Εκπαιδευτικοί, μαθητές και γονείς καταγγέλλουν ότι η κυβέρνηση ετοιμάζει νέες συγχωνεύσεις και μετακυλίει σε ιδιώτες οικονομικές υποχρεώσεις.
Αναστάτωση επικρατεί στην εκπαιδευτική κοινότητα αλλά και σε γονείς και μαθητές, μεσούσης της περιόδου των εξετάσεων.
Αφορμή ήταν οι πρόσφατες διακηρύξεις της υπουργού Παιδείας Σοφίας Ζαχαράκη σχετικά με την αναγκαιότητα «επανασχεδιασμού του εκπαιδευτικού χάρτη» σε βάθος εικοσαετίας λόγω δημογραφικού και την «ενίσχυση της παιδαγωγικής και διοικητικής αυτονομίας των σχολείων» (όπως ορίζεται στους άξονες της μεθοδολογίας καταγραφής).
Όπως καταγγέλλεται, πίσω από τις τοποθετήσεις της υπουργού κρύβονται πολιτικές νέων συγχωνεύσεων και λουκέτων σε δημόσια σχολεία, αλλά και το βάθεμα της παιδείας των… χορηγών.
Τα παραπάνω ήρθαν ως αντίδραση στην ανακοίνωση του υπουργείου Παιδείας στις 18 Μαΐου 2026 με την οποία το ΥΠΑΙΘ απηύθυνε πρόσκληση προς τα ΑΕΙ της χώρας για την εκπόνηση εξειδικευμένης επιστημονικής μελέτης σχετικά με τα οικονομικά της εκπαίδευσης.
«Θα υπάρξουν καταργήσεις»
Εκπαιδευτικοί παράγοντες αναφέρουν ότι βάσει των αποφάσεων που έχουν ληφθεί μέχρι τώρα, λόγω των επιπτώσεων της μείωσης του μαθητικού πληθυσμού (κατά 45.000 από το 2010-11, σύμφωνα με δημοσιεύματα που επικαλούνται στοιχεία του υπουργείου), όλα δείχνουν ότι «θα υπάρξουν καταργήσεις σχολείων στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση στις αστικές και ημιαστικές περιοχές, ενώ στη δευτεροβάθμια θα προχωρήσουν σε συνενώσεις τμημάτων με τη σταδιακή λειτουργία μεγαλύτερων σχολείων».
Έτσι, η με προϋπολογισμό 300.000 ευρώ μελέτη (η χρηματοδότηση θα γίνει μέσω Εθνικού Προγράμματος Ανάπτυξης του ΥΠΑΙΘΑ) εντάσσεται στον στρατηγικό σχεδιασμό του υπουργείου και αποσκοπεί μεταξύ άλλων «στην ανάπτυξη μεθοδολογίας και δεικτών για την εκτίμηση του κόστους λειτουργίας των σχολικών μονάδων».
Εσωτερικός ανταγωνισμός
Το Documento ρώτησε τον Μενέλαο Γκίβαλο, αναπληρωτή καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ειδικό στην Κοινωνιολογία της Εκπαίδευσης, τι σημαίνει για ένα εκπαιδευτικό σύστημα να σχεδιάζεται με βάση το κόστος λειτουργίας και τους οικονομικούς δείκτες.
Για το πρώτο τονίζει την απόσυρση και την υποβάθμιση του συνταγματικού ρόλου του κράτους να παρέχει ίση και δωρεάν πρόσβαση σε όλους τους πολίτες σε καλής ποιότητας παιδεία: «Το σχολείο μετατρέπεται σε πεδίο εσωτερικού ανταγωνισμού. Ετσι δεν θα μας φανεί παράξενο αν σε ορισμένα σχολεία παρουσιαστούν εφεξής ιδιώτες χρηματοδότες».
Για το δεύτερο τονίζει ότι η συρρίκνωση του δημόσιου σχολείου είναι πολλαπλή. «Μάλιστα συνδυάζεται με την έμμεση ιδιωτικοποίηση του χώρου» σημειώνει. «Αυτό είναι πάρα πολύ σοβαρό πρόβλημα». Παράλληλα στέκεται στην παραμέληση από την πλευρά του σχολείου των δύο κύριων ρόλων του.
«Ο ένας» εξηγεί «είναι η παροχή γνώσης, κριτικής σκέψης και κοινωνικοποίησης των παιδιών ώστε αυτά να μπορούν να ενταχθούν ομαλά στον μετέπειτα βίο. Ο δεύτερος είναι να καταστεί το σχολείο ισχυρός παράγοντας ανάδειξης μιας νέας δυναμικής μέσα από την οποία θα εμπλουτιστεί και η αναπτυξιακή μας διαδικασία και η κοινωνική μας αναβάθμιση, καθώς και οι θεσμοί. Χωρίς παιδεία κανένας τομέας δεν μπορεί να προκόψει» συμπληρώνει εμφατικά o Μεν. Γκίβαλος.
Την ίδια ώρα οι γονείς ανησυχούν, καθώς η υπουργός στο πλαίσιο της εισήγησής της στο συνέδριο «Δημογραφικό 2026» αφενός υπογράμμισε τη σημασία του –εν πολλοίς αμφιλεγόμενου– προγράμματος «Μαριέττα Γιαννάκου», αφετέρου φέρεται να δήλωσε ότι η ιδιωτική αρωγή λειτουργεί ως «κομμάτι πολύ σημαντικό ενός παζλ που σημαίνει: ένα κράτος που νοιάζεται για τον πολίτη του οπουδήποτε κι αν μένει».
Στην ίδια εκδήλωση προανήγγειλε τη λειτουργία της ψηφιακής πλατφόρμας με την ονομασία «Δίπλα». Γνώστες των εκπαιδευτικών θεμάτων επισημαίνουν ότι σκοπός της πλατφόρμας φαίνεται να είναι η άμεση, ψηφιακή και αναλυτική χαρτογράφηση των ελλείψεων και των αναγκών των δημόσιων σχολείων προκειμένου ιδιώτες, επιχειρήσεις και θεσμικοί φορείς να μπορούν να συνεισφέρουν στοχευμένα στη βελτίωσή τους.
Γονείς και σύλλογοί τους αναρωτούνται: «Άραγε το υπουργείο δεν γνωρίζει για τα οικονομικά των σχολείων και χρειάζεται μελέτες και νέα πληροφοριακά συστήματα για να αποκτήσει εικόνα της πραγματικότητας;».
Άλλωστε υπάρχει ανάλογη έρευνα της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας Ελλάδας (ΔΟΕ) που δημοσιεύτηκε μόλις τον Μάρτιο του 2026. Εκεί αναφέρεται: α) Το 60, 77% των σχολείων απάντησε ότι η χρηματοδότηση δεν επαρκεί καθόλου, ενώ μόλις το 3,3% ότι επαρκεί. β) Οι εκπαιδευτικοί κατά 95,5% δήλωσαν ότι συμφωνούν για άμεσο διπλασιασμό των κονδυλίων για τα σχολεία. γ) Σε ποσοστό 91,28% δήλωσαν ότι οι περικοπές δεν αποτελούν λύση. δ) Σε ποσοστό 85, 87% δήλωσαν ότι η παιδαγωγική λειτουργία βάλλεται από την υποχρηματοδότηση.
Η ίδια έρευνα φανέρωνε ακόμη το κοινό μυστικό που η κυβέρνηση κάνει ότι δεν βλέπει: Το 76% των σχολείων δήλωσε ότι κατέφυγε στον σύλλογο γονέων προκειμένου να στηρίξει οικονομικά τη λειτουργία του, το 60% ότι κατέφυγε σε δωρεές και ότι το 33,55% των εκπαιδευτικών πληρώνει από την τσέπη του για να καλύψει τις ανάγκες των σχολείων.
Γονείς χρηματοδότες
Για τον Φίλιππο Φλουσκούνη, πρόεδρο ΔΣ Ομοσπονδίας Γονέων Περιφέρειας Αττικής, οι γονείς κινδυνεύουν να καταστούν οι μόνιμοι χρηματοδότες των σχολείων. «Το κύριο πρόβλημα που υπάρχει αυτήν τη στιγμή στα σχολεία είναι η υποχρηματοδότηση σε όλα τα επίπεδα» αναφέρει.
Μάλιστα εξηγεί στο Documento γιατί φέτος η κατάσταση χειροτέρεψε και πώς έφτασαν οι γονείς να αγοράζουν σαπούνια για το σχολείο των παιδιών τους. «Λόγω του πολέμου και της κατάστασης με την ακρίβεια στο ρεύμα και το αέριο, έχουν αυξηθεί οι λογαριασμοί ενέργειας στα σχολεία. Την ίδια ώρα όμως δεν αυξήθηκε η χρηματοδότηση των δήμων προς τα σχολεία. Ετσι περικόπτονται πόροι από άλλα λειτουργικά έξοδα. Αυτήν τη στιγμή δεν υπάρχει σχολείο στην Ελλάδα που οι γονείς να μην πηγαίνουν χαρτί Α4, χαρτί τουαλέτας, ακόμη και σαπούνια».
Περιγράφει ακόμη πώς χρήματα που συλλέγονται αυτό το διάστημα στο πλαίσιο των αποχαιρετιστήριων σχολικών εορτών προορίζονται ακόμη και για αγορές κουρτινών για τις αίθουσες. «Είμαστε στην περίοδο που γίνονται οι τελικές γιορτές των σχολείων.
Έχουν βγει ανακοινώσεις οι οποίες αναφέρουν ότι τα έσοδα αυτών θα διατεθούν για να επισκευαστεί το προαύλιο του σχολείου ή για να τοποθετηθεί κλιματισμός στον χώρο του σχολείου ή για να βάλουμε κουρτίνες. Πρόκειται για μια κατάσταση που δεν έχει τέλος. Δυστυχώς δεν καλύπτονται βασικές ανάγκες των σχολείων. Αναγκαζόμαστε εμείς, οι γονείς, να βάλουμε χρήματα από την τσέπη μας».
Για τις πανελλήνιες που ξεκίνησαν προχθές, Παρασκευή, ο Φιλ. Φλουσκούνης θύμισε τις περσινές εικόνες με γονείς να φέρνουν ανεμιστήρες στο σχολείο ενόσω τα παιδιά τους έγραφαν μέσα στον καύσωνα. «Θα ζήσουμε πάλι τα ίδια;» αναρωτιέται. Κατά τη συζήτησή μας σημείωσε και τη συνεισφορά των εκπαιδευτικών. «Βάζουν και οι ίδιοι χρήματα» τονίζει.
Αναφορικά με τα διθυραμβικά σχόλια της υπουργού για το πρόγραμμα «Μαριέττα Γιαννάκου» και το σενάριο να αποτελέσει οδηγό για το μέλλον ο Φιλ. Φλουσκούνης δήλωσε: «Αν οι τράπεζες ήθελαν να συμβάλουν στην επισκευή των σχολείων, ας έδιναν τον φόρο που έπρεπε να δίνουν, που είναι αναβαλλόμενος εδώ και πολλά χρόνια, ώστε το κράτος να έπαιρνε τα χρήματα και να τα έδινε στην παιδεία. Δεν μπορούμε να δημιουργήσουμε σχολεία που θα στηρίζονται σε ευεργέτες. Τα σχολεία είναι ευθύνη του κράτους».
Τέλος, περιέγραψε την Ελλάδα ως κράτος που επιλέγει να δίνει χρήματα στον πόλεμο και όχι στην παιδεία. «Πληρώνουμε φόρους, δημοτικά τέλη, ΦΠΑ. Αυτά τα χρήματα απαιτούμε να κατευθύνονται στα σχολεία, στην υγεία και όχι για πολεμικούς σκοπούς. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η χώρα μας βρίσκεται ανάμεσα στις έξι χώρες που έχουν δαπανήσει χρήματα σε πολέμους που μαίνονται αυτήν τη στιγμή».
«Κρυφή ιδιωτικοποίηση»
Για τον δάσκαλο και γραμματέα του Α΄ Συλλόγου Αθηνών Δημήτρη Μαριόλη η συζήτηση περί «καλύτερης διαχείρισης πόρων» και «αυτονομίας» σε καθεστώς υποχρηματοδότησης των σχολείων αποτελεί πολιτική κρυφής ιδιωτικοποίησης της εκπαίδευσης. «Το κράτος αποποιείται σταδιακά τις ευθύνες του για το δημόσιο σχολείο, το οποίο οφείλει, λειτουργώντας ως μικρή επιχείρηση, να αναζητήσει πόρους ακόμη και για τα πιο στοιχειώδη. Επομένως, η “αυτονομία” των σχολείων συνδέεται τόσο με την υποχρηματοδότησή τους όσο και με την εμπορευματοποίηση της εκπαίδευσης. Προτρέπει στην εμπορική εκμετάλλευση των δομών του δημόσιου σχολείου, την εκμίσθωση χώρων για να διασφαλίζεται η χρηματοδότηση, την εξασφάλιση χορηγιών».
Για τον ίδιο εκεί αποβλέπει και η νέα ψηφιακή πλατφόρμα Δίπλα. «Μοιάζει με λίστα μικρών αγγελιών, όπου κάθε σχολείο θα καταγράφει τις ελλείψεις του ώστε ιδιώτες και επιχειρήσεις να προσφέρουν τον οβολό τους».
«Εκπαιδευτικά γκέτο»
Ο έμπειρος εκπαιδευτικός μιλά και για τον κίνδυνο να υπάρξουν ζώνες προνομιούχων σχολείων και τεράστιες περιοχές εκπαιδευτικών γκέτο όπου οι γονείς θα πληρώνουν για τα στοιχειώδη από το υστέρημά τους. «Επειδή οι οικονομικοί πόροι δεν είναι απεριόριστοι, το αποτέλεσμα του αδυσώπητου ανταγωνισμού θα είναι το κάθε σχολείο, ανάλογα με την περιοχή όπου λειτουργεί, να έχει και την αντίστοιχη χρηματοδότηση. Όπως συμβαίνει και στις χώρες που εφαρμόστηκαν αυτές οι πολιτικές».
Παράλληλα περιγράφει την κατάσταση οικονομικής ασφυξίας που δημιούργησε η καθολική κατάργηση των σχολικών επιτροπών. «Στους δήμους όπου ήδη έχουν καταργηθεί οι σχολικές επιτροπές βλέπουμε τι συμβαίνει. Οι πάγιες πληρωμές κυμαίνονται στα 500 ευρώ για σχολική μονάδα έως και δέκα αίθουσες και στα 1.000 ευρώ για πάνω από έντεκα αίθουσες. Μιλάμε για ψίχουλα».
Σε αυτό το πλαίσιο θα είχε ενδιαφέρον να μάθουμε πόσο θα κοστίσει η νέα πλατφόρμα, σημειώνει ο ίδιος.
Οι υπουργικές εξαγγελίες ολοκληρώνουν τον τέλειο φαύλο κύκλο αναφέρει ο Μεν. Γκίβαλος. Παράλληλα χαρακτηρίζει την αναφορά στο δημογραφικό ως πρόσχημα συρρίκνωσης της εκπαίδευσης. «Προχωρούν σε συγχωνεύσεις σχολείων. Μάλιστα σε μερικά υπερφορτώνονται οι τάξεις. Έπειτα μετακινούν μαθητές και κλείνουν άλλα σχολεία».
Το πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση, αναφέρει ο ακαδημαϊκός, είναι η χρηματοδότηση των σχολικών μονάδων ανάλογα με τον αριθμό των μαθητών τους. «Ό,τι λείπει (πόροι για θέρμανση, επισκευές στο κτίριο κ.λπ.) θα υποχρεώνονται οι γονείς να το χρηματοδοτούν είτε έχουν είτε δεν έχουν χρήματα».
Όμως ο σημαντικότερος για εκείνον κίνδυνος είναι η είσοδος του ιδιωτικού κεφαλαίου όχι μόνο στις υποδομές ενός σχολείου αλλά και στο εκπαιδευτικό έργο.
ΠΗΓΗ Documento













































