Καμία άλλη στρατιωτική δύναμη παγκοσμίως δεν πραγματοποίησε, μέσα σε διάστημα μόλις 11 μηνών, τόσο εκτεταμένη και φονική στρατιωτική δράση όσο το Ισραήλ, σύμφωνα με τα στοιχεία του διεθνούς οργανισμού καταγραφής ένοπλων συγκρούσεων Armed Conflict Location and Event Data (ACLED).
Τα δεδομένα του ACLED καταγράφουν περισσότερες από 12.500 επιθέσεις του ισραηλινού στρατού το 2025, σε ένα γεωγραφικό τόξο που εκτείνεται από την Παλαιστίνη έως τον Λίβανο, τη Συρία, την Υεμένη, το Ιράν και ακόμη και το Κατάρ, στο πλαίσιο μιας στρατηγικής καταδίωξης και εξουδετέρωσης ηγετικών στελεχών της Χαμάς και άλλων αντιπάλων.
Σύμφωνα με την ανάλυση, οι Ισραηλινές Ένοπλες Δυνάμεις (IDF) πραγματοποίησαν σχεδόν 1.600 αεροπορικά, πυροβολικά και χερσαία πλήγματα στον Λίβανο, ενώ στη Λωρίδα της Γάζας οι επιθέσεις είχαν ως αποτέλεσμα τον θάνατο πάνω από 16.100 Παλαιστινίων, στην πλειονότητά τους αμάχων.
Το ACLED επισημαίνει ότι το Ισραήλ πραγματοποίησε στρατιωτικές επιχειρήσεις σε περισσότερα ξένα κράτη από οποιονδήποτε άλλο στρατό διεθνώς, ξεπερνώντας ακόμη και τις ΗΠΑ, τη Νότια Σουδάν και την Τουρκία.
Η αναλύτρια του ACLED Ameneh Mehvar σημειώνει ότι, μετά την αποδυνάμωση βασικών αντιπάλων το 2024, το Ισραήλ εφάρμοσε στρατηγική διαφοροποιημένης έντασης: περιόρισε τις επιχειρήσεις σε ορισμένα μέτωπα, ενώ κλιμάκωσε αποφασιστικά σε άλλα. Όπως εξηγεί, το ισραηλινό στρατιωτικό δόγμα μετά την 7η Οκτωβρίου μετατοπίστηκε από τη διατήρηση του status quo σε μια αναθεωρητική στρατηγική, με στόχο την πρόληψη μελλοντικών απειλών και τη μόνιμη αποδυνάμωση των αντιπάλων.
Η Γάζα παραμένει το πιο φονικό μέτωπο. Παρά την εκτίμηση, ακόμη και εντός του ισραηλινού μηχανισμού ασφαλείας, ότι η Χαμάς δεν αποτελούσε πλέον άμεση στρατιωτική απειλή, το Ισραήλ διέκοψε την κατάπαυση του πυρός του Ιανουαρίου και επιδίωξε έναν ασαφή στόχο «ολικής νίκης». Μέχρι τον Οκτώβριο του 2025, οι Παλαιστίνιοι είχαν περιοριστεί σε λιγότερο από το 25% του θύλακα, ενώ οι IDF κινούνταν προς την πλήρη κατάληψη της Πόλης της Γάζας. Παράλληλα, η κατάσταση στη Δυτική Όχθη παρέμεινε ιδιαίτερα ασταθής.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στο Ιράν, όπου το Ισραήλ εξαπέλυσε 12ήμερη στρατιωτική εκστρατεία με περισσότερες από 350 αεροπορικές επιδρομές σε 27 επαρχίες, συμπεριλαμβανομένης της Τεχεράνη. Παρότι το Τελ Αβίβ υποστηρίζει ότι πέτυχε σοβαρά πλήγματα σε πυρηνικές και πυραυλικές υποδομές, το ACLED εκτιμά ότι το Ισραήλ δεν θεωρεί το ζήτημα λήξαν, καθώς το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα και η αντιισραηλινή πολιτική της Τεχεράνης παραμένουν ενεργές.
Στον Λίβανος, οι IDF απέσυραν μεν τα χερσαία στρατεύματα από τον νότο τον Φεβρουάριο, αλλά εγκαθίδρυσαν πέντε μόνιμα φυλάκια κατά μήκος των συνόρων. Παρά την κατάπαυση του πυρός με τη Χεζμπολάχ, το Ισραήλ συνέχισε σχεδόν καθημερινά πλήγματα, σκοτώνοντας εκατοντάδες μαχητές και περίπου 25 ανώτερους διοικητές μέσα στο 2025.
Παράλληλα, το Ισραήλ διατήρησε έντονη στρατιωτική παρουσία στη Συρία, πλήττοντας στρατιωτικούς στόχους ακόμη και μετά την ανατροπή του καθεστώτος Άσαντ, ενώ επέκτεινε την παρουσία του εντός της αποστρατιωτικοποιημένης ζώνης ασφαλείας. Στην Υεμένη, κλιμάκωσε τις επιθέσεις κατά των Χούθι, πραγματοποιώντας πλήγματα σε 16 διαφορετικές ημέρες και προκαλώντας πάνω από 120 θανάτους.
Η Mehvar προειδοποιεί ότι, χωρίς ουσιαστική διπλωματική πρόοδο, το 2026 ενδέχεται να σηματοδοτήσει νέα φάση κλιμάκωσης. Αν και η περιφερειακή ισχύς και η βραχυπρόθεσμη ασφάλεια του Ισραήλ έχουν ενισχυθεί, η βιώσιμη ειρήνη παραμένει άπιαστη. Όπως σημειώνει, τα εκλογικά κίνητρα του Μπενιαμίν Νετανιάχου, ενόψει των εκλογών του 2026, ενδέχεται να ωθήσουν σε περαιτέρω στρατιωτική κλιμάκωση, διατηρώντας την ασφάλεια στο επίκεντρο της πολιτικής ατζέντας.















































