Στο Σταυροδρόμι της Νέας Τάξης: Ιράν, ΗΠΑ και η Αναγέννηση της Πολυπολικής Μέσης Ανατολής.

Από την πολιτική κρίση στην Ουάσιγκτον και τη στρατιωτική κινητοποίηση έως τη διπλωματία του Κατάρ, τον Ορμούζ και τη νέα γεωπολιτική σύγκλιση των μεγάλων και περιφερειακών δυνάμεων.

 

Εισαγωγή

Η Μέση Ανατολή βρίσκεται για ακόμη μία φορά στο επίκεντρο μιας κρίσης που υπερβαίνει κατά πολύ τα γεωγραφικά όρια της περιοχής. Η αντιπαράθεση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν, η στρατιωτική κινητοποίηση στον Περσικό Κόλπο, η αβεβαιότητα γύρω από τα Στενά του Ορμούζ και η παράλληλη διπλωματική δραστηριότητα διαμορφώνουν ένα σκηνικό στο οποίο συγκρούονται πολύ ευρύτερα συμφέροντα.

Το πραγματικό ερώτημα δεν αφορά πλέον μόνο το αν η Ουάσιγκτον και η Τεχεράνη θα οδηγηθούν σε μια νέα φάση στρατιωτικής σύγκρουσης ή αν θα επιτευχθεί μια προσωρινή διπλωματική διευθέτηση. Πίσω από τις άμεσες εξελίξεις διακρίνεται μια βαθύτερη αναμέτρηση για την αρχιτεκτονική της ισχύος στη Μέση Ανατολή και, σε ευρύτερη κλίμακα, για τη μορφή που θα λάβει η διεθνής τάξη τα επόμενα χρόνια.

Για δεκαετίες, η περιοχή αποτέλεσε έναν από τους βασικότερους πυλώνες της αμερικανικής παγκόσμιας στρατηγικής. Ο έλεγχος των ενεργειακών διαδρομών, η στρατιωτική παρουσία, το δίκτυο βάσεων και συμμαχιών και η δυνατότητα παρέμβασης στις περιφερειακές κρίσεις επέτρεψαν στην Ουάσιγκτον να διατηρεί έναν καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις από τον Περσικό Κόλπο έως την Ανατολική Μεσόγειο.

Σήμερα, όμως, αυτή η αρχιτεκτονική αντιμετωπίζει νέες πιέσεις.

Το Ιράν δεν βρίσκεται πλέον αντιμέτωπο μόνο με την άμεση στρατιωτική και οικονομική πίεση των Ηνωμένων Πολιτειών. Η ευρύτερη διεθνής πραγματικότητα έχει αλλάξει. Η Ρωσία και η Κίνα έχουν ενισχύσει τη γεωπολιτική και οικονομική τους παρουσία, ενώ περιφερειακές δυνάμεις, από το Πακιστάν έως τις χώρες του Κόλπου, επιχειρούν να διαμορφώσουν μεγαλύτερα περιθώρια ανεξάρτητης δράσης.

Αυτό δεν σημαίνει ότι έχει ήδη δημιουργηθεί ένα ενιαίο και συμπαγές αντίπαλο στρατόπεδο απέναντι στη Δύση. Μια τέτοια παρουσίαση θα ήταν περισσότερο πολιτική επιθυμία παρά σοβαρή γεωπολιτική ανάλυση. Οι σχέσεις μεταξύ των μεγάλων και περιφερειακών δυνάμεων χαρακτηρίζονται από συγκλίσεις συμφερόντων, αλλά και από σημαντικές αντιθέσεις, ανταγωνισμούς και διαφορετικές στρατηγικές προτεραιότητες.

Ωστόσο, η ίδια η ύπαρξη εναλλακτικών κέντρων ισχύος αλλάζει τους όρους του παιχνιδιού.

Η Μόσχα, το Πεκίνο και η Τεχεράνη δεν αποτελούν απλώς τρεις χώρες με περιστασιακές κοινές θέσεις. Βρίσκονται, η καθεμία με τους δικούς της στόχους και περιορισμούς, απέναντι σε μια διεθνή αρχιτεκτονική στην οποία η αμερικανική στρατιωτική και οικονομική ισχύς αποτέλεσε για δεκαετίες τον βασικό μηχανισμό επιβολής των παγκόσμιων συσχετισμών. Η προσπάθεια δημιουργίας νέων οικονομικών, ενεργειακών και διπλωματικών δικτύων αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης διαδικασίας αναδιάταξης.

Στο επίκεντρο αυτής της διαδικασίας βρίσκεται η Μέση Ανατολή.

Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα στρατηγικά σημεία του πλανήτη. Κάθε ένταση στην περιοχή μπορεί να επηρεάσει τις διεθνείς ενεργειακές αγορές, τη ναυσιπλοΐα και την παγκόσμια οικονομία. Για τον λόγο αυτό, η σύγκρουση γύρω από το Ιράν δεν αφορά αποκλειστικά τις χώρες που βρίσκονται στις ακτές του Περσικού Κόλπου. Αφορά την Ευρώπη, την Ασία και κάθε οικονομία που εξαρτάται από τη σταθερότητα των μεγάλων ενεργειακών και εμπορικών διαδρόμων.

Την ίδια στιγμή, η στρατιωτική κινητοποίηση συνυπάρχει με μια έντονη διπλωματική δραστηριότητα. Οι δίαυλοι επικοινωνίας δεν έχουν εξαφανιστεί. Αντίθετα, συνεχίζουν να λειτουργούν παράλληλα με τις στρατιωτικές απειλές και τις κινήσεις αποτροπής. Το Κατάρ, περιφερειακές δυνάμεις και άλλοι διεθνείς παράγοντες επιχειρούν να διατηρήσουν ανοιχτούς διαύλους, ενώ οι δημόσιες δηλώσεις των εμπλεκομένων συχνά αποκαλύπτουν μόνο ένα μέρος των πραγματικών διαπραγματεύσεων.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η διάκριση ανάμεσα στο επιβεβαιωμένο γεγονός, στην επίσημη θέση, στην ανεπιβεβαίωτη πληροφορία και στη γεωπολιτική εκτίμηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η σημερινή κρίση συνοδεύεται από μεγάλο όγκο πληροφοριών, ισχυρισμών και προβλέψεων. Ορισμένα στοιχεία έχουν δημόσια επιβεβαιωθεί. Άλλα αποτελούν επίσημες δηλώσεις των εμπλεκομένων κυβερνήσεων και πρέπει να αντιμετωπίζονται ως τέτοιες. Υπάρχουν επίσης πληροφορίες που κυκλοφορούν ευρέως αλλά δεν έχουν ακόμη ανεξάρτητα επιβεβαιωθεί.

Η πραγματικότητα, όμως, δεν γίνεται λιγότερο σημαντική επειδή περιβάλλεται από αβεβαιότητα. Αντίθετα, η ίδια η αβεβαιότητα αποτελεί πλέον μέρος της σύγκρουσης. Η στρατηγική αποτροπή δεν ασκείται μόνο με στρατούς, πυραύλους και αεροπλανοφόρα. Ασκείται και με δηλώσεις, πληροφορίες, διαρροές, αμφισημίες και την καλλιέργεια της αβεβαιότητας γύρω από τις πραγματικές προθέσεις κάθε πλευράς.

Η σημερινή Μέση Ανατολή βρίσκεται, επομένως, σε ένα ιστορικό σταυροδρόμι.

Από τη μία πλευρά βρίσκεται η προσπάθεια διατήρησης μιας περιφερειακής αρχιτεκτονικής στην οποία η αμερικανική στρατιωτική ισχύς εξακολουθεί να αποτελεί τον τελικό εγγυητή της τάξης πραγμάτων. Από την άλλη, αναπτύσσονται σταδιακά νέες σχέσεις, νέοι οικονομικοί διάδρομοι και νέες διπλωματικές συνεργασίες, μέσα από τις οποίες κράτη επιχειρούν να περιορίσουν την εξάρτησή τους από ένα και μόνο κέντρο ισχύος.

Το αποτέλεσμα αυτής της μετάβασης δεν είναι προκαθορισμένο.

Η κρίση μπορεί να οδηγηθεί σε μια προσωρινή διπλωματική αποκλιμάκωση. Μπορεί να συνεχιστεί ως μια παρατεταμένη σύγκρουση περιορισμένης έντασης. Μπορεί επίσης, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να εξελιχθεί σε μια πολύ ευρύτερη περιφερειακή αναμέτρηση με συνέπειες που θα ξεπεράσουν κατά πολύ τα σύνορα του Ιράν.

Αυτό που είναι ήδη σαφές είναι ότι η Μέση Ανατολή δεν αποτελεί πλέον απλώς ένα πεδίο στο οποίο οι μεγάλες δυνάμεις επιβάλλουν μονομερώς τη θέλησή τους. Οι περιφερειακοί παράγοντες διαθέτουν μεγαλύτερη δυνατότητα παρέμβασης, νέες συμμαχίες διαμορφώνονται και η ίδια η διεθνής κατανομή ισχύος βρίσκεται σε διαδικασία μετασχηματισμού.

Η αντιπαράθεση ΗΠΑ και Ιράν πρέπει, επομένως, να εξεταστεί μέσα σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο.

Γιατί πίσω από κάθε στρατιωτική ανάπτυξη, κάθε διπλωματική πρόταση και κάθε κίνηση στα Στενά του Ορμούζ βρίσκεται ένα μεγαλύτερο ερώτημα:

Μπορεί η παλαιά μονοπολική αρχιτεκτονική να διατηρήσει τον έλεγχο μιας περιοχής που μετατρέπεται σταδιακά σε πεδίο ανταγωνισμού πολλών κέντρων ισχύος ή βρισκόμαστε ήδη στην αρχή μιας νέας, πολυπολικής Μέσης Ανατολής;

 

Κεφάλαιο 1. Οι αμερικανικές εκλογές και η πολιτική διάσταση της σύγκρουσης με το Ιράν

Η σύγκρουση με το Ιράν δεν εξελίσσεται πλέον αποκλειστικά στα στρατιωτικά επιτελεία, στους διπλωματικούς διαύλους και στα νερά του Περσικού Κόλπου. Ένα νέο και ιδιαίτερα σημαντικό μέτωπο έχει διαμορφωθεί στο εσωτερικό των ίδιων των Ηνωμένων Πολιτειών. Η πολιτική αναδιάταξη που ακολούθησε τις αμερικανικές εκλογές δημιουργεί νέα δεδομένα για την Ουάσιγκτον και ενδέχεται να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο θα εξελιχθεί η αντιπαράθεση με την Τεχεράνη.

Η αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών στο Κογκρέσο δεν σημαίνει αυτομάτως ότι η αμερικανική στρατηγική απέναντι στο Ιράν πρόκειται να ανατραπεί. Η εξωτερική πολιτική και, ιδιαίτερα, η χρήση της στρατιωτικής ισχύος παραμένουν σε μεγάλο βαθμό πεδία στα οποία η αμερικανική προεδρία διαθέτει σημαντικές δυνατότητες πρωτοβουλίας. Παρ’ όλα αυτά, η πολιτική πραγματικότητα στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών μπορεί να περιορίσει τη διάρκεια, το οικονομικό κόστος και την πολιτική βιωσιμότητα μιας παρατεταμένης σύγκρουσης.

Το γεγονός ότι οι Δημοκρατικοί απέκτησαν τον έλεγχο του Κογκρέσου αποτελεί μια σημαντική μεταβολή στο εσωτερικό πολιτικό περιβάλλον της Ουάσιγκτον. Ωστόσο, η μεταβολή αυτή δεν συνεπάγεται άμεση μεταβίβαση της πολιτικής ισχύος ούτε δημιουργεί από μόνη της έναν μηχανισμό που θα μπορούσε να τερματίσει άμεσα τις στρατιωτικές επιχειρήσεις ή να εμποδίσει κάθε νέα ενέργεια της εκτελεστικής εξουσίας.

Η νέα κοινοβουλευτική πραγματικότητα αποκτά πλήρη θεσμική σημασία με την έναρξη της νέας περιόδου του Κογκρέσου στις 3 Ιανουαρίου. Μέχρι τότε, η αμερικανική προεδρία διατηρεί σημαντικά περιθώρια κινήσεων, ιδιαίτερα σε ζητήματα άμεσης στρατιωτικής και εξωτερικής πολιτικής. Αυτό σημαίνει ότι η περίοδος που μεσολαβεί δεν μπορεί να θεωρηθεί πολιτικά ουδέτερη.

Αντίθετα, αποτελεί ένα χρονικό διάστημα κατά το οποίο η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να διαθέτει τη δυνατότητα να διαμορφώσει νέα δεδομένα στην περιοχή πριν από την πλήρη ενεργοποίηση των νέων κοινοβουλευτικών συσχετισμών.

Η πολιτική πίεση και το κόστος της σύγκρουσης

Η αντιπαράθεση με το Ιράν έχει πλέον αποκτήσει σαφέστερη εσωτερική πολιτική διάσταση στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί, ένα σημαντικό τμήμα της αμερικανικής κοινής γνώμης αντιμετωπίζει αρνητικά ή με αυξανόμενη επιφύλαξη την πολιτική της Ουάσιγκτον απέναντι στην Τεχεράνη.

Η σημασία αυτής της εξέλιξης δεν βρίσκεται μόνο στα δημοσκοπικά ποσοστά. Βρίσκεται κυρίως στο γεγονός ότι μια εξωτερική στρατιωτική σύγκρουση, η οποία αρχικά μπορεί να παρουσιαστεί ως ζήτημα εθνικής ασφάλειας ή αποτροπής, μετατρέπεται σταδιακά σε εσωτερικό πολιτικό πρόβλημα.

Κάθε παρατεταμένη στρατιωτική επιχείρηση έχει κόστος. Το κόστος αυτό είναι οικονομικό, στρατιωτικό και πολιτικό. Η χρηματοδότηση των επιχειρήσεων, η πιθανότητα απωλειών, η αύξηση των τιμών της ενέργειας και η γενικότερη αβεβαιότητα που προκαλεί μια κρίση στον Περσικό Κόλπο μπορούν να επηρεάσουν άμεσα την πολιτική συζήτηση στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ο ίδιος ο Πρόεδρος αναγνώρισε δημόσια ότι το ζήτημα του Ιράν είχε πολιτική επίδραση στο εκλογικό αποτέλεσμα. Η παραδοχή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι δείχνει ότι η σύγκρουση δεν αντιμετωπίζεται πλέον αποκλειστικά ως ένα εξωτερικό ζήτημα ασφάλειας. Έχει εισέλθει στον πυρήνα της αμερικανικής πολιτικής αντιπαράθεσης.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η πολιτική πίεση οδηγεί αναγκαστικά σε άμεση αποκλιμάκωση.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ιστορικά αποδείξει ότι η εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση δεν αποκλείει τη συνέχιση στρατιωτικών επιχειρήσεων. Η εκτελεστική εξουσία μπορεί να αξιοποιήσει τις προεδρικές της αρμοδιότητες, ενώ μια κυβέρνηση μπορεί να θεωρήσει ότι η επίδειξη αποφασιστικότητας στο εξωτερικό αποτελεί πολιτικά προτιμότερη επιλογή από μια υποχώρηση που θα παρουσιαζόταν ως στρατηγική ήττα.

Επομένως, η πολιτική μεταβολή στην Ουάσιγκτον δεν πρέπει να ερμηνευθεί μηχανιστικά ως εγγύηση ειρήνης.

Μπορεί, όμως, να επηρεάσει αποφασιστικά τη διάρκεια και την ένταση μιας παρατεταμένης σύγκρουσης.

Το ζήτημα της χρηματοδότησης

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά και το ζήτημα της χρηματοδότησης της αμερικανικής κυβέρνησης. Η σχετική προθεσμία που λήγει στις 11 Δεκεμβρίου δημιουργεί ένα ακόμη πιθανό πολιτικό σημείο πίεσης.

Η χρηματοδότηση του κρατικού μηχανισμού και των στρατιωτικών δραστηριοτήτων αποτελεί παραδοσιακά ένα από τα σημαντικότερα μέσα μέσω των οποίων το Κογκρέσο μπορεί να ασκήσει πολιτική επιρροή στην εκτελεστική εξουσία. Υπάρχουν, επομένως, πολιτικές εκτιμήσεις σύμφωνα με τις οποίες η χρηματοδοτική διαδικασία θα μπορούσε να μετατραπεί σε πεδίο αντιπαράθεσης σχετικά με την πολιτική απέναντι στο Ιράν.

Ωστόσο, δεν υπάρχει μέχρι στιγμής επιβεβαιωμένη απόφαση ότι η χρηματοδότηση θα συνδεθεί υποχρεωτικά με περιορισμούς στις στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Αυτό αποτελεί σημαντική διάκριση.

Υπάρχει πολιτική δυνατότητα να χρησιμοποιηθεί η χρηματοδότηση ως μέσο πίεσης. Δεν υπάρχει, όμως, δεδομένο που να επιτρέπει να παρουσιαστεί μια τέτοια εξέλιξη ως ήδη αποφασισμένη.

Η πολιτική σύγκρουση μπορεί να εκδηλωθεί μέσα από νομοθετικές πρωτοβουλίες, περιορισμούς χρηματοδότησης ή προσπάθειες αύξησης του κοινοβουλευτικού ελέγχου. Από την άλλη πλευρά, ο Πρόεδρος έχει ήδη δηλώσει ότι είναι διατεθειμένος να χρησιμοποιήσει το δικαίωμα βέτο απέναντι σε πρωτοβουλίες που θα επιχειρήσουν να περιορίσουν τις επιλογές της εκτελεστικής εξουσίας.

Έτσι, η αντιπαράθεση γύρω από το Ιράν μπορεί να μεταφερθεί σταδιακά από τα στρατιωτικά πεδία και τις διπλωματικές αίθουσες στο ίδιο το θεσμικό σύστημα των Ηνωμένων Πολιτειών.

Μπορεί το Κογκρέσο να περιορίσει τον πόλεμο;

Το ερώτημα αυτό βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της πολιτικής συζήτησης.

Θεωρητικά, το Κογκρέσο διαθέτει σημαντικά μέσα επιρροής. Μπορεί να ελέγξει τη χρηματοδότηση, να προωθήσει νομοθετικές πρωτοβουλίες και να ασκήσει πολιτική πίεση στην εκτελεστική εξουσία. Στην πράξη, όμως, η δυνατότητα αυτή εξαρτάται από τον συσχετισμό δυνάμεων, τη στάση των πολιτικών κομμάτων και την ικανότητα του Προέδρου να αξιοποιήσει τις θεσμικές του αρμοδιότητες.

Η νέα πολιτική πραγματικότητα μπορεί, επομένως, να περιορίσει μια μακρόχρονη και δαπανηρή σύγκρουση, χωρίς να μπορεί απαραίτητα να αποτρέψει κάθε στρατιωτική κίνηση.

Αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη διάκριση για την κατανόηση της σημερινής κατάστασης.

Άλλο πράγμα είναι η ικανότητα μιας κυβέρνησης να πραγματοποιήσει ένα περιορισμένο πλήγμα ή μια σύντομη στρατιωτική επιχείρηση και άλλο η δυνατότητα να διατηρήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα μια εκτεταμένη πολεμική εκστρατεία απέναντι σε μια χώρα όπως το Ιράν.

Η δεύτερη επιλογή απαιτεί όχι μόνο στρατιωτική υπεροχή αλλά και πολιτική αντοχή.

Και ακριβώς εκεί εμφανίζεται η νέα δυσκολία για την Ουάσιγκτον.

Η εκλογική αναμέτρηση ως γεωπολιτικός παράγοντας

Συχνά οι γεωπολιτικές αναλύσεις αντιμετωπίζουν τις μεγάλες δυνάμεις σαν να λειτουργούν μέσα σε ένα πολιτικό κενό. Στην πραγματικότητα, όμως, η εξωτερική πολιτική συνδέεται άμεσα με τις εσωτερικές ισορροπίες.

Μια υπερδύναμη μπορεί να διαθέτει αεροπλανοφόρα, βάσεις, πυραυλικά συστήματα και παγκόσμιο δίκτυο στρατιωτικών δυνατοτήτων. Δεν μπορεί, όμως, να αγνοεί για πάντα το πολιτικό κόστος των επιλογών της.

Η αμερικανική κρίση γύρω από το Ιράν εξελίσσεται, επομένως, σε δύο παράλληλα επίπεδα.

Το πρώτο βρίσκεται στη Μέση Ανατολή, όπου συγκρούονται στρατιωτικές δυνατότητες, περιφερειακές συμμαχίες και ενεργειακά συμφέροντα.

Το δεύτερο βρίσκεται στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών, όπου η πολιτική αντιπαράθεση μπορεί να καθορίσει τα όρια μιας μακρόχρονης στρατηγικής.

Αυτά τα δύο επίπεδα αλληλοσυνδέονται.

Όσο αυξάνεται η διάρκεια και το κόστος της κρίσης, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η πολιτική της σημασία στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών. Και όσο μεγαλύτερη γίνεται η εσωτερική πολιτική πίεση, τόσο δυσκολότερο μπορεί να καταστεί για την Ουάσιγκτον να διατηρήσει μια μακρόχρονη στρατιωτική εμπλοκή.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η αμερικανική στρατηγική βρίσκεται σε αδιέξοδο. Σημαίνει, όμως, ότι η δυνατότητα άσκησης ισχύος δεν είναι ανεξάρτητη από το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ασκείται.

Ένα νέο χρονικό παράθυρο

Η περίοδος ανάμεσα στην εκλογική αναμέτρηση, τη λήξη της χρηματοδοτικής προθεσμίας και την πλήρη έναρξη της νέας κοινοβουλευτικής περιόδου δημιουργεί ένα ιδιαίτερο πολιτικό χρονικό παράθυρο.

Μέσα σε αυτό το διάστημα μπορούν να εξελιχθούν παράλληλα δύο αντίθετες διαδικασίες.

Από τη μία πλευρά, μπορεί να ενισχυθεί η διπλωματική προσπάθεια για αποκλιμάκωση, καθώς μια παρατεταμένη σύγκρουση γίνεται πολιτικά όλο και πιο δύσκολη.

Από την άλλη, η εκτελεστική εξουσία μπορεί να επιχειρήσει να διαμορφώσει νέα στρατιωτικά και γεωπολιτικά δεδομένα πριν οι νέοι πολιτικοί συσχετισμοί αποκτήσουν πλήρη θεσμική ισχύ.

Ποια από τις δύο αυτές κατευθύνσεις θα επικρατήσει δεν μπορεί ακόμη να θεωρηθεί δεδομένο.

Η εκλογική αλλαγή στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν τερματίζει από μόνη της την κρίση με το Ιράν. Αλλά εισάγει έναν νέο παράγοντα στην εξίσωση: το εσωτερικό πολιτικό κόστος της εξωτερικής στρατιωτικής στρατηγικής.

Και αυτός ο παράγοντας μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικός.

Γιατί η επόμενη φάση της σύγκρουσης δεν θα εξαρτηθεί μόνο από το τι μπορούν να κάνουν οι στρατοί και οι στόλοι στον Περσικό Κόλπο. Θα εξαρτηθεί επίσης από το πόσο μακριά μπορεί να φτάσει πολιτικά η Ουάσιγκτον, πόσο κόστος είναι διατεθειμένη να αναλάβει και κατά πόσο η αμερικανική κοινωνία και το πολιτικό σύστημα θα αποδεχθούν μια νέα, μακρόχρονη περιπέτεια στη Μέση Ανατολή.

Με αυτόν τον τρόπο, η μάχη για τη Νέα Μέση Ανατολή αρχίζει να αποκτά ένα δεύτερο, λιγότερο ορατό αλλά εξίσου κρίσιμο μέτωπο: το πολιτικό μέτωπο μέσα στις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες.

 

Κεφάλαιο 2. Η αμερικανική στρατιωτική προετοιμασία και ο παράγοντας των αεροπλανοφόρων

Εάν το πρώτο μέτωπο της κρίσης βρίσκεται στο εσωτερικό πολιτικό σύστημα των Ηνωμένων Πολιτειών, το δεύτερο βρίσκεται στη θάλασσα, στον αέρα και στο ευρύτερο στρατιωτικό περιβάλλον της Μέσης Ανατολής. Η συγκέντρωση αμερικανικών ναυτικών και αεροπορικών δυνάμεων γύρω από το Ιράν αποτελεί μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις της σημερινής κρίσης, όχι μόνο λόγω του μεγέθους της, αλλά κυρίως λόγω του στρατηγικού μηνύματος που εκπέμπει.

Η παρουσία αεροπλανοφόρων, πολεμικών πλοίων, αμφίβιων δυνάμεων, μαχητικών αεροσκαφών, αεροσκαφών ανεφοδιασμού και συστημάτων επιτήρησης δημιουργεί μια στρατιωτική συγκέντρωση ικανή να υποστηρίξει πολλαπλές επιχειρησιακές επιλογές. Η ίδια η συγκέντρωση αυτή, όμως, δεν απαντά από μόνη της στο σημαντικότερο ερώτημα: έχει ληφθεί πολιτική απόφαση για μια νέα μεγάλης κλίμακας επίθεση ή η στρατιωτική ανάπτυξη χρησιμοποιείται πρωτίστως ως εργαλείο αποτροπής και πολιτικής πίεσης;

Η διάκριση αυτή είναι θεμελιώδης.

Στη σύγχρονη στρατηγική, η ανάπτυξη στρατιωτικής ισχύος δεν αποτελεί αποκλειστικά προετοιμασία για πόλεμο. Μπορεί να αποτελεί ταυτόχρονα μέσο πίεσης στις διαπραγματεύσεις, επίδειξη αποφασιστικότητας, προετοιμασία για πιθανή κλιμάκωση και προσπάθεια αποτροπής της αντίπαλης πλευράς.

Αυτό ακριβώς είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει να εξεταστεί η αμερικανική στρατιωτική κινητοποίηση.

Η συγκέντρωση των αεροπλανοφόρων

Οι αναφορές για την ανάπτυξη ενός τρίτου αμερικανικού αεροπλανοφόρου στην ευρύτερη περιοχή του Ιράν αποτέλεσαν ένα από τα σημαντικότερα στρατιωτικά δεδομένα της κρίσης. Η αποστολή του αεροπλανοφόρου USS Theodore Roosevelt και της ομάδας μάχης που το συνοδεύει προστέθηκε σε μια ήδη ιδιαίτερα ισχυρή αμερικανική παρουσία.

Παράλληλα με τις ναυτικές δυνάμεις, αναπτύχθηκαν ή κινήθηκαν προς την περιοχή πρόσθετες δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένων αμφίβιων σχηματισμών και χιλιάδων στρατιωτικών και ναυτικών.

Οι διαθέσιμες πληροφορίες έδειχναν ότι η αμερικανική στρατιωτική παρουσία μπορούσε να φτάσει σε ένα επίπεδο ιδιαίτερα υψηλής συγκέντρωσης, με έως και τρεις ομάδες μάχης αεροπλανοφόρων και επιπλέον αμφίβιες δυνάμεις να βρίσκονται στην ευρύτερη επιχειρησιακή περιοχή.

Μια τέτοια συγκέντρωση δεν είναι συνηθισμένη.

Το αεροπλανοφόρο δεν αποτελεί απλώς ένα μεγάλο πολεμικό πλοίο. Είναι μια κινητή αεροπορική βάση, ικανή να μεταφέρει μαχητικά αεροσκάφη, να υποστηρίζει επιχειρήσεις μεγάλης διάρκειας και να λειτουργεί ως κέντρο μιας ευρύτερης ναυτικής δύναμης. Η παρουσία περισσότερων αεροπλανοφόρων αυξάνει σημαντικά τη δυνατότητα διατήρησης επιχειρησιακού ρυθμού, επιτρέπει την κατανομή αποστολών και προσφέρει στην πολιτική ηγεσία μεγαλύτερο αριθμό στρατιωτικών επιλογών.

Η συγκέντρωση αυτή, επομένως, έχει τόσο στρατιωτική όσο και πολιτική σημασία.

Από τη μία πλευρά, αυξάνει αντικειμενικά τη δυνατότητα των Ηνωμένων Πολιτειών να πραγματοποιήσουν επιχειρήσεις. Από την άλλη, μεταφέρει ένα σαφές μήνυμα προς την Τεχεράνη ότι η Ουάσιγκτον διαθέτει τη δυνατότητα να κλιμακώσει τη σύγκρουση εάν το αποφασίσει.

Αλλά η δυνατότητα δεν είναι το ίδιο πράγμα με την απόφαση.

Τι σημαίνει πραγματικά η στρατιωτική ανάπτυξη

Η συνηθέστερη παγίδα στην ανάλυση μιας στρατιωτικής κρίσης είναι η ταύτιση της στρατιωτικής ετοιμότητας με την επικείμενη έναρξη πολέμου.

Ένα κράτος μπορεί να συγκεντρώνει δυνάμεις για πολλούς λόγους.

Μπορεί να προετοιμάζεται για επίθεση.

Μπορεί να επιχειρεί να αποτρέψει μια επίθεση του αντιπάλου.

Μπορεί να επιδιώκει να ενισχύσει τη διαπραγματευτική του θέση.

Μπορεί να δημιουργεί τις προϋποθέσεις για πολλαπλά πιθανά σενάρια, χωρίς να έχει αποφασίσει ακόμη ποιο από αυτά θα ακολουθήσει.

Στην περίπτωση της αμερικανικής ανάπτυξης γύρω από το Ιράν, το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η συγκέντρωση δυνάμεων αυξάνει το λεγόμενο φάσμα των διαθέσιμων επιλογών της αμερικανικής πολιτικής ηγεσίας.

Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει από την ενίσχυση της προστασίας αμερικανικών βάσεων και της ναυσιπλοΐας έως περιορισμένα πλήγματα ή, υπό διαφορετικές πολιτικές συνθήκες, πολύ ευρύτερες επιχειρήσεις.

Ωστόσο, η ύπαρξη αυτών των δυνατοτήτων δεν επιτρέπει να παρουσιαστεί ως επιβεβαιωμένο γεγονός ότι έχει ληφθεί τελική απόφαση για συγκεκριμένη επίθεση.

Υπήρξαν αναφορές και εκτιμήσεις σύμφωνα με τις οποίες η συγκέντρωση δυνάμεων θα μπορούσε να συνδεθεί με προετοιμασία για νέα κλιμάκωση. Υπήρξαν επίσης πληροφορίες για αυξημένη δραστηριότητα αεροσκαφών ανεφοδιασμού και μεταφοράς, στοιχεία που μπορεί να υποδηλώνουν αυξημένη επιχειρησιακή προετοιμασία.

Αυτά τα δεδομένα είναι σημαντικά, αλλά πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή. Οι κινήσεις στρατιωτικών αεροσκαφών και οι πληροφορίες από συστήματα δημόσιας παρακολούθησης δεν προσφέρουν πάντοτε πλήρη εικόνα. Δεν μπορούν, επομένως, να αποκαλύψουν με βεβαιότητα το σύνολο του επιχειρησιακού σχεδιασμού.

Η πραγματική εικόνα παραμένει, σε μεγάλο βαθμό, απόρρητη.

Η αεροπορική διάσταση της προετοιμασίας

Η ναυτική ισχύς δεν λειτουργεί μόνη της.

Η ευρύτερη αμερικανική παρουσία περιλαμβάνει μαχητικά αεροσκάφη, αεροσκάφη επιτήρησης και έγκαιρης προειδοποίησης, συστήματα αεράμυνας, μεταγωγικά και αεροσκάφη εναέριου ανεφοδιασμού.

Η παρουσία των τελευταίων έχει ιδιαίτερη στρατηγική σημασία.

Ένα μαχητικό αεροσκάφος μπορεί να διαθέτει μεγάλη επιχειρησιακή εμβέλεια, αλλά η δυνατότητα πραγματοποίησης συνεχών επιχειρήσεων σε μεγάλες αποστάσεις εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από την υποστήριξη στον αέρα. Η αύξηση της δραστηριότητας των αεροσκαφών ανεφοδιασμού μπορεί, επομένως, να αποτελεί ένδειξη αυξημένης επιχειρησιακής ετοιμότητας.

Δεν αποτελεί όμως από μόνη της απόδειξη ότι έχει αποφασιστεί συγκεκριμένη επίθεση.

Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στην περίπτωση του Ιράν.

Μια επιχείρηση εναντίον ενός κράτους με μεγάλο γεωγραφικό βάθος, εκτεταμένες στρατιωτικές υποδομές και σημαντικές δυνατότητες πυραυλικής και μη επανδρωμένης ισχύος δεν θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί ως μια απλή και περιορισμένη επιχείρηση χωρίς συνέπειες.

Η ίδια η κλίμακα της πιθανής ιρανικής απάντησης αναγκάζει τις Ηνωμένες Πολιτείες να προετοιμάζονται όχι μόνο για το αρχικό πλήγμα αλλά και για την αντίδραση που θα ακολουθήσει.

Και αυτή η δεύτερη φάση είναι, ενδεχομένως, η σημαντικότερη.

Η στρατιωτική ισχύς και το πρόβλημα της ιρανικής απάντησης

Η στρατιωτική υπεροχή των Ηνωμένων Πολιτειών είναι τεράστια σε επίπεδο τεχνολογίας, παγκόσμιας εμβέλειας και συνολικής στρατιωτικής ισχύος. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι μια σύγκρουση με το Ιράν θα ήταν στρατηγικά απλή.

Η Τεχεράνη δεν χρειάζεται να αντιμετωπίσει συμμετρικά την αμερικανική στρατιωτική μηχανή για να δημιουργήσει σημαντικό κόστος.

Η γεωγραφική θέση του Ιράν, η εγγύτητα των αμερικανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων, οι δυνατότητες πυραυλικής και μη επανδρωμένης δράσης και η στρατηγική σημασία των Στενών του Ορμούζ δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο ακόμη και μια περιορισμένη σύγκρουση μπορεί να αποκτήσει ευρύτερες συνέπειες.

Για την Ουάσιγκτον, επομένως, το ζήτημα δεν είναι μόνο αν διαθέτει τη δυνατότητα να πλήξει στόχους.

Το πραγματικό στρατηγικό ερώτημα είναι:

Τι ακολουθεί μετά το πρώτο πλήγμα;

Μια στρατιωτική επίθεση μπορεί να έχει σαφή επιχειρησιακό στόχο. Η αντίδραση, όμως, του αντιπάλου μπορεί να ανοίξει μια αλυσίδα εξελίξεων που δεν ελέγχεται εύκολα.

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η μεγάλη στρατιωτική συγκέντρωση μπορεί να ερμηνευθεί ταυτόχρονα με δύο διαφορετικούς τρόπους.

Μπορεί να αποτελεί προετοιμασία για κλιμάκωση.

Μπορεί, όμως, να αποτελεί και προσπάθεια να αποτραπεί η κλιμάκωση, πείθοντας την άλλη πλευρά ότι το κόστος μιας δικής της στρατιωτικής ενέργειας θα ήταν εξαιρετικά υψηλό.

Η αποτροπή και η προετοιμασία για πόλεμο δεν είναι πάντοτε αντίθετες διαδικασίες.

Συχνά είναι οι δύο όψεις της ίδιας στρατηγικής.

Ο παράγοντας του Ορμούζ

Η αμερικανική ναυτική παρουσία αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία λόγω της κατάστασης γύρω από τα Στενά του Ορμούζ.

Η περιοχή αυτή αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους θαλάσσιους διαδρόμους του πλανήτη. Η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας συνδέεται άμεσα με την παγκόσμια αγορά ενέργειας και με τη σταθερότητα της διεθνούς οικονομίας.

Η στρατιωτική παρουσία των Ηνωμένων Πολιτειών δεν μπορεί, επομένως, να εξεταστεί αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα μιας πιθανής επίθεσης κατά του Ιράν.

Συνδέεται επίσης με την προσπάθεια διατήρησης της ναυσιπλοΐας και της δυνατότητας ελέγχου ενός από τα σημαντικότερα ενεργειακά σημεία του πλανήτη.

Αυτό προσδίδει στην κρίση μια ευρύτερη γεωοικονομική διάσταση.

Μια σοβαρή διαταραχή στον Ορμούζ δεν θα επηρέαζε μόνο το Ιράν και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Θα επηρέαζε τις οικονομίες της Ασίας, της Ευρώπης και ολόκληρο το διεθνές ενεργειακό σύστημα.

Γι’ αυτό και ο έλεγχος των θαλάσσιων διαδρόμων αποτελεί ένα από τα βαθύτερα στρατηγικά ζητήματα της αντιπαράθεσης.

Δεν πρόκειται απλώς για μια σύγκρουση γύρω από εδάφη ή στρατιωτικές βάσεις.

Πρόκειται για τη δυνατότητα επιρροής πάνω σε έναν από τους σημαντικότερους μηχανισμούς της παγκόσμιας οικονομίας.

Η στρατιωτική συγκέντρωση ως εργαλείο διαπραγμάτευσης

Η διπλωματία και η στρατιωτική ισχύς συχνά παρουσιάζονται ως αντίθετες επιλογές.

Στην πραγματικότητα, στις μεγάλες γεωπολιτικές κρίσεις λειτουργούν συνήθως παράλληλα.

Η στρατιωτική πίεση μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να ενισχυθεί η διαπραγματευτική θέση ενός κράτους. Η διπλωματική διαδικασία, από την άλλη πλευρά, μπορεί να αξιοποιηθεί για να κερδηθεί χρόνος ή να αποφευχθεί μια σύγκρουση μέχρι να μεταβληθούν οι στρατιωτικοί συσχετισμοί.

Η ανάπτυξη των αμερικανικών δυνάμεων γύρω από το Ιράν πρέπει να εξεταστεί ακριβώς μέσα σε αυτή τη διπλή λογική.

Η Ουάσιγκτον επιδιώκει να διατηρεί τη δυνατότητα στρατιωτικής δράσης, ενώ παράλληλα οι διπλωματικοί δίαυλοι παραμένουν μέρος της ευρύτερης κρίσης.

Η Τεχεράνη, από την πλευρά της, καλείται να αντιμετωπίσει μια τεράστια συγκέντρωση στρατιωτικής ισχύος χωρίς να γνωρίζει με απόλυτη βεβαιότητα αν αυτή προορίζεται για άμεση επίθεση, μακροχρόνια πίεση ή ως μοχλός διαπραγμάτευσης.

Η αβεβαιότητα αυτή είναι από μόνη της στρατηγικό όπλο.

Όταν μια πλευρά αναγκάζεται να προετοιμάζεται για όλα τα πιθανά σενάρια, καταναλώνει πόρους, διατηρεί τις δυνάμεις της σε αυξημένη ετοιμότητα και αναλαμβάνει μεγαλύτερο οικονομικό και στρατιωτικό κόστος.

Η μεγάλη εικόνα

Η σημερινή αμερικανική στρατιωτική κινητοποίηση δεν μπορεί να ερμηνευθεί απλοϊκά.

Είναι επιβεβαιωμένο ότι έχει υπάρξει σημαντική συγκέντρωση αμερικανικών στρατιωτικών μέσων στην ευρύτερη περιοχή και ότι οι δυνατότητες της Ουάσιγκτον για επιχειρησιακή κλιμάκωση έχουν ενισχυθεί.

Είναι επίσης σαφές ότι η παρουσία αυτών των δυνάμεων προσφέρει στην αμερικανική πολιτική ηγεσία ευρύτερο φάσμα στρατιωτικών επιλογών.

Αυτό που δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως επιβεβαιωμένο γεγονός είναι ότι η συγκέντρωση αυτή σημαίνει αναγκαστικά πως έχει ήδη ληφθεί οριστική απόφαση για άμεση επίθεση συγκεκριμένης μορφής.

Υπάρχουν αναφορές, εκτιμήσεις και πληροφορίες που συνδέουν την αυξημένη στρατιωτική δραστηριότητα με πιθανή νέα κλιμάκωση. Αυτές πρέπει να παραμείνουν στο δημόσιο πλαίσιο της ανάλυσης, αλλά με τη σαφή επισήμανση ότι η ύπαρξη στρατιωτικής δυνατότητας δεν αποτελεί απόδειξη πολιτικής απόφασης.

Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο συμπέρασμα του δεύτερου κεφαλαίου.

Η Μέση Ανατολή βρίσκεται μπροστά σε μια στρατιωτική συγκέντρωση που δίνει στις Ηνωμένες Πολιτείες σημαντικές δυνατότητες. Όμως η τελική μετάβαση από την ικανότητα στην εντολή για δράση παραμένει πολιτική απόφαση.

Και μέχρι να υπάρξει σαφής επιβεβαίωση μιας τέτοιας απόφασης, η ανάλυση οφείλει να διατηρήσει τη διάκριση ανάμεσα στο γεγονός και στην πρόβλεψη.

Η συγκέντρωση αεροπλανοφόρων και στρατιωτικών δυνάμεων αυξάνει αναμφίβολα τον κίνδυνο κλιμάκωσης.

Δεν αποδεικνύει όμως, από μόνη της, ότι η κλιμάκωση είναι αναπόφευκτη.

Αυτό ακριβώς το σημείο καθιστά τη σημερινή κρίση τόσο επικίνδυνη: οι δυνάμεις έχουν ήδη συγκεντρωθεί, τα στρατιωτικά εργαλεία βρίσκονται διαθέσιμα και η απόσταση ανάμεσα στην πίεση και στη σύγκρουση μπορεί, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να αποδειχθεί πολύ μικρότερη απ’ όσο φαίνεται.

 

Κεφάλαιο 3. Η διπλωματική αναμέτρηση ΗΠΑ – Ιράν και ο δίαυλος του Κατάρ

Η στρατιωτική συγκέντρωση δυνάμεων στην ευρύτερη περιοχή του Περσικού Κόλπου δεν έχει καταργήσει τη διπλωματία. Αντίθετα, όσο αυξάνεται η ένταση, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η ανάγκη διατήρησης διαύλων επικοινωνίας που θα μπορούσαν να αποτρέψουν μια ανεξέλεγκτη κλιμάκωση.

Η αντιπαράθεση ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν εξελίσσεται, επομένως, ταυτόχρονα σε δύο επίπεδα.

Στο πρώτο βρίσκεται η στρατιωτική πίεση, η επίδειξη ισχύος και η προσπάθεια δημιουργίας αποτροπής.

Στο δεύτερο βρίσκεται μια σύνθετη και δύσκολη διπλωματική διαδικασία, στην οποία κάθε πλευρά επιχειρεί να βελτιώσει τη θέση της χωρίς να εμφανιστεί ότι υποχωρεί σε ζητήματα στρατηγικής σημασίας.

Στο κέντρο αυτής της διαδικασίας αναδεικνύεται για ακόμη μία φορά ο ρόλος του Κατάρ.

Η Ντόχα έχει διαμορφώσει τα τελευταία χρόνια μια ιδιαίτερη θέση στη γεωπολιτική της Μέσης Ανατολής. Διατηρεί στενές σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, φιλοξενεί σημαντική αμερικανική στρατιωτική παρουσία, αλλά ταυτόχρονα έχει τη δυνατότητα να διατηρεί διαύλους επικοινωνίας με δυνάμεις και πολιτικούς παράγοντες με τους οποίους η Ουάσιγκτον δεν διαθέτει πάντοτε άμεση και αποτελεσματική επικοινωνία.

Αυτή η διπλή θέση του προσφέρει έναν ρόλο που δύσκολα μπορεί να αντικατασταθεί.

Ο δίαυλος της Ντόχα

Η σημασία του Κατάρ δεν προκύπτει από το γεγονός ότι μπορεί να επιβάλει μια συμφωνία μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν.

Δεν διαθέτει αυτή τη δυνατότητα.

Ο ρόλος του βρίσκεται κυρίως στη διατήρηση της επικοινωνίας, στη μεταφορά μηνυμάτων και στη δημιουργία ενός πολιτικού χώρου μέσα στον οποίο οι δύο αντίπαλες πλευρές μπορούν να διερευνήσουν πιθανές επιλογές χωρίς να είναι αναγκασμένες να πραγματοποιούν άμεσες δημόσιες διαπραγματεύσεις.

Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε μια περίοδο υψηλής έντασης.

Όταν δύο κράτη βρίσκονται σε συνθήκες στρατιωτικής απειλής, η δημόσια διπλωματία συχνά γίνεται εξαιρετικά δύσκολη. Κάθε δημόσια δήλωση μπορεί να εκληφθεί ως υποχώρηση. Κάθε πρόταση μπορεί να μετατραπεί σε εσωτερικό πολιτικό πρόβλημα.

Οι έμμεσοι δίαυλοι επιτρέπουν, επομένως, την ανταλλαγή θέσεων χωρίς να απαιτείται η άμεση πολιτική έκθεση των δύο πλευρών.

Υπάρχουν δημόσιες αναφορές και επίσημες ενδείξεις ότι το Κατάρ έχει διαδραματίσει ρόλο στη διατήρηση επικοινωνίας και στη διπλωματική κινητικότητα γύρω από την κρίση. Το εύρος των συγκεκριμένων επαφών και το πλήρες περιεχόμενο των μηνυμάτων, ωστόσο, δεν είναι πάντοτε δημόσια γνωστά.

Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αποφύγουμε μια υπερβολικά απλή εικόνα.

Η ύπαρξη ενός διαύλου δεν σημαίνει ότι υπάρχει συμφωνία.

Η ανταλλαγή μηνυμάτων δεν σημαίνει ότι έχουν αρθεί οι βασικές διαφωνίες.

Και η διαμεσολάβηση δεν σημαίνει ότι οι εμπλεκόμενες πλευρές έχουν εγκαταλείψει τις κόκκινες γραμμές τους.

Οι όροι της Τεχεράνης

Η ιρανική πλευρά αντιμετωπίζει τη διπλωματική διαδικασία μέσα από ένα σύνολο βασικών στρατηγικών απαιτήσεων.

Για την Τεχεράνη, οποιαδήποτε συμφωνία δεν μπορεί να εξεταστεί αποκλειστικά ως τεχνική συζήτηση γύρω από ένα μεμονωμένο ζήτημα. Συνδέεται με ευρύτερα ζητήματα κυριαρχίας, ασφάλειας, οικονομικής πίεσης και εγγυήσεων για το μέλλον.

Η άρση ή ο περιορισμός των οικονομικών κυρώσεων αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους άξονες της ιρανικής θέσης.

Οι κυρώσεις δεν αποτελούν για την Τεχεράνη απλώς ένα εξωτερικό οικονομικό πρόβλημα. Έχουν εξελιχθεί σε βασικό μηχανισμό γεωπολιτικής πίεσης, επηρεάζοντας τις δυνατότητες διεθνούς εμπορίου, τις χρηματοπιστωτικές σχέσεις και τη συνολική οικονομική λειτουργία της χώρας.

Από ιρανικής σκοπιάς, μια συμφωνία που θα απαιτούσε σημαντικές στρατηγικές παραχωρήσεις χωρίς αντίστοιχη και αξιόπιστη άρση της πίεσης θα ήταν πολιτικά δύσκολο να παρουσιαστεί ως αποδεκτή.

Εξίσου σημαντικό είναι το ζήτημα των εγγυήσεων.

Η εμπειρία προηγούμενων συμφωνιών έχει ενισχύσει στην Τεχεράνη τη δυσπιστία απέναντι σε διευθετήσεις που μπορούν να ανατραπούν μονομερώς από την αμερικανική πολιτική εξουσία.

Επομένως, δεν αρκεί μόνο το περιεχόμενο μιας πιθανής συμφωνίας.

Για το Ιράν έχει ιδιαίτερη σημασία και η διάρκεια, η αξιοπιστία και η δυνατότητα εφαρμογής των δεσμεύσεων που θα αναληφθούν.

Αυτό δημιουργεί ένα βαθύτερο πρόβλημα.

Οι διαπραγματεύσεις δεν αφορούν απλώς το τι είναι διατεθειμένη να παραχωρήσει κάθε πλευρά σήμερα. Αφορούν επίσης το αν η κάθε πλευρά πιστεύει ότι ο αντίπαλος θα τηρήσει τις δεσμεύσεις του αύριο.

Και εκεί βρίσκεται ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια.

Η αμερικανική στρατηγική και τα όρια της διαπραγμάτευσης

Η Ουάσιγκτον προσεγγίζει τη διπλωματική διαδικασία από διαφορετική στρατηγική αφετηρία.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν να περιορίσουν ή να ελέγξουν ιρανικές στρατηγικές δυνατότητες που θεωρούν ότι μπορούν να επηρεάσουν την περιφερειακή ισορροπία και την ασφάλεια των αμερικανικών συμφερόντων και συμμάχων.

Το ζήτημα αυτό δεν περιορίζεται σε μία μόνο πτυχή της ιρανικής στρατηγικής.

Η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει το Ιράν ως περιφερειακή δύναμη με σημαντικές στρατιωτικές δυνατότητες, αυξημένη γεωγραφική επιρροή και δυνατότητα να επηρεάζει κρίσιμους ενεργειακούς και θαλάσσιους διαδρόμους.

Από αυτή την οπτική, μια απλή προσωρινή συμφωνία μπορεί να θεωρείται ανεπαρκής εάν δεν συνοδεύεται από μηχανισμούς που θα περιορίζουν μακροπρόθεσμα τις δυνατότητες της Τεχεράνης.

Η ιρανική πλευρά, αντίθετα, αντιμετωπίζει τέτοιους περιορισμούς ως ζήτημα εθνικής κυριαρχίας και ασφάλειας.

Εδώ βρίσκεται η βασική αντίφαση.

Αυτό που η μία πλευρά παρουσιάζει ως απαραίτητο μηχανισμό ασφάλειας, η άλλη μπορεί να το θεωρεί απαράδεκτη παρέμβαση στις κυριαρχικές της επιλογές.

Και αυτή η αντίφαση δεν μπορεί να λυθεί απλώς με την ανταλλαγή διπλωματικών διατυπώσεων.

Οι κόκκινες γραμμές

Η δυσκολία μιας συνολικής συμφωνίας βρίσκεται ακριβώς στις κόκκινες γραμμές που έχουν διαμορφώσει οι δύο πλευρές.

Η Τεχεράνη δεν επιθυμεί μια συμφωνία που θα μπορούσε να μετατραπεί σε μηχανισμό μόνιμου περιορισμού της εθνικής της στρατηγικής χωρίς αξιόπιστα ανταλλάγματα.

Η Ουάσιγκτον, από την άλλη πλευρά, δεν επιθυμεί μια συμφωνία που θα παρουσιαζόταν ως απλή προσωρινή αποκλιμάκωση χωρίς ουσιαστική μεταβολή σε ζητήματα που θεωρεί στρατηγικά.

Αυτό σημαίνει ότι η απόσταση ανάμεσα στις δύο πλευρές δεν είναι μόνο τεχνική.

Είναι πολιτική, στρατηγική και ιστορική.

Πίσω από κάθε διαπραγματευτικό αίτημα βρίσκεται ένα διαφορετικό σύστημα αντίληψης για την ασφάλεια.

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η παρουσία και η επιρροή του Ιράν στην ευρύτερη περιοχή αποτελούν μέρος ενός προβλήματος που πρέπει να περιοριστεί.

Για την Τεχεράνη, η ίδια αυτή στρατηγική παρουσία αποτελεί μέρος της δικής της προσπάθειας να αποτρέψει την περικύκλωση και την αποδυνάμωσή της.

Έτσι, η κάθε πλευρά παρουσιάζει τις αμυντικές της επιλογές ως απαραίτητες για την ασφάλειά της, ενώ η αντίπαλη πλευρά τις αντιμετωπίζει ως απειλή.

Αυτή είναι μία από τις παλαιότερες και πιο επικίνδυνες μορφές γεωπολιτικού διλήμματος ασφαλείας.

Διπλωματία υπό τη σκιά της στρατιωτικής ισχύος

Η σημερινή διπλωματική διαδικασία δεν διεξάγεται σε ουδέτερο περιβάλλον.

Διεξάγεται υπό τη σκιά μιας τεράστιας στρατιωτικής συγκέντρωσης.

Η παρουσία αμερικανικών δυνάμεων στην ευρύτερη περιοχή επηρεάζει τη διαπραγματευτική ψυχολογία και των δύο πλευρών.

Η Ουάσιγκτον μπορεί να θεωρεί ότι η στρατιωτική πίεση αυξάνει τη διαπραγματευτική της ισχύ.

Η Τεχεράνη, όμως, μπορεί να θεωρεί την ίδια πίεση ως απόδειξη ότι δεν μπορεί να υπάρξει εμπιστοσύνη χωρίς ισχυρές εγγυήσεις.

Έτσι, το στρατιωτικό εργαλείο μπορεί να έχει δύο αντίθετα αποτελέσματα.

Μπορεί να οδηγήσει την άλλη πλευρά σε μεγαλύτερη διάθεση για διαπραγμάτευση.

Μπορεί όμως και να την οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη ακαμψία.

Το ποιο από τα δύο θα συμβεί εξαρτάται από την αντίληψη που έχει κάθε πλευρά για τις πραγματικές προθέσεις του αντιπάλου.

Και εδώ η αβεβαιότητα αποκτά τεράστια σημασία.

Εάν η Τεχεράνη θεωρήσει ότι η στρατιωτική συγκέντρωση αποτελεί προοίμιο επίθεσης ανεξάρτητα από τις διαπραγματεύσεις, τότε έχει περιορισμένο κίνητρο να προβεί σε παραχωρήσεις.

Εάν, αντίθετα, θεωρήσει ότι υπάρχει πραγματική δυνατότητα πολιτικής συμφωνίας, τότε οι διπλωματικοί δίαυλοι αποκτούν μεγαλύτερη σημασία.

Το ίδιο ισχύει και για την Ουάσιγκτον.

Μια συμφωνία είναι δυνατή, αλλά όχι δεδομένη

Το γεγονός ότι συνεχίζονται οι επαφές σημαίνει ότι η διπλωματική επιλογή δεν έχει εγκαταλειφθεί.

Αυτό είναι σημαντικό.

Δεν σημαίνει, όμως, ότι μια συνολική συμφωνία βρίσκεται κοντά.

Η απόσταση ανάμεσα στη διατήρηση ενός διαύλου επικοινωνίας και στην επίτευξη μιας πραγματικής στρατηγικής συμφωνίας μπορεί να είναι τεράστια.

Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις στην ιστορία των διεθνών σχέσεων όπου οι αντίπαλες πλευρές διατηρούσαν ενεργούς διπλωματικούς διαύλους μέχρι την τελευταία στιγμή πριν από μια στρατιωτική κλιμάκωση.

Υπάρχουν επίσης περιπτώσεις όπου η διατήρηση αυτών των διαύλων απέτρεψε μια σύγκρουση.

Επομένως, η ύπαρξη επικοινωνίας πρέπει να θεωρηθεί θετικό στοιχείο για τη δυνατότητα αποκλιμάκωσης, όχι όμως ως απόδειξη ότι η αποκλιμάκωση έχει ήδη επιτευχθεί.

Η πραγματική πρόκληση είναι να βρεθεί ένα πλαίσιο στο οποίο καμία από τις δύο πλευρές δεν θα θεωρεί ότι η συμφωνία αποτελεί στρατηγική ήττα.

Αυτό είναι ιδιαίτερα δύσκολο όταν η κρίση έχει αποκτήσει τόσο μεγάλη στρατιωτική και πολιτική διάσταση.

Το Κατάρ ως μέρος της νέας περιφερειακής πραγματικότητας

Ο ρόλος της Ντόχα αποκαλύπτει κάτι ευρύτερο για τη νέα Μέση Ανατολή.

Οι περιφερειακές δυνάμεις δεν λειτουργούν πλέον απλώς ως παθητικά πεδία πάνω στα οποία συγκρούονται οι μεγάλες δυνάμεις.

Προσπαθούν να αποκτήσουν ενεργό ρόλο, να διατηρήσουν πολλαπλές σχέσεις και να αξιοποιήσουν τη γεωγραφική και διπλωματική τους θέση.

Το Κατάρ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της στρατηγικής.

Η δυνατότητα να συνομιλεί με διαφορετικά και συχνά ανταγωνιστικά κέντρα ισχύος προσφέρει στη χώρα πολιτικό βάρος δυσανάλογο προς το γεωγραφικό της μέγεθος.

Αυτό είναι ένα από τα χαρακτηριστικά της ευρύτερης μετάβασης προς ένα πιο σύνθετο διεθνές σύστημα.

Η επιρροή δεν καθορίζεται πλέον αποκλειστικά από το μέγεθος ενός κράτους ή από τη στρατιωτική του ισχύ.

Καθορίζεται επίσης από τη θέση του μέσα στα δίκτυα επικοινωνίας, ενέργειας, εμπορίου και διπλωματίας.

Στην περίπτωση της κρίσης ΗΠΑ–Ιράν, η ύπαρξη ενός ενδιάμεσου διαύλου μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά σημαντική ακριβώς επειδή οι άμεσες σχέσεις μεταξύ των δύο πλευρών παραμένουν βαθιά προβληματικές.

Η διπλωματική μάχη πριν από την επόμενη κρίσιμη απόφαση

Η σημερινή κατάσταση βρίσκεται, επομένως, σε ένα ιδιαίτερα εύθραυστο σημείο.

Οι στρατιωτικές δυνατότητες έχουν αυξηθεί.

Οι πολιτικές πιέσεις είναι έντονες.

Οι βασικές στρατηγικές διαφωνίες παραμένουν.

Οι διπλωματικοί δίαυλοι, ωστόσο, δεν έχουν εξαφανιστεί.

Αυτό σημαίνει ότι η επόμενη φάση της κρίσης δεν θα καθοριστεί μόνο από τις κινήσεις στρατιωτικών δυνάμεων.

Θα καθοριστεί και από το αν οι έμμεσες επαφές μπορούν να μετατραπούν σε ένα πλαίσιο που θα προσφέρει σε κάθε πλευρά αρκετά πολιτικά και στρατηγικά ανταλλάγματα ώστε να αποφύγει την επόμενη κλιμάκωση.

Η Τεχεράνη επιδιώκει εγγυήσεις ότι δεν θα βρεθεί ξανά αντιμέτωπη με μια συμφωνία που μπορεί να ανατραπεί μονομερώς και με συνεχή οικονομική πίεση.

Η Ουάσιγκτον επιδιώκει εγγυήσεις ότι μια συμφωνία δεν θα επιτρέψει στο Ιράν να ενισχύσει ανεξέλεγκτα τις στρατηγικές του δυνατότητες.

Ανάμεσα σε αυτές τις δύο θέσεις βρίσκεται ένα τεράστιο διπλωματικό κενό.

Ο ρόλος του Κατάρ και άλλων περιφερειακών διαύλων μπορεί να βοηθήσει στη διαχείρισή του.

Δεν μπορεί όμως να το εξαφανίσει από μόνος του.

Η ουσιαστική λύση θα απαιτούσε πολιτική βούληση στις ίδιες τις πρωτεύουσες που βρίσκονται στο επίκεντρο της σύγκρουσης.

Και μέχρι να υπάρξει αυτή η πολιτική βούληση, η διπλωματία θα συνεχίσει να κινείται παράλληλα με τη στρατιωτική προετοιμασία.

Αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο χαρακτηριστικό της σημερινής φάσης:

η Μέση Ανατολή δεν βρίσκεται ούτε σε πλήρη πόλεμο ούτε σε πραγματική ειρήνη. Βρίσκεται σε ένα ενδιάμεσο πεδίο όπου η διπλωματία επιχειρεί να προλάβει τη σύγκρουση, ενώ οι στρατιωτικές δυνάμεις παραμένουν έτοιμες να την πραγματοποιήσουν.

 

Κεφάλαιο 4. Το Ιράν, τα Στενά του Ορμούζ και η στρατηγική της ασύμμετρης απάντησης

Η αντιπαράθεση ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν δεν μπορεί να κατανοηθεί μόνο μέσα από τον αριθμό των αεροπλανοφόρων, των μαχητικών αεροσκαφών ή των στρατιωτικών βάσεων που βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή. Η ουσιαστική στρατηγική εξίσωση βρίσκεται αλλού: στην ικανότητα του Ιράν να απαντήσει σε μια πιθανή στρατιωτική επίθεση χωρίς να επιχειρήσει να ανταγωνιστεί συμμετρικά την αμερικανική στρατιωτική ισχύ.

Η Τεχεράνη γνωρίζει ότι δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τις Ηνωμένες Πολιτείες σε μια κλασική σύγκρουση μεγάλων στρατιωτικών σχηματισμών με τους ίδιους όρους. Η στρατηγική της βασίζεται, επομένως, στη δημιουργία ενός κόστους τόσο μεγάλου ώστε ακόμη και ένας στρατιωτικά ισχυρότερος αντίπαλος να αναγκαστεί να υπολογίσει τις συνέπειες της κλιμάκωσης.

Αυτή είναι η λογική της ασύμμετρης αποτροπής.

Το Ιράν δεν χρειάζεται να καταστρέψει τον αμερικανικό στρατιωτικό μηχανισμό για να επηρεάσει την εξέλιξη μιας σύγκρουσης. Αρκεί να διαθέτει τη δυνατότητα να επεκτείνει το κόστος της αντιπαράθεσης σε πολλαπλά επίπεδα: στις αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις της περιοχής, στη ναυσιπλοΐα, στην ενεργειακή αγορά και στη γενικότερη σταθερότητα της Μέσης Ανατολής.

Ακριβώς γι’ αυτό τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες ολόκληρης της κρίσης.

Η γεωγραφία ως στρατηγικό όπλο

Η γεωγραφία αποτελεί έναν από τους σταθερότερους παράγοντες της διεθνούς πολιτικής. Κυβερνήσεις αλλάζουν, συμμαχίες μεταβάλλονται και στρατηγικές αναθεωρούνται, όμως η θέση ενός κράτους στον χάρτη συνεχίζει να καθορίζει τις δυνατότητες και τους περιορισμούς του.

Το Ιράν διαθέτει ένα από τα σημαντικότερα γεωγραφικά πλεονεκτήματα της ευρύτερης Μέσης Ανατολής.

Η θέση του στον Περσικό Κόλπο και η εγγύτητά του προς τα Στενά του Ορμούζ του προσφέρουν τη δυνατότητα να επηρεάζει έναν από τους σημαντικότερους θαλάσσιους διαδρόμους της παγκόσμιας οικονομίας.

Τα Στενά του Ορμούζ δεν αποτελούν απλώς ένα γεωγραφικό πέρασμα.

Αποτελούν έναν κρίσιμο κόμβο του διεθνούς ενεργειακού συστήματος.

Μέσω της περιοχής αυτής διέρχεται σημαντικό μέρος των ενεργειακών ροών από τις χώρες του Περσικού Κόλπου προς τις διεθνείς αγορές. Κάθε σοβαρή διαταραχή της ναυσιπλοΐας έχει, επομένως, συνέπειες που ξεπερνούν κατά πολύ τα όρια μιας περιφερειακής στρατιωτικής σύγκρουσης.

Εδώ βρίσκεται μία από τις βασικές στρατηγικές δυνατότητες της Τεχεράνης.

Ακόμη και χωρίς να επιδιώξει μια πλήρη και μόνιμη διακοπή της ναυσιπλοΐας, η δημιουργία ενός περιβάλλοντος αυξημένου κινδύνου θα μπορούσε να προκαλέσει σημαντικές οικονομικές συνέπειες.

Η αύξηση του ασφαλιστικού κόστους, η μεταβολή των ναυτιλιακών διαδρομών, η ανασφάλεια στις αγορές ενέργειας και η άνοδος των τιμών μπορούν να λειτουργήσουν ως μηχανισμοί οικονομικής πίεσης πολύ πέρα από το άμεσο πεδίο της στρατιωτικής αντιπαράθεσης.

Ένα περιφερειακό επεισόδιο μπορεί, μέσα σε λίγες ώρες, να μετατραπεί σε διεθνές οικονομικό πρόβλημα.

Και αυτή ακριβώς η δυνατότητα αποτελεί μέρος της ιρανικής αποτρεπτικής ισχύος.

Η ναυσιπλοΐα και τα περιστατικά έντασης

Οι πληροφορίες που έχουν κυκλοφορήσει για περιστατικά με δεξαμενόπλοια και εμπορικά πλοία στην ευρύτερη περιοχή των Στενών του Ορμούζ πρέπει να αντιμετωπιστούν με ιδιαίτερη προσοχή.

Σε συνθήκες υψηλής έντασης, ακόμη και ένα μεμονωμένο περιστατικό μπορεί να αποκτήσει δυσανάλογη πολιτική και στρατιωτική σημασία.

Η δυσκολία βρίσκεται στο γεγονός ότι οι πρώτες πληροφορίες σε τέτοιες περιπτώσεις συχνά είναι αποσπασματικές. Κυβερνήσεις, στρατιωτικές διοικήσεις και εμπλεκόμενοι φορείς μπορεί να παρουσιάζουν διαφορετικές εκδοχές για το τι ακριβώς συνέβη, ποιος προκάλεσε το περιστατικό και ποια ήταν η πραγματική του σημασία.

Για τον λόγο αυτό, οι αναφορές που δεν διαθέτουν πλήρη ανεξάρτητη επιβεβαίωση δεν μπορούν να παρουσιαστούν ως οριστικά γεγονότα.

Μπορούν όμως να αποκαλύψουν κάτι εξαιρετικά σημαντικό: το επίπεδο της έντασης στο οποίο βρίσκεται ήδη η περιοχή.

Η ίδια η πιθανότητα ενός επεισοδίου στη θαλάσσια περιοχή του Ορμούζ δημιουργεί στρατηγική πίεση. Δεν απαιτείται πάντοτε μια μεγάλης κλίμακας στρατιωτική επιχείρηση για να επηρεαστεί η παγκόσμια οικονομία.

Αρκεί η αβεβαιότητα.

Η αβεβαιότητα σχετικά με την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας μπορεί να λειτουργήσει ως οικονομικό όπλο.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε περιστατικό αποτελεί αποτέλεσμα οργανωμένης κρατικής στρατηγικής. Η απόδοση ευθύνης απαιτεί στοιχεία.

Σημαίνει, όμως, ότι η γεωγραφική πραγματικότητα του Ορμούζ προσφέρει στο Ιράν ένα πεδίο στο οποίο ακόμη και περιορισμένες εξελίξεις μπορούν να αποκτήσουν διεθνή διάσταση.

Πυραυλική ισχύς και μη επανδρωμένα συστήματα

Η δεύτερη βασική διάσταση της ιρανικής στρατηγικής αφορά την ανάπτυξη πυραυλικών δυνατοτήτων και μη επανδρωμένων συστημάτων.

Η λογική πίσω από αυτή τη στρατηγική είναι σχετικά σαφής.

Το Ιράν δεν χρειάζεται να αποκτήσει συμμετρική αεροπορική υπεροχή απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μπορεί να επιχειρήσει να αντισταθμίσει την αεροπορική και ναυτική υπεροχή ενός αντιπάλου μέσω μέσων που είναι δυσκολότερο να αντιμετωπιστούν και μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε μεγάλους αριθμούς.

Οι πύραυλοι και τα μη επανδρωμένα συστήματα αποτελούν βασικά στοιχεία αυτής της στρατηγικής.

Η ύπαρξη τέτοιων δυνατοτήτων δεν σημαίνει ότι η χρήση τους θα ήταν αναπόφευκτη σε περίπτωση κρίσης. Αποτελούν όμως μέρος της αποτρεπτικής εξίσωσης.

Οι αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις στην ευρύτερη περιοχή, οι ναυτικές δυνάμεις και κρίσιμες υποδομές βρίσκονται σε αποστάσεις που καθιστούν το ζήτημα της πυραυλικής και αεράμυνας κεντρικό για κάθε πιθανό σενάριο κλιμάκωσης.

Σε μια πραγματική σύγκρουση, το πρόβλημα δεν θα ήταν απλώς αν οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να καταστρέψουν συγκεκριμένους στόχους.

Θα ήταν αν μπορούν να προστατεύσουν αποτελεσματικά όλες τις στρατιωτικές και κρίσιμες υποδομές της περιοχής από μια ευρύτερη και παρατεταμένη απάντηση.

Αυτή η διαφορά είναι καθοριστική.

Η στρατιωτική υπεροχή δεν εξαλείφει αυτομάτως την ευπάθεια.

Η περιφερειακή διάσταση της ιρανικής αποτροπής

Μια σύγκρουση ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν δεν θα παρέμενε απαραίτητα περιορισμένη στις δύο χώρες.

Η Μέση Ανατολή αποτελεί ένα εξαιρετικά πυκνό γεωπολιτικό περιβάλλον, στο οποίο στρατιωτικές βάσεις, συμμαχίες, πολιτικές οργανώσεις και ενεργειακές υποδομές βρίσκονται σε στενή γεωγραφική σχέση.

Αυτό σημαίνει ότι η αντίδραση σε μια σύγκρουση μπορεί να πάρει πολλές μορφές.

Η Τεχεράνη έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι διαθέτει τη δυνατότητα να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της και να απαντήσει σε επιθέσεις εναντίον της.

Οι συγκεκριμένες μορφές μιας πιθανής απάντησης, όμως, δεν μπορούν να θεωρηθούν γνωστές εκ των προτέρων.

Η περιφερειακή δυναμική δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τις αποφάσεις της ιρανικής κυβέρνησης.

Υπάρχουν κράτη, οργανώσεις και πολιτικές δυνάμεις που διαθέτουν δικές τους στρατηγικές επιδιώξεις και δεν λειτουργούν απλώς ως μηχανικά εργαλεία ενός ενιαίου κέντρου.

Αυτό είναι ένα κρίσιμο σημείο.

Η ανάλυση της περιφερειακής ισχύος δεν μπορεί να βασίζεται στην απλοϊκή εικόνα ενός κουμπιού στην Τεχεράνη που ενεργοποιεί αυτομάτως ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.

Οι σχέσεις επιρροής είναι πολύ πιο σύνθετες.

Ωστόσο, η πιθανότητα πολλαπλών εστιών έντασης αποτελεί έναν από τους λόγους για τους οποίους μια σύγκρουση με το Ιράν θα είχε υψηλό κίνδυνο περιφερειακής επέκτασης.

Το πυρηνικό ζήτημα και το πρόβλημα της αβεβαιότητας

Στο επίκεντρο της κρίσης παραμένει και το ζήτημα του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η πληροφορία που αφορά περίπου 440 κιλά υλικού υψηλού εμπλουτισμού, για τα οποία υπήρξαν αναφορές ότι η πλήρης τοποθεσία ή κατάσταση του αποθέματος δεν μπορούσε να επαληθευτεί με βεβαιότητα.

Αυτό το στοιχείο είναι κρίσιμο, αλλά απαιτεί εξαιρετικά προσεκτική διατύπωση.

Το γεγονός ότι δεν υπάρχει πλήρης δημόσια επιβεβαίωση για την ακριβή κατάσταση ενός υλικού δεν σημαίνει αυτομάτως ότι το υλικό έχει εξαφανιστεί, μεταφερθεί για συγκεκριμένο στρατιωτικό σκοπό ή χρησιμοποιείται για την κατασκευή όπλου.

Αυτά θα ήταν συμπεράσματα που δεν προκύπτουν αυτομάτως από την αβεβαιότητα.

Η αβεβαιότητα, όμως, έχει από μόνη της στρατηγική σημασία.

Σε μια περίοδο όπου οι αντίπαλες πλευρές προσπαθούν να υπολογίσουν τις δυνατότητες και τις προθέσεις η μία της άλλης, η έλλειψη πλήρους γνώσης μπορεί να αυξήσει την καχυποψία και να επηρεάσει τις πολιτικές αποφάσεις.

Η Τεχεράνη αντιμετωπίζει το πυρηνικό της πρόγραμμα ως μέρος των κυριαρχικών και τεχνολογικών δυνατοτήτων της.

Οι αντίπαλοί της το αντιμετωπίζουν μέσα από το πρίσμα πιθανών στρατιωτικών δυνατοτήτων και περιφερειακής ισορροπίας.

Ανάμεσα στις δύο αυτές προσεγγίσεις βρίσκεται ένα τεράστιο στρατηγικό χάσμα.

Και το χάσμα αυτό γίνεται ακόμη μεγαλύτερο όταν η αβεβαιότητα αντικαθιστά την επαληθευμένη γνώση.

Η στρατηγική του κόστους

Η ουσία της ιρανικής αποτρεπτικής στρατηγικής μπορεί να περιγραφεί μέσα από μία έννοια: κόστος.

Το ερώτημα για τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι μόνο αν μπορούν να πραγματοποιήσουν ένα επιτυχημένο στρατιωτικό πλήγμα.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιο θα είναι το συνολικό κόστος που θα ακολουθήσει.

Κόστος σε στρατιωτικό επίπεδο.

Κόστος για τις αμερικανικές βάσεις και δυνάμεις.

Κόστος για τη ναυσιπλοΐα.

Κόστος στην παγκόσμια αγορά ενέργειας.

Κόστος στις σχέσεις με περιφερειακούς συμμάχους.

Κόστος στην παγκόσμια οικονομία.

Και, τελικά, πολιτικό κόστος στο εσωτερικό των ίδιων των Ηνωμένων Πολιτειών.

Αυτό είναι το θεμελιώδες στοιχείο μιας ασύμμετρης στρατηγικής.

Ο στρατιωτικά ασθενέστερος αντίπαλος δεν επιχειρεί απαραίτητα να νικήσει τον ισχυρότερο με τους ίδιους όρους.

Επιδιώκει να καταστήσει τη νίκη τόσο δαπανηρή ώστε η ίδια η απόφαση για σύγκρουση να γίνει πολιτικά και στρατηγικά δυσκολότερη.

Ο Ορμούζ ως παγκόσμιο και όχι περιφερειακό ζήτημα

Η σημασία των Στενών του Ορμούζ αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο για ολόκληρη την κρίση.

Η σύγκρουση δεν αφορά μόνο το Ιράν και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Αφορά την παγκόσμια οικονομική αρχιτεκτονική.

Η Κίνα, η Ινδία, οι οικονομίες της Ανατολικής Ασίας και πολλές άλλες χώρες έχουν άμεσο ενδιαφέρον για τη σταθερότητα των ενεργειακών διαδρομών.

Μια σοβαρή κρίση στον Ορμούζ θα επηρέαζε όχι μόνο τις δυτικές οικονομίες αλλά και τις αναδυόμενες δυνάμεις της Ασίας.

Αυτό δημιουργεί ένα ευρύτερο διεθνές κίνητρο για την αποφυγή μιας ανεξέλεγκτης σύγκρουσης.

Η ενεργειακή ασφάλεια αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους συνδετικούς κρίκους ανάμεσα στη Μέση Ανατολή και την υπό διαμόρφωση πολυπολική διεθνή τάξη.

Η περιοχή δεν είναι πλέον ένα πεδίο στο οποίο αποφασίζουν αποκλειστικά οι παραδοσιακές δυτικές δυνάμεις.

Οι αποφάσεις και οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή επηρεάζουν άμεσα τις μεγάλες ασιατικές δυνάμεις, οι οποίες διαθέτουν πλέον πολύ μεγαλύτερο οικονομικό και γεωπολιτικό βάρος.

Αυτό είναι ένα από τα βαθύτερα στοιχεία της σημερινής μετάβασης.

Η στρατηγική ισορροπία της αβεβαιότητας

Η σημερινή κρίση χαρακτηρίζεται από ένα παράδοξο.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν τεράστια στρατιωτική υπεροχή.

Το Ιράν διαθέτει, όμως, τη δυνατότητα να δημιουργήσει σημαντικό περιφερειακό και οικονομικό κόστος σε περίπτωση κλιμάκωσης.

Καμία από τις δύο πλευρές δεν μπορεί να είναι απολύτως βέβαιη για το πώς θα εξελιχθεί μια πραγματική σύγκρουση.

Η αμερικανική πλευρά δεν μπορεί να γνωρίζει με απόλυτη βεβαιότητα το πλήρες εύρος της ιρανικής απάντησης.

Η ιρανική πλευρά δεν μπορεί να γνωρίζει με απόλυτη βεβαιότητα το εύρος μιας πιθανής αμερικανικής στρατιωτικής επιχείρησης.

Αυτή η αμοιβαία αβεβαιότητα μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά.

Μπορεί όμως και να γίνει επικίνδυνη.

Όταν οι αντίπαλοι δεν γνωρίζουν τις πραγματικές κόκκινες γραμμές ο ένας του άλλου, ένα περιορισμένο περιστατικό μπορεί να αποκτήσει πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις από εκείνες που αρχικά επιδίωκαν οι εμπλεκόμενοι.

Συμπέρασμα: η ισχύς δεν μετριέται μόνο σε αεροπλανοφόρα

Η κρίση γύρω από το Ιράν αποδεικνύει ότι η στρατιωτική ισχύς δεν μπορεί να μετρηθεί αποκλειστικά με τον αριθμό των αεροπλανοφόρων, των αεροσκαφών ή των στρατιωτών.

Η γεωγραφία, οι ενεργειακοί δρόμοι, οι δυνατότητες ασύμμετρης αντίδρασης και η οικονομική αλληλεξάρτηση αποτελούν εξίσου σημαντικά στοιχεία της σύγχρονης στρατηγικής ισχύος.

Το Ιράν μπορεί να μην διαθέτει τη συμβατική στρατιωτική δύναμη των Ηνωμένων Πολιτειών.

Διαθέτει όμως γεωγραφικά και στρατηγικά πλεονεκτήματα που καθιστούν το κόστος μιας σύγκρουσης δύσκολο να υπολογιστεί.

Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν το σημαντικότερο από αυτά.

Η περιοχή αυτή συνδέει μια πιθανή τοπική σύγκρουση με την παγκόσμια οικονομία και μετατρέπει την αντιπαράθεση σε ζήτημα διεθνούς σημασίας.

Αυτός είναι και ο βασικός λόγος για τον οποίο η σημερινή κρίση δεν μπορεί να εξεταστεί απλώς ως μια ακόμη αντιπαράθεση ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη.

Στον Ορμούζ συναντώνται η στρατιωτική ισχύς, η γεωγραφία, η ενέργεια και η παγκόσμια οικονομία. Και ακριβώς εκεί βρίσκεται ένας από τους σημαντικότερους λόγους για τους οποίους μια περιφερειακή σύγκρουση θα μπορούσε να αποκτήσει παγκόσμιες συνέπειες.

 

Κεφάλαιο 5. Ρωσία – Ιράν: Η επικοινωνία Πούτιν – Ρεζαΐ

Μια επικοινωνία με μεγαλύτερη πολιτική σημασία από όση αποκαλύπτει το δημόσιο περιεχόμενό της

Η κρίση γύρω από το Ιράν δεν εξελίσσεται μόνο ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη. Κάθε σημαντική κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή επηρεάζει αναπόφευκτα και τη Ρωσία, η οποία τα τελευταία χρόνια έχει αναπτύξει με το Ιράν μια στρατηγική σχέση που εκτείνεται από τη διπλωματία και την οικονομία έως την άμυνα και την τεχνολογική συνεργασία.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αποκτά ιδιαίτερη σημασία η αναφερόμενη επικοινωνία μεταξύ του Βλαντίμιρ Πούτιν και του Μοχσέν Ρεζαΐ στις αρχές Νοεμβρίου.

Η ύπαρξη της επικοινωνίας έχει αναφερθεί δημόσια ως μέρος της ευρύτερης στρατηγικής συνεργασίας Ρωσίας και Ιράν. Ωστόσο, το ακριβές περιεχόμενο της συνομιλίας δεν έχει παρουσιαστεί πλήρως στη δημόσια σφαίρα και δεν υπάρχει αναλυτικό επίσημο απολογιστικό κείμενο που να επιτρέπει την πλήρη ανασύνθεση όσων συζητήθηκαν.

Αυτό το σημείο είναι καθοριστικό.

Η επικοινωνία μπορεί να αποτελεί σημαντικό πολιτικό γεγονός χωρίς να μας επιτρέπει να γνωρίζουμε όλες τις δεσμεύσεις, τις προτάσεις ή τις προειδοποιήσεις που ενδεχομένως διατυπώθηκαν.

Και ακριβώς εκεί αρχίζει η διαφορά ανάμεσα στο επιβεβαιωμένο γεγονός και στη γεωπολιτική ερμηνεία.

Τι γνωρίζουμε και τι δεν γνωρίζουμε

Το πρώτο στοιχείο είναι η ίδια η πολιτική σημασία της επικοινωνίας.

Μια απευθείας επαφή ανάμεσα στη ρωσική ηγεσία και έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες του ιρανικού συστήματος ασφαλείας δεν μπορεί να θεωρηθεί ασήμαντη σε μια στιγμή κατά την οποία η στρατιωτική πίεση εναντίον της Τεχεράνης έχει αυξηθεί.

Η επικοινωνία αυτή εντάσσεται σε ένα ήδη υπάρχον πλαίσιο στενών σχέσεων μεταξύ Μόσχας και Τεχεράνης.

Δεν αποτελεί, επομένως, από μόνη της απόδειξη ότι δημιουργήθηκε μια νέα στρατιωτική συμμαχία.

Ούτε αποδεικνύει ότι η Ρωσία ανέλαβε υποχρέωση άμεσης στρατιωτικής επέμβασης σε περίπτωση αμερικανικής ή ισραηλινής επίθεσης.

Η διάκριση αυτή είναι απολύτως απαραίτητη.

Η Ρωσία και το Ιράν διαθέτουν κοινά στρατηγικά συμφέροντα σε αρκετά μέτωπα, αλλά δεν αποτελούν ένα ενιαίο κράτος ούτε λειτουργούν μέσα από έναν μηχανισμό αυτόματης συλλογικής άμυνας.

Η συνεργασία τους μπορεί να είναι βαθιά χωρίς να σημαίνει ότι η μία πλευρά είναι υποχρεωμένη να πολεμήσει για λογαριασμό της άλλης.

Οι αναφορές για το περιεχόμενο της συνομιλίας

Παράλληλα με τις δημόσιες αναφορές για την επικοινωνία, κυκλοφόρησαν πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες η συνομιλία είχε μεγάλη διάρκεια, πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία της Μόσχας και περιλάμβανε μια γενικότερη προσφορά στήριξης προς την Τεχεράνη.

Οι πληροφορίες αυτές, όμως, δεν έχουν όλες το ίδιο επίπεδο επιβεβαίωσης.

Η διάρκεια της συνομιλίας, η ακριβής πρωτοβουλία για την πραγματοποίησή της και κυρίως το συγκεκριμένο περιεχόμενο οποιασδήποτε υπόσχεσης υποστήριξης δεν μπορούν να παρουσιαστούν ως αποδεδειγμένα στοιχεία χωρίς πλήρη δημόσια επιβεβαίωση.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι αναφορές αυτές είναι κατ’ ανάγκην λανθασμένες.

Σημαίνει ότι η ανάλυση οφείλει να παραμείνει στο επίπεδο των διαθέσιμων στοιχείων.

Το γεγονός ότι δύο στρατηγικοί εταίροι επικοινωνούν σε μια στιγμή αυξημένης κρίσης είναι σημαντικό.

Το τι ακριβώς συμφώνησαν είναι διαφορετικό ζήτημα.

Η απόσταση ανάμεσα στα δύο είναι εκεί όπου συχνά γεννιούνται οι πιο εντυπωσιακές, αλλά και οι λιγότερο τεκμηριωμένες, γεωπολιτικές αφηγήσεις.

Η στρατηγική σχέση Μόσχας και Τεχεράνης

Για να κατανοηθεί η σημασία της επικοινωνίας πρέπει να εξεταστεί το ευρύτερο πλαίσιο.

Η Ρωσία και το Ιράν έχουν συγκλίνει τα τελευταία χρόνια απέναντι σε μια σειρά κοινών στρατηγικών προκλήσεων.

Και οι δύο χώρες αντιμετωπίζουν μακροχρόνια πίεση από το δυτικό σύστημα κυρώσεων.

Και οι δύο έχουν αναπτύξει την ανάγκη για εναλλακτικά οικονομικά και εμπορικά δίκτυα.

Και οι δύο θεωρούν την αμερικανική στρατιωτική παρουσία σε κρίσιμες περιοχές της Ευρασίας ως παράγοντα που επηρεάζει άμεσα την ασφάλειά τους.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι στόχοι τους είναι πάντοτε ταυτόσημοι.

Η Ρωσία διαθέτει τη δική της ευρασιατική στρατηγική.

Το Ιράν διαθέτει τις δικές του περιφερειακές προτεραιότητες.

Όμως η ύπαρξη κοινών πιέσεων έχει δημιουργήσει έναν αντικειμενικό χώρο συνεργασίας.

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο μια νέα προσπάθεια στρατιωτικής αποδυνάμωσης του Ιράν δεν μπορεί να θεωρηθεί από τη Μόσχα ένα απλό περιφερειακό επεισόδιο.

Γιατί η Ρωσία δεν μπορεί να αντιμετωπίσει το Ιράν ως «μακρινό ζήτημα»

Για τη Μόσχα, η σταθερότητα του Ιράν συνδέεται με ευρύτερες ισορροπίες στην Ευρασία.

Μια γενικευμένη κατάρρευση της ασφάλειας στο Ιράν θα μπορούσε να δημιουργήσει αλυσιδωτές συνέπειες:

στην περιοχή του Καυκάσου,

στην Κεντρική Ασία,

στους ενεργειακούς δρόμους,

στις εμπορικές συνδέσεις Βορρά–Νότου,

και συνολικά στη γεωπολιτική ισορροπία της ευρασιατικής περιφέρειας.

Το Ιράν δεν είναι απλώς μια ακόμη χώρα της Μέσης Ανατολής.

Αποτελεί κρίσιμο γεωγραφικό σύνδεσμο ανάμεσα στη Μέση Ανατολή, τον Καύκασο, την Κεντρική Ασία και τον Ινδικό Ωκεανό.

Η αποσταθεροποίησή του θα δημιουργούσε ένα κενό ισχύος με συνέπειες πολύ ευρύτερες από την άμεση αντιπαράθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Από αυτή την άποψη, η Ρωσία έχει κάθε λόγο να ενδιαφέρεται για την αποτροπή μιας ανεξέλεγκτης στρατιωτικής κλιμάκωσης.

Αυτό, όμως, εξακολουθεί να μην σημαίνει ότι η Μόσχα έχει δεσμευτεί να πολεμήσει άμεσα για την Τεχεράνη.

Στήριξη δεν σημαίνει στρατιωτική εγγύηση

Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο σημείο του κεφαλαίου.

Η λέξη «στήριξη» μπορεί να σημαίνει πολλά διαφορετικά πράγματα.

Μπορεί να σημαίνει διπλωματική υποστήριξη.

Μπορεί να σημαίνει ανταλλαγή πληροφοριών.

Μπορεί να σημαίνει τεχνική και οικονομική συνεργασία.

Μπορεί να σημαίνει πολιτική παρέμβαση σε διεθνείς οργανισμούς.

Μπορεί να σημαίνει συνέχιση ήδη υπαρχουσών στρατηγικών συνεργασιών.

Και, σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να περιλαμβάνει και αμυντική ή στρατιωτική βοήθεια.

Χωρίς πλήρη και επιβεβαιωμένη ενημέρωση για το περιεχόμενο μιας συνομιλίας, δεν είναι δυνατόν να γνωρίζουμε ποιο ακριβώς επίπεδο υποστήριξης συζητήθηκε.

Επομένως, το να μετατραπεί μια αναφορά για «στρατηγική υποστήριξη» σε συμπέρασμα ότι η Ρωσία προσέφερε στο Ιράν μια πλήρη στρατιωτική ομπρέλα θα ήταν αυθαίρετο.

Η γεωπολιτική πραγματικότητα είναι συχνά πιο σύνθετη και, προς απογοήτευση όσων προτιμούν να βλέπουν τον κόσμο σαν πίνακα δύο στρατοπέδων, τα κράτη σπάνια υπογράφουν λευκές επιταγές για τους συμμάχους τους.

Η στρατιωτική συνεργασία και τα όριά της

Οι αναφορές για πιθανή ρωσική ή κινεζική ενίσχυση των ιρανικών στρατιωτικών δυνατοτήτων αποτελούν ένα ακόμη πεδίο όπου απαιτείται αυστηρή διάκριση.

Η γενική ύπαρξη στρατηγικής και αμυντικής συνεργασίας είναι διαφορετικό πράγμα από την επιβεβαίωση συγκεκριμένων μεταφορών συγκεκριμένων οπλικών συστημάτων κατά τη διάρκεια της σημερινής κρίσης.

Για ορισμένες τέτοιες αναφορές δεν υπάρχουν επαρκή δημόσια στοιχεία που να επιτρέπουν ασφαλή επιβεβαίωση.

Δεν πρέπει, επομένως, να παρουσιαστούν ως γεγονότα.

Αυτό δεν μειώνει τη σημασία της συνεργασίας Ρωσίας–Ιράν.

Αντίθετα, αναδεικνύει το πραγματικό στρατηγικό ερώτημα:

μέχρι πού είναι διατεθειμένη να φτάσει η συνεργασία όταν η πολιτική πίεση μετατρέπεται σε πραγματική στρατιωτική απειλή;

Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί από τις γενικές δηλώσεις.

Θα εξαρτηθεί από τις πραγματικές αποφάσεις που θα ληφθούν εάν η κρίση περάσει σε νέα φάση.

Το Μπουσέρ και η ρωσική παρουσία στο Ιράν

Ένας ακόμη παράγοντας που προσδίδει βάθος στη σχέση των δύο χωρών είναι η συνεχιζόμενη συνεργασία στον πυρηνικό και ενεργειακό τομέα.

Η παρουσία ρωσικών συμφερόντων και προσωπικού σε κρίσιμες υποδομές του Ιράν σημαίνει ότι μια ευρύτερη σύγκρουση δεν θα έθετε σε κίνδυνο μόνο ιρανικές εγκαταστάσεις.

Θα μπορούσε να επηρεάσει άμεσα και ρωσικά συμφέροντα.

Αυτό αυξάνει το πολιτικό κόστος μιας γενικευμένης αποσταθεροποίησης.

Δεν δημιουργεί όμως αυτομάτως μηχανισμό ρωσικής στρατιωτικής επέμβασης.

Η παρουσία οικονομικών, τεχνικών ή ενεργειακών συμφερόντων μπορεί να ενισχύσει το κίνητρο μιας δύναμης να παρέμβει διπλωματικά.

Δεν αρκεί από μόνη της για να αποδείξει ότι η παρέμβαση θα πάρει στρατιωτική μορφή.

Αυτή η διάκριση είναι ουσιαστική για την κατανόηση των πραγματικών ορίων της ρωσικής εμπλοκής.

Η επικοινωνία ως μήνυμα προς περισσότερες από μία κατευθύνσεις

Η πολιτική σημασία μιας επικοινωνίας αυτού του επιπέδου δεν περιορίζεται μόνο στα λόγια που ανταλλάσσονται μεταξύ δύο ηγετών.

Κάθε τέτοια επαφή στέλνει μήνυμα σε πολλαπλά ακροατήρια.

Προς την Τεχεράνη, σηματοδοτεί ότι η Ρωσία παραμένει ενεργός στρατηγικός εταίρος.

Προς την Ουάσιγκτον, υπενθυμίζει ότι η πίεση εναντίον του Ιράν δεν διεξάγεται σε ένα γεωπολιτικό κενό.

Προς τις περιφερειακές δυνάμεις, δείχνει ότι η κρίση μπορεί να προσελκύσει μεγαλύτερη διεθνή εμπλοκή.

Και προς την ίδια τη ρωσική κοινή γνώμη και το ευρύτερο διεθνές περιβάλλον, επιβεβαιώνει ότι η Μόσχα εξακολουθεί να επιδιώκει ρόλο στις μεγάλες κρίσεις της Ευρασίας και της Μέσης Ανατολής.

Αυτός είναι ο βαθύτερος λόγος για τον οποίο ακόμη και μια επικοινωνία με περιορισμένο δημόσιο περιεχόμενο μπορεί να αποκτήσει μεγάλη στρατηγική σημασία.

Η Ρωσία ανάμεσα στην υποστήριξη και στην αποφυγή άμεσης σύγκρουσης

Η Μόσχα βρίσκεται μπροστά σε ένα δύσκολο στρατηγικό δίλημμα.

Από τη μία πλευρά, δεν έχει συμφέρον να επιτρέψει την πλήρη στρατιωτική αποδυνάμωση ή πολιτική αποσταθεροποίηση ενός σημαντικού ευρασιατικού εταίρου.

Από την άλλη, μια άμεση στρατιωτική αντιπαράθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες εξαιτίας του Ιράν θα μπορούσε να δημιουργήσει έναν εξαιρετικά επικίνδυνο μηχανισμό γενικευμένης σύγκρουσης.

Η πιο πιθανή λογική, επομένως, δεν είναι απαραίτητα η επιλογή ανάμεσα σε δύο άκρα, πλήρης εγκατάλειψη ή άμεση πολεμική επέμβαση.

Υπάρχει ένα μεγάλο ενδιάμεσο πεδίο:

διπλωματική υποστήριξη,

πολιτικός συντονισμός,

τεχνική συνεργασία,

οικονομική συνεργασία,

και προσπάθεια αύξησης του διεθνούς κόστους μιας μονομερούς στρατιωτικής κλιμάκωσης.

Αυτό ακριβώς είναι που καθιστά τη ρωσική στάση δύσκολο να ερμηνευθεί με απλοϊκούς όρους.

Η ευρύτερη ευρασιατική εξίσωση

Η σχέση Ρωσίας και Ιράν πρέπει να εξεταστεί και μέσα από το μεγαλύτερο πλαίσιο της μετάβασης προς μια πολυπολική διεθνή τάξη.

Η δυνατότητα μιας χώρας να επιβιώσει απέναντι σε εξωτερική πίεση δεν εξαρτάται πλέον αποκλειστικά από τις δικές της στρατιωτικές δυνάμεις.

Εξαρτάται και από τα δίκτυα σχέσεων που διαθέτει.

Το Ιράν έχει σήμερα περισσότερους πολιτικούς και οικονομικούς διαύλους από όσους είχε σε προηγούμενες περιόδους διεθνούς απομόνωσης.

Η σχέση με τη Ρωσία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους από αυτούς.

Η σχέση με την Κίνα αποτελεί έναν δεύτερο κρίσιμο άξονα.

Οι επαφές με το Πακιστάν, το Ομάν, το Κατάρ και άλλες περιφερειακές δυνάμεις δημιουργούν επιπλέον διπλωματικά περιθώρια.

Αυτό δεν μετατρέπει το Ιράν σε άτρωτη δύναμη.

Ούτε σημαίνει ότι έχει δημιουργηθεί ένα ενιαίο αντιδυτικό στρατιωτικό μπλοκ.

Σημαίνει όμως ότι η προσπάθεια απομόνωσης ή στρατιωτικής πίεσης απέναντι στην Τεχεράνη πραγματοποιείται πλέον μέσα σε μια πολύ πιο σύνθετη διεθνή πραγματικότητα.

Συμπέρασμα: τι αποδεικνύει πραγματικά η επικοινωνία Πούτιν – Ρεζαΐ

Η επικοινωνία ανάμεσα στη ρωσική και την ιρανική πλευρά αποτελεί σημαντικό πολιτικό και γεωπολιτικό γεγονός.

Αποδεικνύει ότι οι δύο χώρες διατηρούν ενεργό στρατηγικό δίαυλο σε μια περίοδο αυξημένης έντασης.

Δεν αποδεικνύει, όμως, από μόνη της ότι η Ρωσία έχει προσφέρει στο Ιράν μια αυτόματη στρατιωτική εγγύηση.

Οι αναφορές για τη διάρκεια της συνομιλίας, την πρωτοβουλία για την πραγματοποίησή της και το εύρος της υποστήριξης πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή μέχρι να υπάρξουν επαρκέστερες δημόσιες επιβεβαιώσεις.

Το πραγματικό συμπέρασμα είναι πιο σύνθετο.

Η Μόσχα έχει ισχυρό στρατηγικό συμφέρον να αποτρέψει μια ανεξέλεγκτη αποσταθεροποίηση του Ιράν.

Η Τεχεράνη έχει ανάγκη από ισχυρούς διεθνείς εταίρους σε μια περίοδο αυξημένης στρατιωτικής πίεσης.

Αλλά ανάμεσα στη στρατηγική συνεργασία και στην άμεση πολεμική συμμαχία υπάρχει μια τεράστια απόσταση.

Η επικοινωνία Πούτιν – Ρεζαΐ δείχνει ότι η Ρωσία δεν βρίσκεται έξω από την κρίση. Το ακριβές ερώτημα είναι μέχρι πού είναι διατεθειμένη να προχωρήσει εάν η κρίση περάσει από τη διπλωματική πίεση στην πραγματική γενικευμένη σύγκρουση.

Και αυτή η απάντηση δεν βρίσκεται ακόμη στις δημόσιες δηλώσεις.

Θα κριθεί από τις επόμενες κινήσεις των ίδιων των κρατών.

 

Κεφάλαιο 6. Κίνα και Πακιστάν: διπλωματική σύγκλιση χωρίς αποδεδειγμένη συμμαχία.

Η κρίση γύρω από το Ιράν δεν περιορίζεται πλέον στη διμερή αντιπαράθεση ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και την Τεχεράνη. Όσο αυξάνεται η στρατιωτική πίεση και όσο η ασφάλεια των ενεργειακών διαδρόμων τίθεται υπό αμφισβήτηση, τόσο περισσότερο διευρύνεται ο αριθμός των κρατών που έχουν άμεσο συμφέρον να αποτρέψουν μια γενικευμένη σύγκρουση.

Ανάμεσα σε αυτά, δύο χώρες αποκτούν ιδιαίτερη σημασία: η Κίνα και το Πακιστάν.

Ο ρόλος τους, ωστόσο, δεν πρέπει να υπερερμηνεύεται.

Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία που να αποδεικνύουν την ύπαρξη μιας νέας, επίσημης στρατιωτικής συμμαχίας η οποία θα συνδέει την Κίνα, το Πακιστάν και το Ιράν σε έναν ενιαίο μηχανισμό συλλογικής άμυνας.

Υπάρχει όμως κάτι διαφορετικό και γεωπολιτικά εξαιρετικά σημαντικό:

μια αυξανόμενη σύγκλιση συμφερόντων γύρω από τη σταθερότητα της περιοχής, την αποτροπή μιας γενικευμένης πολεμικής σύγκρουσης και την αντίθεση σε μια νέα μονομερή αναδιάταξη της Μέσης Ανατολής μέσω στρατιωτικής ισχύος.

Η διαφορά ανάμεσα σε αυτά τα δύο πράγματα είναι καθοριστική.

Η στρατηγική σύγκλιση δεν είναι το ίδιο με στρατιωτική συμμαχία.

Αλλά σε έναν κόσμο όπου η ισχύς κατανέμεται πλέον σε περισσότερα κέντρα, η σύγκλιση συμφερόντων μπορεί να επηρεάσει τις εξελίξεις ακόμη και χωρίς επίσημες συνθήκες και κοινές στρατιωτικές διοικήσεις.

Η Κίνα και το ενεργειακό διακύβευμα

Για το Πεκίνο, η κρίση στον Περσικό Κόλπο και στα Στενά του Ορμούζ δεν αποτελεί ένα μακρινό περιφερειακό ζήτημα.

Αποτελεί ζήτημα άμεσης στρατηγικής σημασίας.

Η Κίνα είναι μία από τις μεγαλύτερες ενεργειακές οικονομίες του κόσμου και η σταθερότητα των θαλάσσιων ενεργειακών διαδρομών αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη λειτουργία της οικονομίας της.

Μια σοβαρή και παρατεταμένη διαταραχή στον Περσικό Κόλπο θα μπορούσε να επηρεάσει:

τις τιμές της ενέργειας,

τις θαλάσσιες μεταφορές,

τις ασφαλιστικές δαπάνες,

τις εμπορικές διαδρομές,

και συνολικά τη σταθερότητα της διεθνούς οικονομίας.

Αυτό εξηγεί γιατί η κινεζική προσέγγιση δεν βασίζεται στη λογική της στρατιωτικής κλιμάκωσης.

Το βασικό συμφέρον του Πεκίνου είναι η σταθερότητα.

Η Μέση Ανατολή, από κινεζική σκοπιά, αποτελεί έναν χώρο ενεργειακών σχέσεων, εμπορικών δικτύων και οικονομικής συνδεσιμότητας.

Ένας γενικευμένος πόλεμος θα έθετε σε κίνδυνο όλα αυτά.

Η Κίνα δεν έχει συμφέρον να μετατραπεί ο Περσικός Κόλπος σε μια μόνιμη ζώνη πολέμου.

Έχει συμφέρον να παραμείνει ένας χώρος μέσα από τον οποίο μπορούν να συνεχίσουν να κινούνται η ενέργεια, το εμπόριο και οι οικονομικές σχέσεις.

Και, όπως συμβαίνει συνήθως με τις μεγάλες δυνάμεις, η ειρήνη αποκτά ακόμη μεγαλύτερη αξία όταν οι λογαριασμοί ενός πολέμου απειλούν άμεσα τα δικά τους συμφέροντα.

Η κινεζική διπλωματία και η νέα παρουσία στη Μέση Ανατολή

Η Κίνα έχει πλέον ξεπεράσει την εποχή κατά την οποία περιοριζόταν αποκλειστικά στον ρόλο του οικονομικού εταίρου.

Τα τελευταία χρόνια έχει επιχειρήσει να αποκτήσει μεγαλύτερη πολιτική και διπλωματική παρουσία στη Μέση Ανατολή.

Η προσέγγιση Ιράν και Σαουδικής Αραβίας με κινεζική συμβολή αποτέλεσε χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της νέας πραγματικότητας.

Το Πεκίνο απέδειξε ότι μπορεί να διατηρεί σχέσεις με αντίπαλες δυνάμεις της περιοχής χωρίς να εντάσσεται ολοκληρωτικά σε ένα μόνο στρατόπεδο.

Διατηρεί σχέσεις με το Ιράν.

Διατηρεί σχέσεις με τη Σαουδική Αραβία.

Διατηρεί σχέσεις με τα κράτη του Κόλπου.

Διατηρεί οικονομικούς και πολιτικούς διαύλους με πολλές από τις δυνάμεις που βρίσκονται σήμερα στο επίκεντρο της κρίσης.

Αυτή η πολυδιάστατη θέση δίνει στην κινεζική διπλωματία ένα σημαντικό πλεονέκτημα.

Μπορεί να επικοινωνεί με περισσότερες από μία πλευρές.

Δεν σημαίνει ότι μπορεί να επιβάλει τη λύση μιας κρίσης.

Αλλά σημαίνει ότι μπορεί να λειτουργήσει ως ένας από τους σημαντικούς χώρους πολιτικής συνεννόησης.

Στο υλικό που εξετάζουμε υπάρχουν αναφορές για κινεζικές επαφές με Ιρανούς και Σαουδάραβες αξιωματούχους, καθώς και για αυξημένη διπλωματική κινητικότητα του Πεκίνου στην ευρύτερη περιοχή.

Η γενική κατεύθυνση αυτής της πολιτικής είναι σαφής:

η αποτροπή μιας ανεξέλεγκτης περιφερειακής σύγκρουσης.

Όπου, όμως, συγκεκριμένες συναντήσεις, ειδικές αποστολές ή τριμερείς επαφές δεν έχουν ανακοινωθεί επίσημα, δεν μπορούν να παρουσιάζονται ως δεδομένα.

Η Κίνα ως δύναμη σταθεροποίησης, όχι ως «ουδέτερος παρατηρητής»

Η κινεζική πολιτική δεν πρέπει να συγχέεται με ουδετερότητα.

Η Κίνα έχει συμφέροντα.

Και τα συμφέροντα αυτά είναι τεράστια.

Η ενεργειακή ασφάλεια, οι εμπορικοί δρόμοι, οι επενδύσεις και η ευρύτερη οικονομική σύνδεση της Ευρασίας αποτελούν βασικά στοιχεία της κινεζικής στρατηγικής.

Επομένως, η προσπάθεια του Πεκίνου να αποτρέψει μια σύγκρουση δεν αποτελεί πράξη αφηρημένου ιδεαλισμού.

Αποτελεί πολιτική που εξυπηρετεί συγκεκριμένα στρατηγικά συμφέροντα.

Αυτό είναι, όμως, και το στοιχείο που την καθιστά σημαντική.

Η Κίνα έχει αντικειμενικό συμφέρον να εμποδίσει μια στρατιωτική έκρηξη.

Σε αντίθεση με τις στρατηγικές που αντιμετωπίζουν την περιοχή πρωτίστως ως χώρο στρατιωτικής προβολής ισχύος, η κινεζική προσέγγιση στηρίζεται περισσότερο στη διατήρηση της οικονομικής συνδεσιμότητας.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Κίνα έχει αντικαταστήσει τη μία μορφή παγκόσμιας ηγεμονίας με κάποια ιδανική μορφή διεθνούς αλτρουισμού. Τα κράτη, δυστυχώς, δεν λειτουργούν με βάση μαθήματα ηθικής του δημοτικού.

Σημαίνει ότι το σημερινό κινεζικό συμφέρον ταυτίζεται σε μεγάλο βαθμό με την αποφυγή μιας καταστροφικής σύγκρουσης.

Το Πακιστάν και η γεωγραφία της κρίσης

Αν η Κίνα αποτελεί τη μεγάλη οικονομική και διπλωματική δύναμη της ευρύτερης εξίσωσης, το Πακιστάν αποκτά σημασία για διαφορετικούς λόγους.

Η γεωγραφική του θέση το φέρνει κοντά σε μία από τις πιο ευαίσθητες περιοχές της Ασίας.

Μια γενικευμένη σύγκρουση γύρω από το Ιράν δεν θα ήταν για το Ισλαμαμπάντ μια μακρινή κρίση.

Θα δημιουργούσε άμεσες επιπτώσεις στη δική του περιφερειακή ασφάλεια.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια ιδιαίτερα σύνθετη στρατηγική πραγματικότητα.

Διατηρεί ιστορικές και πολιτικές σχέσεις με διαφορετικές δυνάμεις της περιοχής.

Διατηρεί στενή στρατηγική σχέση με την Κίνα.

Ταυτόχρονα, έχει ανάγκη να αποφύγει οποιαδήποτε εξέλιξη θα μπορούσε να μετατρέψει την ευρύτερη περιοχή σε μια ενιαία ζώνη αποσταθεροποίησης.

Η σταθερότητα του Ιράν αποτελεί, επομένως, και ζήτημα πακιστανικού συμφέροντος.

Μια μεγάλη πολεμική σύγκρουση θα μπορούσε να προκαλέσει:

μετακινήσεις πληθυσμών,

νέα προβλήματα ασφαλείας,

ενίσχυση ακραίων και αποσταθεροποιητικών παραγόντων,

και σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις.

Από αυτή την άποψη, η πακιστανική στάση δεν μπορεί να εξεταστεί μόνο μέσα από τη λογική της διπλωματικής συμπάθειας προς κάποια πλευρά.

Εξετάζεται πρωτίστως μέσα από τη λογική της εθνικής ασφάλειας.

Η πιθανότητα διαμεσολάβησης

Στο υλικό μας υπάρχουν αναφορές που παρουσιάζουν το Πακιστάν ως πιθανό μεσολαβητικό παράγοντα στις προσπάθειες αποκλιμάκωσης.

Υπάρχουν επίσης πληροφορίες που συνδέουν το Ισλαμαμπάντ με πιθανές μελλοντικές εγγυήσεις ή διπλωματικές πρωτοβουλίες.

Εδώ, όμως, απαιτείται η μεγαλύτερη δυνατή προσοχή.

Η πιθανότητα μιας πακιστανικής διαμεσολάβησης είναι γεωπολιτικά λογική.

Δεν σημαίνει ότι κάθε αναφορά για συγκεκριμένο μηχανισμό εγγυήσεων ή συγκεκριμένη συμφωνία έχει ήδη επιβεβαιωθεί.

Μέχρι να υπάρξει σαφής και δημόσια επιβεβαίωση, τέτοιες πληροφορίες πρέπει να παρουσιάζονται ως αναφορές και όχι ως τετελεσμένα γεγονότα.

Αυτό δεν μειώνει τη σημασία του Πακιστάν.

Αντίθετα, δείχνει ότι η πραγματική του αξία μπορεί να βρίσκεται ακριβώς στην ικανότητά του να λειτουργεί ως περιφερειακός δίαυλος επικοινωνίας.

Σε μια κρίση όπου οι απευθείας σχέσεις μεταξύ αντιπάλων είναι περιορισμένες ή πολιτικά δύσκολες, οι ενδιάμεσοι δίαυλοι αποκτούν τεράστια σημασία.

Και το Πακιστάν μπορεί να αποτελεί έναν από αυτούς.

Κίνα και Πακιστάν: κοινά συμφέροντα, διαφορετικοί ρόλοι

Η Κίνα και το Πακιστάν διαθέτουν στενή στρατηγική σχέση.

Αυτό αποτελεί σημαντικό στοιχείο της περιφερειακής εξίσωσης.

Αλλά οι ρόλοι τους στην κρίση γύρω από το Ιράν δεν είναι ίδιοι.

Η Κίνα διαθέτει:

τεράστια οικονομική ισχύ,

διπλωματική επιρροή,

σχέσεις με όλες σχεδόν τις σημαντικές δυνάμεις της περιοχής,

και άμεσο ενδιαφέρον για την ενεργειακή σταθερότητα.

Το Πακιστάν διαθέτει:

γεωγραφική εγγύτητα,

περιφερειακούς διαύλους,

ειδική στρατηγική σχέση με την Κίνα,

και άμεσο συμφέρον να αποτραπεί η επέκταση της αστάθειας προς τη Νότια Ασία.

Οι δύο χώρες, επομένως, μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αποτελούν έναν ενιαίο μηχανισμό.

Το Πεκίνο διαθέτει το βάρος μιας παγκόσμιας δύναμης.

Το Ισλαμαμπάντ διαθέτει τη γνώση και τη γεωγραφική εγγύτητα μιας περιφερειακής δύναμης.

Αυτή η διαφορά είναι κρίσιμη για την κατανόηση της πιθανής συμβολής τους.

Η σχέση με το Ιράν και τα όρια της «συμμαχικής» αφήγησης

Είναι εύκολο, ιδιαίτερα σε περιόδους έντασης, να δημιουργείται η εικόνα δύο μεγάλων στρατοπέδων.

Από τη μία πλευρά οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους.

Από την άλλη μια υποτιθέμενη ενιαία συμμαχία Κίνας, Ρωσίας, Ιράν και άλλων κρατών.

Η πραγματικότητα είναι πιο περίπλοκη.

Η Κίνα και η Ρωσία διαθέτουν στρατηγικές σχέσεις με το Ιράν.

Το Πακιστάν διαθέτει τους δικούς του δεσμούς και τα δικά του συμφέροντα.

Αλλά δεν υπάρχει ένας επίσημος μηχανισμός που να προβλέπει ότι όλες αυτές οι χώρες θα εισέλθουν αυτόματα σε πόλεμο εάν δεχθεί επίθεση μία από αυτές.

Η στρατηγική σύγκλιση είναι πραγματική.

Η αυτόματη στρατιωτική συμμαχία δεν έχει αποδειχθεί.

Αυτή η διάκριση είναι απαραίτητη γιατί διαφορετικά η ανάλυση μετατρέπεται σε απλοϊκή χαρτογράφηση «καλών» και «κακών» στρατοπέδων.

Και η πραγματική γεωπολιτική είναι πολύ πιο κυνική και περίπλοκη.

Τα κράτη συνεργάζονται όταν τα συμφέροντά τους συγκλίνουν.

Απομακρύνονται όταν αυτά συγκρούονται.

Και συχνά κάνουν και τα δύο ταυτόχρονα, επειδή η ανθρωπότητα αποφάσισε να κάνει την εξωτερική πολιτική ένα παιχνίδι πολλών επιπέδων χωρίς κανείς να δίνει τις οδηγίες.

Η ευρύτερη περιφερειακή εξίσωση

Η αυξανόμενη σημασία της Κίνας και του Πακιστάν δείχνει κάτι βαθύτερο.

Η Μέση Ανατολή δεν αποτελεί πλέον αποκλειστικό πεδίο επιρροής των παραδοσιακών δυτικών δυνάμεων.

Οι αποφάσεις που λαμβάνονται στην περιοχή επηρεάζουν άμεσα την Ασία.

Η ενεργειακή ασφάλεια συνδέει τον Περσικό Κόλπο με την Κίνα.

Η γεωγραφία συνδέει την κρίση με τη Νότια Ασία και το Πακιστάν.

Οι εμπορικοί διάδρομοι συνδέουν τη Μέση Ανατολή με την ευρασιατική ενδοχώρα.

Η Ρωσία παρακολουθεί την κρίση μέσα από το πρίσμα της ευρύτερης ασφάλειας της Ευρασίας.

Η Κίνα την εξετάζει μέσα από την ενεργειακή και οικονομική της διάσταση.

Το Πακιστάν μέσα από την άμεση περιφερειακή του ασφάλεια.

Το Ιράν μέσα από την ανάγκη διατήρησης της κυριαρχίας και της στρατηγικής του αυτονομίας.

Αυτό ακριβώς είναι που καθιστά τη σημερινή κρίση διαφορετική από προηγούμενες περιόδους.

Δεν υπάρχουν πλέον μόνο δύο πλευρές.

Υπάρχουν πολλαπλά κέντρα ισχύος με διαφορετικές προτεραιότητες.

Η πολυπολική πραγματικότητα και τα όριά της

Η παρουσία πολλών κέντρων ισχύος δεν εγγυάται την ειρήνη.

Η πολυπολικότητα δεν αποτελεί κάποιο μαγικό φίλτρο που εξαφανίζει τις συγκρούσεις. Μακάρι, γιατί θα μας είχε γλιτώσει αρκετούς αιώνες ανθρώπινης εφευρετικότητας στην καταστροφή.

Μπορεί, όμως, να περιορίσει την ικανότητα μιας μόνο δύναμης να επιβάλλει ανεξέλεγκτα τη βούλησή της.

Αυτό ακριβώς είναι το κεντρικό ζήτημα της σημερινής κρίσης.

Η Ουάσινγκτον εξακολουθεί να διαθέτει τεράστια στρατιωτική ισχύ.

Αλλά η χρήση αυτής της ισχύος έχει πλέον ευρύτερες συνέπειες.

Η Κίνα δεν μπορεί να αγνοήσει μια απειλή για τις ενεργειακές της διαδρομές.

Η Ρωσία δεν μπορεί να αδιαφορήσει για μια νέα μεγάλη αποσταθεροποίηση της Ευρασίας.

Το Πακιστάν δεν μπορεί να αντιμετωπίσει ως ξένη υπόθεση μια κρίση που εξελίσσεται δίπλα στη δική του περιφερειακή ζώνη ασφαλείας.

Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες αυτές οι χώρες θα δράσουν από κοινού.

Σημαίνει όμως ότι η μονομερής στρατιωτική δράση έχει πλέον πολύ μεγαλύτερο γεωπολιτικό κόστος.

Συμπέρασμα: μια διπλωματική σύγκλιση που αλλάζει την εξίσωση

Η Κίνα και το Πακιστάν δεν αποτελούν, μαζί με το Ιράν, μια αποδεδειγμένη ενιαία στρατιωτική συμμαχία.

Η παρουσίασή τους ως τέτοιας θα ήταν ανακριβής.

Υπάρχει όμως μια πραγματική σύγκλιση συμφερόντων γύρω από την αποτροπή μιας γενικευμένης περιφερειακής καταστροφής.

Η Κίνα έχει άμεσο συμφέρον να προστατεύσει την ενεργειακή και οικονομική σταθερότητα.

Το Πακιστάν έχει άμεσο συμφέρον να αποτρέψει την επέκταση της αστάθειας προς τη Νότια Ασία.

Το Ιράν έχει συμφέρον να διατηρήσει την κυριαρχία και τη στρατηγική του αυτονομία.

Και η ευρύτερη περιοχή έχει συμφέρον να αποφύγει μια σύγκρουση που θα μπορούσε να μετατρέψει τον Περσικό Κόλπο σε μόνιμο πολεμικό μέτωπο.

Αυτός ο συνδυασμός δεν δημιουργεί έναν ενιαίο στρατιωτικό άξονα.

Δημιουργεί όμως ένα νέο διπλωματικό περιβάλλον, στο οποίο η Ουάσινγκτον δεν μπορεί πλέον να θεωρεί ότι οι αποφάσεις για τη Μέση Ανατολή θα καθορίζονται αποκλειστικά από την ίδια και τους παραδοσιακούς συμμάχους της.

Η πραγματική αλλαγή βρίσκεται ακριβώς εκεί: περισσότερες δυνάμεις έχουν πλέον τη δυνατότητα να επηρεάζουν την κρίση, να αυξάνουν το πολιτικό κόστος της κλιμάκωσης και να διεκδικούν ρόλο στη διαμόρφωση της επόμενης περιφερειακής τάξης.

Και αυτή η αλλαγή αποτελεί μία από τις καθαρότερες εκφράσεις της μετάβασης από έναν κόσμο μονοπολικής επιβολής σε μια πολύ πιο σύνθετη και ασταθή πολυπολική πραγματικότητα.

 

Κεφάλαιο 7. Ορμούζ, δεξαμενόπλοια και ο έλεγχος των ενεργειακών διαδρόμων

Όταν η γεωγραφία μετατρέπεται σε στρατηγικό όπλο

Υπάρχουν σημεία στον παγκόσμιο χάρτη των οποίων η σημασία υπερβαίνει κατά πολύ το γεωγραφικό τους μέγεθος.

Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν ένα από αυτά.

Η αντιπαράθεση γύρω από το Ιράν δεν αφορά μόνο πυρηνικά προγράμματα, κυρώσεις, στρατιωτικές βάσεις ή διπλωματικές διαπραγματεύσεις. Στην καρδιά της βρίσκεται και ένας από τους σημαντικότερους θαλάσσιους ενεργειακούς διαδρόμους του πλανήτη.

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο κάθε ένταση στην περιοχή αποκτά σχεδόν αμέσως παγκόσμια οικονομική διάσταση.

Η γεωγραφική θέση του Ιράν προσφέρει στην Τεχεράνη ένα στρατηγικό πλεονέκτημα που δεν μπορεί να ακυρωθεί απλώς με την ύπαρξη ισχυρότερων αεροπορικών ή ναυτικών δυνάμεων.

Το Ιράν δεν χρειάζεται να αποκτήσει ναυτική υπεροχή απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες για να επηρεάσει τη λειτουργία του περάσματος.

Αρκεί να μπορεί να αυξήσει:

τον κίνδυνο,

την αβεβαιότητα,

το κόστος της ασφάλισης,

και τον επιχειρησιακό κίνδυνο για τα πλοία που διέρχονται από την περιοχή.

Αυτή είναι η ουσία της ασύμμετρης γεωπολιτικής ισχύος.

Ένα κράτος μπορεί να μην είναι ισχυρότερο από τον αντίπαλό του σε συνολικούς αριθμούς, αλλά η γεωγραφία μπορεί να του δώσει τη δυνατότητα να επηρεάσει δυσανάλογα ένα κρίσιμο σημείο του παγκόσμιου συστήματος.

Και στο Ορμούζ, η γεωγραφία λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής ισχύος.

Τα Στενά ως ενεργειακή αρτηρία του πλανήτη

Η σημασία του Ορμούζ δεν περιορίζεται στην περιοχή του Περσικού Κόλπου.

Μέσω αυτού του θαλάσσιου περάσματος συνδέονται οι μεγάλες πετρελαιοπαραγωγές περιοχές της Αραβικής Χερσονήσου με τις διεθνείς αγορές.

Κάθε σοβαρή διαταραχή της ναυσιπλοΐας μπορεί να επηρεάσει όχι μόνο τα κράτη του Κόλπου, αλλά ολόκληρη την αλυσίδα της παγκόσμιας οικονομίας.

Η ενέργεια δεν σταματά στα σύνορα μιας χώρας.

Οι επιπτώσεις μιας κρίσης μεταφέρονται:

στις διεθνείς τιμές,

στις μεταφορές,

στις ασφαλιστικές αγορές,

στις βιομηχανίες,

και τελικά στις οικονομίες χωρών που βρίσκονται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τη Μέση Ανατολή.

Για την Κίνα, την Ινδία και τις μεγάλες ασιατικές οικονομίες, η ασφάλεια των ενεργειακών διαδρόμων αποτελεί άμεσο στρατηγικό ζήτημα.

Για την Ευρώπη, μια νέα ενεργειακή αναταραχή μπορεί να επιβαρύνει ακόμη περισσότερο μια ήδη εύθραυστη οικονομική πραγματικότητα.

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η ελεύθερη ναυσιπλοΐα αποτελεί βασικό στοιχείο της παγκόσμιας στρατηγικής τους παρουσίας.

Και για το Ιράν, το Ορμούζ αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους μοχλούς στρατηγικής πίεσης απέναντι σε έναν πολύ ισχυρότερο στρατιωτικά αντίπαλο.

Η κρίση της ναυσιπλοΐας και η μείωση της κίνησης

Τα διαθέσιμα στοιχεία που εξετάστηκαν στο υλικό μας δείχνουν σοβαρή μείωση της καταγεγραμμένης εμπορικής κίνησης στα Στενά σε σύγκριση με τα επίπεδα πριν από την κρίση.

Αυτό αποτελεί σημαντική ένδειξη ότι η ένταση έχει ήδη επηρεάσει τη λειτουργία του θαλάσσιου διαδρόμου.

Χρειάζεται, όμως, προσοχή στην ερμηνεία των αριθμών.

Τα συστήματα αυτόματης αναγνώρισης πλοίων δεν καταγράφουν υποχρεωτικά κάθε πραγματική κίνηση. Ένα πλοίο μπορεί να μην εμφανίζεται στα διαθέσιμα δεδομένα για διαφορετικούς τεχνικούς ή επιχειρησιακούς λόγους.

Επομένως, μια πτώση της καταγεγραμμένης κίνησης δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι η ναυσιπλοΐα έχει σταματήσει πλήρως.

Αποδεικνύει, όμως, ότι υπάρχει σοβαρή διαταραχή και ότι το επίπεδο αβεβαιότητας έχει αυξηθεί.

Και στην παγκόσμια ναυτιλία η αβεβαιότητα έχει οικονομικό κόστος.

Ένα δεξαμενόπλοιο δεν χρειάζεται να βυθιστεί για να προκληθεί αναστάτωση στην αγορά.

Αρκεί να θεωρηθεί πιθανό ότι κινδυνεύει.

Αρκεί οι ασφαλιστικές εταιρείες να αυξήσουν τα ασφάλιστρα.

Αρκεί οι ναυτιλιακές εταιρείες να αλλάξουν δρομολόγια ή να καθυστερήσουν αναχωρήσεις.

Αρκεί η αγορά να αρχίσει να υπολογίζει το ενδεχόμενο μιας παρατεταμένης διαταραχής.

Η οικονομική πίεση αρχίζει πολύ πριν από τον πραγματικό αποκλεισμό.

Τα περιστατικά των δεξαμενόπλοιων

Το διαθέσιμο υλικό αναφέρεται σε μια σειρά περιστατικών στις αρχές Οκτωβρίου του 2026.

Υπήρξαν αναφορές για περιστατικά παρενόχλησης δεξαμενόπλοιων στις 6, στις 7–8 και στις 10 Οκτωβρίου.

Υπήρξε επίσης αναφορά για έκρηξη σε δεξαμενόπλοιο κοντά στα Στενά του Ορμούζ στις 10 Οκτωβρίου.

Τα περιστατικά αυτά είναι σημαντικά ως δείκτης του κλίματος ανασφάλειας που έχει δημιουργηθεί στην περιοχή.

Δεν επιτρέπουν όμως από μόνα τους την εξαγωγή οριστικών συμπερασμάτων για τους υπεύθυνους.

Η ακριβής φύση των περιστατικών, η ταυτότητα των δραστών και τα αίτια της έκρηξης δεν τεκμηριώνονται επαρκώς από τα στοιχεία που διαθέτουμε.

Επομένως, δεν μπορούμε να αποδώσουμε με βεβαιότητα την ευθύνη σε συγκεκριμένο κράτος ή οργάνωση.

Αυτό είναι κρίσιμο.

Η χρονική εγγύτητα πολλών περιστατικών μπορεί να δημιουργεί υποψίες.

Δεν αποτελεί όμως από μόνη της απόδειξη ότι όλα αποτελούν μέρος ενός ενιαίου και συντονισμένου σχεδίου.

Η γεωπολιτική ανάλυση δεν πρέπει να υποκύπτει στον πειρασμό να μετατρέψει κάθε σύμπτωση σε μυστική επιχείρηση.

Η πραγματικότητα είναι ήδη αρκετά επικίνδυνη χωρίς να της προσθέτουμε πράγματα που δεν μπορούμε να αποδείξουμε.

Τα πλοία που επλήγησαν και το πρόβλημα της απόδοσης ευθύνης

Στο υλικό μας καταγράφονται επίσης περιστατικά στα μέσα Οκτωβρίου, κατά τα οποία δύο πλοία υπό σημαία Σιγκαπούρης επλήγησαν στην περιοχή των Στενών.

Σύμφωνα με τις αναφορές που εξετάστηκαν, το GFS PRIDE βυθίστηκε, ενώ το GFS GISELLE υπέστη ζημιές.

Τα πληρώματα αναφέρθηκαν ως ασφαλή.

Το κρίσιμο ζήτημα, ωστόσο, παραμένει η προέλευση των βλημάτων και η ταυτότητα του υπεύθυνου.

Αυτό δεν έχει αποσαφηνιστεί επαρκώς από τα στοιχεία που διαθέτουμε.

Η απόδοση ευθύνης χωρίς αποδεικτικό υλικό θα ήταν πολιτική καταγγελία και όχι τεκμηριωμένη ανάλυση.

Και αυτή η διάκριση έχει τεράστια σημασία.

Σε μια περιοχή όπου επιχειρούν κρατικές δυνάμεις, περιφερειακές οργανώσεις και διαφορετικοί ένοπλοι παράγοντες, η απλή παρουσία ενός περιστατικού δεν αρκεί για να προσδιορίσει αυτόματα τον δράστη.

Η αβεβαιότητα γύρω από την προέλευση μιας επίθεσης μπορεί, μάλιστα, να αποτελέσει από μόνη της παράγοντα κλιμάκωσης.

Κάθε πλευρά μπορεί να διατυπώσει τη δική της ερμηνεία.

Κάθε κυβέρνηση μπορεί να χρησιμοποιήσει το περιστατικό για να ενισχύσει το πολιτικό της επιχείρημα.

Και κάθε νέα κατηγορία μπορεί να δημιουργήσει πίεση για αντίδραση.

Έτσι, ένα περιστατικό περιορισμένης κλίμακας μπορεί να αποκτήσει δυσανάλογα μεγάλες πολιτικές συνέπειες.

Η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας ως μορφή οικονομικού πολέμου

Το μεγαλύτερο στρατηγικό ζήτημα δεν είναι μόνο αν τα Στενά μπορούν να κλείσουν πλήρως.

Είναι αν μπορούν να γίνουν τόσο επικίνδυνα ώστε η φυσιολογική λειτουργία της ναυσιπλοΐας να καταστεί εξαιρετικά δαπανηρή.

Αυτό είναι το πραγματικό πεδίο της σύγχρονης ασύμμετρης σύγκρουσης.

Η πλήρης διακοπή της ναυσιπλοΐας θα αποτελούσε μια ακραία εξέλιξη.

Αλλά ακόμη και η μερική διατάραξη μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες.

Η αύξηση του κινδύνου οδηγεί σε:

υψηλότερα ασφάλιστρα,

αυξημένο κόστος μεταφοράς,

καθυστερήσεις,

αναδιάρθρωση των δρομολογίων,

και μεγαλύτερη αβεβαιότητα στις ενεργειακές αγορές.

Με άλλα λόγια, η κρίση στη ναυσιπλοΐα μπορεί να λειτουργήσει ως ένας μηχανισμός οικονομικής πίεσης χωρίς να απαιτείται ένας τυπικός και πλήρης ναυτικός αποκλεισμός.

Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την Τεχεράνη.

Το Ιράν γνωρίζει ότι δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τις Ηνωμένες Πολιτείες σε κάθε επίπεδο συμβατικής στρατιωτικής ισχύος.

Μπορεί όμως να χρησιμοποιήσει τη γεωγραφία, τους παράκτιους χώρους και την απειλή αστάθειας ως παράγοντες που αυξάνουν το κόστος μιας στρατιωτικής σύγκρουσης.

Η αποτροπή δεν σημαίνει πάντα την ικανότητα να νικήσεις τον αντίπαλο σε μια συμβατική μάχη.

Μπορεί να σημαίνει την ικανότητα να κάνεις το κόστος της σύγκρουσης τόσο υψηλό ώστε ο αντίπαλος να αναγκαστεί να επανεξετάσει τις επιλογές του.

Ορμούζ και Ερυθρά Θάλασσα: δύο διαφορετικές κρίσεις, ένας σωρευτικός κίνδυνος

Η ένταση στο Ορμούζ δεν εξελίσσεται σε έναν εντελώς απομονωμένο χώρο.

Η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας συνδέεται πλέον με τις εξελίξεις στην Ερυθρά Θάλασσα και στο μέτωπο της Υεμένης.

Η σύνδεση αυτή δεν αποδεικνύει ότι υπάρχει ένα ενιαίο και κεντρικά συντονισμένο σχέδιο αποκλεισμού όλων των θαλάσσιων αρτηριών.

Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για ένα τέτοιο συμπέρασμα.

Υπάρχει, όμως, ένας πραγματικός σωρευτικός κίνδυνος.

Όταν δύο διαφορετικές στρατηγικές θαλάσσιες περιοχές αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα προβλήματα ασφαλείας, οι συνέπειες μπορούν να πολλαπλασιαστούν.

Οι ναυτιλιακές εταιρείες δεν εξετάζουν μόνο ένα μεμονωμένο περιστατικό.

Εξετάζουν το συνολικό επίπεδο κινδύνου.

Αν η Ερυθρά Θάλασσα γίνεται πιο επικίνδυνη και ταυτόχρονα αυξάνεται η ένταση στο Ορμούζ, η παγκόσμια ναυσιπλοΐα βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα νέο επίπεδο αβεβαιότητας.

Αυτό μπορεί να προκαλέσει πολύ μεγαλύτερες οικονομικές συνέπειες από όσες θα δημιουργούσε κάθε κρίση ξεχωριστά.

Η παγκόσμια οικονομία λειτουργεί μέσω δικτύων.

Όταν διαταράσσονται πολλοί κόμβοι του ίδιου δικτύου, η επίδραση δεν είναι απλώς προσθετική.

Μπορεί να γίνει πολλαπλασιαστική.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το ζήτημα της «ελεύθερης ναυσιπλοΐας»

Η αμερικανική στρατηγική παρουσία στον Περσικό Κόλπο συνδέεται εδώ και δεκαετίες με την προστασία των θαλάσσιων διαδρόμων.

Η ελεύθερη ναυσιπλοΐα αποτελεί ένα από τα βασικά επιχειρήματα για τη διατήρηση ισχυρής στρατιωτικής παρουσίας στην περιοχή.

Από την πλευρά της Ουάσινγκτον, η ασφάλεια του Ορμούζ δεν αφορά μόνο το πετρέλαιο.

Αφορά και τη δυνατότητα διατήρησης ενός διεθνούς συστήματος στο οποίο οι μεγάλες θαλάσσιες αρτηρίες προστατεύονται από τη δύναμη που διαθέτει την ισχυρότερη παγκόσμια ναυτική παρουσία.

Από την πλευρά του Ιράν, όμως, αυτή η ίδια στρατιωτική παρουσία αντιμετωπίζεται ως στοιχείο πίεσης και απειλής.

Εδώ βρίσκεται μία από τις βασικές αντιφάσεις της κρίσης.

Η μία πλευρά παρουσιάζει τη στρατιωτική παρουσία ως εγγύηση της ασφάλειας.

Η άλλη την παρουσιάζει ως μηχανισμό περικύκλωσης και καταναγκασμού.

Και οι δύο αντιλήψεις επηρεάζουν τη συμπεριφορά των κρατών.

Η ασφάλεια του ενός γίνεται η απειλή του άλλου.

Αυτός είναι ο κλασικός μηχανισμός του γεωπολιτικού διλήμματος ασφαλείας.

Και στο Ορμούζ λειτουργεί με ιδιαίτερα επικίνδυνο τρόπο.

Η γεωγραφία ως το τελευταίο πλεονέκτημα

Το μεγαλύτερο στρατηγικό πλεονέκτημα του Ιράν δεν βρίσκεται μόνο στον αριθμό των όπλων του.

Βρίσκεται στη θέση του στον χάρτη.

Τα παράκτια γεωγραφικά χαρακτηριστικά, η εγγύτητα στα Στενά και η δυνατότητα δημιουργίας κινδύνου στη ναυσιπλοΐα προσφέρουν στην Τεχεράνη μια μορφή ισχύος που δεν μπορεί να μετρηθεί απλώς με τον αριθμό πολεμικών πλοίων ή αεροσκαφών.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το Ιράν μπορεί να ελέγξει απόλυτα το Ορμούζ.

Ούτε ότι μπορεί να το κλείσει επ’ αόριστον χωρίς τεράστιες συνέπειες και για το ίδιο.

Η οικονομία του Ιράν επίσης εξαρτάται από τη θαλάσσια δραστηριότητα.

Μια πλήρης και παρατεταμένη διακοπή θα είχε κόστος και για την Τεχεράνη.

Αλλά η δυνατότητα δημιουργίας προσωρινής ή μερικής διαταραχής είναι διαφορετικό ζήτημα.

Και αυτή η δυνατότητα είναι αρκετή για να λειτουργήσει ως εργαλείο αποτροπής.

Το ζητούμενο δεν είναι πάντοτε ο πλήρης έλεγχος.

Συχνά αρκεί η δυνατότητα άρνησης του πλήρους ελέγχου στον αντίπαλο.

Η παγκόσμια αγορά και η ψυχολογία της κρίσης

Οι ενεργειακές αγορές δεν αντιδρούν μόνο σε όσα έχουν ήδη συμβεί.

Αντιδρούν και σε όσα θεωρούν ότι μπορεί να συμβούν.

Η προσδοκία μιας διαταραχής μπορεί να επηρεάσει τις τιμές πριν ακόμη υπάρξει πραγματικός αποκλεισμός.

Η πιθανότητα μιας επίθεσης μπορεί να αυξήσει το κόστος ασφάλισης πριν ακόμη καταγραφεί νέο περιστατικό.

Η φήμη μιας επικείμενης σύγκρουσης μπορεί να οδηγήσει εταιρείες σε προληπτικές αποφάσεις.

Αυτό δημιουργεί ένα ιδιαίτερα επικίνδυνο περιβάλλον.

Η κρίση μπορεί να παράγει οικονομικές συνέπειες ακόμη και χωρίς να φτάσει στο χειρότερο στρατιωτικό σενάριο.

Και ακριβώς γι’ αυτό το Ορμούζ αποτελεί έναν τόσο αποτελεσματικό στρατηγικό μοχλό.

Δεν χρειάζεται να κλείσει για να επηρεάσει την παγκόσμια οικονομία.

Αρκεί να θεωρείται πιθανό ότι μπορεί να κλείσει.

Η μάχη για τον έλεγχο των ενεργειακών διαδρόμων

Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι μόνο η ασφάλεια ενός στενού θαλάσσιου περάσματος.

Είναι ο έλεγχος της πρόσβασης στους ενεργειακούς πόρους και στους δρόμους που τους συνδέουν με την παγκόσμια οικονομία.

Οι ενεργειακοί διάδρομοι αποτελούν μορφή γεωπολιτικής ισχύος.

Όποιος μπορεί να επηρεάσει τη λειτουργία τους αποκτά διαπραγματευτικό βάρος.

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η Μέση Ανατολή παραμένει κομβική στην παγκόσμια αντιπαράθεση.

Η περιοχή δεν διαθέτει μόνο ενεργειακούς πόρους.

Διαθέτει και τα γεωγραφικά περάσματα μέσα από τα οποία αυτοί μεταφέρονται.

Το Ορμούζ είναι ένας από τους σημαντικότερους κόμβους αυτού του συστήματος.

Η Ερυθρά Θάλασσα αποτελεί έναν δεύτερο.

Η Ανατολική Μεσόγειος, ο Ινδικός Ωκεανός και οι ευρασιατικοί χερσαίοι διάδρομοι συμπληρώνουν ένα ευρύτερο δίκτυο ανταγωνισμού.

Επομένως, η κρίση γύρω από το Ιράν δεν είναι απλώς μια σύγκρουση δύο κρατών.

Αποτελεί μέρος μιας μεγαλύτερης μάχης για τον έλεγχο της παγκόσμιας συνδεσιμότητας.

Συμπέρασμα: το Ορμούζ ως θερμόμετρο της κρίσης

Η κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους δείκτες για την πραγματική πορεία της κρίσης.

Η διπλωματική γλώσσα μπορεί να αλλάζει από ημέρα σε ημέρα.

Οι πολιτικές δηλώσεις μπορεί να ερμηνεύονται με διαφορετικούς τρόπους.

Η κίνηση των πλοίων, όμως, αποκαλύπτει κάτι πιο χειροπιαστό:

το πραγματικό επίπεδο κινδύνου που αντιλαμβάνεται η διεθνής ναυτιλία.

Τα καταγεγραμμένα περιστατικά και η μείωση της εμπορικής δραστηριότητας δείχνουν ότι η ένταση έχει ήδη δημιουργήσει σοβαρή διαταραχή.

Δεν αποδεικνύουν όμως ότι όλα τα περιστατικά αποτελούν μέρος ενός ενιαίου σχεδίου ούτε επιτρέπουν την απόδοση ευθύνης χωρίς επαρκή στοιχεία.

Αυτό που μπορεί να ειπωθεί με μεγαλύτερη βεβαιότητα είναι ότι η ασφάλεια του Ορμούζ έχει μετατραπεί σε έναν από τους κεντρικούς μοχλούς της γεωπολιτικής αναμέτρησης.

Η δύναμη του Ιράν δεν βρίσκεται μόνο στην ικανότητά του να απαντήσει στρατιωτικά. Βρίσκεται και στην ικανότητά του να υπενθυμίζει σε ολόκληρο τον κόσμο ότι η γεωγραφία μπορεί να μετατρέψει ένα σχετικά στενό πέρασμα σε σημείο πίεσης για την παγκόσμια οικονομία.

Το ερώτημα πλέον είναι αν οι μεγάλες δυνάμεις θα επιλέξουν την αποκλιμάκωση πριν η αβεβαιότητα μετατραπεί σε μόνιμη κρίση.

Γιατί, αν η διαταραχή των ενεργειακών διαδρόμων παγιωθεί, οι συνέπειες δεν θα περιοριστούν ούτε στο Ιράν ούτε στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Θα μεταφερθούν σε ολόκληρη την παγκόσμια οικονομία.

Και τότε η μάχη για τη Νέα Μέση Ανατολή θα έχει περάσει οριστικά από το περιφερειακό στο παγκόσμιο επίπεδο.

 

Κεφάλαιο 8. Τα επόμενα σενάρια: αποκλιμάκωση, περιορισμένη σύγκρουση ή γενίκευση

Προς μια νέα περιφερειακή αρχιτεκτονική ισχύος

Μετά τις διπλωματικές πρωτοβουλίες, τις στρατιωτικές απειλές, την κινητικότητα γύρω από το Ιράν, τη Σαουδική Αραβία, την Τουρκία και το Πακιστάν, τη ρωσοκινεζική στρατηγική παρουσία και την αυξανόμενη ένταση στους ενεργειακούς διαδρόμους, η κρίση στη Μέση Ανατολή εισέρχεται σε μια νέα φάση.

Το βασικό ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο αν θα υπάρξει μια νέα σύγκρουση.

Το ερώτημα είναι ποια μορφή θα πάρει η επόμενη φάση της αντιπαράθεσης και ποιος θα καθορίσει τους όρους της νέας περιφερειακής ισορροπίας.

Η κρίση γύρω από το Ιράν, τα Στενά του Ορμούζ, την Ερυθρά Θάλασσα και την ασφάλεια της Αραβικής Χερσονήσου δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο επεισόδιο.

Αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης αντιπαράθεσης για τον έλεγχο της ασφάλειας, των ενεργειακών διαδρόμων, των εμπορικών δικτύων και, τελικά, της πολιτικής αρχιτεκτονικής της Μέσης Ανατολής.

Στα προηγούμενα κεφάλαια εξετάσαμε τις περιφερειακές διπλωματικές κινήσεις, τις προσπάθειες αμυντικής συνεργασίας, τη στρατηγική σχέση Ιράν και Ρωσίας, τον ρόλο της Κίνας και του Πακιστάν, τις εσωτερικές πολιτικές πιέσεις που επηρεάζουν τις αποφάσεις στην Ουάσινγκτον και στο Ισραήλ, καθώς και τη σημασία των Στενών του Ορμούζ.

Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι η περιοχή δεν κινείται πλέον μέσα σε ένα απλό σύστημα δύο αντιμαχόμενων στρατοπέδων.

Υπάρχουν διαφορετικά κέντρα ισχύος.

Υπάρχουν συγκλίσεις συμφερόντων.

Υπάρχουν προσωρινές συνεργασίες.

Υπάρχουν όμως και βαθιές αντιφάσεις.

Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, η επόμενη ημέρα δεν μπορεί να προβλεφθεί με απόλυτη βεβαιότητα.

Μπορούμε όμως να διακρίνουμε ορισμένα βασικά σενάρια.

 

Το πρώτο σενάριο: Ελεγχόμενη αποκλιμάκωση και επιστροφή στη διπλωματία

Το πρώτο και πιο σταθεροποιητικό σενάριο είναι η σταδιακή αποκλιμάκωση.

Σε αυτή την περίπτωση, καμία πλευρά δεν επιλέγει μια μεγάλης κλίμακας στρατιωτική αναμέτρηση.

Οι απειλές και οι κινήσεις στρατιωτικής ισχύος χρησιμοποιούνται κυρίως ως μέσα πίεσης, ενώ παράλληλα διατηρούνται ή ενισχύονται οι διπλωματικοί δίαυλοι.

Η λογική ενός τέτοιου σεναρίου είναι απλή.

Όλες οι πλευρές έχουν λόγους να αποφύγουν μια γενικευμένη σύγκρουση.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες γνωρίζουν ότι ένας μεγάλος πόλεμος στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να δημιουργήσει τεράστιο οικονομικό και πολιτικό κόστος.

Το Ιράν γνωρίζει ότι μια άμεση και παρατεταμένη πολεμική αναμέτρηση με την ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη του κόσμου θα είχε εξαιρετικά υψηλό κόστος.

Η Σαουδική Αραβία δεν έχει συμφέρον να δει τις ενεργειακές της υποδομές και τα αναπτυξιακά της σχέδια να απειλούνται από μια νέα περιφερειακή σύγκρουση.

Η Κίνα έχει ισχυρό συμφέρον να διατηρήσει την ενεργειακή σταθερότητα και την ελεύθερη λειτουργία των εμπορικών δικτύων.

Η Ρωσία έχει συμφέρον να αποτρέψει μια νέα στρατηγική αναδιάταξη που θα ενίσχυε αποφασιστικά τη δυτική στρατιωτική παρουσία στην ευρύτερη Ευρασία.

Το Πακιστάν και η Τουρκία έχουν επίσης λόγους να αποτρέψουν μια ανεξέλεγκτη περιφερειακή έκρηξη.

Αυτό το κοινό συμφέρον για αποφυγή της καταστροφής δεν σημαίνει ότι υπάρχει πολιτική συμφωνία.

Μπορεί όμως να δημιουργήσει χώρο για διαπραγμάτευση.

Σε ένα τέτοιο σενάριο, η περιοχή θα μπορούσε να οδηγηθεί σε μια μορφή ένοπλης ισορροπίας χωρίς γενικευμένο πόλεμο.

Οι αντιθέσεις θα παρέμεναν.

Οι κυρώσεις, οι απειλές και οι στρατιωτικές προετοιμασίες δεν θα εξαφανίζονταν.

Αλλά η άμεση σύγκρουση θα περιοριζόταν.

Αυτό θα ήταν ίσως το πιο ρεαλιστικό θετικό αποτέλεσμα.

Όχι ειρήνη με την ιδανική έννοια.

Αλλά μια εύθραυστη ισορροπία στην οποία καμία πλευρά δεν θεωρεί ότι μπορεί να επιβάλει τη βούλησή της χωρίς απαράδεκτο κόστος.

 

Το δεύτερο σενάριο: Περιορισμένη στρατιωτική σύγκρουση

Το δεύτερο πιθανό σενάριο είναι μια περιορισμένη αλλά σοβαρή στρατιωτική κλιμάκωση.

Σε αυτή την περίπτωση, κάποια πλευρά μπορεί να επιχειρήσει να επιβάλει πίεση μέσω ενός περιορισμένου στρατιωτικού πλήγματος, θεωρώντας ότι μπορεί να ελέγξει την έκταση της σύγκρουσης.

Αυτό είναι ένα από τα πιο επικίνδυνα σενάρια.

Η ιστορία των διεθνών κρίσεων δείχνει ότι οι περιορισμένες επιχειρήσεις δεν παραμένουν πάντοτε περιορισμένες.

Ένα πλήγμα μπορεί να προκαλέσει αντίποινα.

Τα αντίποινα μπορεί να οδηγήσουν σε νέα απάντηση.

Και μέσα σε λίγες ημέρες ή εβδομάδες, μια κρίση που αρχικά θεωρήθηκε ελεγχόμενη μπορεί να αποκτήσει δυναμική την οποία καμία πλευρά δεν είχε σχεδιάσει.

Στην περίπτωση του Ιράν, η δυνατότητα κλιμάκωσης είναι ιδιαίτερα μεγάλη.

Η Τεχεράνη δεν χρειάζεται να απαντήσει με τον ίδιο τρόπο που θα δεχθεί μια επίθεση.

Μπορεί να επιλέξει ασύμμετρα μέσα.

Μπορεί να αυξήσει την πίεση στους θαλάσσιους διαδρόμους.

Μπορεί να ενεργοποιήσει διαφορετικά επίπεδα αποτροπής.

Μπορεί να επιχειρήσει να αυξήσει το πολιτικό και οικονομικό κόστος για τους αντιπάλους της.

Από την άλλη πλευρά, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι περιφερειακοί τους εταίροι διαθέτουν τεράστια συμβατική στρατιωτική ισχύ.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μπορούν εύκολα να μετατρέψουν τη στρατιωτική υπεροχή σε σταθερό πολιτικό αποτέλεσμα.

Αυτή είναι μία από τις μεγάλες αντιφάσεις της σύγχρονης ισχύος.

Μπορείς να καταστρέψεις στόχους.

Δεν σημαίνει ότι μπορείς να ελέγξεις τις συνέπειες.

Και η Μέση Ανατολή έχει δώσει αρκετά παραδείγματα του συγκεκριμένου μαθήματος. Η ανθρωπότητα επιμένει να τα επαναλαμβάνει, λες και η ιστορία είναι συνδρομητική υπηρεσία και πληρώνουμε για να ξαναβλέπουμε τα ίδια επεισόδια.

 

Το τρίτο σενάριο: Γενίκευση της περιφερειακής σύγκρουσης

Το πιο επικίνδυνο σενάριο είναι η σταδιακή επέκταση της κρίσης σε πολλαπλά μέτωπα.

Σε αυτή την περίπτωση, η αντιπαράθεση δεν θα περιοριζόταν πλέον στο Ιράν και στις άμεσες σχέσεις του με τις Ηνωμένες Πολιτείες ή το Ισραήλ.

Θα μπορούσε να επεκταθεί:

στην περιοχή του Περσικού Κόλπου,

στα Στενά του Ορμούζ,

στην Ερυθρά Θάλασσα,

στην Υεμένη,

και σε άλλους περιφερειακούς χώρους όπου υπάρχουν ήδη ένοπλες αντιθέσεις.

Η μεγαλύτερη απειλή σε ένα τέτοιο σενάριο δεν είναι απαραίτητα η ύπαρξη ενός ενιαίου και προκαθορισμένου σχεδίου.

Η πραγματική απειλή είναι η αλυσιδωτή αντίδραση.

Μια σύγκρουση σε ένα μέτωπο μπορεί να επηρεάσει ένα άλλο.

Μια επίθεση στη θάλασσα μπορεί να προκαλέσει οικονομική αντίδραση.

Μια επίθεση σε ενεργειακή εγκατάσταση μπορεί να επηρεάσει τις παγκόσμιες αγορές.

Μια περιφερειακή στρατιωτική κίνηση μπορεί να προκαλέσει διπλωματικές και πολιτικές αντιδράσεις σε άλλες πρωτεύουσες.

Η γενίκευση δεν χρειάζεται να αποφασιστεί σε ένα μοναδικό δωμάτιο από κάποιον «κεντρικό εγκέφαλο».

Μπορεί να προκύψει από μια αλληλουχία αποφάσεων, λαθών και αντιδράσεων.

Αυτό ακριβώς κάνει μια τέτοια εξέλιξη τόσο επικίνδυνη.

Η μεγαλύτερη κρίση μπορεί να γεννηθεί όχι επειδή κάποιος αποφάσισε συνειδητά να προκαλέσει παγκόσμια σύγκρουση, αλλά επειδή όλοι πίστευαν ότι θα μπορούσαν να ελέγξουν το επόμενο βήμα.

 

Τα Στενά του Ορμούζ ως κεντρικός δείκτης

Ένας από τους σημαντικότερους δείκτες για την πορεία της κρίσης θα παραμείνει η κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ.

Η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας αποτελεί ένα από τα πιο άμεσα μετρήσιμα στοιχεία της πραγματικής έντασης.

Οι πολιτικές δηλώσεις μπορούν να αλλάζουν.

Οι διπλωματικές ανακοινώσεις μπορούν να ερμηνεύονται με διαφορετικούς τρόπους.

Η πραγματική συμπεριφορά των εμπορικών πλοίων, των ασφαλιστικών εταιρειών και των ενεργειακών αγορών προσφέρει όμως μια διαφορετική εικόνα.

Αν η ναυσιπλοΐα σταθεροποιηθεί, θα αποτελεί ένδειξη περιορισμού της κρίσης.

Αν αυξηθούν τα περιστατικά ασφαλείας και το κόστος των μεταφορών, η ένταση θα έχει περάσει σε πιο επικίνδυνο επίπεδο.

Αν υπάρξει σοβαρή και παρατεταμένη διακοπή των ενεργειακών ροών, τότε η κρίση θα έχει αποκτήσει παγκόσμια οικονομική διάσταση.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το Ορμούζ αποτελεί κάτι περισσότερο από ένα γεωγραφικό σημείο.

Είναι ένας από τους σημαντικότερους δείκτες της πραγματικής ισορροπίας ισχύος.

 

Η Σαουδική Αραβία και το ερώτημα της περιφερειακής αυτονομίας

Ένας δεύτερος κρίσιμος δείκτης θα είναι η στάση της Σαουδικής Αραβίας.

Το Ριάντ βρίσκεται σε μια ιδιαίτερα σύνθετη θέση.

Δεν μπορεί να αγνοήσει τις σχέσεις του με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη σημασία της εξωτερικής στρατιωτικής συνεργασίας.

Ταυτόχρονα, δεν έχει συμφέρον να μετατραπεί η Αραβική Χερσόνησος σε μόνιμο πεδίο πολέμου.

Η Σαουδική Αραβία επιδιώκει να διατηρήσει την οικονομική της ανάπτυξη και τη θέση της ως σημαντικής περιφερειακής δύναμης.

Για να το πετύχει, χρειάζεται σταθερότητα.

Η δυνατότητα ανάπτυξης περιφερειακών σχέσεων με την Τουρκία, το Πακιστάν και άλλες δυνάμεις μπορεί να αυξήσει το περιθώριο στρατηγικής της αυτονομίας.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν αυτές οι συνεργασίες θα εξελιχθούν σε πραγματικούς μηχανισμούς περιφερειακής ασφάλειας ή αν θα παραμείνουν κυρίως πολιτικές διακηρύξεις.

Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα επηρεάσει τη συνολική αρχιτεκτονική της περιοχής.

 

Η Κίνα και η Ρωσία: υποστήριξη, αποτροπή ή νέα ισορροπία;

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας αποτελεί έναν ακόμη καθοριστικό παράγοντα.

Οι δύο δυνάμεις έχουν διαφορετικά συμφέροντα και διαφορετικές προτεραιότητες.

Δεν αποτελούν έναν ενιαίο μηχανισμό που θα αντιδρά με τον ίδιο τρόπο σε κάθε κρίση.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η παρουσία τους είναι ασήμαντη.

Η Ρωσία μπορεί να προσφέρει στο Ιράν διπλωματική, πολιτική και, ανάλογα με τις συνθήκες, αμυντική συνεργασία.

Η Κίνα διαθέτει τεράστια οικονομική επιρροή και ισχυρό συμφέρον για τη σταθερότητα των ενεργειακών και εμπορικών διαδρόμων.

Και οι δύο έχουν λόγους να αντιτίθενται σε μια μονομερή αναδιάταξη της περιοχής από μια εξωτερική δύναμη.

Το κρίσιμο σημείο βρίσκεται στα όρια αυτής της σύγκλισης.

Μέχρι ποιο σημείο είναι διατεθειμένες να στηρίξουν το Ιράν;

Μέχρι ποιο σημείο είναι διατεθειμένες να αναλάβουν πολιτικό ή οικονομικό κόστος;

Και κυρίως, μέχρι ποιο σημείο επιδιώκουν να αποτρέψουν τη σύγκρουση χωρίς να εμπλακούν άμεσα σε αυτήν;

Οι απαντήσεις δεν είναι δεδομένες.

Αυτό που φαίνεται όμως είναι ότι η ύπαρξη πολλών μεγάλων κέντρων ισχύος δυσκολεύει τη δυνατότητα οποιασδήποτε πλευράς να καθορίσει μόνη της το αποτέλεσμα.

 

Η πολυπολικότητα ως πραγματικότητα και όχι ως σύνθημα

Η κρίση στη Μέση Ανατολή προσφέρει ένα πραγματικό πεδίο δοκιμής για την έννοια της πολυπολικότητας.

Η πολυπολικότητα δεν σημαίνει ότι ο κόσμος γίνεται αυτόματα ειρηνικός.

Ούτε σημαίνει ότι οι μεγάλες δυνάμεις σταματούν να ανταγωνίζονται.

Σημαίνει ότι η ισχύς κατανέμεται σε περισσότερα κέντρα.

Και όταν υπάρχουν περισσότερα κέντρα ισχύος, η προσπάθεια μονομερούς επιβολής γίνεται δυσκολότερη.

Η Κίνα διαθέτει οικονομική δύναμη και αυξανόμενη διπλωματική επιρροή.

Η Ρωσία διατηρεί στρατιωτική και γεωπολιτική ισχύ.

Το Ιράν αποτελεί ανεξάρτητο περιφερειακό κέντρο με σημαντική στρατηγική θέση.

Η Τουρκία επιδιώκει αυτόνομο ρόλο.

Η Σαουδική Αραβία διαθέτει τεράστιο ενεργειακό και οικονομικό βάρος.

Το Πακιστάν διαθέτει σημαντική γεωγραφική και στρατηγική θέση.

Η Ινδία, τα κράτη του Κόλπου και άλλες δυνάμεις επηρεάζουν επίσης την ευρύτερη εξίσωση.

Αυτή η πραγματικότητα δημιουργεί έναν πολύ πιο σύνθετο κόσμο.

Δεν σημαίνει ότι οι μικρότερες χώρες προστατεύονται αυτόματα.

Δεν σημαίνει ότι εξαφανίζονται οι πιέσεις και οι παρεμβάσεις.

Αλλά σημαίνει ότι οι επιλογές πολλαπλασιάζονται.

Η δυνατότητα ενός κράτους να αναζητήσει εναλλακτικές συνεργασίες μπορεί να περιορίσει την απόλυτη εξάρτησή του από έναν μόνο εξωτερικό προστάτη.

Αυτό αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της νέας διεθνούς εποχής.

 

Το πραγματικό διακύβευμα: Ποιος θα καθορίζει την ασφάλεια της Μέσης Ανατολής;

Στο τέλος, το μεγαλύτερο ερώτημα της κρίσης δεν αφορά μόνο το Ιράν.

Αφορά τη συνολική δομή ασφάλειας της Μέσης Ανατολής.

Για δεκαετίες, η ασφάλεια μεγάλου μέρους της περιοχής οργανώθηκε γύρω από την παρουσία και τη στρατιωτική ισχύ εξωτερικών δυνάμεων.

Το σύστημα αυτό εξακολουθεί να υπάρχει.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν μια τεράστια στρατιωτική δύναμη με σημαντική παρουσία στην ευρύτερη περιοχή.

Η δυνατότητα αυτή δεν εξαφανίζεται επειδή εμφανίζονται νέοι αντίπαλοι.

Αλλά η αποκλειστικότητα της επιρροής αμφισβητείται.

Η Ρωσία και η Κίνα έχουν μεγαλύτερη παρουσία.

Οι περιφερειακές δυνάμεις επιδιώκουν μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία.

Οι οικονομικές και ενεργειακές σχέσεις δημιουργούν νέες αλληλεξαρτήσεις.

Και η δυνατότητα επιβολής μιας ενιαίας εξωτερικής αρχιτεκτονικής ασφάλειας γίνεται ολοένα δυσκολότερη.

Αυτό δεν σημαίνει ότι έχει ήδη δημιουργηθεί μια νέα σταθερή τάξη.

Αντιθέτως.

Η περιοχή βρίσκεται πιθανότατα σε μια μεταβατική περίοδο.

Το παλιό σύστημα δεν έχει εξαφανιστεί.

Το νέο δεν έχει ακόμη σταθεροποιηθεί.

Και ακριβώς σε αυτή τη μεταβατική περίοδο δημιουργούνται οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι.

 

Οι δείκτες που θα κρίνουν την επόμενη φάση

Η πορεία της κρίσης θα εξαρτηθεί από ορισμένους βασικούς παράγοντες.

Πρώτος είναι η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας και των ενεργειακών διαδρόμων.

Δεύτερος είναι η ικανότητα των περιφερειακών δυνάμεων να διατηρήσουν ανοιχτούς διπλωματικούς διαύλους.

Τρίτος είναι ο βαθμός στον οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες θα επιλέξουν στρατιωτική πίεση αντί πολιτικής διαπραγμάτευσης.

Τέταρτος είναι η ικανότητα του Ιράν να διατηρήσει την αποτρεπτική του ισχύ χωρίς να οδηγηθεί σε μια ανεξέλεγκτη αναμέτρηση.

Πέμπτος είναι η στάση της Κίνας και της Ρωσίας απέναντι σε ενδεχόμενη περαιτέρω κλιμάκωση.

Έκτος είναι η ικανότητα της Σαουδικής Αραβίας, της Τουρκίας και του Πακιστάν να μετατρέψουν τη διπλωματική επικοινωνία σε πιο σταθερούς μηχανισμούς περιφερειακής συνεννόησης.

Κανένας από αυτούς τους παράγοντες δεν λειτουργεί ανεξάρτητα.

Όλοι συνδέονται μεταξύ τους.

Μια στρατιωτική κίνηση μπορεί να επηρεάσει την τιμή της ενέργειας.

Η αύξηση της τιμής της ενέργειας μπορεί να δημιουργήσει πολιτική πίεση.

Η πολιτική πίεση μπορεί να επηρεάσει τις αποφάσεις μιας κυβέρνησης.

Και μια κυβερνητική απόφαση μπορεί να οδηγήσει σε νέα στρατιωτική κλιμάκωση.

Αυτός είναι ο φαύλος κύκλος που πρέπει να αποφευχθεί.

 

Συμπέρασμα: Η Μέση Ανατολή ως πεδίο δοκιμής της νέας παγκόσμιας τάξης

Η κρίση γύρω από το Ιράν δεν είναι απλώς μια ακόμη αντιπαράθεση της Μέσης Ανατολής.

Αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα πεδία όπου δοκιμάζεται η μετάβαση προς έναν διαφορετικό διεθνή συσχετισμό ισχύος.

Η Ουάσινγκτον εξακολουθεί να διαθέτει τεράστια στρατιωτική, οικονομική και πολιτική ισχύ.

Αλλά η δυνατότητά της να καθορίζει μόνη της τις εξελίξεις περιορίζεται από την άνοδο νέων δυνάμεων, από την αυξανόμενη στρατηγική αυτονομία των περιφερειακών κρατών και από την οικονομική αλληλεξάρτηση του σύγχρονου κόσμου.

Το Ιράν δεν μπορεί να αγνοήσει την αμερικανική ισχύ.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες όμως δεν μπορούν πλέον να αγνοήσουν το κόστος μιας σύγκρουσης με το Ιράν.

Η Σαουδική Αραβία δεν μπορεί να αγνοήσει τις σχέσεις της με τη Δύση.

Αλλά δεν μπορεί επίσης να αγνοήσει την ανάγκη για περιφερειακή σταθερότητα και νέες συνεργασίες.

Η Κίνα και η Ρωσία δεν αποτελούν μια μαγική ενιαία συμμαχία που μπορεί να επιλύσει κάθε πρόβλημα.

Η παρουσία τους, όμως, μεταβάλλει την εξίσωση.

Η πολυπολικότητα δεν έχει ακόμη δημιουργήσει έναν σταθερό νέο κόσμο.

Έχει όμως ήδη καταστήσει τον παλιό κόσμο πιο δύσκολο να διατηρηθεί.

Η επόμενη φάση της Μέσης Ανατολής θα κριθεί ακριβώς σε αυτό το σημείο: ανάμεσα στην προσπάθεια διατήρησης μιας παλιάς αρχιτεκτονικής εξωτερικής επιβολής και στην προσπάθεια των περιφερειακών και ευρασιατικών δυνάμεων να δημιουργήσουν νέους χώρους στρατηγικής αυτονομίας.

Η αποκλιμάκωση παραμένει δυνατή.

Η περιορισμένη σύγκρουση παραμένει πιθανή.

Η γενίκευση της κρίσης δεν μπορεί να αποκλειστεί.

Τίποτε από αυτά δεν είναι προκαθορισμένο.

Αλλά ένα πράγμα γίνεται ήδη ολοένα πιο εμφανές:

η Μέση Ανατολή δεν είναι πλέον απλώς το πεδίο όπου συγκρούονται οι παλιές δυνάμεις. Γίνεται το εργαστήριο όπου διαμορφώνονται οι κανόνες της νέας πολυπολικής εποχής.

 

Η Ανατολή της Πολυπολικής Μέσης Ανατολής

Η μεγάλη αντιπαράθεση γύρω από το Ιράν, τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη νέα ισορροπία δυνάμεων στη Μέση Ανατολή δεν μπορεί πλέον να ερμηνευθεί μέσα από τα παλιά και απλοϊκά σχήματα μιας εποχής που σταδιακά απομακρύνεται.

Δεν πρόκειται απλώς για μια ακόμη κρίση ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και την Τεχεράνη.

Δεν πρόκειται μόνο για το πυρηνικό ζήτημα, τις κυρώσεις ή τη στρατιωτική ισχύ.

Στο βάθος της σύγκρουσης βρίσκεται ένα πολύ μεγαλύτερο ερώτημα:

ποιος θα καθορίζει τους κανόνες της νέας Μέσης Ανατολής και, ευρύτερα, ποιος θα έχει το δικαίωμα να διαμορφώνει τις ισορροπίες στον κόσμο που αναδύεται.

Για δεκαετίες, η πολιτική αρχιτεκτονική της περιοχής στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στην παρουσία και την ισχύ εξωτερικών δυνάμεων. Στρατιωτικές βάσεις, συμμαχίες, ενεργειακές σχέσεις και μηχανισμοί ασφαλείας δημιούργησαν ένα σύστημα στο οποίο η αμερικανική παρουσία αποτελούσε τον κεντρικό παράγοντα.

Το σύστημα αυτό δεν έχει καταρρεύσει.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να διαθέτουν τεράστια στρατιωτική ισχύ και σημαντική δυνατότητα παρέμβασης.

Η πραγματικότητα, όμως, έχει αλλάξει.

Το Ιράν δεν βρίσκεται πλέον απομονωμένο στο ίδιο διεθνές περιβάλλον με προηγούμενες δεκαετίες.

Η Κίνα έχει εξελιχθεί σε παγκόσμιο οικονομικό και στρατηγικό κέντρο ισχύος.

Η Ρωσία παραμένει ένας καθοριστικός γεωπολιτικός παράγοντας της ευρασιατικής ηπείρου.

Οι περιφερειακές δυνάμεις, από τη Σαουδική Αραβία και την Τουρκία μέχρι το Πακιστάν και άλλους παράγοντες, αναζητούν μεγαλύτερο βαθμό στρατηγικής αυτονομίας.

Η Μέση Ανατολή δεν είναι πλέον ένας χώρος όπου οι αποφάσεις λαμβάνονται αποκλειστικά έξω από την ίδια την περιοχή.

Οι περιφερειακοί παίκτες δεν είναι παθητικά αντικείμενα της ιστορίας.

Επιδιώκουν να γίνουν υποκείμενα της.

Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο στοιχείο της ιστορικής μετάβασης που βρίσκεται σήμερα σε εξέλιξη.

Από τη μονοπολική επιβολή στη σύγκρουση πολλών κέντρων ισχύος

Η μετάβαση προς έναν πολυπολικό κόσμο δεν είναι μια ομαλή διαδικασία.

Οι παλιές δομές εξουσίας δεν εγκαταλείπουν εύκολα τον χώρο τους.

Όταν ένα σύστημα διεθνούς ισχύος μεταβάλλεται, η περίοδος της μετάβασης είναι συνήθως η πιο επικίνδυνη.

Το παλιό δεν έχει ακόμη εξαφανιστεί.

Το νέο δεν έχει ακόμη σταθεροποιηθεί.

Αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα.

Η αμερικανική ισχύς παραμένει τεράστια, αλλά η δυνατότητα μονομερούς διαμόρφωσης των εξελίξεων συναντά περισσότερα εμπόδια.

Η Κίνα, η Ρωσία και άλλες δυνάμεις διαθέτουν πλέον δυνατότητες που περιορίζουν την παλιά αποκλειστικότητα της δυτικής επιρροής.

Παράλληλα, κράτη που επί δεκαετίες λειτουργούσαν μέσα σε αυστηρά συμμαχικά πλαίσια προσπαθούν να δημιουργήσουν περισσότερες επιλογές.

Αυτό δεν σημαίνει ότι έχουν εγκαταλείψει τις παλιές τους σχέσεις.

Σημαίνει όμως ότι δεν επιθυμούν πλέον να εξαρτώνται αποκλειστικά από μία μόνο δύναμη.

Η στρατηγική αυτονομία γίνεται σταδιακά το νέο ζητούμενο.

Και η Μέση Ανατολή βρίσκεται στο κέντρο αυτής της διαδικασίας.

Το Ιράν ως παράγοντας της νέας εξίσωσης

Η περίπτωση του Ιράν είναι χαρακτηριστική.

Η χώρα βρίσκεται επί δεκαετίες αντιμέτωπη με κυρώσεις, πιέσεις και προσπάθειες περιορισμού της περιφερειακής της επιρροής.

Παρά το κόστος που έχουν προκαλέσει αυτές οι πολιτικές, το Ιράν δεν εξαφανίστηκε από τη γεωπολιτική εξίσωση.

Αντιθέτως, παρέμεινε ένας από τους καθοριστικούς παράγοντες της περιοχής.

Η γεωγραφική του θέση, το μέγεθός του, οι ενεργειακοί του πόροι και η στρατηγική του παρουσία γύρω από τον Περσικό Κόλπο το καθιστούν αδύνατο να αγνοηθεί.

Το σημαντικότερο όμως είναι ότι η Τεχεράνη δεν αντιμετωπίζει πλέον το διεθνές σύστημα με τον ίδιο βαθμό απομόνωσης που αντιμετώπιζε στο παρελθόν.

Οι σχέσεις της με τη Ρωσία και την Κίνα, καθώς και οι ευρύτερες διεθνείς ανακατατάξεις, έχουν δημιουργήσει ένα διαφορετικό στρατηγικό περιβάλλον.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το Ιράν διαθέτει απεριόριστη ισχύ.

Δεν σημαίνει ότι οι συνεργασίες του αποτελούν εγγύηση σε κάθε πιθανή κρίση.

Σημαίνει όμως ότι μια προσπάθεια αντιμετώπισής του δεν μπορεί πλέον να εξεταστεί αποκλειστικά ως μια διμερής αντιπαράθεση.

Οι συνέπειες μιας κρίσης θα μπορούσαν να επηρεάσουν ένα πολύ ευρύτερο γεωπολιτικό δίκτυο.

Η γεωγραφία παραμένει δύναμη

Σε έναν κόσμο όπου η τεχνολογία συχνά παρουσιάζεται ως ο απόλυτος παράγοντας ισχύος, η κρίση στη Μέση Ανατολή υπενθυμίζει μια παλιά γεωπολιτική αλήθεια:

η γεωγραφία εξακολουθεί να έχει σημασία.

Τα Στενά του Ορμούζ δεν μπορούν να μετακινηθούν.

Οι ενεργειακοί διάδρομοι δεν μπορούν να αντικατασταθούν από τη μια ημέρα στην άλλη.

Η Ερυθρά Θάλασσα, ο Περσικός Κόλπος και οι δρόμοι που συνδέουν την Ασία, τη Μέση Ανατολή και την Ευρώπη αποτελούν πραγματικές αρτηρίες της παγκόσμιας οικονομίας.

Αυτό σημαίνει ότι η ασφάλεια της περιοχής δεν αφορά μόνο τα κράτη που βρίσκονται γύρω από αυτούς τους χώρους.

Αφορά ολόκληρο το διεθνές σύστημα.

Κάθε σοβαρή διαταραχή μπορεί να μεταφερθεί στις τιμές της ενέργειας, στις μεταφορές, στις αγορές και τελικά στις κοινωνίες χωρών που βρίσκονται πολύ μακριά από το πεδίο της σύγκρουσης.

Η γεωγραφική θέση του Ιράν του προσφέρει ένα σημαντικό στρατηγικό πλεονέκτημα.

Όχι επειδή μπορεί να ελέγχει απόλυτα όλες τις εξελίξεις, αλλά επειδή μπορεί να επηρεάζει ένα από τα σημαντικότερα σημεία του παγκόσμιου ενεργειακού δικτύου.

Σε αυτό ακριβώς βρίσκεται η δύναμη της ασύμμετρης γεωπολιτικής.

Δεν χρειάζεται πάντοτε να είσαι ισχυρότερος από τον αντίπαλό σου.

Μπορεί να αρκεί να βρίσκεσαι στο σημείο όπου η ισχύς του αντιπάλου συναντά ένα γεωγραφικό όριο.

Η αληθινή πρόκληση για την περιοχή

Το μεγαλύτερο ερώτημα για τη Μέση Ανατολή δεν είναι ποιος θα κερδίσει την επόμενη στρατιωτική αναμέτρηση.

Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η περιοχή μπορεί να δημιουργήσει μια αρχιτεκτονική ασφάλειας στην οποία οι ίδιοι οι λαοί και τα κράτη της θα έχουν μεγαλύτερο λόγο.

Μια μόνιμη ασφάλεια που στηρίζεται αποκλειστικά σε εξωτερικές στρατιωτικές παρουσίες παραμένει πάντοτε εύθραυστη.

Η ασφάλεια που επιβάλλεται από έξω μπορεί να δημιουργήσει προσωρινή σταθερότητα.

Μπορεί όμως ταυτόχρονα να δημιουργήσει εξαρτήσεις, ανταγωνισμούς και αντιδράσεις.

Η πραγματική σταθερότητα απαιτεί πολιτική ισορροπία.

Απαιτεί διάλογο.

Απαιτεί αναγνώριση των συμφερόντων όλων των σημαντικών περιφερειακών δυνάμεων.

Και κυρίως απαιτεί την εγκατάλειψη της λογικής ότι η ασφάλεια του ενός μπορεί να οικοδομηθεί μόνο πάνω στην ανασφάλεια του άλλου.

Αυτό είναι ίσως το δυσκολότερο πρόβλημα της Μέσης Ανατολής.

Και μέχρι σήμερα, καμία εξωτερική δύναμη δεν έχει καταφέρει να το επιλύσει οριστικά.

Η νέα εποχή δεν έχει ακόμη αποφασιστεί

Η πολυπολικότητα δεν είναι μια ολοκληρωμένη και σταθερή πραγματικότητα.

Είναι μια διαδικασία.

Οι νέες συμμαχίες βρίσκονται σε εξέλιξη.

Οι παλιές σχέσεις δεν έχουν εξαφανιστεί.

Τα συμφέροντα των κρατών αλλάζουν.

Οι σημερινοί εταίροι μπορούν να διαφωνήσουν αύριο.

Οι σημερινοί αντίπαλοι μπορούν να συνεργαστούν σε κάποιο συγκεκριμένο ζήτημα.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι απλές διαιρέσεις σε «καλούς» και «κακούς», σε «φίλους» και «εχθρούς» ή σε δύο απολύτως κλειστά στρατόπεδα δεν επαρκούν για την κατανόηση της σημερινής πραγματικότητας.

Ο νέος κόσμος είναι πιο σύνθετος.

Και ακριβώς γι’ αυτό είναι πιο δύσκολο να ελεγχθεί από ένα μόνο κέντρο ισχύος.

Η εποχή κατά την οποία μια δύναμη μπορούσε να θεωρεί δεδομένο ότι θα επιβάλει τους κανόνες της σε ολόκληρες περιοχές του πλανήτη φαίνεται να αντιμετωπίζει όλο και περισσότερους περιορισμούς.

Δεν σημαίνει ότι η παλιά ηγεμονική δομή έχει καταρρεύσει.

Σημαίνει όμως ότι αμφισβητείται.

Και η αμφισβήτηση αυτή αποτελεί το πραγματικό υπόβαθρο της σημερινής παγκόσμιας μετάβασης.

Η μάχη για τη Νέα Μέση Ανατολή

Η «μάχη για τη Νέα Μέση Ανατολή» δεν είναι μόνο στρατιωτική.

Είναι οικονομική.

Είναι ενεργειακή.

Είναι διπλωματική.

Είναι πολιτισμική.

Και πάνω απ’ όλα είναι μια μάχη για το ποιος θα έχει το δικαίωμα να καθορίζει το μέλλον της περιοχής.

Το Ιράν επιδιώκει να διατηρήσει την ανεξαρτησία και τον περιφερειακό του ρόλο.

Η Σαουδική Αραβία επιδιώκει μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία και σταθερότητα για τα μακροπρόθεσμα σχέδιά της.

Η Τουρκία επιδιώκει να ενισχύσει τον ρόλο της ως ανεξάρτητου περιφερειακού κέντρου.

Το Πακιστάν προσπαθεί να διαχειριστεί τη δική του γεωγραφική θέση μέσα σε ένα όλο και πιο σύνθετο ευρασιατικό περιβάλλον.

Η Ρωσία επιδιώκει να αποτρέψει την πλήρη επέκταση μιας αντίπαλης γεωπολιτικής αρχιτεκτονικής στον ευρασιατικό χώρο.

Η Κίνα χρειάζεται σταθερότητα στους ενεργειακούς και εμπορικούς διαδρόμους που συνδέουν την οικονομία της με τη Μέση Ανατολή και τον υπόλοιπο κόσμο.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν να διατηρήσουν τη στρατηγική τους παρουσία και την ικανότητα καθορισμού των βασικών κανόνων ασφαλείας.

Αυτά τα συμφέροντα δεν μπορούν πλέον να χωρέσουν εύκολα σε μία ενιαία γεωπολιτική αρχιτεκτονική.

Η σύγκρουση, η διαπραγμάτευση και η προσαρμογή θα συνεχιστούν.

Αυτό είναι το πραγματικό περιεχόμενο της μετάβασης.

Μια ιστορική καμπή

Η Μέση Ανατολή βρίσκεται ξανά σε ένα ιστορικό σταυροδρόμι.

Μπορεί να οδηγηθεί σε νέα γενικευμένη σύγκρουση.

Μπορεί να παραμείνει σε μια κατάσταση μόνιμης αλλά ελεγχόμενης έντασης.

Ή μπορεί, μέσα από δύσκολες διαπραγματεύσεις και νέους συσχετισμούς, να αρχίσει να διαμορφώνει μια διαφορετική περιφερειακή ισορροπία.

Κανένα από αυτά τα σενάρια δεν είναι προκαθορισμένο.

Οι αποφάσεις των κυβερνήσεων θα έχουν σημασία.

Οι οικονομικές πιέσεις θα έχουν σημασία.

Η στάση των μεγάλων δυνάμεων θα έχει σημασία.

Αλλά το σημαντικότερο ίσως στοιχείο είναι ότι ο κόσμος στον οποίο αυτές οι αποφάσεις λαμβάνονται δεν είναι πλέον ο ίδιος.

Η εποχή της απόλυτης μονοπολικής βεβαιότητας έχει περάσει.

Στη θέση της εμφανίζεται ένας κόσμος περισσότερων κέντρων ισχύος, περισσότερων ανταγωνισμών, αλλά και περισσότερων δυνατοτήτων για στρατηγική αυτονομία.

Η νέα αυτή εποχή δεν θα είναι αναγκαστικά πιο εύκολη.

Η πολυπολικότητα δεν εξαλείφει τις συγκρούσεις.

Μπορεί όμως να περιορίσει την ικανότητα οποιουδήποτε ενός κέντρου να θεωρεί ότι ολόκληρος ο κόσμος αποτελεί χώρο αποκλειστικής επιρροής του.

Και ίσως αυτό να αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ιστορικές αλλαγές της εποχής μας.

Η Ανατολή της Πολυπολικής Τάξης

Η σύγκρουση γύρω από το Ιράν είναι, τελικά, ένα παράθυρο προς κάτι μεγαλύτερο.

Πίσω από τις δηλώσεις, τις απειλές, τις στρατιωτικές κινήσεις και τις διπλωματικές πρωτοβουλίες διαμορφώνεται ένας νέος παγκόσμιος συσχετισμός.

Η Δύση δεν έχει εξαφανιστεί.

Η αμερικανική ισχύς δεν έχει καταρρεύσει.

Αλλά ο κόσμος δεν περιστρέφεται πλέον χωρίς αμφισβήτηση γύρω από ένα και μόνο κέντρο.

Νέες δυνάμεις έχουν εμφανιστεί.

Παλιές δυνάμεις προσαρμόζονται.

Και οι περιφερειακοί λαοί αναζητούν μεγαλύτερο χώρο για να καθορίσουν οι ίδιοι το μέλλον τους.

Αυτό είναι το βαθύτερο νόημα της σημερινής ιστορικής μετάβασης.

Η μάχη για τη Νέα Μέση Ανατολή δεν αφορά μόνο το ποιος θα ελέγξει μια περιοχή πλούσια σε ενέργεια και στρατηγικά περάσματα. Αφορά το αν ο κόσμος που έρχεται θα στηρίζεται στην επιβολή ενός μόνο κέντρου ισχύος ή σε μια πιο σύνθετη ισορροπία κυρίαρχων κρατών και πολιτισμών.

Η απάντηση δεν έχει ακόμη δοθεί.

Γράφεται τώρα.

Στα Στενά του Ορμούζ.

Στις πρωτεύουσες της Μέσης Ανατολής.

Στη Μόσχα και στο Πεκίνο.

Στην Ουάσινγκτον.

Και σε κάθε σημείο όπου συγκρούονται η παλιά αρχιτεκτονική της παγκόσμιας ισχύος με τις δυνάμεις που διεκδικούν έναν διαφορετικό κόσμο.

Η Μέση Ανατολή δεν βρίσκεται απλώς μπροστά σε μία ακόμη κρίση. Βρίσκεται στο κέντρο μιας ιστορικής μετάβασης. Και από την έκβασή της μπορεί να εξαρτηθεί όχι μόνο η μορφή της περιοχής, αλλά και η μορφή της παγκόσμιας τάξης του 21ου αιώνα.

 

Φίλιππος Μπουράτογλου – Ιστορικός ερευνητής – Εκπαιδευτής πολεμικών τεχνών

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας