Η αμερικανική απόρριψη, η ιρανική απάντηση και η μάχη για τον έλεγχο του Στενού.
Η Αναμέτρηση Μπαίνει σε Νέα Φάση
Η αντιπαράθεση γύρω από το Ιράν και το Στενό του Ορμούζ περνά σε νέα φάση. Η
Ουάσιγκτον απέρριψε δημόσια το επταήμερο ιρανικό σχέδιο για την επαναλειτουργία του
Στενού, χωρίς όμως, μέχρι το τελευταίο διαθέσιμο χρονικό σημείο, η απάντηση αυτή να
έχει μεταφερθεί επίσημα στην Τεχεράνη μέσω των διαμεσολαβητών.
Η διάκριση είναι κρίσιμη. Ο Abbas Araghchi δήλωσε ότι το Ιράν γνωρίζει τη δημόσια
αντίδραση του Αμερικανού Προέδρου, αλλά περιμένει την επίσημη απάντηση μέσω του
διπλωματικού διαύλου πριν αποφασίσει την επόμενη κίνησή του. Την ίδια στιγμή, ο
Donald Trump εμφανίζεται να αναμένει επανάληψη των συνομιλιών μέσα στην εβδομάδα.
Η πρόταση απορρίφθηκε, αλλά η διαπραγμάτευση δεν έχει ακόμη καταρρεύσει.
Παράλληλα, το χρονικό παράθυρο των τεσσάρων έως πέντε ημερών που είχε θέσει ο
Mohsen Rezaei πλησιάζει στο τέλος του χωρίς να έχει διευκρινιστεί δημόσια ποια
συγκεκριμένη ενέργεια θα ακολουθήσει εάν οι ιρανικοί όροι δεν γίνουν αποδεκτοί. Έτσι, η
πίεση μεταφέρεται πλέον στην Τεχεράνη: όχι μόνο στο εάν θα απαντήσει, αλλά κυρίως
στον τρόπο με τον οποίο θα επιλέξει να απαντήσει.
Την ίδια ώρα, στο Ορμούζ διαμορφώνονται δύο αντιφατικές εικόνες. Η αμερικανική
πλευρά υποστηρίζει ότι δεκάδες πλοία και μεγάλες ποσότητες πετρελαίου εξακολουθούν
να περνούν υπό αμερικανική συνοδεία. Η ιρανική πλευρά παρουσιάζει το Στενό ως χώρο
στον οποίο διατηρεί την επιχειρησιακή πρωτοβουλία. Αναφορές για νέα πλήγματα
εναντίον πλοίων, πιθανή ναρκοθέτηση του διαδρόμου προς την πλευρά του Ομάν και
αμερικανικές απώλειες αυξάνουν ακόμη περισσότερο την ένταση, χωρίς όλα αυτά τα
στοιχεία να έχουν μέχρι στιγμής επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα.
Αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο βρίσκεται σήμερα η σύγκρουση. Η διπλωματία
δεν έχει τελειώσει, ο αποκλεισμός δεν έχει κριθεί και η στρατιωτική κλιμάκωση δεν έχει
ακόμη αποκτήσει την έκταση που ορισμένες εκτιμήσεις προεξοφλούν. Ανάμεσα στη
δημόσια απόρριψη και στην επίσημη διπλωματική απάντηση έχει δημιουργηθεί ένα μικρό
αλλά κρίσιμο χρονικό κενό.
Και μέσα σε αυτό το κενό θα κριθεί η επόμενη φάση της αναμέτρησης στο Ορμούζ.
Η Δημόσια Απόρριψη και ο Ανοικτός Δίαυλος
Το επταήμερο σχέδιο που παρουσίασε η Τεχεράνη προέβλεπε μια συγκεκριμένη
αλληλουχία κινήσεων. Η Ουάσιγκτον θα έπρεπε να άρει τον ναυτικό αποκλεισμό, να
παραχωρήσει εξαιρέσεις στις κυρώσεις για τις ιρανικές εξαγωγές πετρελαίου και να
τηρήσει κατάπαυση του πυρός που θα περιλάμβανε και τον Λίβανο. Στο τέλος της
επταήμερης διαδικασίας, το Ιράν θα προχωρούσε στην επαναλειτουργία του Στενού του
Ορμούζ και οι ουσιαστικές διαπραγματεύσεις θα επανεκκινούσαν.
Υπήρχε όμως μία κρίσιμη προϋπόθεση: σύμφωνα με τον Araghchi, το επταήμερο δεν
άρχιζε να μετρά πριν από την αμερικανική αποδοχή του σχεδίου. Επομένως, δεν υπάρχει
αυτή τη στιγμή ενεργό ιρανικό χρονοδιάγραμμα επτά ημερών που πλησιάζει στη λήξη του.
Η αντίστροφη μέτρηση δεν ξεκίνησε ποτέ.
Το Σάββατο ο Trump απέρριψε δημόσια την πρόταση. Την Κυριακή, όμως, ο Araghchi
δήλωσε ότι οι διαμεσολαβητές δεν είχαν ακόμη μεταφέρει στην Τεχεράνη επίσημη
αμερικανική απάντηση. Το Ιράν, όπως ανέφερε, θα αποφασίσει τη στάση του όταν αυτή
φτάσει μέσω του συμφωνημένου διαύλου.
Την ίδια ημέρα, ο Trump δήλωσε ότι αναμένει οι συνομιλίες να επαναληφθούν μέσα στην
εβδομάδα, ενώ παρουσίασε τους σημερινούς ιρανικούς όρους ως απαιτήσεις που
ενδεχομένως θα μπορούσε να είχε αποδεχθεί έναν χρόνο νωρίτερα. Η δημόσια απόρριψη
επομένως δεν συνοδεύτηκε από ανακοίνωση διακοπής των συνομιλιών.
Αυτό δημιουργεί μια ασυνήθιστη αλλά σαφή κατάσταση: η αμερικανική πλευρά έχει
απορρίψει την τιμή της συμφωνίας, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει εγκαταλείψει τη
διαδικασία διαπραγμάτευσης. Το ερώτημα μετατοπίζεται έτσι από το εάν θα υπάρξει
επικοινωνία στο τι μπορεί να αλλάξει στους όρους και, κυρίως, στη σειρά εφαρμογής τους.
Στο παρασκήνιο εμφανίζονται παράλληλα ενδείξεις πίεσης για ταχύτερη διπλωματική
εξέλιξη. Υπάρχουν αναφορές ότι το Πεκίνο ζήτησε από τουλάχιστον μία από τις
κυβερνήσεις που μεταφέρουν μηνύματα μεταξύ των δύο πλευρών να επιταχύνει τη
διαδικασία, θεωρώντας ότι η αντιπαράθεση κινδυνεύει να ξεφύγει από τον έλεγχο.
Υπάρχει επίσης αναφορά ότι κατά την πρόσφατη επίσκεψη του Xi Jinping παρουσιάστηκε
στον Trump πιθανή διέξοδος, η οποία δεν έγινε αποδεκτή. Και οι δύο πληροφορίες
παραμένουν μονοπηγικές και δεν έχουν επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα.
Το βέβαιο είναι ότι η διαπραγμάτευση βρίσκεται πλέον σε διαφορετικό σημείο. Η
Τεχεράνη έχει καταθέσει τους όρους της, η Ουάσιγκτον τους έχει απορρίψει δημόσια και
οι διαμεσολαβητές παραμένουν ανάμεσα στις δύο πλευρές.
Το επόμενο κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πλέον ποια είναι η ιρανική πρόταση. Είναι τι θα
κάνει η Τεχεράνη όταν λάβει επισήμως το αμερικανικό «όχι».
Το Παράθυρο Rezaei Κλείνει: Τι Θα Κάνει η Τεχεράνη;
Παράλληλα με το επταήμερο σχέδιο του Araghchi υπάρχει ένα δεύτερο χρονικό όριο, το
οποίο δεν πρέπει να συγχέεται με αυτό. Ο Mohsen Rezaei, γραμματέας του Ανώτατου
Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας του Ιράν, έδωσε στην Ουάσιγκτον περίπου στις 24
Σεπτεμβρίου ένα περιθώριο τεσσάρων έως πέντε ημερών για την αποδοχή των ιρανικών
όρων.
Το παράθυρο αυτό κλείνει τώρα. Ωστόσο, ο Rezaei δεν προσδιόρισε δημόσια ποια
ακριβώς ενέργεια θα ακολουθήσει εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν ανταποκριθούν.
Επομένως, δεν μπορεί ακόμη να αντιμετωπιστεί ως τελεσίγραφο που οδηγεί αυτομάτως σε
συγκεκριμένη στρατιωτική ενέργεια.
Η διάκριση είναι σημαντική. Το επταήμερο σχέδιο του Araghchi θα ενεργοποιούνταν μόνο
μετά από αμερικανική αποδοχή. Το τετραήμερο ή πενθήμερο παράθυρο του Rezaei,
αντίθετα, λειτουργεί ως χρονικό όριο πίεσης προς την Ουάσιγκτον. Το πρώτο δεν έχει
αρχίσει. Το δεύτερο βρίσκεται ήδη στη λήξη του.
Η ίδια η στάση του Rezaei περιπλέκει ακόμη περισσότερο την εικόνα. Μετά τις
αμερικανικές κυρώσεις στον αεροπορικό τομέα, η αρχική σκληρή προειδοποίηση ότι εάν
τα ιρανικά αεροσκάφη δεν μπορούν να πετούν τότε δεν θα πετά κανείς στην περιοχή
προήλθε από τον Mohammad Mokhber, σύμβουλο του Ανώτατου Ηγέτη. Ο Rezaei δήλωσε
την επόμενη ημέρα ότι το Ιράν δεν θα απαντήσει στρατιωτικά στις αεροπορικές κυρώσεις
και ότι επιδιώκει διαπραγμάτευση και μη στρατιωτικά αντίμετρα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι αποκλείεται στρατιωτική κλιμάκωση σε άλλο μέτωπο. Σημαίνει
όμως ότι δεν μπορούμε να συνδέσουμε μηχανικά τη λήξη του χρονικού παραθύρου με
επίθεση σε αεροδρόμια ή με κάποια προκαθορισμένη ιρανική επιχείρηση.
Εδώ αποκτούν ιδιαίτερη σημασία οι νεότερες αναφορές ότι η Τεχεράνη είναι έτοιμη να
κινηθεί μετά τις 30 Σεπτεμβρίου για να επιχειρήσει να σπάσει τον αμερικανικό
αποκλεισμό. Πρόκειται όμως για πληροφορία που, με βάση το διαθέσιμο υλικό, δεν έχει
ακόμη επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα. Το ίδιο ισχύει για παλαιότερη αναφορά σύμφωνα με την
οποία το Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας είχε αποφασίσει ότι, εάν ο αποκλεισμός
δεν αρθεί μέσα σε 45 ημέρες, το Ιράν διατηρεί το δικαίωμα επανάληψης πληγμάτων. Δεν
υπάρχει δημόσια τεκμηρίωση ότι η 30ή Σεπτεμβρίου είχε κοινοποιηθεί στην Ουάσιγκτον
ως επίσημο ιρανικό τελεσίγραφο.
Έτσι, η σημασία των επόμενων ημερών δεν βρίσκεται σε κάποιο βέβαιο «ραντεβού
πολέμου». Βρίσκεται στο εάν η Τεχεράνη θα μετατρέψει το χρονικό όριο που η ίδια έθεσε
σε πραγματική πολιτική ή στρατιωτική ενέργεια.
Εάν το παράθυρο κλείσει χωρίς συγκεκριμένη κίνηση, θα έχουμε ένδειξη ότι
χρησιμοποιήθηκε κυρίως ως διαπραγματευτική πίεση. Εάν ακολουθήσει ανακοίνωση του
Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας ή επιχειρησιακή ενέργεια, τότε η σύγκρουση
θα έχει περάσει σε διαφορετικό επίπεδο.
Και το πιθανότερο πεδίο όπου θα φανεί αυτή η αλλαγή δεν βρίσκεται σε κάποιο
διπλωματικό τραπέζι. Βρίσκεται στο Στενό του Ορμούζ.
Ορμούζ: Δύο Αντίθετες Εικόνες της Ίδιας Θάλασσας
Εάν η διπλωματική σύγκρουση παραμένει σε αναμονή, στο Στενό του Ορμούζ η εικόνα
είναι πολύ πιο σύνθετη. Ουάσιγκτον και Τεχεράνη παρουσιάζουν δύο σχεδόν αντίθετες
εκδοχές για το ποιος διαθέτει την επιχειρησιακή πρωτοβουλία και πόσο αποτελεσματικός
είναι πραγματικά ο αμερικανικός αποκλεισμός.
Η αμερικανική πλευρά υποστηρίζει ότι η ναυσιπλοΐα υπό αμερικανική προστασία
συνεχίζεται σε σημαντική κλίμακα. Ο Trump δήλωσε ότι 29 πλοία συνοδεύτηκαν έξω από
την περιοχή το βράδυ της Παρασκευής, ενώ Αμερικανός αξιωματούχος ανέφερε ότι
σχεδόν 40 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου μετακινήθηκαν υπό αμερικανική συνοδεία
μέσα σε 48 ώρες, ποσότητα που, σύμφωνα με την ίδια πλευρά, πλησιάζει τον προπολεμικό
ρυθμό.
Παράλληλα, η CENTCOM υποστηρίζει ότι από την επαναφορά του αποκλεισμού στις 14
Ιουλίου έχουν ανακατευθυνθεί συνολικά 122 πλοία, εκ των οποίων 12 μόνο την τελευταία
εβδομάδα. Εάν αυτοί οι αριθμοί αποτυπώνουν πλήρως την κατάσταση, η Ουάσιγκτον
εξακολουθεί να διαθέτει σημαντική δυνατότητα διατήρησης θαλάσσιων ροών μέσα από το
Στενό.
Η ιρανική εικόνα είναι διαφορετική. Η Τεχεράνη υποστηρίζει ότι οι Φρουροί της
Επανάστασης διατηρούν τον έλεγχο του Ορμούζ, προσβάλλουν πλοία που επιχειρούν να
χρησιμοποιήσουν τον διάδρομο κατά μήκος της ακτής του Ομάν και έχουν αναγκάσει την
αμερικανική εφαρμογή του αποκλεισμού να μετακινηθεί προς τον Ινδικό Ωκεανό.
Οι δύο εικόνες δεν μπορούν να γίνουν δεκτές άκριτα. Οι αμερικανικοί αριθμοί
προέρχονται από την ίδια την αμερικανική πλευρά, ενώ οι ισχυρισμοί περί ιρανικού
επιχειρησιακού ελέγχου προέρχονται από την αντίπαλη πλευρά. Με τα διαθέσιμα στοιχεία
δεν τεκμηριώνεται ούτε ότι ο αποκλεισμός έχει καταρρεύσει και υπάρχει μόνο «στα
χαρτιά», ούτε ότι οι αμερικανικές συνοδείες έχουν αποκαταστήσει πλήρως τον έλεγχο της
ναυσιπλοΐας.
Η σύγκρουση αυτή αποτυπώθηκε ήδη με ιδιαίτερα επικίνδυνο τρόπο στις 5 Σεπτεμβρίου.
Η CENTCOM έχει επιβεβαιώσει ότι ιρανικοί βαλλιστικοί πύραυλοι εκτοξεύθηκαν
εναντίον αμερικανικού αεροπλανοφόρου και αντιτορπιλικού. Η αμερικανική πλευρά
υποστηρίζει ότι τα δύο πολεμικά πλοία απέφυγαν τους πυραύλους, ενώ το Ιράν
ισχυρίζεται ότι επλήγησαν. Η επίθεση αποτελεί γεγονός· το αποτέλεσμα της επίθεσης
παραμένει αμφισβητούμενο.
Ασαφής παραμένει και η σημερινή θέση των αμερικανικών αεροπλανοφόρων.
Αναζητήσεις εμπορικών δορυφορικών εικόνων φέρεται να μην τα έχουν εντοπίσει στις
γραμμές όπου είχαν παρατηρηθεί προηγουμένως. Αυτό όμως δεν αποδεικνύει ότι έχουν
εγκαταλείψει το ευρύτερο θέατρο επιχειρήσεων.
Παρόμοια προσοχή χρειάζεται και ο αριθμός των αμερικανικών ή αμερικανικά
συνδεδεμένων πλοίων που φέρεται να έχουν δεχθεί πυρά. Ο αριθμός 19, που είχε
αναφερθεί προηγουμένως, δεν εντοπίζεται σε επίσημη ιρανική ανακοίνωση. Η
πλησιέστερη καταγεγραμμένη ιρανική αναφορά της 9ης Σεπτεμβρίου κατονομάζει δύο
αμερικανικά πολεμικά πλοία, οκτώ δεξαμενόπλοια και δέκα άλλα σκάφη. Η αριθμητική
απόκλιση παραμένει και δεν πρέπει να καλυφθεί αυθαίρετα.
Ακόμη σοβαρότερες είναι οι νεότερες αναφορές για τον διάδρομο κατά μήκος της πλευράς
του Ομάν. Κυκλοφόρησαν πληροφορίες ότι ορισμένοι από τους πυραύλους που
εκτοξεύθηκαν προς την περιοχή ενδέχεται να μετέφεραν νάρκες. Μέχρι το χρονικό όριο
των διαθέσιμων πληροφοριών, όμως, δεν υπήρχε επίσημη επιβεβαίωση από CENTCOM,
UKMTO ή άλλη αρμόδια αρχή. Επομένως, η πιθανή ναρκοθέτηση παραμένει
ανεπιβεβαίωτη αναφορά.
Η σημασία της είναι παρ’ όλα αυτά προφανής. Ο διάδρομος προς την πλευρά του Ομάν
αποτελεί κρίσιμο τμήμα της αμερικανικής προσπάθειας να διατηρηθούν οι εμπορικές ροές.
Μια επιβεβαιωμένη ναρκοθέτηση ή ένα επιτυχές πλήγμα εναντίον συνοδευόμενου πλοίου
θα άλλαζε πολύ γρήγορα τόσο τη στρατιωτική όσο και την ασφαλιστική και ενεργειακή
εξίσωση του Στενού.
Γι’ αυτό η πραγματική εικόνα του Ορμούζ βρίσκεται σήμερα ανάμεσα στις δύο επίσημες
αφηγήσεις. Το Ιράν δεν έχει αποδείξει ότι μπορεί να αποκλείσει πλήρως το Στενό, αλλά
ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αποδείξει ότι μπορούν να εξουδετερώσουν το ιρανικό
πλεονέκτημα που δημιουργεί η γεωγραφία.
Το Ορμούζ παραμένει επομένως ένας αμφισβητούμενος θαλάσσιος χώρος, όπου η ισχύς
δεν μετριέται μόνο από τον αριθμό των πολεμικών πλοίων, αλλά από το ποιος μπορεί να
διατηρεί ασφαλείς διαδρομές, να επιβάλλει κόστος στον αντίπαλο και να περιορίζει τις
επιλογές του.
Και οι νεότερες πληροφορίες για πλήγματα δύο συνεχόμενων νυχτών και αμερικανικές
απώλειες καθιστούν πλέον αναγκαίο να εξετάσουμε εάν αυτή η εύθραυστη ισορροπία έχει
ήδη αρχίσει να μεταβάλλεται.
Τα Νέα Πλήγματα στο Ορμούζ: Τι Γνωρίζουμε και Τι Παραμένει
Ανοικτό
Εδώ η εικόνα γίνεται ακόμη πιο σοβαρή, αλλά και περισσότερο αβέβαιη. Νεότερες
αναφορές υποστηρίζουν ότι το Ιράν έπληξε πλοία στο Στενό του Ορμούζ δύο συνεχόμενες
νύχτες, χωρίς να ακολουθήσει άμεση αμερικανική στρατιωτική ανταπόδοση. Παράλληλα,
γίνεται λόγος για 37 τραυματίες Αμερικανούς στρατιωτικούς.
Οι πληροφορίες αυτές, εάν επιβεβαιωθούν πλήρως, θα αποτελούν σημαντική μεταβολή
της επιχειρησιακής εικόνας. Με το υλικό που διαθέτουμε όμως δεν μπορούμε ακόμη να
παρουσιάσουμε ως εξακριβωμένα ούτε την πλήρη ακολουθία των δύο επιθέσεων ούτε
ποιο αμερικανικό πλοίο φέρεται να επλήγη.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η αναφορά σε αναγνώριση αμερικανικών απωλειών από το
Πεντάγωνο, η οποία φέρεται να προσφέρει ένδειξη για την ταυτότητα του πλοίου που
δέχθηκε πλήγμα. Ωστόσο, στο διαθέσιμο απόσπασμα δεν παρατίθενται τα στοιχεία αυτής
της ανακοίνωσης. Επομένως, ο αριθμός των 37 τραυματιών και η σύνδεσή τους με
συγκεκριμένο πλοίο παραμένουν στοιχεία που χρειάζονται περαιτέρω επιβεβαίωση.
Το ίδιο ισχύει για τις αναφορές περί ναρκών στον διάδρομο κατά μήκος της ακτής του
Ομάν. Μέχρι στιγμής δεν υπάρχει στο υλικό μας επιβεβαίωση από CENTCOM, UKMTO
ή άλλη αρμόδια αρχή ότι ο συγκεκριμένος διάδρομος έχει πράγματι ναρκοθετηθεί. Μια
τέτοια εξέλιξη θα ήταν εξαιρετικά σημαντική, επειδή θα έθετε σε άμεση αμφισβήτηση την
ασφάλεια της διαδρομής που χρησιμοποιείται για τις συνοδευόμενες διελεύσεις.
Το σημαντικότερο επιχειρησιακό ερώτημα είναι όμως διαφορετικό: γιατί, εφόσον
πραγματοποιήθηκαν νέα ιρανικά πλήγματα, δεν ακολούθησε άμεση αμερικανική
απάντηση;
Μία πιθανή ερμηνεία είναι ότι η Ουάσιγκτον επιχειρεί να αποφύγει μια νέα κλιμάκωση
όσο παραμένει ενεργός ο διπλωματικός δίαυλος. Αυτό όμως αποτελεί εκτίμηση και όχι
αποδεδειγμένο αμερικανικό σχεδιασμό. Η απουσία άμεσης ανταπόδοσης δεν σημαίνει
ούτε αδυναμία ούτε ότι έχει αποκλειστεί μεταγενέστερη στρατιωτική απάντηση.
Αντίθετα, υπάρχουν αναφορές ότι η αμερικανική πλευρά εξετάζει νέα πλήγματα εναντίον
ιρανικού εδάφους σε μεταγενέστερο στάδιο. Ο Trump δεν απέκλεισε στρατιωτική δράση
πριν από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου, ενώ έχει επίσης
αναφερθεί ότι Αμερικανοί αξιωματούχοι αναμένουν πιθανή επανάληψη βομβαρδισμών
μετά τις εκλογές.
Παράλληλα, το νεότερο υλικό αναφέρεται σε πιθανή αύξηση της παρουσίας ιπτάμενων
τάνκερ και μεταγωγικών αεροσκαφών στην Al Udeid. Και εδώ όμως δεν διαθέτουμε
ακόμη στο απόσπασμα αριθμούς, χρονική σύγκριση ή επαρκή στοιχεία ώστε μια τέτοια
μετακίνηση να παρουσιαστεί ως απόδειξη επικείμενης επιχείρησης.
Αυτό είναι κρίσιμο, διότι η συγκέντρωση στρατιωτικών μέσων μπορεί να αυξάνει τις
διαθέσιμες επιλογές μιας δύναμης χωρίς να αποδεικνύει ότι έχει ήδη ληφθεί απόφαση
χρησιμοποίησής τους. Ισχύς και πρόθεση δεν είναι το ίδιο πράγμα.
Έτσι, στο Ορμούζ εμφανίζεται μια επικίνδυνη ενδιάμεση κατάσταση. Η Τεχεράνη φέρεται
να αυξάνει την πίεση στη θάλασσα, η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να διατηρεί στρατιωτικές
δυνατότητες στην περιοχή, αλλά καμία από τις δύο πλευρές δεν έχει ακόμη
πραγματοποιήσει την κίνηση που θα μετέτρεπε την ελεγχόμενη αντιπαράθεση σε
γενικευμένη σύγκρουση.
Οι επόμενες ενδείξεις είναι συγκεκριμένες: επιβεβαίωση των 37 τραυματιών, ταυτοποίηση
του πλοίου που φέρεται να επλήγη, επιβεβαίωση ή διάψευση των αναφορών περί ναρκών
και, κυρίως, το εάν ένα αμερικανικά συνοδευόμενο πλοίο δεχθεί επιβεβαιωμένο σοβαρό
πλήγμα.
Μέχρι τότε, οι νέες επιθέσεις αποτελούν σοβαρή ένδειξη πιθανής κλιμάκωσης, όχι ακόμη
απόδειξη ότι η σύγκρουση έχει περάσει σε γενικευμένο ναυτικό πόλεμο.
Χερσαίος Πόλεμος; Τα Στοιχεία Δεν τον Δείχνουν
Μέσα στο κλίμα της στρατιωτικής κλιμάκωσης εμφανίστηκε και η εκτίμηση ότι οι
Ηνωμένες Πολιτείες προετοιμάζονται για χερσαίο πόλεμο εναντίον του Ιράν. Ένα από τα
βασικά επιχειρήματα που χρησιμοποιήθηκαν ήταν η εφαρμογή της αυτόματης εγγραφής
στο Selective Service έως τις 18 Δεκεμβρίου. Τα διαθέσιμα στοιχεία, όμως, δεν στηρίζουν
αυτή τη σύνδεση.
Η αυτόματη εγγραφή προβλέφθηκε στον αμερικανικό αμυντικό νόμο που υπέγραψε ο
Trump τον Δεκέμβριο του 2025, περισσότερο από δύο μήνες πριν από την έναρξη του
πολέμου στις 28 Φεβρουαρίου. Η σχετική διάταξη είχε προταθεί από τη Δημοκρατική
βουλευτή Chrissy Houlahan, εγκρίθηκε με ψήφους και από τα δύο κόμματα και αφορά
τους άνδρες. Σκοπός της ήταν η αντικατάσταση της αυτοεγγραφής από αυτόματη
καταχώριση μέσω ομοσπονδιακών δεδομένων.
Επομένως, η 18η Δεκεμβρίου αποτελεί διοικητική προθεσμία για την εφαρμογή του νέου
συστήματος και όχι, με βάση το διαθέσιμο υλικό, ένδειξη προετοιμασίας πολέμου με το
Ιράν.
Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι εγγραφή δεν σημαίνει επιστράτευση. Για να κληθούν
πολίτες σε υποχρεωτική στρατιωτική υπηρεσία απαιτείται ξεχωριστή πράξη του
Κογκρέσου και υπογραφή του Προέδρου. Καμία τέτοια διαδικασία δεν εμφανίζεται στα
στοιχεία που εξετάζουμε.
Ούτε στο πολιτικό επίπεδο υπάρχει μέχρι στιγμής αντίστοιχη ένδειξη. Ο γερουσιαστής
John Kennedy, παρότι υποστηρίζει τον αποκλεισμό και χαρακτήρισε μη σοβαρή την
ιρανική πρόταση, δήλωσε την Κυριακή ότι δεν θα υποστήριζε την αποστολή
αμερικανικών χερσαίων δυνάμεων.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αποκλείεται νέα αεροπορική ή ναυτική κλιμάκωση. Υπάρχουν
αναφορές, βασισμένες σε Αμερικανούς αξιωματούχους, ότι ο Trump αναμένει πιθανή
επανάληψη των βομβαρδισμών μετά τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου. Ο ίδιος,
παράλληλα, αρνήθηκε να αποκλείσει πλήγματα ακόμη και πριν από τις εκλογές.
Στο ίδιο πλαίσιο πρέπει να εξεταστούν οι νεότερες αναφορές για συγκέντρωση ιπτάμενων
τάνκερ και μεταγωγικών αεροσκαφών στην Al Udeid. Το διαθέσιμο υλικό, ωστόσο, δεν
παρέχει ακόμη επαρκείς αριθμούς και συγκριτικά δεδομένα ώστε αυτή η κινητικότητα να
θεωρηθεί απόδειξη ότι έχει ήδη αποφασιστεί νέα αμερικανική επιχείρηση.
Η διάκριση είναι κρίσιμη. Μια στρατιωτική συγκέντρωση αυξάνει τις διαθέσιμες επιλογές
της Ουάσιγκτον. Δεν αποδεικνύει από μόνη της την πρόθεση χρησιμοποίησής τους.
Το ίδιο ισχύει για το ευρύτερο σενάριο χερσαίου πολέμου. Μια τέτοια επιχείρηση θα
απαιτούσε ενδείξεις εντελώς διαφορετικής κλίμακας: μεταφορά μεγάλων χερσαίων
σχηματισμών στην περιοχή, εκτεταμένη επιμελητειακή προετοιμασία και, εάν
απαιτούνταν επιστράτευση, νέα πολιτική και νομοθετική διαδικασία στις Ηνωμένες
Πολιτείες.
Τίποτε από αυτά δεν εμφανίζεται μέχρι στιγμής στο διαθέσιμο υλικό. Αυτό δεν αποκλείει
νέα αμερικανικά πλήγματα ούτε μεγαλύτερη ναυτική αντιπαράθεση στο Ορμούζ.
Διαχωρίζει όμως δύο πολύ διαφορετικά σενάρια που δεν πρέπει να συγχέονται: άλλο η
αεροπορική και ναυτική κλιμάκωση και άλλο η χερσαία εισβολή στο Ιράν.
Με τα σημερινά δεδομένα, το πρώτο παραμένει ανοικτό ενδεχόμενο. Το δεύτερο δεν
υποστηρίζεται από τις ενδείξεις που έχουμε.
Κίνα, Διαμεσολαβητές και η Μάχη για την Αποκλιμάκωση
Η Κίνα παραμένει σημαντικός παράγοντας της κρίσης, αλλά ο ρόλος της στη σημερινή
φάση είναι διαφορετικός από εκείνον που εξετάσαμε προηγουμένως. Το νέο στοιχείο δεν
είναι απλώς η κινεζική αντίθεση στην αμερικανική πίεση, αλλά οι ενδείξεις ότι το Πεκίνο
επιχειρεί να επιταχύνει τη διπλωματική διαδικασία πριν η αντιπαράθεση ξεφύγει από τον
έλεγχο.
Υπάρχει συγκεκριμένη αναφορά ότι, μετά την κρατική επίσκεψη, το Πεκίνο πίεσε
τουλάχιστον μία από τις κυβερνήσεις που μεταφέρουν μηνύματα μεταξύ Ουάσιγκτον και
Τεχεράνης να κινηθεί ταχύτερα. Σύμφωνα με την ίδια πληροφορία, η κινεζική πλευρά
εκτιμά ότι η συνέχιση της αντιπαράθεσης αυξάνει τον κίνδυνο ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης.
Υπάρχει επίσης αναφορά ότι κατά τη διάρκεια της επίσκεψης παρουσιάστηκε στον Trump
μια πιθανή διέξοδος από την κρίση, την οποία ο Αμερικανός Πρόεδρος δεν αποδέχθηκε.
Και οι δύο αυτές πληροφορίες προέρχονται από μία πηγή, είναι δεύτερο χέρι και δεν έχουν
επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα. Το γεγονός ότι συμβαδίζουν με τη δημόσια κινεζική στάση δεν
αρκεί για να τις μετατρέψει σε επιβεβαιωμένα γεγονότα.
Η δημόσια στάση του Πεκίνου είναι πάντως σαφέστερη. Η Κίνα έχει χαρακτηρίσει τις
αμερικανικές κυρώσεις εναντίον του ιρανικού αεροπορικού τομέα παράνομες μονομερείς
κυρώσεις, ενώ κινεζικοί προορισμοί συνέχισαν να δέχονται ιρανικές πτήσεις. Στις 23
Σεπτεμβρίου, πτήση της Mahan Air προσγειώθηκε στην Guangzhou, την ώρα που άλλες
χώρες της περιοχής περιόριζαν ή σταματούσαν την εξυπηρέτηση ιρανικών αεροσκαφών.
Η κινεζική στάση έγινε πολιτικά εντονότερη και στον ΟΗΕ μετά την επίσκεψη. Αυτό
αποτελεί δημόσια ένδειξη ότι το Πεκίνο δεν έχει υιοθετήσει την αμερικανική γραμμή
πίεσης. Δεν αποδεικνύει όμως τις παρασκηνιακές πληροφορίες ούτε σημαίνει ότι η Κίνα
έχει αναλάβει στρατιωτική δέσμευση υπέρ του Ιράν.
Η διάκριση είναι ουσιαστική. Η Κίνα παρέχει πολιτικό και πρακτικό χώρο στην Τεχεράνη
να αντιστέκεται στην πλήρη απομόνωση, αλλά από τα διαθέσιμα στοιχεία δεν προκύπτει
κινεζική στρατιωτική υποστήριξη στον πόλεμο.
Παράλληλα, το Πεκίνο εξακολουθεί να προβάλλει τη διπλωματική οδό. Στην πρόσφατη
επικοινωνία του Xi Jinping με τον Trump, η κινεζική πλευρά υποστήριξε επιστροφή στο
Μνημόνιο του Islamabad, το πλαίσιο που είχε υπογραφεί στις 17 Ιουνίου με πακιστανική
και καταριανή διαμεσολάβηση και το οποίο κατέρρευσε μέσα στις επόμενες εβδομάδες. Η
κινεζική θέση ήταν υπέρ μιας συνολικής συμφωνίας που θα περιλαμβάνει και το πυρηνικό
ζήτημα.
Υπάρχει, ωστόσο, ένα σημείο που παραμένει ανοικτό. Έχει αναφερθεί ότι το Πεκίνο
υποστηρίζει μια ακολουθία στην οποία η άρση του αποκλεισμού προηγείται των ιρανικών
κινήσεων στο Ορμούζ. Η επίσημη κινεζική τοποθέτηση δεν έχει επιβεβαιώσει δημόσια
αυτή τη σειρά. Συνεπώς, δεν μπορούμε ακόμη να την παρουσιάσουμε ως επίσημο κινεζικό
όρο.
Έτσι, η Κίνα εμφανίζεται να κινείται ταυτόχρονα σε δύο επίπεδα: αρνείται να
ευθυγραμμιστεί πλήρως με την αμερικανική πίεση και ταυτόχρονα επιδιώκει να αποτρέψει
μια κλιμάκωση που θα μπορούσε να διαταράξει ακόμη περισσότερο τις ενεργειακές και
εμπορικές ροές της περιοχής.
Αυτό δεν μετατρέπει το Πεκίνο σε σύμμαχο της Τεχεράνης στον πόλεμο. Δείχνει όμως
κάτι σημαντικότερο για την ευρύτερη γεωπολιτική εικόνα: η Ουάσιγκτον μπορεί να ασκεί
μεγάλη πίεση, αλλά δεν μπορεί να επιβάλλει αυτομάτως την ίδια συμπεριφορά σε κάθε
μεγάλο κέντρο ισχύος.
Και όσο ο επίσημος δίαυλος Ουάσιγκτον–Τεχεράνης παραμένει ανοικτός, η σημασία της
Κίνας, του Κατάρ, του Πακιστάν και των υπόλοιπων διαμεσολαβητών αυξάνεται. Η
επόμενη φάση δεν θα κριθεί μόνο από τα πολεμικά πλοία στο Ορμούζ, αλλά και από το
ποιος μπορεί να μεταφέρει μια πρόταση που και οι δύο πλευρές θα θεωρήσουν λιγότερο
δαπανηρή από την κλιμάκωση.
Η Περιφερειακή Σκακιέρα: Υεμένη, Σαουδική Αραβία, Τουρκία και Πακιστάν
Η αντιπαράθεση στο Ορμούζ δεν εξελίσσεται απομονωμένα. Παράλληλα με την
αμερικανοϊρανική διαπραγμάτευση, η ένταση επεκτείνεται στην Υεμένη και στην Ερυθρά
Θάλασσα, ενώ Σαουδική Αραβία, Τουρκία και Πακιστάν επιχειρούν να προσαρμόσουν τη
στάση τους σε ένα περιφερειακό περιβάλλον που γίνεται ολοένα πιο ασταθές.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται η λεγόμενη συμφωνία της Μέκκας, που υπογράφηκε στις 7
Αυγούστου. Η αμυντική συμφωνία αφορά τη Σαουδική Αραβία, την Τουρκία και το
Πακιστάν. Το Ιράν δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος. Προγενέστερη αναφορά ότι η
Τεχεράνη είχε προσκληθεί να συμμετάσχει δεν επιβεβαιώθηκε από καμία από τις τέσσερις
κυβερνήσεις.
Μέχρι στιγμής δεν υπάρχει επίσης ένδειξη στρατιωτικής ενεργοποίησης της συμφωνίας
εναντίον των Houthis. Έχουν πραγματοποιηθεί επαφές σε επίπεδο αρχηγών επιτελείων,
αλλά ούτε το Πακιστάν ούτε η Τουρκία έχουν πραγματοποιήσει στρατιωτική ενέργεια
εναντίον τους.
Υπάρχει μάλιστα πληροφορία, προερχόμενη από πηγές στο Islamabad, ότι το Πακιστάν
δεν προτίθεται να πολεμήσει τους Houthis. Η πληροφορία δεν έχει επιβεβαιωθεί
ανεξάρτητα και επομένως δεν μπορεί ακόμη να θεωρηθεί επίσημη πακιστανική θέση. Εάν
όμως επιβεβαιωθεί, θα περιορίζει σημαντικά τη στρατιωτική διάσταση που θα μπορούσε
να αποκτήσει η συμφωνία της Μέκκας.
Στην ίδια την Υεμένη, δύο σημεία έχουν ιδιαίτερη επιχειρησιακή σημασία: η Marib και ο
οδικός άξονας Taiz–Aden. Κατάληψη της Marib από τους Houthis ή διακοπή της σύνδεσης
Taiz–Aden θα αποτελούσε σημαντική μεταβολή της ισορροπίας στο χερσαίο μέτωπο.
Μέχρι το τελευταίο διαθέσιμο χρονικό σημείο, κανένα από τα δύο δεν είχε επιβεβαιωθεί.
Η ένταση, ωστόσο, είναι πραγματική. Την Κυριακή αναφέρθηκε σαουδαραβικό
αεροπορικό πλήγμα στο Taiz, ενώ τα σχολεία στο Ριάντ πέρασαν σε εξ αποστάσεως
λειτουργία για μία εβδομάδα. Παράλληλα, οι Houthis εξακολουθούν να ελέγχουν
ολόκληρη την ακτή της Υεμένης στην Ερυθρά Θάλασσα, συμπεριλαμβανομένης της
περιοχής του Bab el-Mandeb, γεγονός που διατηρεί ανοικτό ένα δεύτερο κρίσιμο
θαλάσσιο μέτωπο πέρα από το Ορμούζ.
Οι διαθέσιμες πληροφορίες αναφέρουν επίσης επιθέσεις των Houthis εναντίον
σαουδαραβικών δεξαμενόπλοιων και του αγωγού East–West. Ταυτόχρονα, ανώτερο
στέλεχος των Houthis έχει δηλώσει ότι αμερικανικά πλοία στην Ερυθρά Θάλασσα δεν θα
αποτελέσουν στόχο. Εάν αυτή η διάκριση διατηρηθεί, δείχνει ότι η πίεση στην Ερυθρά
Θάλασσα δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με την άμεση αμερικανοϊρανική αντιπαράθεση στο
Ορμούζ.
Στο σαουδαραβικό εσωτερικό εμφανίζεται επιπλέον αναφορά περί ρήγματος στην κορυφή
της βασιλικής οικογένειας. Πρόκειται για πληροφορία βασισμένη σε πηγές του υλικού και
όχι για ανεξάρτητα επιβεβαιωμένο γεγονός. Για τον λόγο αυτό πρέπει να παραμείνει
ένδειξη και όχι βάση για συμπέρασμα σχετικά με την πολιτική σταθερότητα του
βασιλείου.
Στην περιφερειακή εικόνα προστίθεται και η επίσκεψη του Benjamin Netanyahu στο Abu
Dhabi την Κυριακή, η πραγματοποίηση της οποίας επιβεβαιώθηκε από Ισραηλινό
αξιωματούχο. Δεν δημοσιοποιήθηκε όμως αναλυτική ενημέρωση για το περιεχόμενο των
συνομιλιών. Συνεπώς, οποιαδήποτε σύνδεση της επίσκεψης με συγκεκριμένο στρατιωτικό
σχεδιασμό απέναντι στο Ιράν παραμένει ερμηνεία και όχι τεκμηριωμένο γεγονός.
Έτσι διαμορφώνονται πλέον δύο διαφορετικά αλλά αλληλοεπηρεαζόμενα θαλάσσια
μέτωπα. Στο Ορμούζ βρίσκεται στο επίκεντρο η άμεση αντιπαράθεση Ιράν–Ηνωμένων
Πολιτειών και η πρόσβαση στις ενεργειακές ροές του Περσικού Κόλπου. Στην Ερυθρά
Θάλασσα και στο Bab el-Mandeb, το επίκεντρο μετατοπίζεται στους Houthis, στη
Σαουδική Αραβία και στην ασφάλεια των θαλάσσιων και ενεργειακών διαδρομών.
Η περιφερειακή κλιμάκωση επομένως δεν χρειάζεται να πάρει τη μορφή ενός ενιαίου
πολέμου για να αποκτήσει στρατηγική σημασία. Μπορεί να εξελιχθεί πλευρικά, μέσω
διαφορετικών μετώπων, συμμάχων, θαλάσσιων οδών και τρίτων κρατών, αυξάνοντας το
κόστος της σύγκρουσης χωρίς όλοι οι περιφερειακοί δρώντες να πολεμούν τον ίδιο
αντίπαλο ή να ακολουθούν ενιαία στρατηγική.
Οι Ημερομηνίες που Πλέον Μετρούν
Η επόμενη φάση της σύγκρουσης δεν εξαρτάται από μία μόνο προθεσμία. Υπάρχουν
πλέον διαφορετικά χρονικά ορόσημα, τα οποία αφορούν τη διαπραγμάτευση, την
πιθανότητα στρατιωτικής κλιμάκωσης και τις πολιτικές αποφάσεις των εμπλεκόμενων
κρατών. Η σημασία τους όμως δεν είναι ίδια και ορισμένα έχουν ήδη παρουσιαστεί με
μεγαλύτερη βεβαιότητα από όση επιτρέπουν τα στοιχεία.
Το πρώτο χρονικό σημείο είναι τώρα. Το παράθυρο των τεσσάρων έως πέντε ημερών που
έθεσε περίπου στις 24 Σεπτεμβρίου ο Mohsen Rezaei βρίσκεται στη λήξη του. Μέχρι το
τελευταίο διαθέσιμο χρονικό σημείο, το Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας δεν είχε
ανακοινώσει συγκεκριμένο μέτρο που θα ενεργοποιηθεί αυτομάτως μετά την παρέλευση
της προθεσμίας.
Παράλληλα αναμένεται η επίσημη μεταφορά της αμερικανικής απάντησης μέσω των
διαμεσολαβητών. Ο Trump έχει ήδη απορρίψει δημόσια το επταήμερο σχέδιο, αλλά ο
Araghchi δήλωσε την Κυριακή ότι η Τεχεράνη δεν είχε ακόμη λάβει την απάντηση μέσω
του συμφωνημένου διαύλου. Αυτό είναι το αμεσότερο διπλωματικό ορόσημο, επειδή το
Ιράν έχει δηλώσει ότι θα αποφασίσει την επόμενη κίνησή του όταν λάβει επίσημα την
αμερικανική θέση.
Η 30ή Σεπτεμβρίου χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή. Υπάρχει αναφορά ότι η Τεχεράνη
μπορεί μετά την ημερομηνία αυτή να κινηθεί για να σπάσει τον αμερικανικό αποκλεισμό.
Υπάρχει επίσης παλαιότερη, μονοπηγική πληροφορία ότι το Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής
Ασφαλείας είχε αποφασίσει στις 16 Αυγούστου πως, εάν ο αποκλεισμός δεν αρθεί μέσα σε
45 ημέρες, το Ιράν διατηρεί το δικαίωμα να επαναλάβει πλήγματα. Δεν υπάρχει όμως
δημόσια απόδειξη ότι η 30ή Σεπτεμβρίου κοινοποιήθηκε στην Ουάσιγκτον ως επίσημο
ιρανικό τελεσίγραφο.
Το αμέσως επόμενο διάστημα είναι επίσης κρίσιμο για το Ορμούζ. Επιβεβαίωση ναρκών
στον διάδρομο της πλευράς του Ομάν, διακοπή των συνοδευόμενων διελεύσεων ή σοβαρό
πλήγμα σε πλοίο υπό αμερικανική συνοδεία θα μπορούσαν να μεταβάλουν την κατάσταση
μέσα σε ώρες. Αντίθετα, εάν οι αμερικανικοί αριθμοί για τις συνοδευόμενες ροές
διατηρηθούν, η εικόνα θα παραμείνει εκείνη ενός αμφισβητούμενου αλλά λειτουργικού
θαλάσσιου διαδρόμου.
Στις 27 Οκτωβρίου, σύμφωνα με το υλικό που εξετάζουμε, βρίσκονται οι ισραηλινές
εκλογές. Μέχρι στιγμής δεν έχει παρατηρηθεί μονομερής ισραηλινή επίθεση στο Ιράν
εκτός μιας αμερικανικής απόφασης. Η ημερομηνία έχει σημασία επειδή μια τέτοια
ενέργεια πριν από τις εκλογές αποτελεί ένα από τα σενάρια που παρακολουθούνται, όχι
επειδή υπάρχουν στοιχεία ότι έχει ήδη αποφασιστεί.
Ακολουθεί η 3η Νοεμβρίου, ημερομηνία των αμερικανικών ενδιάμεσων εκλογών.
Υπάρχουν αναφορές, βασισμένες σε Αμερικανούς αξιωματούχους, ότι ο Trump αναμένει
πιθανή επανάληψη των βομβαρδισμών μετά τις εκλογές. Ο ίδιος όμως δεν απέκλεισε
πλήγματα και πριν από αυτές. Επομένως, η 3η Νοεμβρίου αποτελεί σημαντικό πολιτικό
ορόσημο, όχι εγγυημένη ημερομηνία έναρξης νέας στρατιωτικής επιχείρησης.
Υπάρχουν παράλληλα δύο περιφερειακοί δείκτες χωρίς συγκεκριμένη ημερομηνία αλλά με
μικρό χρόνο προειδοποίησης. Ο πρώτος είναι η Υεμένη: κατάληψη της Marib ή διακοπή
του δρόμου Taiz–Aden, εφόσον επιβεβαιωθούν από περισσότερες από μία πλευρές, θα
σηματοδοτούσαν σοβαρή μεταβολή του χερσαίου μετώπου. Ο δεύτερος είναι η συμφωνία
της Μέκκας: πραγματική στρατιωτική ενέργεια του Πακιστάν ή της Τουρκίας εναντίον
των Houthis θα αποτελούσε ποιοτική αλλαγή σε σχέση με τις μέχρι τώρα συνομιλίες των
στρατιωτικών επιτελείων.
Τέλος, υπάρχει η 18η Δεκεμβρίου. Η ημερομηνία αυτή αφορά την εφαρμογή της
αυτόματης εγγραφής στο Selective Service. Η σχετική νομοθεσία είχε θεσπιστεί τον
Δεκέμβριο του 2025, πριν από τον πόλεμο, και δεν ενεργοποιεί επιστράτευση. Συνεπώς, η
18η Δεκεμβρίου είναι διοικητική προθεσμία και όχι πολεμικό ορόσημο.
Έτσι, οι ημερομηνίες δεν σχηματίζουν μία ενιαία αντίστροφη μέτρηση προς τον πόλεμο.
Σχηματίζουν διαφορετικά χρονικά παράθυρα μέσα στα οποία μπορούν να αλλάξουν οι
επιλογές των εμπλεκομένων.
Τα τρία αμεσότερα σημεία είναι σαφή: η επίσημη απάντηση μέσω των διαμεσολαβητών, η
λήξη του παραθύρου Rezaei και η κατάσταση στον διάδρομο του Ομάν. Αυτά θα δείξουν
πρώτα εάν η αναμέτρηση παραμένει σε ελεγχόμενη πίεση ή περνά στην επόμενη βαθμίδα
κλιμάκωσης.
Επίλογος – Μετά την Απόρριψη, Ποιος Έχει Περισσότερες Επιλογές;
Η απόρριψη του επταήμερου ιρανικού σχεδίου από την Ουάσιγκτον δεν έκλεισε τη
διαπραγμάτευση. Άλλαξε όμως το σημείο στο οποίο βρίσκεται. Η αμερικανική πλευρά
απέρριψε δημόσια τους όρους της Τεχεράνης, ενώ η επίσημη απάντηση μέσω των
διαμεσολαβητών εξακολουθεί να αναμένεται. Το Ιράν, από την πλευρά του, δεν έχει
ακόμη δείξει ποια θα είναι η αντίδρασή του όταν αυτή η απάντηση φτάσει επισήμως.
Ταυτόχρονα, το παράθυρο που έθεσε ο Rezaei κλείνει χωρίς να έχει ανακοινωθεί
συγκεκριμένο επόμενο βήμα. Η 30ή Σεπτεμβρίου εμφανίζεται σε αναφορές ως πιθανό
σημείο μετάβασης σε νέα ιρανική δράση απέναντι στον αποκλεισμό, αλλά δεν έχει
τεκμηριωθεί ως επίσημο τελεσίγραφο προς την Ουάσιγκτον. Η διαφορά ανάμεσα στα δύο
είναι ουσιώδης.
Στο Ορμούζ, καμία πλευρά δεν έχει επιβάλει πλήρως τη δική της πραγματικότητα. Οι
Ηνωμένες Πολιτείες υποστηρίζουν ότι διατηρούν μεγάλες πετρελαϊκές ροές μέσω
συνοδευόμενων διελεύσεων. Το Ιράν εξακολουθεί να διαθέτει τη γεωγραφική και
στρατιωτική δυνατότητα να απειλεί αυτές τις διαδρομές. Οι αναφορές για νέα πλήγματα,
αμερικανικές απώλειες και πιθανές νάρκες στον διάδρομο του Ομάν αυξάνουν το επίπεδο
κινδύνου, αλλά όσα παραμένουν ανεπιβεβαίωτα δεν μπορούν να μετατραπούν σε γεγονότα
επειδή εξυπηρετούν μια βολική αφήγηση.
Ούτε όμως τα στοιχεία δείχνουν σήμερα προετοιμασία αμερικανικής χερσαίας εισβολής.
Η αυτόματη εγγραφή στο Selective Service προϋπήρχε του πολέμου και δεν αποτελεί
επιστράτευση. Αντίθετα, η πιθανότητα νέας αεροπορικής ή ναυτικής κλιμάκωσης
παραμένει πραγματική, καθώς η Ουάσιγκτον δεν έχει αποκλείσει νέα πλήγματα και
διατηρεί σημαντικές στρατιωτικές δυνατότητες στην περιοχή.
Η Κίνα προσθέτει μια ακόμη διάσταση. Δεν έχει αποδειχθεί ότι προσφέρει στρατιωτική
στήριξη στο Ιράν, αλλά ούτε έχει ευθυγραμμιστεί με την αμερικανική προσπάθεια
πλήρους απομόνωσής του. Παράλληλα, οι ενδείξεις ότι επιδιώκει επιτάχυνση της
διαμεσολάβησης δείχνουν πως το Πεκίνο έχει συμφέρον να αποτραπεί μια ανεξέλεγκτη
σύγκρουση που θα απειλούσε τις ενεργειακές και εμπορικές ροές της Ευρασίας.
Η κρίση έχει ήδη ξεπεράσει όμως τα στενά όρια του Ορμούζ. Η Υεμένη, το Bab el-
Mandeb, η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και το Πακιστάν σχηματίζουν ένα δεύτερο
επίπεδο της αναμέτρησης. Η συμφωνία της Μέκκας δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε κοινή
στρατιωτική δράση, ενώ η στάση του Πακιστάν και της Τουρκίας απέναντι στους Houthis
παραμένει κρίσιμη για το εάν το μέτωπο της Ερυθράς Θάλασσας θα διευρυνθεί.
Το βασικό ερώτημα επομένως δεν είναι ποια πλευρά διαθέτει περισσότερη στρατιωτική
ισχύ σε απόλυτους αριθμούς. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν σαφή υπεροχή σε
πολλούς τομείς. Το ερώτημα είναι πόσες πραγματικές επιλογές μπορεί κάθε πλευρά να
διατηρήσει χωρίς το κόστος τους να γίνει μεγαλύτερο από το όφελος.
Το Ιράν χρησιμοποιεί τη γεωγραφία του Ορμούζ για να αυξάνει το κόστος της
αμερικανικής πίεσης. Οι Ηνωμένες Πολιτείες χρησιμοποιούν τη ναυτική, αεροπορική,
οικονομική και χρηματοπιστωτική τους ισχύ για να περιορίζουν τις ιρανικές επιλογές. Η
Κίνα αρνείται να αποδεχθεί πλήρως αυτό το πλαίσιο πίεσης, ενώ οι περιφερειακές
δυνάμεις επιχειρούν να προστατεύσουν τα δικά τους συμφέροντα χωρίς όλες να επιθυμούν
την ίδια βαθμίδα σύγκρουσης.
Αυτή είναι και η ευρύτερη γεωπολιτική σημασία της κρίσης. Ισχύς δεν σημαίνει
αυτομάτως έλεγχος. Η ισχύς δημιουργεί επιλογές. Οι επιλογές δημιουργούν ελευθερία
κινήσεων. Η ελευθερία κινήσεων δημιουργεί διαπραγματευτική ικανότητα. Και η
διαπραγματευτική ικανότητα αποτελεί θεμέλιο της στρατηγικής αυτονομίας.
Στο προηγούμενο στάδιο της κρίσης το ερώτημα ήταν ποιος θα πραγματοποιήσει την
πρώτη κίνηση. Η Ουάσιγκτον έκανε τώρα τη δική της: απέρριψε τους ιρανικούς όρους.
Δεν έκλεισε όμως το τραπέζι.
Η επόμενη κίνηση περνά στην Τεχεράνη. Και από το εάν αυτή θα γίνει στο τραπέζι των
διαπραγματεύσεων, στον διάδρομο του Ομάν ή σε κάποιο άλλο μέτωπο θα κριθεί εάν το
Ορμούζ παραμείνει χώρος ελεγχόμενης αντιπαράθεσης ή μετατραπεί στο σημείο όπου η
σημερινή κρίση περνά σε μια πολύ πιο επικίνδυνη φάση.
Φίλιππος Μπουράτογλου – Ιστορικός ερευνητής – Εκπαιδευτής πολεμικών τεχνών













































