεί ένα ιδιαίτερο πρόβλημα για την Ουάσιγκτον.
Μια στρατιωτική επιλογή δεν επηρεάζει μόνο την Τεχεράνη. Μπορεί να επηρεάσει τις
αμερικανικές βάσεις στον Κόλπο, τα κράτη που τις φιλοξενούν, τις ενεργειακές
εγκαταστάσεις, τη λειτουργία του Ορμούζ και τελικά το κόστος μιας ευρύτερης
περιφερειακής σύγκρουσης.
Γι’ αυτό η απουσία επιβεβαιωμένης απόφασης δεν πρέπει να συγχέεται ούτε με αδυναμία
ούτε με αποκλεισμό της στρατιωτικής επιλογής.
Το ουσιαστικό ζήτημα είναι διαφορετικό:
όσο αυξάνονται οι πιθανές συνέπειες μιας στρατιωτικής ενέργειας, τόσο αυξάνεται και ο
αριθμός των παραμέτρων που πρέπει να υπολογίσει αυτός που διαθέτει τη μεγαλύτερη
στρατιωτική ισχύ.
Η αμερικανική ισχύς παραμένει σημαντική. Αυτό που αλλάζει είναι το περιβάλλον μέσα
στο οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί.
Και αυτή είναι ίσως η πιο καθαρή εικόνα της μετάβασης από τη μονοπολική στη νέα
πολυπολική γεωπολιτική: η υπερδύναμη εξακολουθεί να έχει τη δυνατότητα να επιλέξει,
αλλά δεν μπορεί πλέον να αγνοεί τις επιλογές των υπολοίπων.
Η Κίνα και η Πολυπλοκότητα της Νέας Ισορροπίας
Η κρίση του Ορμούζ δεν εξελίσσεται μέσα σε ένα κλειστό αμερικανοϊρανικό σύστημα. Η
Κίνα αποτελεί πλέον έναν αυτόνομο παράγοντα, ο οποίος δεν περιορίζεται στην
υποστήριξη του Ιράν αλλά επιχειρεί να διαμορφώσει το ίδιο το περιβάλλον μέσα στο
οποίο εξελίσσεται η κρίση.
Στις 16 Σεπτεμβρίου, ο Κινέζος υπουργός Εξωτερικών Wang Yi κάλεσε τις πλευρές να
επιστρέψουν στο Μνημόνιο του Islamabad του Ιουνίου, συνδέοντας την αποκλιμάκωση με
την επαναφορά ενός διπλωματικού πλαισίου. Παράλληλα, η κινεζική πλευρά έθεσε ως
σημαντικό ζήτημα την αποκατάσταση της λειτουργίας του Ορμούζ, λόγω της επίδρασής
του στις ενεργειακές μεταφορές και στις διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού.
Η θέση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή η Κίνα δεν αντιμετωπίζει το Ορμούζ
αποκλειστικά ως στρατιωτικό ζήτημα.
Για το Πεκίνο, το Στενό συνδέεται άμεσα με την ενεργειακή ασφάλεια, το εμπόριο και τη
σταθερότητα των ευρασιατικών διαδρομών. Μια παρατεταμένη διατάραξη δεν θα
επηρέαζε μόνο το Ιράν ή τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά θα δημιουργούσε συνέπειες πολύ
πέρα από τον Περσικό Κόλπο.
Αυτό εξηγεί γιατί η κινεζική προσέγγιση δεν ταυτίζεται πλήρως με την ιρανική.
Η Τεχεράνη χρησιμοποιεί τη γεωγραφία του Ορμούζ ως στοιχείο αποτροπής και
διαπραγματευτικής ισχύος. Το Πεκίνο ενδιαφέρεται κυρίως να διατηρήσει ανοικτές τις
ενεργειακές και εμπορικές ροές και να εμποδίσει μια περιφερειακή κρίση να εξελιχθεί σε
ευρύτερη αποσταθεροποίηση.
Έτσι, η Κίνα μπορεί να βρίσκεται ταυτόχρονα σε διάλογο με διαφορετικές πλευρές.
Στο διαθέσιμο υλικό αναφέρεται επίσης ότι το Πεκίνο φέρεται να προσφέρθηκε να
βοηθήσει την Ουάσιγκτον να ασκήσει πίεση στην Τεχεράνη, με αντάλλαγμα
παραχωρήσεις σε ζητήματα αμερικανικών πωλήσεων όπλων προς την Ταϊβάν. Η αναφορά
αυτή προέρχεται από το αρχικό δημοσιογραφικό υλικό και δεν πρέπει να μετατραπεί σε
βεβαιότητα για μια συγκεκριμένη συμφωνία.
Η ίδια η αναφορά όμως αποκαλύπτει κάτι σημαντικό για τη λειτουργία της πολυπολικής
διπλωματίας:
η Κίνα δεν χρειάζεται να επιλέξει ένα στρατόπεδο για να αυξήσει τη γεωπολιτική της
επιρροή.
Μπορεί να διαπραγματεύεται με την Ουάσιγκτον, να διατηρεί σχέσεις με την Τεχεράνη και
ταυτόχρονα να προστατεύει τα δικά της οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα.
Αυτό είναι διαφορετικό από τη λογική των κλειστών μπλοκ.
Η πολυπολικότητα δεν δημιουργεί απαραίτητα δύο ή τρία απόλυτα στρατόπεδα.
Δημιουργεί ένα σύστημα στο οποίο οι σημαντικοί δρώντες μπορούν να συνεργάζονται σε
έναν τομέα, να ανταγωνίζονται σε έναν δεύτερο και να διαπραγματεύονται σε έναν τρίτο.
Γι’ αυτό η κινεζική παρουσία είναι σημαντική για ολόκληρη την υπόθεση του Ορμούζ.
Η Κίνα δεν χρειάζεται να αντικαταστήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες για να περιορίσει τη
μονοπολικότητα. Αρκεί να δημιουργεί έναν επιπλέον αυτόνομο πόλο αποφάσεων, μέσα σε
ένα σύστημα όπου κανένας δρών δεν μπορεί να καθορίζει μόνος του όλες τις μεταβλητές.
Και όσο περισσότερα τέτοια κέντρα υπάρχουν, τόσο περισσότερο η γεωπολιτική
μετατρέπεται από σχέση εντολής σε σχέση διαπραγμάτευσης μεταξύ διαφορετικών πόλων
ισχύος.
Η Στρατιωτική Διάσταση: Όπλα, Προειδοποιήσεις και Νέα Γεωγραφία
Η μετάβαση από την κλασική αποτροπή στην προληπτική λογική δεν αφορά μόνο τις
δηλώσεις της Τεχεράνης. Συνδέεται και με το ερώτημα των στρατιωτικών δυνατοτήτων
που διαθέτει ή φέρεται να αποκτά το Ιράν.
Στο διαθέσιμο υλικό αναφέρεται ότι η Τεχεράνη έχει λάβει προηγμένα οπλικά συστήματα
από την Κίνα και τη Βόρεια Κορέα. Ωστόσο, εδώ απαιτείται αυστηρή διάκριση ανάμεσα
σε όσα έχουν καταγραφεί και σε όσα παραμένουν μη επιβεβαιωμένα.
Για την Κίνα, αναφέρεται ότι τον Ιούλιο υπήρξε συμφωνία του Ιράν για την αγορά
περίπου 300–400 κινεζικών φορητών αντιαεροπορικών εκτοξευτών, μέσω τρίτης χώρας. Η
κινεζική πλευρά χαρακτήρισε την αναφορά αβάσιμη, ενώ και η χώρα που φερόταν ως
ενδιάμεσος σταθμός αρνήθηκε ότι πραγματοποιήθηκε τέτοια μεταφορά.
Η υπόθεση επομένως δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως επιβεβαιωμένη παράδοση κινεζικών
όπλων.
Ακόμη μεγαλύτερη αβεβαιότητα υπάρχει στην περίπτωση της Βόρειας Κορέας. Στο
διαθέσιμο υλικό δεν υπάρχει δημόσιο αποδεικτικό στοιχείο που να επιβεβαιώνει ότι έχουν
πραγματοποιηθεί παραδόσεις βορειοκορεατικών όπλων προς το Ιράν.
Η διάκριση αυτή έχει σημασία επειδή η γεωπολιτική ανάλυση δεν πρέπει να μετατρέπει
μια πληροφορία ή μια αναφορά σε γεγονός απλώς επειδή εξυπηρετεί μια θεωρητική
εικόνα.
Αυτό που μπορεί να εξεταστεί με μεγαλύτερη βεβαιότητα είναι η στρατηγική συνέπεια της
αβεβαιότητας.
Εάν η Τεχεράνη διαθέτει ή αποκτήσει πρόσθετες δυνατότητες αεράμυνας, πυραυλικά
συστήματα ή άλλα μέσα που αυξάνουν το κόστος μιας επίθεσης, τότε η αμερικανική
επιχειρησιακή εξίσωση γίνεται πιο σύνθετη.
Εάν όμως οι σχετικές αναφορές παραμένουν ανεπιβεβαίωτες, τότε η αβεβαιότητα από
μόνη της αποτελεί μέρος του προβλήματος.
Ο αντίπαλος πρέπει να υπολογίσει όχι μόνο όσα γνωρίζει ότι διαθέτει η Τεχεράνη, αλλά
και όσα δεν μπορεί να αποκλείσει ότι διαθέτει.
Αυτό συνδέεται άμεσα με τις προειδοποιήσεις των ιρανικών στρατιωτικών αρχών.
Η δήλωση ότι μια νέα επίθεση θα οδηγούσε σε αλλαγή όπλων και γεωγραφίας της
απάντησης αποκτά μεγαλύτερη σημασία όταν εξετάζεται μαζί με την προειδοποίηση του
Khatam al-Anbiya ότι αμερικανικές βάσεις και κράτη που θεωρούνται συνεργοί θα
μπορούσαν να αποτελέσουν στόχους.
Η στρατηγική λογική είναι συνεπής:
η Τεχεράνη επιδιώκει να καταστήσει αβέβαιο όχι μόνο το αποτέλεσμα μιας επίθεσης, αλλά
και το γεωγραφικό εύρος των συνεπειών της.
Έτσι, το κόστος μιας στρατιωτικής επιχείρησης δεν υπολογίζεται πλέον αποκλειστικά στο
σημείο όπου θα πραγματοποιηθεί το αρχικό πλήγμα.
Επεκτείνεται στις βάσεις, στα λιμάνια, στα αεροδρόμια και στα κράτη που ενδέχεται να
εμπλακούν έμμεσα στη σύγκρουση.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία της ασύμμετρης στρατηγικής.
Το Ιράν δεν χρειάζεται να αποκτήσει στρατιωτική ισοδυναμία με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Χρειάζεται να διατηρεί αρκετές δυνατότητες ώστε κάθε αμερικανική στρατιωτική επιλογή
να συνοδεύεται από περισσότερους υπολογισμούς, περισσότερα πιθανά μέτωπα και
μεγαλύτερη αβεβαιότητα.
Η στρατηγική αυτονομία, επομένως, δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το πόσα όπλα
διαθέτει ένα κράτος.
Εξαρτάται και από το εάν μπορεί να πείσει τον αντίπαλο ότι η χρήση της υπέρτερης ισχύος
του θα έχει κόστος που δεν μπορεί να περιορίσει εκ των προτέρων.
Το Ορμούζ, οι Βάσεις και το Κόστος της Περιφερειακής Επέκτασης
Η μεγαλύτερη στρατηγική συνέπεια της ιρανικής λογικής δεν βρίσκεται μόνο στην
ικανότητα να πληγεί ένας αντίπαλος. Βρίσκεται στην πιθανότητα η σύγκρουση να
επεκταθεί από το αρχικό μέτωπο σε ολόκληρο το δίκτυο που στηρίζει την αμερικανική
παρουσία στον Κόλπο.
Στο διαθέσιμο υλικό, αυτή η εξέλιξη περιγράφεται ως έκθεση των κρατών υποδοχής. Το
πρόβλημα δεν αφορά πλέον μόνο τα αμερικανικά πολεμικά πλοία ή τις επιχειρήσεις στο
Ορμούζ, αλλά και τις βάσεις, τα λιμάνια, τα αεροδρόμια και τους ενεργειακούς
τερματικούς σταθμούς που βρίσκονται σε γειτονικά κράτη.
Αυτό δημιουργεί ένα διαφορετικό είδος στρατηγικού κόστους.
Ένα κράτος του Κόλπου μπορεί να μην συμμετέχει άμεσα σε μια σύγκρουση και παρ’ όλα
αυτά να βρεθεί μέσα σε αυτήν επειδή φιλοξενεί αμερικανικές εγκαταστάσεις ή παρέχει
υποστήριξη στις αμερικανικές επιχειρήσεις.
Η ιρανική προειδοποίηση προς τις αμερικανικές βάσεις και τα κράτη που θεωρούνται
συνεργοί αποκτά έτσι πρακτικό γεωπολιτικό βάρος.
Ταυτόχρονα, το υλικό επισημαίνει ένα κρίσιμο στοιχείο: μέχρι το πρωί της Τρίτης, το Ιράν
δεν είχε πλήξει κράτος υποδοχής για 13 ημέρες.
Αυτό δεν αποδεικνύει ότι η Τεχεράνη αποκλείει μια τέτοια επιλογή. Δείχνει όμως ότι,
μέχρι εκείνο το χρονικό σημείο, υπήρχε μια διαφορά ανάμεσα στη δυνατότητα και στην
πραγματική χρήση της.
Και αυτή η διαφορά είναι ουσιαστική.
Η μη επίθεση σε κράτη υποδοχής μπορεί να διατηρεί ένα επίπεδο περιορισμού της
σύγκρουσης, ενώ ταυτόχρονα αφήνει ανοιχτή την απειλή ότι η κατάσταση θα αλλάξει εάν
η Τεχεράνη θεωρήσει πως μια νέα επίθεση έχει καταστεί επικείμενη.
Έτσι, η στρατηγική αβεβαιότητα λειτουργεί και προς τις δύο κατευθύνσεις.
Η Ουάσιγκτον πρέπει να υπολογίζει το κόστος μιας επίθεσης, ενώ τα κράτη του Κόλπου
πρέπει να υπολογίζουν το κόστος της φιλοξενίας αμερικανικών στρατιωτικών υποδομών
σε περίπτωση γενικευμένης κλιμάκωσης.
Το ίδιο ισχύει και για την ενεργειακή διάσταση.
Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο πόσα βαρέλια πετρελαίου περνούν από το Ορμούζ, αλλά
και πόσα πλοία, τερματικοί σταθμοί και λιμενικές εγκαταστάσεις εξαρτώνται από την
ομαλή λειτουργία ολόκληρου του συστήματος.
Με άλλα λόγια:
το πρόβλημα δεν είναι μόνο τα barrels. Είναι και τα hulls.
Η διατάραξη της ναυσιπλοΐας μπορεί να αυξήσει το κόστος μεταφοράς, να επηρεάσει τα
ασφάλιστρα και να δημιουργήσει αλυσιδωτές επιπτώσεις στις ενεργειακές αγορές ακόμη
και χωρίς πλήρες και παρατεταμένο κλείσιμο του Στενού.
Στο αρχικό υλικό, αυτή η πίεση αποτυπώνεται και στις τιμές: το Brent είχε κινηθεί κοντά
στα 98 δολάρια, μετά από άνοδο άνω του 9% σε τέσσερις συνεδριάσεις, ενώ το Murban
πλησίαζε τα 114 δολάρια και το αμερικανικό diesel τα 6,50 δολάρια.
Οι αριθμοί αυτοί δεν αποτελούν από μόνοι τους απόδειξη ότι το Ορμούζ θα κλείσει.
Δείχνουν όμως πόσο γρήγορα μια περιφερειακή κρίση μπορεί να μετατραπεί σε παγκόσμιο
οικονομικό ζήτημα.
Και η γεωγραφία δεν σταματά στον Περσικό Κόλπο.
Το υλικό συνδέει την πιθανή κρίση στο Ορμούζ και με τη γραμμή της Ερυθράς Θάλασσας
και των Χούθι, δημιουργώντας την εικόνα ενός ευρύτερου συστήματος θαλάσσιων
πιέσεων από τον Περσικό Κόλπο έως τις διαδρομές που οδηγούν προς τη Μεσόγειο.
Έτσι, ένα πλήγμα σε ένα συγκεκριμένο σημείο μπορεί να δημιουργήσει πολλαπλές
συνέπειες σε διαφορετικές θαλάσσιες αρτηρίες.
Και εδώ βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα συμπεράσματα της γεωπολιτικής του
Ορμούζ:
η στρατηγική αξία μιας γεωγραφικής θέσης δεν μετριέται μόνο από το τι μπορεί να
καταστρέψει. Μετριέται και από το πόσα άλλα συστήματα εξαρτώνται από τη συνέχιση
της ομαλής λειτουργίας της.
Το Ορμούζ είναι σημαντικό ακριβώς επειδή συνδέεται με ένα πολύ μεγαλύτερο δίκτυο.
Και όσο περισσότερο αυτό το δίκτυο γίνεται αλληλοεξαρτώμενο, τόσο περισσότερο η
δυνατότητα μιας περιφερειακής δύναμης να διαταράξει ένα κρίσιμο σημείο μετατρέπεται
σε γεωπολιτική διαπραγματευτική ισχύ.
Το Γεωπολιτικό Ρολόι της Κρίσης.
Η εξέλιξη της κρίσης δεν θα κριθεί από ένα μόνο γεγονός. Το διαθέσιμο υλικό εντοπίζει
μια σειρά από δείκτες, οι οποίοι μπορούν να δείξουν προς ποια κατεύθυνση μετακινείται η
κατάσταση.
Ο πρώτος είναι η ίδια η ιρανική παύση πυρός. Εάν διατηρηθεί, δημιουργείται χώρος για
συνέχιση των διαπραγματεύσεων. Εάν διακοπεί απότομα, θα αποτελεί ένδειξη ότι η
Τεχεράνη θεωρεί πως το περιβάλλον ασφαλείας έχει αλλάξει.
Ο δεύτερος είναι μια πιθανή ισραηλινή στρατιωτική ενέργεια πριν από τις 27 Οκτωβρίου.
Το διαθέσιμο υλικό την αντιμετωπίζει ως έναν από τους βασικούς πιθανούς καταλύτες,
ιδιαίτερα εάν μια τέτοια ενέργεια προκαλέσει αμερικανική εμπλοκή.
Ο τρίτος δείκτης είναι η αμερικανική απάντηση στην πρόταση των επτά ημερών. Εάν η
Ουάσιγκτον αποδεχθεί μέρος των ιρανικών όρων ή επιχειρήσει να τους μετατρέψει σε
βάση διαπραγμάτευσης, το Ορμούζ μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός αποκλιμάκωσης.
Εάν απορριφθούν, η στρατιωτική διάσταση αποκτά μεγαλύτερο βάρος.
Τέταρτο σημείο είναι το Pickaxe Mountain. Οποιαδήποτε επιβεβαιωμένη αλλαγή στη
δραστηριότητα γύρω από την εγκατάσταση θα αποκτούσε ιδιαίτερη σημασία, επειδή στο
διαθέσιμο υλικό παρουσιάζεται ως πιθανός στόχος αμερικανικής στρατιωτικής ενέργειας.
Πέμπτος δείκτης είναι η αμερικανική στρατιωτική προετοιμασία. Δεν αρκούν οι δημόσιες
δηλώσεις. Η μετακίνηση δυνάμεων, η αλλαγή στάσης των βάσεων, η προετοιμασία
υποδομών ή άλλες επιχειρησιακές ενδείξεις θα είχαν μεγαλύτερη αναλυτική αξία από τη
ρητορική.
Έκτος είναι η κατάσταση στο ίδιο το Ορμούζ.
Περιστατικά στη ναυσιπλοΐα, αλλαγές στις κινήσεις των εμπορικών πλοίων ή ενδείξεις
αυξημένης στρατιωτικής δραστηριότητας θα μπορούσαν να μετατρέψουν την κρίση από
πολιτική αντιπαράθεση σε άμεσο πρόβλημα θαλάσσιας ασφάλειας.
Έβδομος δείκτης είναι η κινεζική στάση.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά οποιαδήποτε νέα επικοινωνία μεταξύ Πεκίνου και Ουάσιγκτον,
αλλά και το περιεχόμενο μιας ενδεχόμενης επικοινωνίας Τραμπ–Σι. Η Κίνα δεν λειτουργεί
απλώς ως εξωτερικός παρατηρητής. Έχει άμεσο ενδιαφέρον για την ενεργειακή ροή, το
εμπόριο και τη σταθερότητα των διαδρομών που συνδέουν τον Κόλπο με την Ασία.
Τα σημεία αυτά δημιουργούν ένα είδος γεωπολιτικού πίνακα ελέγχου.
Δεν χρειάζεται κάθε ένδειξη να οδηγεί προς την ίδια κατεύθυνση. Αντίθετα, η αξία τους
βρίσκεται στο ότι επιτρέπουν να διαπιστωθεί εάν η κατάσταση μετακινείται προς τη
διαπραγμάτευση, προς μια περιορισμένη συναλλαγή ή προς ένα γεγονός που μπορεί να
προκαλέσει νέα κλιμάκωση.
Οι ημερομηνίες αποκτούν έτσι ιδιαίτερη σημασία: 26 Σεπτεμβρίου, 30 Σεπτεμβρίου, 27
Οκτωβρίου και 3 Νοεμβρίου δεν αποτελούν από μόνες τους προβλέψεις. Είναι χρονικά
σημεία στα οποία μπορούν να επανεκτιμηθούν οι παραπάνω ενδείξεις.
Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο στοιχείο της συγκεκριμένης κρίσης:
η γεωπολιτική μετάβαση δεν αποκαλύπτεται μόνο από τις μεγάλες δηλώσεις.
Αποκαλύπτεται από τις μικρές μεταβολές που δείχνουν ποιος διατηρεί επιλογές όταν το
κόστος της επόμενης κίνησης αυξάνεται.
Τρία Δυνατά Μονοπάτια για την Κρίση
Το διαθέσιμο υλικό καταλήγει σε τρεις βασικές κατευθύνσεις για την εξέλιξη της κρίσης
έως τις αμερικανικές εκλογές της 3ης Νοεμβρίου. Δεν πρόκειται για πρόβλεψη, αλλά για
τρία διαφορετικά σενάρια που εξαρτώνται από το πώς θα κινηθούν οι βασικοί δρώντες και
από το εάν θα εμφανιστεί ένας νέος καταλύτης.
Πρώτο μονοπάτι: Διαπραγμάτευση χωρίς οριστική συμφωνία
Το πρώτο ενδεχόμενο είναι η συνέχιση των επαφών χωρίς να επιτευχθεί πλήρης πολιτική
διευθέτηση.
Η συνάντηση Αραγτσί–Γουίτκοφ, η πρόταση των επτά ημερών για το Ορμούζ και η
κινεζική προσπάθεια επαναφοράς του διπλωματικού πλαισίου δημιουργούν χώρο για
συνομιλίες.
Σε αυτή την περίπτωση, η στρατιωτική ένταση μπορεί να παραμείνει κάτω από το επίπεδο
μιας γενικευμένης σύγκρουσης, ενώ οι δύο πλευρές θα συνεχίσουν να χρησιμοποιούν την
πίεση ως διαπραγματευτικό εργαλείο.
Το Ορμούζ θα παραμείνει έτσι ταυτόχρονα απειλή, μοχλός πίεσης και αντικείμενο
διαπραγμάτευσης.
Δεύτερο μονοπάτι: Μερική συναλλαγή
Το δεύτερο ενδεχόμενο είναι μια περιορισμένη συμφωνία.
Δεν θα απαιτούσε απαραίτητα συνολική επίλυση της αμερικανοϊρανικής αντιπαράθεσης.
Θα μπορούσε να αφορά συγκεκριμένα ζητήματα, όπως τη λειτουργία του Ορμούζ, τη
στρατιωτική πίεση, οικονομικά μέτρα ή περιορισμένη αποκλιμάκωση.
Μια τέτοια εξέλιξη θα επιβεβαίωνε μια βασική αρχή της πολυπολικής διαπραγμάτευσης:
οι αντίπαλοι δεν χρειάζεται να συμφωνούν συνολικά για να μπορούν να ανταλλάσσουν
συγκεκριμένα στρατηγικά οφέλη.
Το Ιράν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τις δυνατότητες άρνησης που διαθέτει για να
εξασφαλίσει παραχωρήσεις, ενώ η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να επιδιώξει περιορισμό της
περιφερειακής έντασης χωρίς να εγκαταλείψει τη συνολική της στρατηγική.
Τρίτο μονοπάτι: Το γεγονός-καταλύτης
Το τρίτο και πιο επικίνδυνο μονοπάτι είναι η εμφάνιση ενός γεγονότος που θα αλλάξει
απότομα τους υπολογισμούς.
Μια ισραηλινή επιχείρηση, ένα πλήγμα στο Pickaxe Mountain, ένα σοβαρό περιστατικό
στο Ορμούζ ή μια λανθασμένη εκτίμηση σχετικά με στρατιωτική ανάπτυξη θα μπορούσαν
να δημιουργήσουν συνθήκες στις οποίες η κλιμάκωση θα αποκτούσε δική της δυναμική.
Σε αυτή την περίπτωση, η κρίση δεν θα εξελισσόταν πλέον αποκλειστικά μέσα από τις
επιλογές που έχουν ήδη υπολογίσει οι κυβερνήσεις.
Η αλληλουχία αντιδράσεων θα μπορούσε να γίνει σημαντικότερη από την αρχική πρόθεση
οποιουδήποτε δρώντος.
Αυτό είναι ιδιαίτερα κρίσιμο για την ιρανική λογική της προληπτικής αποτροπής. Όσο
περισσότερο η Τεχεράνη θεωρεί ότι πρέπει να δράσει πριν από ένα επικείμενο πλήγμα,
τόσο περισσότερο αυξάνεται ο κίνδυνος μια λανθασμένη εκτίμηση να μετατρέψει την
αποτροπή σε πραγματική κλιμάκωση.
Τα τρία μονοπάτια δεν είναι απολύτως ανεξάρτητα.
Μια αποτυχημένη διαπραγμάτευση μπορεί να οδηγήσει σε μερική συναλλαγή. Μια μερική
συναλλαγή μπορεί να καταρρεύσει από ένα νέο περιστατικό. Και ένα γεγονός-καταλύτης
μπορεί, μετά την αρχική κλιμάκωση, να οδηγήσει ξανά σε διαπραγμάτευση.
Γι’ αυτό η κρίση του Ορμούζ δεν μπορεί να αναλυθεί μόνο με όρους ποιος θα κερδίσει.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι ποιος θα διατηρήσει περισσότερες επιλογές όταν το
σύστημα εισέλθει στο επόμενο στάδιο.
Και σε αυτό ακριβώς το σημείο συναντώνται το Ιράν, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Κίνα, το
Ισραήλ και τα κράτη του Κόλπου.
Η κρίση του Ορμούζ δεν αποτελεί επομένως μόνο αντιπαράθεση δύο κρατών.
Αποτελεί δοκιμασία της ίδιας της λειτουργίας μιας πολυπολικής Μέσης Ανατολής.
Η Κρίση του Ορμούζ ως Δοκιμασία της Πολυπολικότητας
Η κρίση του Ορμούζ δείχνει ότι η μετάβαση στην πολυπολικότητα δεν σημαίνει
εξαφάνιση της αμερικανικής ισχύος. Σημαίνει ότι η ισχύς αυτή λειτουργεί πλέον μέσα σε
ένα περιβάλλον όπου Ιράν, Κίνα, Ισραήλ και κράτη του Κόλπου διαθέτουν δικές τους
επιλογές και δικούς τους υπολογισμούς.
Το Ιράν διαθέτει τη γεωγραφία του Ορμούζ και μηχανισμούς στρατηγικής άρνησης. Η
Κίνα διαθέτει οικονομική και διπλωματική επιρροή και συμφέρον στη διατήρηση των
ενεργειακών ροών. Τα κράτη του Κόλπου διαθέτουν τη δική τους ανάγκη να
προστατεύσουν τον χώρο τους, ενώ η Ουάσιγκτον πρέπει να υπολογίζει ταυτόχρονα
στρατιωτικούς, οικονομικούς και πολιτικούς παράγοντες.
Αυτό δημιουργεί ένα σύστημα στο οποίο κανένας δρών δεν μπορεί να αγνοήσει πλήρως
τις επιλογές των υπολοίπων.
Η κρίση επομένως δεν αποτελεί μόνο δοκιμασία της ιρανικής αποτροπής. Αποτελεί
δοκιμασία της ίδιας της μονοπολικής λογικής.
Εάν μια περιφερειακή δύναμη μπορεί να επηρεάζει ένα παγκόσμια κρίσιμο γεωγραφικό
σημείο, εάν μια άλλη δύναμη μπορεί να διαπραγματεύεται ταυτόχρονα με διαφορετικά
στρατόπεδα και εάν τα περιφερειακά κράτη μπορούν να διευρύνουν τις δικές τους σχέσεις,
τότε η ισχύς παύει να μεταφράζεται αυτόματα σε έλεγχο.
Το Ορμούζ γίνεται έτσι όχι μόνο γεωγραφικό chokepoint, αλλά και γεωπολιτικό τεστ της
νέας τάξης.
Η πραγματική μετάβαση δεν βρίσκεται στο ερώτημα ποιος είναι ισχυρότερος.
Βρίσκεται στο ερώτημα ποιος εξακολουθεί να διαθέτει επιλογές όταν όλοι οι υπόλοιποι
αρχίζουν να αποκτούν περισσότερες.
Από το Ορμούζ στη Νέα Γεωπολιτική Αρχιτεκτονική
Το Ορμούζ αποτελεί το σημείο όπου συναντώνται η ιρανική στρατηγική άρνησης, η
αμερικανική στρατιωτική παρουσία, η κινεζική οικονομική και διπλωματική διείσδυση και
τα συμφέροντα των κρατών του Κόλπου.
Γι’ αυτό η σημασία του ξεπερνά την τρέχουσα κρίση. Το Στενό αποκαλύπτει μια ευρύτερη
μεταβολή: η Μέση Ανατολή δεν λειτουργεί πλέον αποκλειστικά μέσα σε μια
αρχιτεκτονική που καθορίζεται από έναν εξωτερικό πόλο.
Το Ιράν δεν χρειάζεται να γίνει υπερδύναμη. Η Κίνα δεν χρειάζεται να δημιουργήσει
στρατιωτικό μπλοκ. Τα κράτη του Κόλπου δεν χρειάζεται να εγκαταλείψουν τις σχέσεις
τους με την Ουάσιγκτον.
Αρκεί όλοι αυτοί οι δρώντες να αποκτούν περισσότερες πραγματικές επιλογές.
Εδώ βρίσκεται η ουσία της στρατηγικής αυτονομίας. Δεν σημαίνει αυτάρκεια ούτε
απομόνωση. Σημαίνει δυνατότητα διατήρησης εναλλακτικών διαύλων όταν αυξάνεται η
πίεση.
Η νέα γεωπολιτική αρχιτεκτονική επομένως δεν δημιουργείται από την αντικατάσταση
ενός ηγεμόνα από έναν άλλον.
Δημιουργείται όταν η ισχύς διαχέεται σε περισσότερα κέντρα και όταν κανένα από αυτά
δεν μπορεί να ελέγξει μόνο του τη γεωγραφία, την ενέργεια, τη στρατιωτική ασφάλεια και
τη διπλωματική διαδικασία.
Το Ορμούζ είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μετάβασης.
Η γεωγραφία δημιουργεί ισχύ, η ισχύς δημιουργεί επιλογές και οι επιλογές δημιουργούν
στρατηγική αυτονομία.
Από εκεί ξεκινά η πολυπολικότητα.
Όταν η Ισχύς δεν Αρκεί για τον Έλεγχο
Η κρίση του Ορμούζ δείχνει τα όρια της μονοπολικής αντίληψης της ισχύος.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να διαθέτουν τεράστια στρατιωτική και οικονομική
ισχύ. Το Ιράν όμως μπορεί να αυξήσει το κόστος μιας επέμβασης, να αξιοποιήσει τη
γεωγραφία του, να επηρεάσει το Ορμούζ και να διατηρήσει ανοιχτές διαφορετικές
επιλογές αντίδρασης.
Η Κίνα, από την άλλη πλευρά, δεν χρειάζεται να συγκρουστεί άμεσα με την Ουάσιγκτον
για να ενισχύσει τη θέση της. Η οικονομική της παρουσία, η διπλωματική της
δραστηριότητα και η δυνατότητα να συνομιλεί με διαφορετικούς δρώντες δημιουργούν
έναν επιπλέον αυτόνομο πόλο.
Το ίδιο ισχύει, σε διαφορετικό επίπεδο, για τα κράτη του Κόλπου και τους υπόλοιπους
περιφερειακούς δρώντες. Όσο περισσότερες επιλογές αποκτούν, τόσο δυσκολότερο
γίνεται για οποιοδήποτε εξωτερικό κέντρο να καθορίζει μόνο του την πορεία ολόκληρης
της περιοχής.
Γι’ αυτό το Ορμούζ είναι κάτι περισσότερο από ένα στενό θαλάσσιο πέρασμα.
Είναι ένα σημείο όπου συναντώνται γεωγραφία, ενέργεια, στρατιωτική ισχύς, αποτροπή,
διπλωματία και στρατηγική αυτονομία.
Και ακριβώς εκεί βρίσκεται το βαθύτερο νόημα της σημερινής μετάβασης.
Η πολυπολικότητα δεν αρχίζει όταν όλοι γίνονται ίσοι. Αρχίζει όταν κανείς δεν μπορεί
πλέον να ελέγχει μόνος του όλες τις επιλογές των υπολοίπων.
Το Ορμούζ είναι ίσως ένα από τα καθαρότερα σημεία όπου αυτή η αλλαγή γίνεται ορατή.
Η ισχύς παραμένει σημαντική.
Αλλά η εποχή στην οποία η ισχύς αρκούσε από μόνη της για να παράγει έλεγχο υποχωρεί.
Και από αυτό ακριβώς το ρήγμα γεννιέται η νέα γεωπολιτική τάξη.
Φίλιππος Μπουράτογλου – Ιστορικός ερευνητής – Εκπαιδετής πολεμικών τεχνών














































