Ξοδεύουμε από τα έτοιμα για να επιβιώσουμε

16

Το κόστος ζωής «καταπίνει» τις αυξήσεις, η κατανάλωση ξεπερνά τις δυνατότητες των νοικοκυριών και η αρνητική αποταμίευση βαθαίνει, διαψεύδοντας τα κυβερνητικά πανηγύρια.

Η εικόνα είναι έτσι και αλλιώς ζοφερή. Το βιώνει άλλωστε ήδη από το 2022 σχεδόν το 70% των ελληνικών νοικοκυριών. Μιλάμε για ένα κόστος ζωής που «εξαντλεί», όπως έχει διατυπώσει και η Τράπεζα της Ελλάδος, τα εισοδήματα μεταξύ της 18ης και της 23ης ημέρας κάθε μήνα. Το ερώτημα για το τι γίνεται μετά τις 23 μέρες απαντάται από την ΕΛΣΤΑΤ. Η στατιστική απεικόνιση καταδεικνύει τη δραματική επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης. Ο τομέας των νοικοκυριών παρουσίασε αρνητική αποταμίευση -3,9%, αυξημένη δηλαδή κατά μιάμιση ποσοστιαία μονάδα σε σχέση με το -2,4% του 2024.

Η Ελλάδα καταγράφει την τέταρτη συνεχή χρονιά αρνητικής αποταμίευσης. Αν κάποιος εμβαθύνει και χρησιμοποιήσει στοιχεία της Eurostat θα διαπιστώσει ότι «ο μέσος Ευρωπαίος δαπανά 87 από τα 100 ευρώ του για να επιβιώσει, ενώ ο μέσος Ελληνας δαπανά 104». Οπως προκύπτει από την ΕΛΣΤΑΤ, το 2025 στην Ελλάδα αντιστοιχούσαν περίπου 103,9 ευρώ καταναλωτικής δαπάνης για κάθε 100 ευρώ διαθέσιμου εισοδήματος. Ερχεται συνεπώς η αμείλικτη γλώσσα των αριθμών να αποδομήσει το αφήγημα του Κυριάκου Μητσοτάκη περί «καταπληκτικής ποιότητας ζωής».

Το «φάγωμα» του εισοδήματος

Η κυβερνητική αμετροέπεια των πανηγυριών για τις ονομαστικές αυξήσεις κατώτατου και μέσου μισθού έρχεται να συντριβεί στο τείχος της αμείλικτης πραγματικότητας. Το εισόδημα ανέβηκε 3,7%, αλλά η κατανάλωση 5,2%. Η κυβέρνηση βλέπει μόνο την αύξηση του εισοδήματος· η κοινωνία βλέπει και τον λογαριασμό. Ειδικότερα, πάντα σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, ενώ το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα αυξήθηκε κατά 3,7% (από 159,4 δισ. ευρώ το 2024 στα 165,4 δισ. ευρώ το 2025), η τελική καταναλωτική δαπάνη εκτινάχθηκε κατά 5,2% (από 163,3 δισ. ευρώ το 2024 στα 171,8 δισ. ευρώ το 2025). Το χάσμα μεταξύ εισοδήματος και δαπάνης διευρύνθηκε επικίνδυνα κατά 2,5 δισ. ευρώ, φτάνοντας τα 6,4 δισ. ευρώ το 2025 (από 3,9 δισ. ευρώ το 2024).

Αυτό το «άνοιγμα» των 6,4 δισ. ευρώ εξαναγκάζει τους πολίτες να καταναλώνουν τις αποταμιεύσεις του παρελθόντος, να εκποιούν περιουσιακά στοιχεία ή να βυθίζονται σε νέο δανεισμό απλώς και μόνο για να καλύψουν τις βασικές ανάγκες της καθημερινότητάς τους. Και σαν να μην έφτανε αυτό, το κόστος δανεισμού παραμένει από τα υψηλότερα στην Ευρώπη: τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος δείχνουν ότι η διαφορά μεταξύ επιτοκίων χορηγήσεων και καταθέσεων βρίσκεται στις 4,42 μονάδες, όταν στην Ιταλία είναι μόλις 2,11 και στην Ισπανία 1,82 μονάδες.

Η αισχροκέρδεια «κατάπιε» τις αυξήσεις

Από την ανάλυση των στοιχείων προκύπτει ότι η ονομαστική αύξηση του εισοδήματος «φαγώθηκε» στους φορομπηχτικούς άμεσους και έμμεσους φόρους και στην αχαλίνωτη ακρίβεια. Από την πρόσθετη καταναλωτική δαπάνη των 8,5 δισ. ευρώ (από 163,3 σε 171,8 δισ. ευρώ):

68% (περίπου 5,7 δισ. ευρώ) οφείλεται αμιγώς στην αύξηση των τιμών.

32% (περίπου 2,7 δισ. ευρώ) αφορά την αύξηση του πραγματικού όγκου κατανάλωσης (υποχρεωτικές δαπάνες υγείας, μετακινήσεων κ.ά.).

Η επίδραση των τιμών (5,7 δισ. ευρώ) εξανέμισε σχεδόν ολοσχερώς την ονομαστική αύξηση των 6 δισ. ευρώ στο εισόδημα, αφήνοντας την πραγματική αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών με μια ισχνή, αμελητέα αύξηση της τάξης του 0,3%.

Η κατάσταση επιδεινώνεται περαιτέρω. Τον Σεπτέμβριο του 2026 ο εθνικός Δείκτης Τιμών Καταναλωτή της ΕΛΣΤΑΤ έτρεχε με ετήσιο γενικό πληθωρισμό 5%. Ομως στα βασικά αγαθά και υπηρεσίες η πίεση είναι ασφυκτική: η στέγαση εκτινάχθηκε στο +14,7% και οι μεταφορές στο +11,3%. Στα τρόφιμα, παρά τη φαινομενική συγκράτηση του γενικού δείκτη (+0,6%), που φυσικά δεν αναιρεί τις σωρευτικές αυξήσεις των προηγούμενων ετών, καταγράφονται νέες εκρήξεις: +12,3% στο μοσχάρι, +9,7% στο αρνί/κατσίκι και +6,6% στα αυγά.

Κοινωνική φτωχοποίηση

Την ίδια στιγμή η Τράπεζα της Ελλάδος στο σημείωμα της στις 23 Οκτωβρίου 2026 αφήνει σαφείς αιχμές για την τιμολογιακή ισχύ των επιχειρήσεων σε κλάδους με περιορισμένο ανταγωνισμό, όπου οι πληθωριστικές πιέσεις ενίσχυσαν τα περιθώρια κέρδους. Απέναντι σε αυτό το φαινόμενο η κυβέρνηση παραμένει απλός θεατής. Η αγορά δεν προστατεύεται με κυβερνητικές διαβεβαιώσεις. Χρειάζονται έλεγχοι που εντοπίζουν παραβάσεις, δημοσιοποιούν αποτελέσματα και επιτρέπουν στον πολίτη να δει πώς διαμορφώνεται η τελική τιμή. Οι μέσοι όροι όμως κρύβουν την τραγωδία των ασθενέστερων στρωμάτων. Τα στοιχεία της Eurostat για το 2025 είναι αποκαλυπτικά για το κοινωνικό ρήγμα:

46,6% των ατόμων 16 ετών και άνω στην Ελλάδα αδυνατεί να κάνει μία εβδομάδα διακοπών (έναντι 27,5% στην ΕΕ).

27,3% δεν μπορεί να συμμετάσχει τακτικά σε δραστηριότητες αναψυχής (έναντι 12,1% στην ΕΕ).

Ο Κυρ. Μητσοτάκης, οι πανηγυρίζοντες υπουργοί και τα συστημικά ΜΜΕ ζητούν να κριθεί το κυβερνητικό έργο από τους ρυθμούς ανάπτυξης. Θα πρέπει να κριθεί και από το διαθέσιμο εισόδημα μετά το ενοίκιο, το σουπερμάρκετ και τους λογαριασμούς. Η ΕΛΣΤΑΤ δείχνει ότι το 2025 η καταναλωτική δαπάνη των νοικοκυριών αυξήθηκε ταχύτερα από τις ονομαστικές αυξήσεις των αμοιβών και η αρνητική αποταμίευση βάθυνε.

Είναι σαφές ότι στη χώρα με την κατά Κυρ. Μητσοτάκη «καταπληκτική ποιότητα ζωής» δεν επικρατεί η ευημερία, αλλά τα οικονομικά αδιέξοδα, τα χρέη και η περιθωριοποίηση ακόμη και της μεσαίας τάξης, που δεν αντέχει την κρίση κόστους ζωής που έχει φέρει η κυβερνητική πολιτική από το 2019.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας