«Ισχυρή ανάπτυξη» σε «βάλτο» χαμη­λής παρα­γω­γι­κότη­τας

40

Μελέτη του ΙΟΒΕ για τον ΣΕΒ γκρε­μίζει το κυβερ­νη­τικό αφήγημα και απο­κα­λύπτει ένα παρα­γω­γικό μοντέλο με παρω­χη­μένα μέσα, ανύπαρ­κτες επεν­δύσεις και εξαι­ρε­τικά χαμη­λής προ­στι­θέμε­νης αξίας.

Οταν ακόμη και το Ιδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) αδυνατεί να σε υπερασπιστεί, τότε δεν είναι ο γιαλός στραβός αλλά στραβά αρμενίζουμε. Η αναφορά γίνεται για τη μελέτη του ΙΟΒΕ που έγινε για λογαριασμό του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών (ΣΕΒ) και ούτε λίγο ούτε πολύ κατέδειξε ότι η παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας στην Ελλάδα βρίσκεται στο 43% της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ενώ η παραγωγικότητα ανά απασχολούμενο είναι λίγο καλύτερη αφού μας κατατάσσει στο 54% του μέσου όρου των 27 ευρωπαϊκών χωρών.

Ολα αυτά φιλοξενήθηκαν στα συστημικά ΜΜΕ κατά τη διάρκεια της περασμένης εβδομάδας. Ηταν μια απλή καταγραφή των συμπερασμάτων του ΙΟΒΕ. Εμείς όμως οφείλουμε να κοιτάξουμε πίσω από την επιφάνεια της απλής καταγραφής και να υποδείξουμε τους υπαιτίους. Πρώτος δεν είναι άλλος από τον Κυριάκο Μητσοτάκη που με τις εγκληματικές του επιλογές έχει δηλητηριάσει την οικονομία. Προφανώς μεγάλο μερίδιο των ευθυνών ανήκει και στα μέλη του ΣΕΒ που αντιπροσωπεύουν μεγάλες επιχειρήσεις της χώρας (συμπεριλαμβανομένων των τραπεζών) οι οποίες επιμένουν να ζουν ως παράσιτα και να μην επενδύουν…

Ανθρακες ο «θησαυρός»

Η επικοινωνιακή καταιγίδα της κυβέρνησης περί «ελληνικού οικονομικού θαύματος», «επενδυτικής έκρηξης» και «ισχυρής ανάπτυξης» αν μη τι άλλο προσκρούει πλέον με ορμή πάνω στην αδυσώπητη πραγματικότητα των αριθμών. Η πρόσφατη αποκαλυπτική μελέτη του ΙΟΒΕ, που εκπονήθηκε για λογαριασμό του ΣΕΒ, έρχεται να διαλύσει τις κυβερνητικές αυταπάτες. Με τον πιο ωμό και αδιαμφισβήτητο τρόπο η έκθεση αποτυπώνει το βαθύ δομικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας: μια χώρα χαμηλής παραγωγικότητας, χαμηλής τεχνολογικής έντασης και δραματικά περιορισμένης βιομηχανικής βάσης. Ολα αυτά ενώ ρέουν τα δισεκατομμύρια του Ταμείου Ανάκαμψης και των ΕΣΠΑ, που τα νέμονται οι λίγοι και εκλεκτοί της «Μαξίμου ΑΕ».

Είναι η πρωτογενής, βαθύτερη αιτία πίσω από την πιο οδυνηρή καθημερινή πραγματικότητα που βιώνουν οι πολίτες: τους καθηλωμένους και υποτιμημένους μισθούς, τη σαρωτική ακρίβεια που ροκάνισε τα εισοδήματα, τη μειωμένη διεθνή ανταγωνιστικότητα και, κυρίως, τη διαρκή, επικίνδυνη εξάρτηση της χώρας από το δίπολο του τουρισμού και της κατανάλωσης.

Η αλήθεια των αριθμών

Δύο είναι οι βασικοί δείκτες που συμπυκνώνουν την αποτυχία της ασκούμενης πολιτικής: η παραγωγικότητα ανά απασχολούμενο στην Ελλάδα βρίσκεται μόλις στο 54% του μέσου όρου της ΕΕ των 27 κρατών-μελών, ενώ η παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας καταρρέει ακόμη χαμηλότερα, αγγίζοντας το αποκαρδιωτικό 43% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Με απλά λόγια, για κάθε 100 ευρώ παραγωγικής αξίας που παράγει ένας μέσος Ευρωπαίος εργαζόμενος ανά ώρα, ο Ελληνας ομόλογός του παράγει μόλις 43 ευρώ.

«Τεμπέληδες Ελληνες» θα βροντοφωνάξουν ανερμάτιστοι πολιτικοί, όπως ο Αδωνης Γεωργιάδης και ο Κωστής Χατζηδάκης. Είναι το αφήγημα που κυριαρχούσε στα μνημονιακά χρόνια και ενοχοποιούσε το εργατικό δυναμικό της χώρας, αναπαράγοντας στερεότυπα περί «τεμπέληδων εργαζομένων» ή δήθεν «χαμηλής ανταγωνιστικότητας λόγω υψηλού μισθολογικού κόστους».

Το πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι η έλλειψη εργατικότητας. Ο Ελληνας εργαζόμενος δουλεύει πολύ –για την ακρίβεια, εργάζεται περισσότερες ώρες από σχεδόν οποιονδήποτε άλλον στην Ευρώπη– αλλά δουλεύει με παρωχημένα μέσα παραγωγής, σε μια οικονομία χαμηλής τεχνολογίας, μικρής κλίμακας και εξαιρετικά χαμηλής προστιθέμενης αξίας. Η μελέτη του ΙΟΒΕ ουσιαστικά συνιστά ένα δριμύ «κατηγορώ» για τον τρόπο με τον οποίο η χώρα διαχειρίστηκε τη μεταμνημονιακή περίοδο. Αντί η Ελλάδα να αξιοποιήσει τον πακτωλό κοινοτικού χρήματος εξαιτίας της πανδημίας που έπληξε την παγκόσμια οικονομία το 2020 για να προχωρήσει σε μια βαθιά βιομηχανική ανασυγκρότηση, στον ψηφιακό εκσυγχρονισμό των εργοστασίων της και στην ουσιαστική ενίσχυση της μεταποίησης, διολίσθησε ξανά στο γνώριμο, παλιό και αποτυχημένο μοντέλο της «εύκολης» και ευάλωτης ανάπτυξης. Η οικονομική πολιτική των τελευταίων ετών εγκλωβίστηκε στην ανακύκλωση των υπηρεσιών χαμηλής παραγωγικότητας, των ακινήτων και του τουρισμού.

Το κεφαλαιακό έλλειμμα της χώρας είναι πλέον τρομακτικό. Σύμφωνα με τα στοιχεία, το καθαρό παραγωγικό επενδυτικό κενό της ελληνικής οικονομίας εκτιμάται κοντά στα 90 δισ. ευρώ. Αυτή η τεράστια μαύρη τρύπα εντοπίζεται στον σύγχρονο βιομηχανικό εξοπλισμό, στα συστήματα αυτοματοποίησης, στις προηγμένες ψηφιακές υποδομές και τις επενδύσεις στην έρευνα και την ανάπτυξη (R&D). Η Ελλάδα παραμένει μια οικονομία δραματικά χαμηλής έντασης κεφαλαίου.

Το καθαρό απόθεμα πάγιου κεφαλαίου ως ποσοστό του ΑΕΠ υπολείπεται σημαντικά του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Οταν οι ακαθάριστες επενδύσεις πάγιου κεφαλαίου στην ευρωζώνη υπερβαίνουν σταθερά το 21% με 22% του ΑΕΠ, στην Ελλάδα κινούνται με το ζόρι πέριξ του 15%. Ο Ελληνας εργαζόμενος αφήνεται ουσιαστικά ακάλυπτος, χωρίς την υποστήριξη σύγχρονων παραγωγικών μέσων, γεγονός που εξηγεί την καθίζηση της ωριαίας του απόδοσης.

Επέμειναν στο real estate

Σε αυτό το σημείο πρέπει να αναδειχτούν οι εγκληματικές πολιτικές του Κυρ. Μητσοτάκη που δηλητηρίασαν την ελληνική οικονομία. Την πιο κυνική επιβεβαίωση αυτής της πραγματικότητας την έδωσε ο ίδιος ο υπουργός Ανάπτυξης Τάκης Θεοδωρικάκος, ο οποίος παραδέχτηκε δημόσια ότι περίπου το 80% των κονδυλίων των αναπτυξιακών νόμων που ψηφίστηκαν μετά το 2019 κατευθύνθηκε στον τουρισμό και κυρίως σε ξενοδοχειακές επενδύσεις.

Η παραδοχή αυτή είναι αποκαλυπτική. Η κυβέρνηση επέλεξε συνειδητά να χρηματοδοτήσει με κρατικό και ευρωπαϊκό χρήμα νέα μεγάλα ξενοδοχεία, πολυτελείς ανακαινίσεις καταλυμάτων και real estate projects, αντί να κατευθύνει τα κεφάλαια σε βιομηχανικό αυτοματισμό, παραγωγή εξαγώγιμων προϊόντων, ρομποτική, αγροτοβιομηχανία, logistics υψηλής τεχνολογίας και τεχνολογική μεταποίηση.

Το ίδιο ακριβώς στρεβλό μοντέλο αναπαράχθηκε με απόλυτη πιστότητα και μέσω του πολυδιαφημισμένου Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ). Ενώ η χώρα εξασφάλισε ένα ιστορικό πακέτο που υπερβαίνει τα 36 δισ. ευρώ σε επιχορηγήσεις και δάνεια –μοναδική ευκαιρία για τον δομικό μετασχηματισμό της Ελλάδας– η κυβέρνηση Μητσοτάκη επέλεξε να σκορπίσει ένα τεράστιο μέρος αυτών των πόρων σε αστικές αναπλάσεις, ενεργειακές αναβαθμίσεις υφιστάμενων ακινήτων, ξενοδοχειακά projects και κατασκευές. Πρόκειται για επενδύσεις που μπορεί να αυξάνουν πρόσκαιρα και τεχνητά το ΑΕΠ μέσω της εγχώριας ζήτησης, αλλά έχουν εξαιρετικά χαμηλό πολλαπλασιαστή παραγωγικότητας σε βάθος χρόνου. Τουτέστιν, όπως διδάσκονται από το πρώτο έτος στις οικονομικές σχολές, «ένα εργοστάσιο κτίζει 100 σπίτια αλλά 100 σπίτια δεν μπορούν να χτίσουν ένα εργοστάσιο».

Χαμηλής αξίας

Η διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας όπως διαμορφώθηκε από την τρέχουσα διακυβέρνηση, θυμίζει επικίνδυνα τις παθογένειες που μας οδήγησαν στην κρίση του 2010. Η ανάπτυξη των τελευταίων ετών στηρίχτηκε αποκλειστικά σε μια εύθραυστη συμμαχία δραστηριοτήτων, όπως ο τουρισμός, η εστίαση, η εγχώρια κατανάλωση, η αγορά ακινήτων, οι βραχυχρόνιες μισθώσεις (τύπου Airbnb) και οι υπηρεσίες χαμηλής παραγωγικότητας. Ολοι αυτοί οι κλάδοι έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: παράγουν τζίρο και δημιουργούν προσωρινές, εποχικές και χαμηλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας, αλλά αποτυγχάνουν παταγωδώς ως προς την υψηλή παραγωγικότητα και τη διάχυση τεχνολογικής γνώσης στην υπόλοιπη οικονομία.

Σύμφωνα με τα οικονομικά δεδομένα, στη μεταποίηση η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία ανά εργαζόμενο μπορεί να υπερβαίνει τις 70.000-80.000 ευρώ ετησίως. Αντίθετα, στην εστίαση και στον τουρισμό ο δείκτης αυτός συχνά καθηλώνεται κάτω από τις 30.000 ευρώ. Οταν λοιπόν η οικονομική πολιτική μετατοπίζει δυσανάλογα το κέντρο βάρος προς τον τουρισμό, ο οποίος άμεσα και έμμεσα αγγίζει πλέον το 25% του ΑΕΠ, είναι μαθηματικά βέβαιο ότι ο συνολικός δείκτης παραγωγικότητας της χώρας θα συμπιέζεται προς τα κάτω.

Την ίδια ώρα η ελληνική μεταποίηση παραμένει καθηλωμένη κοντά στο ισχνό 9% με 10% του ΑΕΠ, τη στιγμή που σε βιομηχανικά αναπτυγμένες ευρωπαϊκές οικονομίες, όπως η Γερμανία, υπερβαίνει σταθερά το 18% με 20%. Παράλληλα οι εγχώριες δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη κινούνται στο πενιχρό 1,5% του ΑΕΠ, έναντι άνω του 3% στην υπόλοιπη αναπτυγμένη Ευρώπη.

Απέφυγαν τις επενδύσεις σε καινοτομία και τεχνολογικό εξοπλισμό

Εδώ και δεκαετίες μεγάλο τμήμα της ελληνικής βιομηχανίας και των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων αποφεύγει συστηματικά τις παραγωγικές επενδύσεις. Αντί να κατευθύνουν τα κεφάλαιά τους στην έρευνα, την καινοτομία, στον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό και στην εξαγωγική μεταποίηση, πολλές μεγάλες επιχειρήσεις προτίμησαν να διοχετεύσουν συστηματικά την πλειονότητα του εγχώριου ιδιωτικού κεφαλαίου στις ακόλουθες δραστηριότητες:

  • Κρατικές επιδοτήσεις και προστατευμένα περιβάλλοντα, προκειμένου να ελαχιστοποιείται το επιχειρηματικό ρίσκο.
  • Αξιοποίηση της φτηνής και υποαμειβόμενης εργασίας, με σκοπό την πρόσκαιρη μείωση του λειτουργικού κόστους.
  • Χαμηλού κινδύνου εισαγωγικό εμπόριο, που τροφοδοτεί την εγχώρια κατανάλωση χωρίς να δημιουργεί εγχώρια προστιθέμενη αξία.
  • Ενεργειακές υπεραποδόσεις και ουρανοκατέβατα κέρδη που προέκυψαν από τις πρόσφατες κρίσεις και τη δομή της αγοράς.
  • Κερδοσκοπικά projects στην αγορά ακινήτων (real estate) που υπόσχονται γρήγορες και ασφαλείς αποδόσεις.
  • Δραστηριοποίηση σε ολιγοπωλιακές αγορές και κλειστές υπηρεσίες, μακριά από τον διεθνή ανταγωνισμό.

Η υστέρηση αυτή δεν αποτελεί απλώς ένα στεγνό οικονομικό πρόβλημα, αλλά εξελίσσεται σε μείζον κοινωνικό αδιέξοδο, μια βραδυφλεγή βόμβα στα θεμέλια της ελληνικής κοινωνίας. Η κυβέρνηση πανηγυρίζει για τις ονομαστικές αυξήσεις μισθών, αποκρύπτοντας σκόπιμα τη βασική αρχή της πολιτικής οικονομίας: χωρίς ουσιαστική αύξηση της παραγωγικότητας δεν μπορούν να υπάρξουν βιώσιμες και πραγματικές αυξήσεις μισθών. Οσο η παραγωγικότητα ανά ώρα παραμένει στο 43% της Ευρώπης, οι όποιες ονομαστικές αυξήσεις θα εξανεμίζονται αμέσως από τον πληθωρισμό και την αισχροκέρδεια των καρτέλ.

Η εικόνα της Ελλάδας είναι αντιφατική και σχιζοφρενική. Από τη μία πλευρά η κυβέρνηση πανηγυρίζει για τους ρυθμούς μεγέθυνσης του ΑΕΠ και την άνοδο των τουριστικών εισπράξεων. Από την άλλη η χώρα καταγράφει εξαιρετικά χαμηλή παραγωγικότητα, ισχνή βιομηχανική βάση και ανύπαρκτο τεχνολογικό μετασχηματισμό. Η Ελλάδα λειτουργεί ως μια αναχρονιστική οικονομία υπηρεσιών χαμηλής έντασης, τη στιγμή που η υπόλοιπη Ευρώπη κινείται με ταχύτητα προς την τέταρτη βιομηχανική επανάσταση, την τεχνητή νοημοσύνη, την αυτοματοποίηση και την πράσινη μετάβαση υψηλής τεχνολογίας.

 

ΠΗΓΗ Documento

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας