Αποκρύπτουν ότι αχρηστεύθηκε από τους βομβαρδισμούς του Ιράν
Π.Λ.
Στο επίκεντρο βρίσκεται το νεότερο αεροπλανοφόρο του αμερικανικού στόλου, το «USS Gerald R. Ford» — το καμάρι του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ και ταυτόχρονα ένας αχόρταγος καταναλωτής κονδυλίων του στρατιωτικού προϋπολογισμού.
Παρά τη φήμη που το ακολουθά ως τεχνολογικό θαύμα, σήμερα η εικόνα του θυμίζει περισσότερο μια γιγαντιαία πλωτή κατασκευή που έχει ταλαιπωρηθεί από διαδοχικά προβλήματα και αστοχίες.
Η κατάσταση είναι τέτοια ώστε ακόμη και η επισκευή του να θεωρείται εξαιρετικά δύσκολη και δαπανηρή υπόθεση.
Τα προβλήματα που έχουν συσσωρευτεί είναι πολλά και βαθιά ριζωμένα.
Αξίζει να θυμηθούμε ότι μόλις πριν από έντεκα μήνες το πλοίο αυτό, προβεβλημένο έντονα από την αμερικανική στρατιωτική και επικοινωνιακή μηχανή και εξοπλισμένο με τεχνολογία αιχμής, ξεκινούσε μια αποστολή που παρουσιαζόταν ως θρίαμβος.
Η επιστροφή του, όμως, δεν θύμιζε θριαμβευτή, αλλά περισσότερο έναν καταπονημένο και προβληματικό γίγαντα.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά προβλήματα αφορά το σύστημα αποχέτευσης.
Το αυτοματοποιημένο σύστημα συλλογής λυμάτων με τεχνολογία κενού αέρος, το οποίο εξυπηρετεί το «Gerald R. Ford», παρουσιάζει συχνές βλάβες από την ημέρα που το πλοίο έγινε υπηρεσιακό.
Σύμφωνα με σχετικές αναφορές, σημαντικό μέρος των προβλημάτων αποδίδεται στην ακατάλληλη χρήση των εγκαταστάσεων από το πλήρωμα.
Μόνο κατά τα τελευταία τρία χρόνια έχουν καταγραφεί δεκάδες παρόμοια περιστατικά.
Κάθε επέμβαση για την αποκατάσταση μιας βλάβης κόστιζε περίπου 400.000 δολάρια, επιβαρύνοντας σημαντικά τον προϋπολογισμό του Πενταγώνου.
Συνολικά, οι επαναλαμβανόμενες αυτές επισκευές έχουν κοστίσει αρκετά εκατομμύρια δολάρια.
Tο ακριβότερο αεροπλανοφόρο
Σκεφτείτε το εξής: οι μηχανικοί της Newport News Shipbuilding στη Βιρτζίνια κατάφεραν να σχεδιάσουν και να κατασκευάσουν το ακριβότερο αεροπλανοφόρο στην ιστορία της ναυπηγικής.
Ωστόσο, δεν κατάφεραν να το εξοπλίσουν με ένα αξιόπιστα λειτουργικό σύστημα αποχέτευσης.
Το πρόβλημα ήταν γνωστό ήδη από το 2020, όταν η αμερικανική κυβέρνηση προειδοποίησε ότι το σύστημα συλλογής λυμάτων του πλοίου θα απαιτούσε τακτικές όξινες εκπλύσεις καθ’ όλη τη διάρκεια της επιχειρησιακής ζωής του.
Παρά ταύτα, η ναυτική διοίκηση του Πενταγώνου φαίνεται πως έκρινε ότι οι βλάβες στο αποχετευτικό σύστημα δεν αποτελούσαν επαρκή λόγο για να παραμείνει το πλοίο εκτός επιχειρήσεων.
Έτσι, το «USS Gerald R. Ford» στάλθηκε στην Ερυθρά Θάλασσα στο πλαίσιο των αμερικανικών στρατιωτικών σχεδιασμών στην περιοχή.
Όμως μια νέα περιπέτεια, αυτήν τη φορά με τη μορφή πυρκαγιάς, εμπόδισε το αεροπλανοφόρο να συμμετάσχει στις επιχειρήσεις για τις οποίες προοριζόταν.
Η φωτιά ξέσπασε στους χώρους των πλυντηρίων και αποκάλυψε ένα ακόμη σοβαρό πρόβλημα: το σύστημα πυρόσβεσης του νεότερου και τεχνολογικά πιο προηγμένου αμερικανικού αεροπλανοφόρου δεν λειτούργησε όπως προβλεπόταν.
Τελικά, η πυρκαγιά, η οποία έκαιγε για περισσότερο από τριάντα ώρες, κατασβέστηκε χάρη στις προσπάθειες του ίδιου του πληρώματος, που χρησιμοποίησε κάθε διαθέσιμο μέσο.
Οι ζημιές ήταν εκτεταμένες, με σημαντικά τμήματα των χώρων διαβίωσης να καταστρέφονται ολοσχερώς, αφήνοντας περίπου 600 ναύτες χωρίς θέσεις ύπνου.
Όπως δήλωσε αργότερα μέλος του πληρώματος σε συνέντευξή του στο CNN, «η κατάσταση ήταν δραματική, ήταν κυριολεκτικά ζήτημα ζωής ή θανάτου».
Με απλά λόγια, ένα πολεμικό πλοίο αξίας 13 δισεκατομμυρίων δολαρίων παρ’ ολίγον να μετατραπεί σε πλωτό τάφο για χιλιάδες ανθρώπους εξαιτίας μιας φωτιάς που ξεκίνησε σε έναν χώρο πλυντηρίων.
Παρ’ όλα αυτά, οι ανώτατοι αξιωματικοί του Πενταγώνου διαβεβαίωναν, όπως συνηθίζεται σε τέτοιες περιπτώσεις, ότι «όλα βρίσκονταν υπό έλεγχο».
Συνοψίζοντας, τα αλλεπάλληλα προβλήματα είχαν ως αποτέλεσμα το «USS Gerald R. Ford» να παραμείνει καθηλωμένο και εκτός ενεργού υπηρεσίας.
Το ερώτημα είναι για πόσο χρονικό διάστημα.
Αρχικά, το CNN, επικαλούμενο πηγές του Υπουργείου Άμυνας, ανέφερε ότι οι απαιτούμενες επισκευές θα διαρκούσαν περίπου έναν χρόνο.
Απαισιόδοξες εκτιμήσεις
Στη συνέχεια, όμως, άρχισαν να κυκλοφορούν ολοένα και πιο απαισιόδοξες εκτιμήσεις μεταξύ στρατιωτικών αναλυτών και ειδικών.
Σύμφωνα με τις πιο αισιόδοξες προβλέψεις, η πλήρης αποκατάσταση του «Gerald R. Ford» θα απαιτούσε από δεκαοκτώ μήνες έως δύο χρόνια.
Οι πιο απαισιόδοξες εκτιμήσεις μιλούσαν ακόμη και για αόριστη παράταση της ακινησίας του.
Πέρα από τα χρόνια προβλήματα του αποχετευτικού συστήματος και τις συνέπειες της πυρκαγιάς, ως αιτίες αυτής της κατάστασης αναφέρεται και η σημαντική φθορά που έχει υποστεί το πλοίο.
Έντεκα μήνες εντατικής επιχειρησιακής δραστηριότητας χωρίς την προβλεπόμενη συντήρηση και τις αναγκαίες επισκευές φαίνεται ότι επιβάρυναν σοβαρά το αεροπλανοφόρο, το οποίο θεωρείται η «ναυαρχίδα» και το καμάρι του Πολεμικού Ναυτικού των Ηνωμένων Πολιτειών.
Επιπλέον, το σύστημα πυρόσβεσης φέρεται να απαιτεί εκτεταμένες εργασίες αποκατάστασης, ακόμη και πλήρη αντικατάσταση ορισμένων κρίσιμων τμημάτων του.
Ωστόσο, το πραγματικά ενδιαφέρον θέαμα αρχίζει όταν το Πεντάγωνο καλείται να αποφασίσει αν τα επικείμενα προβλήματα συντήρησης και επισκευής δικαιολογούν μια επένδυση πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Τότε είναι που μια φαινομενικά απλή, αλλά ταυτόχρονα τολμηρή και αντισυμβατική ιδέα φαίνεται να κερδίζει έδαφος στους διαδρόμους της στρατιωτικής ηγεσίας.
Σύμφωνα με πληροφορίες, το ενδεχόμενο αυτό συζητείται ήδη ανεπίσημα στους κύκλους του αμερικανικού υπουργείου Άμυνας.
Αντί να δαπανηθούν χρόνια και τεράστια ποσά για την αποκατάσταση ενός προβληματικού και ταλαιπωρημένου πλοίου, γιατί να μην πωληθεί σε κάποιον ενδιαφερόμενο; Για παράδειγμα, στην Ινδία.
Μια τέτοια λύση, τουλάχιστον θεωρητικά, παρουσιάζει αρκετά πλεονεκτήματα.
Πρώτον, το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ θα απαλλασσόταν από ένα ιδιαίτερα απαιτητικό και δαπανηρό περιουσιακό στοιχείο, τερματίζοντας έναν επίμονο πονοκέφαλο.
Δεύτερον, θα ενισχυόταν η στρατηγική στρατιωτικοτεχνική συνεργασία με το Νέο Δελχί.
Τρίτον, η συμφωνία θα μπορούσε να αποφέρει σημαντικά έσοδα ή, τουλάχιστον, να ανοίξει τον δρόμο για μακροχρόνια συμβόλαια προμήθειας αμερικανικών οπλικών συστημάτων.
Άλλωστε, η Ινδία επιδιώκει εδώ και χρόνια να αποκτήσει ένα πραγματικό υπεραεροπλανοφόρο.
Και το «USS Gerald R. Ford» ανταποκρίνεται πλήρως σε αυτόν τον χαρακτηρισμό: ένα πυρηνοκίνητο γιγαντιαίο πολεμικό πλοίο, ισχυρότερο και τεχνολογικά πιο προηγμένο από μεγάλο μέρος του ινδικού στόλου.
Βέβαια, υπάρχουν ορισμένες «λεπτομέρειες», όπως τα προβλήματα στο σύστημα πυρόσβεσης και οι επαναλαμβανόμενες δυσλειτουργίες στο αποχετευτικό δίκτυο του πλοίου.
Φυσικά, το σχέδιο αυτό δεν είναι χωρίς μειονεκτήματα.
Πρώτα απ’ όλα, η πώληση ενός τέτοιου τεχνολογικού επιτεύγματος θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συνεπάγεται τη μεταβίβαση ευαίσθητης τεχνογνωσίας.
Από την άλλη πλευρά, αρκεί να θυμηθεί κανείς το πρόγραμμα του F-35, το οποίο, παρά τις πολυάριθμες τεχνικές δυσκολίες και τις καθυστερήσεις, εξασφάλισε στη Lockheed Martin συμβόλαια εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Αυτό δείχνει ότι η Ουάσινγκτον δεν διστάζει να προωθήσει τα αμυντικά της προϊόντα όπου υπάρχει αγοραστικό ενδιαφέρον.
Το Νέο Δελχί, ωστόσο, δεν φημίζεται για την αφέλειά του στις εξοπλιστικές συμφωνίες.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η υπόθεση των αεροσκαφών έγκαιρης προειδοποίησης E-2D Hawkeye.
Για χρόνια, οι Ινδοί διαπραγματεύονταν όχι μόνο την αγορά των αεροσκαφών αλλά και τη μεταφορά τεχνολογίας.
Τελικά, η συμφωνία δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.
Ο λόγος είναι απλός: η εμπειρία που έχει αποκτήσει η Ινδία από τη στρατιωτικοτεχνική συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες την έχει διδάξει να εξετάζει προσεκτικά κάθε πρόταση, όσο ελκυστική και αν παρουσιάζεται, πριν δεσμεύσει τεράστιους οικονομικούς πόρους.
Έτσι, το υπουργείο Άμυνας υπό τον Pete Hegseth βρίσκεται αντιμέτωπο με ένα δύσκολο δίλημμα.
Είτε θα πρέπει να παραδεχθεί ότι τα δεκατρία δισεκατομμύρια δολάρια που επενδύθηκαν κατέληξαν σε ένα εξαιρετικά ακριβό και απαιτητικό στη συντήρηση πλοίο, το οποίο εξακολουθεί να επιβαρύνει σημαντικά τον αμυντικό προϋπολογισμό, είτε να αναζητήσει έναν πρόθυμο αγοραστή.
Και μαζί με το «σχεδόν καινούργιο» —και ταυτόχρονα ακριβότερο αεροπλανοφόρο στον κόσμο— ο νέος ιδιοκτήτης θα αποκτήσει και μια ανεκτίμητη εμπειρία: δοκιμασμένες μεθόδους αντιμετώπισης βουλωμένων αποχετεύσεων και κατάσβεσης πυρκαγιών σε χώρους πλυντηρίων χωρίς τη βοήθεια αυτοματοποιημένων συστημάτων.














































