Η Μάχη για τη Νέα Μέση Ανατολή. Ιράν, ΗΠΑ και η Ανατολή της Πολυπολικής Τάξης..

Η διπλωματική αναμέτρηση Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, η στρατηγική σύμπραξη Ρωσίας και Κίνας και η ανάδυση μιας νέας περιφερειακής αρχιτεκτονικής ισχύος.

 

Εισαγωγή

Η Μέση Ανατολή στο επίκεντρο της παγκόσμιας αναδιάταξης

Η Μέση Ανατολή εισέρχεται σε μία από τις πιο κρίσιμες περιόδους της σύγχρονης ιστορίας της. Η αντιπαράθεση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν δεν αποτελεί πλέον αποκλειστικά μια διμερή σύγκρουση γύρω από το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης ή την περιφερειακή της επιρροή. Πίσω από τις στρατιωτικές κινήσεις, τις διπλωματικές πρωτοβουλίες και τις απειλές κλιμάκωσης διαμορφώνεται μια πολύ ευρύτερη αναμέτρηση: η μάχη για τον έλεγχο των στρατηγικών διαδρόμων, των ενεργειακών ροών και των πολιτικών ισορροπιών σε μια περιοχή που εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους γεωπολιτικούς κόμβους του πλανήτη.

Η σημασία της σημερινής κρίσης δεν περιορίζεται στα σύνορα του Ιράν ή στις ακτές του Περσικού Κόλπου. Τα Στενά του Ορμούζ, η Ερυθρά Θάλασσα, ο Κόλπος του Άντεν και οι θαλάσσιες οδοί που συνδέουν την Ασία με την Ευρώπη αποτελούν κρίσιμες αρτηρίες του παγκόσμιου εμπορίου. Από αυτές διέρχονται τεράστιες ποσότητες ενεργειακών πόρων και εμπορευμάτων, ενώ η ασφάλειά τους επηρεάζει άμεσα τις οικονομίες τόσο των μεγάλων βιομηχανικών δυνάμεων όσο και των αναπτυσσόμενων κρατών. Επομένως, οποιαδήποτε σοβαρή αποσταθεροποίηση στην περιοχή αποκτά αυτομάτως διεθνή διάσταση.

Για την Ουάσιγκτον, η διατήρηση της επιρροής στη Μέση Ανατολή συνδέεται με τη συνολικότερη θέση της στο διεθνές σύστημα. Η αμερικανική στρατιωτική παρουσία, οι σχέσεις ασφαλείας με τις μοναρχίες του Κόλπου, η στρατηγική σχέση με το Ισραήλ και η δυνατότητα παρέμβασης στις ενεργειακές και εμπορικές διαδρομές αποτελούν διαχρονικά στοιχεία της περιφερειακής της πολιτικής. Για την Τεχεράνη, αντίθετα, η διατήρηση της στρατηγικής αυτονομίας και η αποτροπή μιας μόνιμης αμερικανικής κυριαρχίας γύρω από τα σύνορά της αποτελούν ζητήματα άμεσα συνδεδεμένα με την εθνική της ασφάλεια και τη θέση της στον ευρύτερο ασιατικό χώρο.

Ωστόσο, η σημερινή πραγματικότητα διαφέρει από εκείνη των προηγούμενων δεκαετιών. Το Ιράν δεν βρίσκεται απομονωμένο σε ένα περιφερειακό περιβάλλον όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να καθορίζουν μονομερώς τους όρους της αντιπαράθεσης. Η εμβάθυνση των σχέσεών του με τη Ρωσία και την Κίνα, η ανάπτυξη νέων οικονομικών και διπλωματικών συνεργασιών, αλλά και η αυξανόμενη κινητικότητα μεταξύ περιφερειακών δυνάμεων δημιουργούν ένα διαφορετικό πλαίσιο. Η Μόσχα και το Πεκίνο έχουν δικά τους στρατηγικά συμφέροντα στην περιοχή, τα οποία συνδέονται με την ενεργειακή ασφάλεια, τις εμπορικές διαδρομές, την ευρασιατική σταθερότητα και την αποτροπή μιας γενικευμένης σύγκρουσης που θα μπορούσε να επηρεάσει ευρύτερα τις οικονομίες τους.

Εξίσου σημαντική είναι η μεταβολή της στάσης των ίδιων των κρατών της Μέσης Ανατολής. Η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία, το Πακιστάν και το Κατάρ δεν επιθυμούν απαραίτητα να παραμείνουν παθητικοί αποδέκτες των αποφάσεων των μεγάλων δυνάμεων. Οι διπλωματικές επαφές και οι προσπάθειες διαμόρφωσης περιφερειακών μηχανισμών συνεννόησης αποτυπώνουν την αναζήτηση μεγαλύτερου βαθμού στρατηγικής αυτονομίας. Το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι κατά πόσο οι χώρες της περιοχής μπορούν να διαμορφώσουν ένα δικό τους σύστημα ασφάλειας ή αν θα εξακολουθήσουν να εξαρτώνται από εξωτερικές εγγυήσεις και ανταγωνισμούς.

Στο επίκεντρο αυτής της αναμέτρησης βρίσκεται και η ίδια η έννοια της ισχύος. Η στρατιωτική υπεροχή εξακολουθεί να έχει καθοριστική σημασία, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για να εξασφαλίσει πολιτικό αποτέλεσμα. Η δυνατότητα διατήρησης μιας παρατεταμένης σύγκρουσης, η αντοχή των ενεργειακών και οικονομικών υποδομών, η διαχείριση των θαλάσσιων οδών, η τεχνολογική επάρκεια και η ικανότητα συγκρότησης συμμαχιών αποτελούν εξίσου κρίσιμους παράγοντες. Μια δύναμη μπορεί να διαθέτει συντριπτική στρατιωτική υπεροχή και ταυτόχρονα να αντιμετωπίζει σοβαρούς περιορισμούς όταν καλείται να μετατρέψει αυτή την υπεροχή σε βιώσιμο πολιτικό αποτέλεσμα.

Η Υεμένη και η δράση της Ansarallah προσθέτουν ακόμη μία διάσταση στην εξίσωση. Η γεωγραφική θέση της χώρας, απέναντι από το Κέρας της Αφρικής και κοντά στο στενό πέρασμα του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, της προσδίδει σημασία δυσανάλογη προς το οικονομικό και στρατιωτικό της μέγεθος. Η σύνδεση του μετώπου της Ερυθράς Θάλασσας με την ασφάλεια του Ορμούζ δημιουργεί τη δυνατότητα μιας ευρύτερης θαλάσσιας κρίσης, με επιπτώσεις που μπορούν να ξεπεράσουν κατά πολύ τα όρια της Μέσης Ανατολής.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η διπλωματία και η στρατιωτική πίεση δεν αποτελούν απαραίτητα αντίθετες επιλογές. Μπορούν να λειτουργούν ταυτόχρονα ως εργαλεία διαπραγμάτευσης, αποτροπής και αναδιαμόρφωσης των συσχετισμών. Οι επαφές μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, οι περιφερειακές πρωτοβουλίες και οι κινήσεις της Ρωσίας και της Κίνας πρέπει επομένως να εξετάζονται όχι μεμονωμένα, αλλά ως μέρη ενός ευρύτερου στρατηγικού ανταγωνισμού.

Το βασικό ερώτημα δεν είναι απλώς αν θα υπάρξει νέα στρατιωτική σύγκρουση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν. Είναι αν η σημερινή κρίση θα οδηγήσει στην αποκατάσταση της προηγούμενης περιφερειακής τάξης ή αν θα επιταχύνει τη διαμόρφωση ενός διαφορετικού συστήματος ισορροπιών, στο οποίο οι περιφερειακές δυνάμεις θα διεκδικούν μεγαλύτερο ρόλο και οι εξωτερικοί παράγοντες δεν θα μπορούν πλέον να επιβάλλουν μονομερώς τις επιλογές τους.

Η Μέση Ανατολή βρίσκεται έτσι στο σημείο συνάντησης δύο διαφορετικών ιστορικών δυναμικών: της προσπάθειας διατήρησης μιας διεθνούς τάξης που οικοδομήθηκε υπό την αμερικανική ηγεμονία και της σταδιακής ανάδυσης ενός πολυπολικού συστήματος, στο οποίο η ισχύς, η επιρροή και η δυνατότητα λήψης στρατηγικών αποφάσεων κατανέμονται σε περισσότερα κέντρα.

Για να κατανοήσουμε προς ποια κατεύθυνση κινείται αυτή η αναμέτρηση, πρέπει να εξετάσουμε όχι μόνο όσα συμβαίνουν στο πεδίο, αλλά και τα συμφέροντα που βρίσκονται πίσω από τις κινήσεις των πρωταγωνιστών. Από τις διαπραγματεύσεις ΗΠΑ και Ιράν μέχρι τη στρατηγική σχέση Τεχεράνης και Μόσχας, από τις περιφερειακές πρωτοβουλίες του Πακιστάν και της Σαουδικής Αραβίας μέχρι τη ναυτική και ενεργειακή γεωγραφία του Ορμούζ και της Ερυθράς Θάλασσας, κάθε εξέλιξη αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης εικόνας.

Η μάχη για τη νέα Μέση Ανατολή είναι, στην πραγματικότητα, μέρος της μάχης για τη διαμόρφωση της επόμενης παγκόσμιας τάξης.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Η διπλωματική αναμέτρηση ΗΠΑ–Ιράν: Η επιστολή Βανς, οι όροι της Τεχεράνης και το αδιέξοδο των διαπραγματεύσεων

1.1 Η επιστροφή της διπλωματίας μέσα από τη στρατιωτική απειλή

Η αντιπαράθεση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν έχει εισέλθει σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη φάση, στην οποία η διπλωματική επικοινωνία εξελίσσεται παράλληλα με τη στρατιωτική προετοιμασία. Η Ουάσιγκτον εμφανίζεται να επιδιώκει την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων, διατηρώντας όμως την πίεση προς την Τεχεράνη και αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων στρατιωτικών επιχειρήσεων. Από την άλλη πλευρά, η ιρανική ηγεσία δεν απορρίπτει συλλήβδην τη διπλωματική οδό, αλλά επιμένει ότι δεν πρόκειται να επιστρέψει σε μια διαδικασία όπου θα κληθεί να αναλάβει πρώτη το κόστος των υποχωρήσεων.

Στο επίκεντρο των τελευταίων εξελίξεων βρίσκεται επιστολή που διαβιβάστηκε στην ιρανική πλευρά μέσω του Κατάρ και αποδίδεται στον Αμερικανό αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν δημοσιοποιηθεί, η αμερικανική πρωτοβουλία προτείνει την έναρξη απευθείας συνομιλιών, με το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν να βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη από την πρώτη συνάντηση. Η Ουάσιγκτον επιδιώκει να διασφαλίσει ότι οποιαδήποτε συμφωνία θα αποκλείει την απόκτηση πυρηνικού όπλου από την Τεχεράνη, αντιμετωπίζοντας το συγκεκριμένο ζήτημα ως βασική προϋπόθεση για την αποκλιμάκωση.

Η επιστολή διαβιβάστηκε, σύμφωνα με τις αναφορές, στις 25 Οκτωβρίου, μέσω των Καταριανών διαμεσολαβητών, προς τον Μοχσέν Ρεζαΐ. Η επιλογή του συγκεκριμένου προσώπου έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς ο Ρεζαΐ παρουσιάζεται ως δίαυλος επικοινωνίας με την ανώτατη ιρανική ηγεσία. Η αμερικανική πλευρά φέρεται να επιδιώκει μέσω αυτού να διατηρήσει έναν δίαυλο που να μπορεί να φτάσει στο ανώτατο επίπεδο λήψης αποφάσεων της Ισλαμικής Δημοκρατίας.

Ωστόσο, η ακριβής πατρότητα και το περιεχόμενο της επιστολής δεν έχουν δημοσιοποιηθεί πλήρως. Έχει αναφερθεί ότι ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ ενέκρινε την πρωτοβουλία και έδωσε εντολή στον Βανς να συντάξει την επικοινωνία. Παράλληλα, έχει διατυπωθεί η εκτίμηση ότι η διατύπωση και το περιεχόμενο της επιστολής ενδέχεται να υποδηλώνουν προσωπικότερη συμμετοχή του Αμερικανού προέδρου στη σύνταξή της. Αυτή η εκτίμηση, όμως, δεν αποτελεί επιβεβαιωμένο στοιχείο και πρέπει να διαχωρίζεται από την ίδια την ύπαρξη της επιστολής.

Η χρονική στιγμή της πρωτοβουλίας είναι εξίσου σημαντική με το περιεχόμενό της. Η επιστολή έφτασε στην Τεχεράνη σε μια περίοδο κατά την οποία οι χώρες του Κόλπου φέρονται να έχουν λάβει προειδοποιήσεις για πιθανή αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση μετά τις ενδιάμεσες εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες, στις 3 Νοεμβρίου. Η 4η Νοεμβρίου έχει παρουσιαστεί ως η πρώτη ημέρα κατά την οποία θα μπορούσε να ανοίξει ένα νέο χρονικό παράθυρο στρατιωτικών επιχειρήσεων. Δεν έχει ανακοινωθεί επίσημη απόφαση επίθεσης, όμως η συνύπαρξη διπλωματικής προσέγγισης και στρατιωτικών προειδοποιήσεων δημιουργεί ένα σαφές πλαίσιο πίεσης.

Με άλλα λόγια, η Ουάσιγκτον δεν προσφέρει απλώς έναν νέο δίαυλο επικοινωνίας. Τον προσφέρει μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η στρατιωτική επιλογή παραμένει ενεργή. Η διπλωματία και η απειλή χρήσης βίας λειτουργούν ταυτόχρονα, δημιουργώντας ένα διαπραγματευτικό περιβάλλον στο οποίο κάθε πλευρά προσπαθεί να επηρεάσει τις αποφάσεις της άλλης πριν εξαντληθεί ο διαθέσιμος χρόνος.

1.2 Η απάντηση της Τεχεράνης: Θετικό βήμα, χωρίς άμεση συνάντηση

Η ιρανική αντίδραση δεν ήταν μια απλή απόρριψη της αμερικανικής πρωτοβουλίας. Στις 31 Οκτωβρίου, ο υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί επιβεβαίωσε ότι η επιστολή είχε παραληφθεί και εξεταστεί σε συναντήσεις υψηλού επιπέδου. Χαρακτήρισε την αμερικανική επικοινωνία «θετικό βήμα», διευκρινίζοντας όμως ότι η Τεχεράνη δεν σχεδιάζει προς το παρόν συνάντηση με Αμερικανούς αξιωματούχους.

Η διατύπωση αυτή έχει διπλή σημασία. Από τη μία πλευρά, το Ιράν δεν κλείνει την πόρτα στη διπλωματία. Από την άλλη, αποφεύγει να δημιουργήσει την εντύπωση ότι αποδέχεται αυτομάτως τους όρους και τη σειρά που προτείνει η αμερικανική πλευρά. Η παραλαβή μιας επιστολής και η αναγνώριση της διπλωματικής πρωτοβουλίας ως θετικής εξέλιξης δεν ισοδυναμούν με αποδοχή απευθείας συνομιλιών ή με συμφωνία για το περιεχόμενό τους.

Η στάση αυτή ενισχύθηκε από τις δηλώσεις του προέδρου του ιρανικού κοινοβουλίου, Μοχαμάντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ, ο οποίος υπογράμμισε ότι οι ιρανικοί όροι έχουν ήδη διατυπωθεί επανειλημμένα προς τους διαμεσολαβητές. Παράλληλα, απέρριψε τη λογική της ταυτόχρονης προσφοράς κινήτρων και απειλών, δηλώνοντας ότι η προσέγγιση του «καρότου και του μαστιγίου» δεν έχει αποτέλεσμα απέναντι στο Ιράν.

Η τοποθέτηση αυτή αποτυπώνει μια βαθύτερη πολιτική επιλογή. Η Τεχεράνη θέλει να εμφανιστεί ως πλευρά που δεν αρνείται τον διάλογο, αλλά δεν πρόκειται να προσέλθει σε αυτόν υπό την απειλή μιας νέας στρατιωτικής επιχείρησης. Η ιρανική ηγεσία επιχειρεί να μεταφέρει το βάρος της πρωτοβουλίας στην Ουάσιγκτον, ζητώντας πρώτα ενδείξεις καλής πίστης και στη συνέχεια έναρξη ουσιαστικών συνομιλιών.

Το κρίσιμο σημείο είναι ότι μέχρι την 1η Νοεμβρίου δεν είχε δημοσιοποιηθεί η πλήρης γραπτή απάντηση του Ιράν. Συνεπώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο ότι η Τεχεράνη έχει απορρίψει οριστικά την πρόταση ή ότι έχει αποδεχθεί κάποιο συγκεκριμένο πλαίσιο. Η δημόσια θέση της είναι σαφής ως προς την επιφύλαξη απέναντι σε μια άμεση συνάντηση, αλλά οι λεπτομέρειες της απάντησης παραμένουν άγνωστες.

1.3 Το πραγματικό σημείο σύγκρουσης: Πυρηνικές συνομιλίες πρώτα ή οικονομικές δεσμεύσεις πρώτα;

Πίσω από τις δημόσιες δηλώσεις βρίσκεται μια ουσιαστική διαφωνία για τη σειρά των διαπραγματευτικών βημάτων. Η Ουάσιγκτον θέλει το πυρηνικό ζήτημα να βρίσκεται στο τραπέζι από την πρώτη συνάντηση. Η Τεχεράνη, σύμφωνα με τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στον φάκελο, ζητά να προηγηθούν συγκεκριμένες κινήσεις αποκατάστασης της εμπιστοσύνης, με κυριότερες την επιστροφή δεσμευμένων κεφαλαίων και την άρση των περιορισμών που έχουν επιβληθεί στις ιρανικές εμπορικές και ναυτιλιακές δραστηριότητες.

Η θέση που αποδίδεται στον Μοχσέν Ρεζαΐ περιγράφεται ως απαίτηση τριών βασικών βημάτων: επιστροφή των δεσμευμένων χρημάτων, άρση του αποκλεισμού που φέρεται να επανεπιβλήθηκε στις 14 Ιουλίου και μεταφορά των πυρηνικών συνομιλιών σε μεταγενέστερο στάδιο. Η συγκεκριμένη θέση αποδίδεται σε παρασκηνιακές πληροφορίες και δεν έχει επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα από επίσημο δημοσιοποιημένο κείμενο της ιρανικής κυβέρνησης. Ωστόσο, συνδέεται με τη δημόσια επιμονή της Τεχεράνης ότι οι όροι της έχουν ήδη γνωστοποιηθεί στους διαμεσολαβητές.

Η διαφωνία δεν είναι απλώς διαδικαστική. Αγγίζει τον πυρήνα της διαπραγματευτικής ισχύος των δύο πλευρών. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η έναρξη με το πυρηνικό ζήτημα επιτρέπει να διατηρήσουν υπό έλεγχο το βασικό αντικείμενο της διαπραγμάτευσης και να εξασφαλίσουν ότι οποιαδήποτε οικονομική ελάφρυνση θα συνδέεται με επαληθεύσιμες δεσμεύσεις της Τεχεράνης. Για το Ιράν, αντίθετα, η αποδοχή αυτής της σειράς θα σήμαινε ότι θα επέστρεφε στο τραπέζι χωρίς να έχει λάβει προηγουμένως κάποιο ουσιαστικό αντάλλαγμα.

Κάθε πλευρά ζητά, στην πραγματικότητα, από την άλλη να αναλάβει πρώτη το πολιτικό και στρατηγικό ρίσκο. Η Ουάσιγκτον θέλει να διαπιστώσει ότι η Τεχεράνη είναι διατεθειμένη να συζητήσει το πυρηνικό της πρόγραμμα πριν υπάρξει ουσιαστική οικονομική ανακούφιση. Η Τεχεράνη ζητά να διαπιστώσει ότι οι αμερικανικές δεσμεύσεις έχουν πραγματικό αντίκρισμα πριν αποδεχθεί μια διαδικασία που θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέους περιορισμούς.

Αυτό είναι το πραγματικό αδιέξοδο. Τα θέματα είναι γνωστά και βρίσκονται ήδη στο τραπέζι. Εκείνο που δεν έχει συμφωνηθεί είναι η σειρά με την οποία θα αντιμετωπιστούν.

1.4 Το ιστορικό της δυσπιστίας: Από τη συμφωνία του 2015 μέχρι τις επιθέσεις του 2025

Για να γίνει κατανοητή η ιρανική στάση, πρέπει να εξεταστεί το ιστορικό των προηγούμενων διαπραγματεύσεων. Η δυσπιστία της Τεχεράνης απέναντι στις αμερικανικές δεσμεύσεις δεν αποτελεί απλώς επικοινωνιακή θέση. Συνδέεται με συγκεκριμένες εμπειρίες που έχουν διαμορφώσει την αντίληψη της ιρανικής ηγεσίας για την αξιοπιστία οποιασδήποτε συμφωνίας με την Ουάσιγκτον.

Το 2015, το Ιράν αποδέχθηκε περιορισμούς στο πυρηνικό του πρόγραμμα στο πλαίσιο της διεθνούς συμφωνίας για το πυρηνικό ζήτημα. Η συμφωνία προέβλεπε περιορισμούς και μηχανισμούς ελέγχου, ενώ σε αντάλλαγμα προβλεπόταν η άρση σημαντικού μέρους των οικονομικών κυρώσεων. Η Τεχεράνη θεώρησε ότι είχε αποδεχθεί μια δύσκολη διαπραγματευτική ισορροπία, προσδοκώντας ότι η οικονομική αποκατάσταση θα αποτελούσε πραγματικό αντάλλαγμα για τις πυρηνικές της δεσμεύσεις.

Το 2018, όμως, η κυβέρνηση Τραμπ αποχώρησε μονομερώς από τη συμφωνία και επανέφερε την πολιτική της μέγιστης πίεσης. Για την ιρανική πλευρά, η εξέλιξη αυτή αποτέλεσε απόδειξη ότι ακόμη και μια συμφωνία που έχει υπογραφεί και συνοδεύεται από διεθνείς δεσμεύσεις μπορεί να ανατραπεί από μια μεταγενέστερη αμερικανική πολιτική απόφαση.

Η δεύτερη καθοριστική εμπειρία ήρθε τον Ιούνιο του 2025, όταν ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις δέχθηκαν επιθέσεις λίγες ημέρες πριν από προγραμματισμένο γύρο συνομιλιών. Η χρονική αυτή αλληλουχία έχει ιδιαίτερη βαρύτητα στην ιρανική στρατηγική αντίληψη. Ενισχύει την πεποίθηση ότι η διπλωματική διαδικασία μπορεί να συνυπάρχει με στρατιωτική προετοιμασία και ότι η έναρξη συνομιλιών δεν αποτελεί από μόνη της εγγύηση ασφάλειας.

Από την οπτική της Τεχεράνης, το συμπέρασμα είναι σαφές: η αποδοχή περιορισμών χωρίς προηγούμενες εγγυήσεις και χωρίς απτά οικονομικά ανταλλάγματα ενέχει σοβαρό κίνδυνο. Η ιρανική ηγεσία δεν θέλει να βρεθεί ξανά σε μια θέση όπου θα έχει ήδη παραχωρήσει το ισχυρότερο διαπραγματευτικό της πλεονέκτημα, ενώ η άλλη πλευρά θα διατηρεί τη δυνατότητα να αποχωρήσει από τη συμφωνία ή να επαναφέρει τις πιέσεις.

Η αμερικανική θέση έχει επίσης τη δική της λογική. Η Ουάσιγκτον υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να προσφέρει ουσιαστική οικονομική ανακούφιση χωρίς να έχει εξασφαλίσει επαληθεύσιμες δεσμεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα. Η αμερικανική ανησυχία ενισχύεται από την αδυναμία πλήρους επιθεώρησης των εγκαταστάσεων που έχουν υποστεί ζημιές.

Στις 27 Οκτωβρίου, η Διεθνής Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας ανέφερε ότι οι επιθεωρητές της δεν μπορούσαν να έχουν πρόσβαση σε κατεστραμμένες εγκαταστάσεις για να επαληθεύσουν την κατάσταση του πυρηνικού υλικού. Αυτό δημιουργεί ένα ουσιαστικό πρόβλημα: χωρίς πρόσβαση και επαλήθευση, η Ουάσιγκτον δυσκολεύεται να αποδείξει ότι οποιαδήποτε νέα συμφωνία θα μπορεί να ελεγχθεί στην πράξη.

Έτσι, οι δύο πλευρές επικαλούνται διαφορετικές αλλά πραγματικές ανησυχίες. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ζητούν επαλήθευση πριν από την οικονομική ελάφρυνση. Το Ιράν ζητά εγγυήσεις και συγκεκριμένα ανταλλάγματα πριν από την επανέναρξη των πυρηνικών δεσμεύσεων. Η ιστορική εμπειρία της προηγούμενης συμφωνίας κάνει την απόσταση ακόμη μεγαλύτερη.

1.5 Ο ρόλος του Μοχσέν Ρεζαΐ και η σημασία της ανώτατης ιρανικής ηγεσίας

Η επιλογή του Μοχσέν Ρεζαΐ ως αποδέκτη της αμερικανικής επικοινωνίας έχει ιδιαίτερη πολιτική και θεσμική σημασία. Ο Ρεζαΐ δεν αποτελεί έναν συνηθισμένο διπλωματικό συνομιλητή. Η πολιτική και στρατιωτική του διαδρομή, καθώς και η θέση που φέρεται να διατηρεί στους μηχανισμούς επικοινωνίας με την ανώτατη ηγεσία, τον καθιστούν πρόσωπο με ιδιαίτερη βαρύτητα.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στον φάκελο, η αμερικανική πλευρά θεωρεί ότι ο Ρεζαΐ μπορεί να αποτελέσει αποτελεσματικό δίαυλο προς τον Ανώτατο Ηγέτη. Η εκτίμηση αυτή συνδέεται με αναφορές ότι ο ίδιος βρίσκεται σε επαφή με την ανώτατη ηγεσία και μπορεί να μεταφέρει μηνύματα σε επίπεδο υψηλότερο από εκείνο της συνηθισμένης διπλωματικής επικοινωνίας.

Η επιλογή αυτή υποδηλώνει ότι η Ουάσιγκτον δεν αντιμετωπίζει το ζήτημα αποκλειστικά ως διαπραγμάτευση μεταξύ δύο υπουργείων Εξωτερικών. Αντιλαμβάνεται ότι η τελική απόφαση για τα θεμελιώδη ζητήματα ασφάλειας και πυρηνικής πολιτικής του Ιράν βρίσκεται στην κορυφή του ιρανικού πολιτικού συστήματος. Επομένως, η εξασφάλιση ενός διαύλου προς αυτό το επίπεδο θεωρείται απαραίτητη για οποιαδήποτε ουσιαστική συμφωνία.

Πρέπει, ωστόσο, να διαχωριστεί η ύπαρξη του διαύλου από τις ερμηνείες σχετικά με την ακριβή αποστολή του. Δεν έχει δημοσιοποιηθεί επίσημη απόφαση που να αποδίδει στον Ρεζαΐ τον αποκλειστικό ρόλο του διαπραγματευτή ή του εκπροσώπου του Ανώτατου Ηγέτη. Ούτε έχει επιβεβαιωθεί ότι έχει αναλάβει συγκεκριμένη αποστολή με δεσμευτικές αρμοδιότητες.

Αυτό που προκύπτει είναι ότι η αμερικανική πλευρά επιχειρεί να προσεγγίσει το κέντρο λήψης αποφάσεων της Ισλαμικής Δημοκρατίας μέσω ενός πολιτικού προσώπου που θεωρεί ότι διαθέτει πρόσβαση και επιρροή. Η επιλογή αυτή αποκαλύπτει και ένα βασικό χαρακτηριστικό της αμερικανικής στρατηγικής: η Ουάσιγκτον αναζητά έναν δίαυλο που θα μπορούσε να παρακάμψει τις καθυστερήσεις και τις δημόσιες αντιπαραθέσεις της επίσημης διπλωματίας.

1.6 Η οικονομική διάσταση της διαπραγμάτευσης και το ζήτημα της καλής πίστης

Η οικονομική πλευρά της αντιπαράθεσης είναι εξίσου σημαντική με το πυρηνικό ζήτημα. Για την Τεχεράνη, η επιστροφή δεσμευμένων κεφαλαίων και η αποκατάσταση της πρόσβασης στο διεθνές εμπόριο δεν αποτελούν απλώς οικονομικές διευκολύνσεις. Αποτελούν ένδειξη ότι η άλλη πλευρά είναι διατεθειμένη να αναλάβει συγκεκριμένες δεσμεύσεις.

Στον δημόσιο διάλογο έχει επανέλθει το ποσό των περίπου έξι δισεκατομμυρίων δολαρίων που είχαν μεταφερθεί το 2023 σε τραπεζικούς λογαριασμούς στο Κατάρ, στο πλαίσιο μηχανισμού ανθρωπιστικών αγορών. Η πρόσβαση της Τεχεράνης στα κεφάλαια αυτά περιορίστηκε στη συνέχεια. Το συγκεκριμένο ποσό έχει αποκτήσει συμβολική και διαπραγματευτική σημασία, καθώς παρουσιάζεται ως πιθανό πρώτο βήμα για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης.

Ο σχολιαστής Πέπε Εσκομπάρ, σε δημόσια συζήτηση που περιλαμβάνεται στο υλικό, υποστήριξε ότι η πρώτη κίνηση που θα μπορούσε να θεωρήσει η Τεχεράνη ως ένδειξη καλής πίστης αφορά την πρόσβαση σε αυτά τα έξι δισεκατομμύρια. Ανέφερε επίσης ποσά δώδεκα και είκοσι τεσσάρων δισεκατομμυρίων δολαρίων, τα οποία συνδέονται με ευρύτερες και σταδιακές οικονομικές διευθετήσεις.

Εδώ απαιτείται σαφής διάκριση. Η ύπαρξη του προηγούμενου μηχανισμού των έξι δισεκατομμυρίων είναι γνωστή. Η σύνδεση των ποσών των δώδεκα και είκοσι τεσσάρων δισεκατομμυρίων με ένα ευρύτερο πλαίσιο διευθέτησης αναφέρεται στο υλικό ως μέρος του μνημονίου του Ισλαμαμπάντ. Δεν έχει, όμως, επιβεβαιωθεί δημόσια ότι υπάρχει σήμερα συμφωνία για άμεση αποδέσμευση αυτών των ποσών ή ότι η Ουάσιγκτον έχει αποδεχθεί συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα.

Η ιδέα που εξετάζεται είναι ότι η ανθρωπιστική πρόσβαση σε κεφάλαια ήδη τοποθετημένα στο Κατάρ θα μπορούσε να αποτελέσει ένα πρώτο βήμα χωρίς να χρειαστεί καμία πλευρά να το παρουσιάσει ως πολιτική υποχώρηση. Για την Ουάσιγκτον θα μπορούσε να εμφανιστεί ως ανθρωπιστική διευθέτηση. Για την Τεχεράνη θα αποτελούσε έμπρακτη ένδειξη καλής πίστης.

Πρόκειται για πιθανό διαπραγματευτικό μηχανισμό και όχι για επιβεβαιωμένη συμφωνία. Η σημασία του, ωστόσο, είναι μεγάλη, επειδή θα μπορούσε να προσφέρει έναν τρόπο υπέρβασης του αδιεξόδου: μια πρώτη ταυτόχρονη κίνηση, στην οποία καμία πλευρά δεν θα υποχρεωνόταν να εμφανιστεί ότι παραχώρησε μονομερώς το ισχυρότερο διαπραγματευτικό της πλεονέκτημα.

1.7 Η πυρηνική επιθεώρηση και η αμοιβαία έλλειψη εμπιστοσύνης

Το πυρηνικό ζήτημα παραμένει το σημαντικότερο θεσμικό εμπόδιο για την επίτευξη συμφωνίας. Η αδυναμία των επιθεωρητών να έχουν πλήρη πρόσβαση σε εγκαταστάσεις που έχουν υποστεί ζημιές δημιουργεί αβεβαιότητα σχετικά με την κατάσταση του πυρηνικού υλικού και τις δυνατότητες του ιρανικού προγράμματος.

Η Ουάσιγκτον θεωρεί ότι χωρίς επαλήθευση δεν μπορεί να υπάρξει αξιόπιστη συμφωνία. Η Τεχεράνη, από την άλλη πλευρά, αντιμετωπίζει την απαίτηση για άμεση επιστροφή των επιθεωρητών ως ζήτημα που δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την άρση των οικονομικών και στρατιωτικών πιέσεων.

Στο ιρανικό εσωτερικό πολιτικό περιβάλλον έχει επίσης εμφανιστεί η πρόταση για αποχώρηση από τη Συνθήκη Μη Διάδοσης των Πυρηνικών Όπλων. Σύμφωνα με το υλικό, σχετικό νομοσχέδιο έχει συνταχθεί και βρίσκεται ενώπιον του κοινοβουλίου. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι έχει γίνει επίσημη κυβερνητική πολιτική ή ότι έχει ληφθεί απόφαση αποχώρησης. Η επίσημη ιρανική θέση εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι το πυρηνικό πρόγραμμα της χώρας έχει ειρηνικό χαρακτήρα.

Η ύπαρξη μιας τέτοιας κοινοβουλευτικής πρωτοβουλίας δείχνει, ωστόσο, ότι η εσωτερική πίεση για αλλαγή της πυρηνικής στρατηγικής έχει ενισχυθεί. Όσο η Τεχεράνη θεωρεί ότι οι διεθνείς δεσμεύσεις της δεν συνοδεύονται από αντίστοιχη προστασία και οικονομικά οφέλη, τόσο μεγαλύτερο γίνεται το πολιτικό βάρος των φωνών που ζητούν σκληρότερη στάση.

Η πυρηνική επιθεώρηση, επομένως, δεν είναι απλώς τεχνικό ζήτημα. Αποτελεί μέρος της συνολικής διαπραγμάτευσης για την ασφάλεια, την κυριαρχία και την αξιοπιστία των διεθνών δεσμεύσεων.

1.8 Το αδιέξοδο της πρώτης κίνησης

Η σημερινή διαπραγματευτική κατάσταση μπορεί να περιγραφεί μέσα από μια απλή αλλά κρίσιμη αντίφαση. Η Ουάσιγκτον ζητά από το Ιράν να αποδεχθεί πρώτα τη συζήτηση για το πυρηνικό του πρόγραμμα, ενώ η Τεχεράνη ζητά από τις Ηνωμένες Πολιτείες να αποδείξουν πρώτα ότι είναι διατεθειμένες να εκπληρώσουν τις οικονομικές και πολιτικές δεσμεύσεις που συνδέονται με οποιαδήποτε συμφωνία.

Καμία πλευρά δεν θέλει να κινηθεί πρώτη, επειδή θεωρεί ότι μια μονομερής κίνηση θα μειώσει τη διαπραγματευτική της ισχύ. Η Ουάσιγκτον φοβάται ότι η οικονομική ελάφρυνση χωρίς επαληθεύσιμους πυρηνικούς περιορισμούς θα της στερήσει το βασικό μέσο πίεσης. Η Τεχεράνη φοβάται ότι μια νέα σειρά πυρηνικών παραχωρήσεων χωρίς πραγματικές εγγυήσεις θα επαναλάβει την εμπειρία του 2015 και του 2018.

Η πρόταση που εμφανίζεται ως πιθανή γέφυρα ανάμεσα στις δύο θέσεις είναι η ταυτόχρονη εφαρμογή συγκεκριμένων βημάτων. Η επιστροφή των επιθεωρητών στις εγκαταστάσεις, η έναρξη της οικονομικής ελάφρυνσης, η αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας και η έναρξη των συνομιλιών θα μπορούσαν να προχωρήσουν παράλληλα, με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα και εγγυήσεις από τρίτες χώρες.

Αυτή η φόρμουλα έχει εμφανιστεί στις αναφορές γύρω από το σχέδιο που φέρεται να μεταφέρεται μέσω της Ντόχα. Δεν έχει επιβεβαιωθεί ότι έχει γίνει αποδεκτή από τις κυβερνήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν. Αποτελεί, όμως, μια από τις λίγες προσεγγίσεις που επιχειρούν να αντιμετωπίσουν το πραγματικό πρόβλημα της διαπραγμάτευσης αντί να επαναλαμβάνουν τις ήδη γνωστές απαιτήσεις των δύο πλευρών.

Η έκβαση αυτής της διαδικασίας θα εξαρτηθεί από το αν οι διαμεσολαβητές θα καταφέρουν να μετατρέψουν την αρχή της ταυτόχρονης εφαρμογής σε συγκεκριμένες δεσμεύσεις, με σαφή χρονοδιαγράμματα και μηχανισμούς εγγύησης. Χωρίς αυτά, η διπλωματική επικοινωνία κινδυνεύει να παραμείνει ένας προσωρινός δίαυλος μέσα σε ένα περιβάλλον στρατιωτικής πίεσης.

Η επιστολή Βανς άνοιξε ξανά έναν δίαυλο επικοινωνίας. Δεν έλυσε, όμως, το βασικό πρόβλημα. Οι δύο πλευρές εξακολουθούν να διαφωνούν όχι μόνο για το περιεχόμενο μιας πιθανής συμφωνίας, αλλά και για το ποιος θα αναλάβει το πρώτο ρίσκο. Και όσο αυτή η διαφωνία παραμένει άλυτη, η διπλωματία θα κινείται παράλληλα με την απειλή της στρατιωτικής κλιμάκωσης.

Η αμερικανοϊρανική αντιπαράθεση, επομένως, δεν αφορά πλέον αποκλειστικά το πυρηνικό πρόγραμμα. Αφορά την αξιοπιστία των διεθνών συμφωνιών, την οικονομική κυριαρχία, την ασφάλεια των ενεργειακών διαδρόμων και το δικαίωμα μιας περιφερειακής δύναμης να διαπραγματεύεται χωρίς να αποδέχεται εκ των προτέρων τους όρους μιας ισχυρότερης δύναμης.

Αυτό το αδιέξοδο αποτελεί το σημείο εκκίνησης για την επόμενη διάσταση της κρίσης: το οικονομικό και ενεργειακό παζάρι, όπου τα δεσμευμένα κεφάλαια, οι κυρώσεις και ο έλεγχος των θαλάσσιων διαδρομών μετατρέπονται σε βασικά εργαλεία γεωπολιτικής ισχύος.

 

Κεφάλαιο 2

Το οικονομικό και ενεργειακό παζάρι: Τα δεσμευμένα κεφάλαια, οι κυρώσεις, το πετρέλαιο και τα Στενά του Ορμούζ

2.1. Τα δεσμευμένα ιρανικά κεφάλαια: Το οικονομικό μέτωπο της σύγκρουσης

Πίσω από τη διπλωματική αντιπαράθεση Ουάσιγκτον και Τεχεράνης βρίσκεται ένα ζήτημα που συχνά αντιμετωπίζεται ως δευτερεύον, ενώ στην πραγματικότητα αποτελεί έναν από τους βασικότερους όρους οποιασδήποτε συμφωνίας: η πρόσβαση του Ιράν στα περιουσιακά στοιχεία και στα έσοδα που έχουν δεσμευθεί στο εξωτερικό εξαιτίας των κυρώσεων.

Για την ιρανική πλευρά, το ζήτημα δεν περιορίζεται στην εξασφάλιση πρόσθετης ρευστότητας. Αφορά την ανάκτηση της δυνατότητας να διαχειρίζεται τα δικά της οικονομικά έσοδα, να χρηματοδοτεί εισαγωγές, να πραγματοποιεί διεθνείς συναλλαγές και να διαθέτει τους πόρους της χωρίς να εξαρτάται από τις πολιτικές αποφάσεις της Ουάσιγκτον.

Η αμερικανική πολιτική κυρώσεων έχει δημιουργήσει ένα εκτεταμένο σύστημα οικονομικών περιορισμών, το οποίο δεν περιορίζεται στις απευθείας συναλλαγές αμερικανικών επιχειρήσεων με το Ιράν. Μέσω των δευτερογενών κυρώσεων, η Ουάσιγκτον ασκεί πίεση και σε τρίτες χώρες, τράπεζες, ναυτιλιακές εταιρείες, ασφαλιστικούς οργανισμούς και εμπορικούς διαμεσολαβητές που διατηρούν συναλλαγές με ιρανικούς φορείς.

Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και όταν μια χώρα επιθυμεί να αγοράσει ιρανικό πετρέλαιο ή να πραγματοποιήσει νόμιμες εμπορικές συναλλαγές, οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί που συμμετέχουν στη διαδικασία ενδέχεται να αποφύγουν τη συνεργασία, φοβούμενοι ότι θα χάσουν την πρόσβασή τους στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Η οικονομική πίεση, επομένως, δεν ασκείται μόνο στο επίπεδο της παραγωγής ή των εξαγωγών. Ασκείται στην ίδια την κυκλοφορία του χρήματος. Το Ιράν μπορεί να παράγει πετρέλαιο, να βρίσκει αγοραστές και να εξασφαλίζει έσοδα, αλλά η μετατροπή αυτών των εσόδων σε πραγματική αγοραστική δύναμη παραμένει ένα ξεχωριστό πρόβλημα.

Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να εξεταστεί η απαίτηση της Τεχεράνης για την αποδέσμευση των περιουσιακών της στοιχείων. Δεν πρόκειται απλώς για μια οικονομική διευκόλυνση που θα μπορούσε να παραχωρηθεί ως χειρονομία καλής θέλησης. Για την ιρανική ηγεσία αποτελεί προϋπόθεση αποκατάστασης της οικονομικής κυριαρχίας και ένδειξη ότι η άλλη πλευρά είναι διατεθειμένη να αναλάβει συγκεκριμένες δεσμεύσεις.

Η διαφορά είναι ουσιαστική. Η Ουάσιγκτον επιδιώκει να διατηρήσει τις οικονομικές κυρώσεις ως διαπραγματευτικό μοχλό. Η Τεχεράνη επιδιώκει να μετατρέψει την άρση τους σε αρχικό βήμα της συμφωνίας, πριν συζητήσει περαιτέρω περιορισμούς στο πυρηνικό της πρόγραμμα.

2.2. Τα 6 δισεκατομμύρια του Κατάρ και η διαφορά ανάμεσα στην πρόσβαση και την πραγματική αποδέσμευση

Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι τα περίπου 6 δισεκατομμύρια δολάρια που μεταφέρθηκαν το 2023 σε τραπεζικούς λογαριασμούς στο Κατάρ.

Τα χρήματα προέρχονταν από ιρανικά έσοδα πετρελαίου που είχαν συσσωρευθεί στη Νότια Κορέα και μεταφέρθηκαν στο πλαίσιο συμφωνίας για την ανταλλαγή κρατουμένων μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης. Η διαδικασία είχε σχεδιαστεί έτσι ώστε τα κεφάλαια να χρησιμοποιούνται για την αγορά ανθρωπιστικών αγαθών, όπως τρόφιμα και φάρμακα, μέσω συγκεκριμένου μηχανισμού ελέγχου.

Η μεταφορά τους στο Κατάρ, ωστόσο, δεν σήμαινε ότι το Ιράν απέκτησε ελεύθερη πρόσβαση σε αυτά. Μετά τις εξελίξεις του Οκτωβρίου του 2023, η χρήση των κεφαλαίων περιορίστηκε και η δυνατότητα αξιοποίησής τους παρέμεινε αντικείμενο πολιτικής διαπραγμάτευσης.

Αυτή η λεπτομέρεια έχει ιδιαίτερη σημασία. Η φυσική παρουσία ενός ποσού σε τραπεζικό λογαριασμό δεν ισοδυναμεί με την πραγματική δυνατότητα διάθεσής του από τον δικαιούχο. Το Ιράν δεν ζητά απλώς να γνωρίζει πού βρίσκονται τα χρήματά του. Ζητά να μπορεί να τα χρησιμοποιήσει για τις δικές του οικονομικές ανάγκες.

Η συζήτηση για τα 6 δισεκατομμύρια επανήλθε στο προσκήνιο μέσα στο 2026, όταν εξετάστηκε η δυνατότητα ενεργοποίησης ενός μηχανισμού μέσω του οποίου θα μπορούσαν να χρηματοδοτηθούν συγκεκριμένες εισαγωγές. Από ιρανικής πλευράς υπήρξαν αναφορές σε συνομιλίες με τις καταριανές αρχές και στην εξέταση αναγκών που θα μπορούσαν να καλυφθούν από τα συγκεκριμένα κεφάλαια.

Εδώ εμφανίζεται μια πιθανή διπλωματική διέξοδος. Η αξιοποίηση ενός ήδη υπάρχοντος χρηματοδοτικού μηχανισμού θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως περιορισμένο ανθρωπιστικό μέτρο και όχι ως συνολική άρση των κυρώσεων. Θα επέτρεπε, δηλαδή, στην Ουάσιγκτον να εμφανίσει την κίνηση ως ελεγχόμενη παραχώρηση, ενώ η Τεχεράνη θα μπορούσε να τη θεωρήσει την πρώτη έμπρακτη αναγνώριση των οικονομικών της απαιτήσεων.

Ωστόσο, υπάρχει μια ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στην ανθρωπιστική πρόσβαση και στην πλήρη αποδέσμευση. Εάν τα χρήματα μπορούν να χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για συγκεκριμένες εισαγωγές, υπό εξωτερική εποπτεία και με περιορισμούς στους τελικούς αποδέκτες, τότε το Ιράν δεν αποκτά πραγματική ελευθερία διαχείρισης των περιουσιακών του στοιχείων.

Αυτό εξηγεί γιατί η Τεχεράνη δεν αντιμετωπίζει κατ’ ανάγκη την ενεργοποίηση των 6 δισεκατομμυρίων ως επαρκή λύση. Μπορεί να αποτελέσει την αρχή μιας διαδικασίας, αλλά δεν ικανοποιεί από μόνη της το ευρύτερο αίτημα για αποκατάσταση της οικονομικής πρόσβασης.

2.3. Τα 24 δισεκατομμύρια και το υπόβαθρο του Μνημονίου του Ισλαμαμπάντ

Πέρα από το συγκεκριμένο ποσό που βρίσκεται στο Κατάρ, η διαπραγματευτική συζήτηση περιλαμβάνει μια πολύ μεγαλύτερη οικονομική απαίτηση.

Στο υλικό που εξετάζουμε, τα 24 δισεκατομμύρια δολάρια εμφανίζονται ως το συνολικό ποσό που συνδέεται με το σταδιακό πλαίσιο οικονομικών διευθετήσεων του Μνημονίου του Ισλαμαμπάντ, το οποίο φέρεται να διαμορφώθηκε στις 17 Ιουνίου.

Η σημασία του συγκεκριμένου πλαισίου βρίσκεται στη σύνδεση της οικονομικής αποκατάστασης με την αποκλιμάκωση της σύγκρουσης. Η πρόσβαση στα δεσμευμένα κεφάλαια, η δυνατότητα εξαγωγής ιρανικού πετρελαίου και η επανέναρξη της ναυσιπλοΐας δεν παρουσιάζονται ως ανεξάρτητα ζητήματα. Αποτελούν αλληλένδετα στοιχεία μιας ευρύτερης συμφωνίας.

Πρέπει, ωστόσο, να διακρίνουμε το περιεχόμενο του μνημονίου από την πραγματική εφαρμογή του. Η ύπαρξη ενός σχεδίου ή ενός κειμένου συμφωνημένων όρων δεν αποδεικνύει ότι όλες οι προβλεπόμενες οικονομικές μεταβιβάσεις πραγματοποιήθηκαν ή ότι τα κεφάλαια έγιναν διαθέσιμα στην ιρανική πλευρά.

Επιπλέον, τα 6 δισεκατομμύρια του Κατάρ δεν πρέπει να συγχέονται με τα 24 δισεκατομμύρια. Το πρώτο ποσό αφορά συγκεκριμένα κεφάλαια με γνωστή προηγούμενη διαδρομή και ανθρωπιστικό μηχανισμό. Το δεύτερο εμφανίζεται ως ευρύτερη οικονομική απαίτηση στο πλαίσιο της διαπραγματευτικής διαδικασίας. Δεν έχουμε επαρκή δημόσια τεκμηρίωση ώστε να θεωρήσουμε ότι ολόκληρο το ποσό των 24 δισεκατομμυρίων αποτελεί ήδη διαθέσιμο κεφάλαιο σε έναν συγκεκριμένο λογαριασμό.

Η πολιτική σημασία του αιτήματος είναι, πάντως, σαφής. Η Τεχεράνη επιδιώκει να συνδέσει την οικονομική εξομάλυνση με την εφαρμογή της συμφωνίας και όχι να αποδεχθεί μια διαδικασία κατά την οποία θα παραχωρεί πρώτα στρατηγικά πλεονεκτήματα και θα περιμένει αργότερα την εκπλήρωση των αμερικανικών δεσμεύσεων.

Η εμπειρία του 2015 και η αποχώρηση των ΗΠΑ από την πυρηνική συμφωνία το 2018 έχουν διαμορφώσει μια βαθιά δυσπιστία απέναντι στις δυτικές εγγυήσεις. Για την ιρανική πλευρά, μια νέα συμφωνία χωρίς συγκεκριμένους μηχανισμούς εφαρμογής θα μπορούσε να επαναλάβει το ίδιο πρόβλημα: το Ιράν να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του, ενώ η άλλη πλευρά να διατηρεί τη δυνατότητα ανατροπής της οικονομικής συμφωνίας.

Γι’ αυτό και η οικονομική διάσταση δεν αποτελεί παράρτημα της διπλωματίας. Είναι ο πυρήνας της.

2.4. Οι κυρώσεις ως μηχανισμός γεωοικονομικής πίεσης

Η αντιπαράθεση γύρω από τα δεσμευμένα κεφάλαια δεν μπορεί να γίνει κατανοητή χωρίς να εξεταστεί ο ευρύτερος μηχανισμός των κυρώσεων.

Η αμερικανική στρατηγική απέναντι στο Ιράν βασίζεται εδώ και χρόνια στην προσπάθεια περιορισμού της πρόσβασης της χώρας στις διεθνείς αγορές, στη χρηματοδότηση, στην τεχνολογία και στις ενεργειακές συναλλαγές. Ο στόχος δεν είναι μόνο η μείωση των κρατικών εσόδων. Είναι η αύξηση του κόστους κάθε διεθνούς συνεργασίας με την Τεχεράνη.

Η επιβολή δευτερογενών κυρώσεων δημιουργεί ένα περιβάλλον στο οποίο οι επιχειρήσεις τρίτων χωρών καλούνται ουσιαστικά να επιλέξουν ανάμεσα στη συνεργασία με το Ιράν και στη διατήρηση της πρόσβασής τους στην αμερικανική αγορά και στο δολαριακό σύστημα.

Αυτή η μορφή πίεσης αποκαλύπτει μια σημαντική διάσταση της σύγχρονης γεωοικονομίας: η ισχύς ενός κράτους δεν απορρέει μόνο από τον στρατό του ή από το μέγεθος της οικονομίας του, αλλά και από τη θέση του στα διεθνή χρηματοπιστωτικά δίκτυα.

Η δυνατότητα περιορισμού τραπεζικών συναλλαγών, ασφαλιστικής κάλυψης και ενεργειακών μεταφορών μετατρέπεται σε εργαλείο εξωτερικής πολιτικής. Η οικονομική εξάρτηση τρίτων κρατών από συγκεκριμένους χρηματοπιστωτικούς μηχανισμούς επιτρέπει στην Ουάσιγκτον να ασκεί πίεση ακόμη και εκεί όπου δεν διαθέτει άμεσο πολιτικό ή στρατιωτικό έλεγχο.

Απέναντι σε αυτό το σύστημα, το Ιράν έχει αναζητήσει εναλλακτικές διαδρομές. Η ενίσχυση των εμπορικών σχέσεων με την Ασία, η ανάπτυξη μηχανισμών πληρωμών εκτός του παραδοσιακού δυτικού χρηματοπιστωτικού πλαισίου και η συνεργασία με χώρες που δεν ευθυγραμμίζονται πλήρως με την αμερικανική πολιτική αποτελούν μέρος μιας μακροπρόθεσμης προσπάθειας οικονομικής προσαρμογής.

Η προσπάθεια αυτή δεν έχει εξαφανίσει τις επιπτώσεις των κυρώσεων. Έχει, όμως, περιορίσει την αποτελεσματικότητά τους ως εργαλείου πλήρους οικονομικής απομόνωσης. Η δυνατότητα συνέχισης των ενεργειακών συναλλαγών και η διατήρηση εμπορικών δεσμών με ασιατικές αγορές έχουν επιτρέψει στην ιρανική οικονομία να παραμείνει ενεργή παρά τους περιορισμούς.

Η αμερικανική πλευρά, συνεπώς, δεν αντιμετωπίζει ένα κράτος που βρίσκεται εκτός της παγκόσμιας οικονομίας. Αντιμετωπίζει ένα κράτος που επιχειρεί να αναδιαμορφώσει τις εμπορικές και χρηματοπιστωτικές του διαδρομές, αξιοποιώντας τις αντιθέσεις και τις δυνατότητες ενός περισσότερο κατακερματισμένου διεθνούς συστήματος.

2.5. Το πετρέλαιο: Από την οικονομική πηγή εσόδων στο στρατηγικό όπλο

Το πετρέλαιο αποτελεί τον σημαντικότερο κρίκο ανάμεσα στην οικονομική επιβίωση του Ιράν και στη γεωπολιτική του ισχύ.

Η χώρα διαθέτει σημαντικά αποθέματα υδρογονανθράκων και αποτελεί έναν από τους ιστορικά σημαντικούς παραγωγούς του ΟΠΕΚ. Παρά τις κυρώσεις, κατάφερε να διατηρήσει εξαγωγικές δραστηριότητες, κυρίως μέσω ασιατικών αγορών, αναπτύσσοντας δίκτυα μεταφοράς και εμπορικές πρακτικές που περιόρισαν την επίδραση των περιορισμών.

Η σημασία των εξαγωγών πετρελαίου δεν εξαντλείται στα άμεσα κρατικά έσοδα. Το πετρέλαιο εξασφαλίζει συνάλλαγμα, χρηματοδοτεί εισαγωγές, ενισχύει τις εμπορικές σχέσεις και προσφέρει στην Τεχεράνη έναν βαθμό οικονομικής αυτονομίας.

Γι’ αυτό η επιβολή ναυτικού αποκλεισμού στα ιρανικά λιμάνια έχει διαφορετική βαρύτητα από τις συνηθισμένες κυρώσεις. Δεν περιορίζεται στην απαγόρευση συναλλαγών ή στη δέσμευση τραπεζικών κεφαλαίων. Παρεμβαίνει άμεσα στη φυσική δυνατότητα εξαγωγής του προϊόντος.

Η επαναφορά του αμερικανικού αποκλεισμού στις 14 Ιουλίου, όπως περιγράφεται στο υλικό της έρευνας, σηματοδοτεί μια μετάβαση από την οικονομική πίεση στη στρατιωτικά επιβαλλόμενη διακοπή της εμπορικής δραστηριότητας. Για την Τεχεράνη, η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη μέτρο κυρώσεων. Συνδέεται άμεσα με την ασφάλεια των λιμανιών της, την κυριαρχία της στις θαλάσσιες οδούς και την ικανότητά της να διατηρεί τις εξαγωγές της.

Η πίεση αυτή έχει και μια ευρύτερη διάσταση. Όταν ένας σημαντικός παραγωγός πετρελαίου περιορίζεται στην εξαγωγική του δυνατότητα, οι επιπτώσεις δεν παραμένουν εντός των συνόρων του. Επηρεάζουν τις προσδοκίες των αγορών, τις τιμές, το κόστος μεταφοράς και τις ενεργειακές ισορροπίες μεταξύ των μεγάλων εισαγωγέων.

Η Κίνα, ως βασικός αγοραστής ιρανικού πετρελαίου, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη διατήρηση της πρόσβασης σε ενεργειακές προμήθειες από τον Περσικό Κόλπο. Η διακοπή ή ο περιορισμός των ροών δεν αποτελεί μόνο πρόβλημα για την Τεχεράνη. Επηρεάζει και την ενεργειακή ασφάλεια των ασιατικών οικονομιών.

Εδώ βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα γεωπολιτικά σημεία της κρίσης: η ενεργειακή πίεση προς το Ιράν μπορεί να μετατραπεί σε πίεση προς ένα ευρύτερο δίκτυο κρατών που εξαρτώνται από τις ροές του Περσικού Κόλπου.

2.6. Τα Στενά του Ορμούζ: Ο γεωγραφικός πολλαπλασιαστής ισχύος της Τεχεράνης

Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν το σημαντικότερο γεωστρατηγικό πλεονέκτημα του Ιράν στην παρούσα σύγκρουση.

Η στενή θαλάσσια δίοδος συνδέει τον Περσικό Κόλπο με τον Κόλπο του Ομάν και τον Ινδικό Ωκεανό. Μέσω αυτής διέρχεται ένα πολύ μεγάλο μέρος του παγκόσμιου εμπορίου υδρογονανθράκων. Η σημασία της δεν αφορά μόνο το ιρανικό πετρέλαιο, αλλά και τις εξαγωγές της Σαουδικής Αραβίας, του Ιράκ, του Κουβέιτ, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και του Κατάρ.

Η γεωγραφία δημιουργεί εδώ μια ιδιότυπη ισορροπία. Το Ιράν δεν χρειάζεται να ελέγχει ολόκληρη την περιοχή για να επηρεάσει τις ενεργειακές ροές. Η θέση του κατά μήκος της βόρειας ακτής, σε συνδυασμό με τη στρατιωτική του παρουσία και τη δυνατότητα επιτήρησης των θαλάσσιων διαδρομών, του προσφέρει σημαντικό πλεονέκτημα.

Η αξία αυτού του πλεονεκτήματος δεν βρίσκεται αποκλειστικά στη δυνατότητα πλήρους διακοπής της ναυσιπλοΐας. Βρίσκεται και στην ικανότητα δημιουργίας αβεβαιότητας, αύξησης του κόστους ασφάλισης, επιβολής πρόσθετων διαδικασιών και μεταβολής των συνθηκών υπό τις οποίες πραγματοποιείται η διέλευση των εμπορικών πλοίων.

Κατά τη διάρκεια του 2026, η ιρανική πλευρά προώθησε ένα νέο πλαίσιο διαχείρισης της θαλάσσιας κυκλοφορίας. Οι σχετικές προτάσεις περιλάμβαναν καθορισμένες διαδρομές, προηγούμενη άδεια διέλευσης, συντονισμό με τις ιρανικές ναυτικές αρχές και ενδεχόμενη επιβολή τελών για συγκεκριμένες υπηρεσίες.

Η πρόταση αυτή έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία. Η Τεχεράνη επιδιώκει να μετατρέψει τον έλεγχο της θαλάσσιας πρόσβασης από προσωρινό μέτρο πολεμικής πίεσης σε στοιχείο μιας νέας περιφερειακής αρχιτεκτονικής ασφαλείας.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί προτάσεις για συνεννόηση με το Ομάν, το οποίο αποτελεί το άλλο παράκτιο κράτος της κρίσιμης θαλάσσιας ζώνης. Η συμμετοχή του Μουσκάτ είναι καθοριστική, καθώς οποιοδήποτε μακροπρόθεσμο σύστημα διαχείρισης της ναυσιπλοΐας θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τη γεωγραφική και νομική θέση και των δύο χωρών.

Δεν πρέπει, ωστόσο, να συγχέεται η πολιτική πρόθεση με την ολοκλήρωση ενός νέου διεθνούς νομικού καθεστώτος. Η προώθηση σχεδίων νόμου, η λειτουργία μηχανισμών συντονισμού και οι διαπραγματεύσεις με το Ομάν αποτελούν διαφορετικά στάδια. Η πλήρης θεσμική κατοχύρωση ενός νέου συστήματος απαιτεί περαιτέρω διαδικασίες και διεθνή αποδοχή.

Ανεξάρτητα από την τελική νομική μορφή, το στρατηγικό μήνυμα είναι σαφές: η Τεχεράνη δεν επιθυμεί απλώς την επιστροφή στην προγενέστερη κατάσταση. Θέλει να διαπραγματευθεί τους όρους υπό τους οποίους θα λειτουργεί η θαλάσσια δίοδος στο μέλλον.

2.7. Η σύγκρουση για τις θαλάσσιες διαδρομές και η οικονομία της ασφάλισης

Ο έλεγχος του Ορμούζ δεν αφορά μόνο το αν ένα πλοίο μπορεί να περάσει. Αφορά το ποια διαδρομή θα χρησιμοποιήσει, ποιος θα εγκρίνει τη διέλευση και ποιος θα αναλάβει το κόστος και τον κίνδυνο.

Όταν η ναυσιπλοΐα διεξάγεται υπό καθεστώς στρατιωτικής έντασης, οι ασφαλιστικές εταιρείες αναθεωρούν τα ασφάλιστρα πολεμικού κινδύνου. Οι ναυτιλιακές επιχειρήσεις επανεξετάζουν τα δρομολόγιά τους, οι πλοιοκτήτες απαιτούν υψηλότερες αποζημιώσεις και οι ναυλωτές μετακυλίουν το πρόσθετο κόστος στις τελικές τιμές των εμπορευμάτων.

Έτσι, ακόμη και χωρίς ολοκληρωτικό κλείσιμο των Στενών, η εμπορική λειτουργία της περιοχής μπορεί να υποστεί σοβαρή διαταραχή.

Η συζήτηση για μια εναλλακτική νότια διαδρομή, η οποία θα περιορίζει την εξάρτηση από τις διαδρομές που βρίσκονται υπό ιρανικό συντονισμό, εντάσσεται σε αυτή την προσπάθεια. Ωστόσο, η ύπαρξη εναλλακτικής διαδρομής δεν σημαίνει ότι μπορεί να αντικαταστήσει πλήρως τη στρατηγική σημασία του Ορμούζ.

Οι δυνατότητες των αγωγών, των λιμανιών και των χερσαίων δικτύων μεταφοράς έχουν συγκεκριμένα όρια. Δεν μπορούν να απορροφήσουν απεριόριστα τις ποσότητες που κανονικά μεταφέρονται διά θαλάσσης. Επιπλέον, η λειτουργία τους εξαρτάται από την ασφάλεια των εγκαταστάσεων, την πολιτική σταθερότητα των χωρών διέλευσης και την επάρκεια των υποδομών.

Η οικονομική σημασία του Ορμούζ, επομένως, δεν περιορίζεται στο πετρέλαιο που περνά καθημερινά από εκεί. Αφορά τη δυνατότητα ολόκληρου του Περσικού Κόλπου να παραμένει συνδεδεμένος με τις διεθνείς αγορές.

Αυτή η πραγματικότητα εξηγεί γιατί η Τεχεράνη αντιμετωπίζει τη θαλάσσια πρόσβαση ως διαπραγματευτικό πλεονέκτημα. Η δυνατότητα να επηρεάζει το κόστος και την ασφάλεια της διέλευσης δημιουργεί πίεση όχι μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και στις περιφερειακές οικονομίες και στους μεγάλους ενεργειακούς εισαγωγείς.

Το Ορμούζ λειτουργεί έτσι ως γεωγραφικός πολλαπλασιαστής ισχύος. Επιτρέπει σε μια περιφερειακή δύναμη να επηρεάζει οικονομικές και στρατηγικές αποφάσεις πολύ πέρα από τα άμεσα σύνορά της.

2.8. Η οικονομική διάσταση ως προϋπόθεση της νέας περιφερειακής ισορροπίας

Η οικονομική αντιπαράθεση Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν αποκαλύπτει ότι η σύγκρουση δεν μπορεί να λυθεί αποκλειστικά με στρατιωτικά μέσα ή με μια νέα πυρηνική συμφωνία.

Για την Ουάσιγκτον, οι κυρώσεις, ο αποκλεισμός των ιρανικών λιμανιών και η πίεση στις ενεργειακές εξαγωγές αποτελούν μέσα διατήρησης της διαπραγματευτικής υπεροχής. Για την Τεχεράνη, η πρόσβαση στα δεσμευμένα κεφάλαια, η άρση του αποκλεισμού και η διατήρηση της επιρροής της στα Στενά του Ορμούζ αποτελούν προϋποθέσεις οποιασδήποτε νέας συμφωνίας.

Οι δύο πλευρές, επομένως, δεν διαφωνούν μόνο για το περιεχόμενο μιας μελλοντικής συμφωνίας. Διαφωνούν για το ποιος θα ελέγχει τους μηχανισμούς εφαρμογής της και ποιος θα διαθέτει τα ισχυρότερα εργαλεία πίεσης μετά την υπογραφή της.

Αυτή είναι η ουσία του οικονομικού παζαριού.

Η αποδέσμευση των κεφαλαίων χωρίς ουσιαστική άρση των περιορισμών θα άφηνε σημαντικό μέρος της αμερικανικής οικονομικής πίεσης ανέπαφο. Αντίστοιχα, η επαναφορά της ναυσιπλοΐας χωρίς σαφείς εγγυήσεις για τα ιρανικά λιμάνια και τις εξαγωγές θα περιόριζε το στρατηγικό πλεονέκτημα της Τεχεράνης χωρίς να εξασφαλίζει την οικονομική της αποκατάσταση.

Από την άλλη πλευρά, η διατήρηση ενός καθεστώτος περιορισμένης και αβέβαιης διέλευσης από το Ορμούζ δημιουργεί κινδύνους που δεν αφορούν μόνο τις Ηνωμένες Πολιτείες. Απειλεί τις ενεργειακές προμήθειες της Ασίας, αυξάνει το κόστος για τις χώρες του Κόλπου και ενισχύει την αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές.

Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται ο ρόλος της Κίνας και της Ρωσίας. Η ενεργειακή ασφάλεια της Ασίας, η διατήρηση των εμπορικών διαδρομών και η αποφυγή μιας παρατεταμένης αποσταθεροποίησης του Περσικού Κόλπου αποτελούν ζητήματα ευρύτερης ευρασιατικής σημασίας.

Η κρίση, επομένως, δεν αφορά αποκλειστικά το αν το Ιράν θα εξασφαλίσει πρόσβαση στα χρήματά του ή αν οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πετύχουν την επαναφορά της ναυσιπλοΐας υπό τους δικούς τους όρους. Αφορά το αν η διαχείριση ενός από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαδρόμους του πλανήτη θα παραμείνει συνδεδεμένη με την αμερικανική στρατηγική επιρροή ή αν θα διαμορφωθεί ένα περισσότερο σύνθετο περιφερειακό σύστημα, στο οποίο οι παράκτιες χώρες και οι μεγάλες ασιατικές δυνάμεις θα έχουν ισχυρότερο λόγο.

Το οικονομικό μέτωπο αποδεικνύει ότι η ισχύς δεν μετριέται μόνο με τον αριθμό των πολεμικών πλοίων ή των πυραυλικών συστημάτων. Μετριέται και με την ικανότητα ενός κράτους να διατηρεί τις εξαγωγές του, να εξασφαλίζει χρηματοδότηση, να ελέγχει κρίσιμες υποδομές και να επηρεάζει τις εμπορικές διαδρομές.

Το Ιράν επιχειρεί να αξιοποιήσει ακριβώς αυτά τα πλεονεκτήματα. Δεν διαθέτει την οικονομική ισχύ των Ηνωμένων Πολιτειών ούτε την ίδια δυνατότητα παγκόσμιας στρατιωτικής προβολής. Διαθέτει, όμως, μια γεωγραφική θέση που του επιτρέπει να επηρεάζει το ενεργειακό σύστημα της διεθνούς οικονομίας.

Και όσο το Ορμούζ παραμένει στο επίκεντρο της κρίσης, η Τεχεράνη θα εξακολουθεί να διαθέτει ένα διαπραγματευτικό εργαλείο που δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Η οικονομική αντιπαράθεση, λοιπόν, δεν είναι ξεχωριστή από τη στρατιωτική σύγκρουση. Είναι η άλλη όψη της ίδιας αναμέτρησης για τον έλεγχο των ενεργειακών ροών, των εμπορικών διαδρομών και της μελλοντικής περιφερειακής τάξης.

 

Κεφάλαιο 3

Το Πακιστάν και η νέα περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφαλείας: Σαουδική Αραβία, Τουρκία, Κατάρ και οι συμφωνίες της Μέκκας και Badr

3.1. Η κρίση ξεπερνά τα όρια της αμερικανοϊρανικής αντιπαράθεσης

Η αντιπαράθεση Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν έχει δημιουργήσει μια νέα πραγματικότητα για ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Οι περιφερειακές δυνάμεις δεν μπορούν πλέον να αντιμετωπίζουν την ασφάλειά τους αποκλειστικά μέσα από τις παραδοσιακές συμμαχίες τους με την Ουάσιγκτον. Η πιθανότητα μιας γενικευμένης σύγκρουσης, οι απειλές κατά των ενεργειακών εγκαταστάσεων και η αβεβαιότητα γύρω από τη ναυσιπλοΐα στον Περσικό Κόλπο έχουν μετατρέψει την περιφερειακή διπλωματία σε παράγοντα πρώτης γραμμής.

Η Σαουδική Αραβία, το Πακιστάν, η Τουρκία και το Κατάρ κινούνται σε ένα περιβάλλον όπου η στρατιωτική προστασία, η ενεργειακή ασφάλεια και η διπλωματική επιρροή συνδέονται άμεσα. Καθεμία από αυτές τις χώρες έχει διαφορετικές προτεραιότητες, αλλά όλες αντιλαμβάνονται ότι μια ανεξέλεγκτη κλιμάκωση θα μπορούσε να ανατρέψει τις ισορροπίες που διαμορφώθηκαν τα προηγούμενα χρόνια.

Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι οι περιφερειακές πρωτοβουλίες δεν περιορίζονται πλέον στην προσπάθεια αποκλιμάκωσης. Περιλαμβάνουν συζητήσεις για εγγυήσεις ασφαλείας, αμυντική συνεργασία, συντονισμό μεταξύ κρατών και ενδεχόμενη δημιουργία ενός πλαισίου στο οποίο οι χώρες της περιοχής θα έχουν μεγαλύτερη συμμετοχή στις αποφάσεις που καθορίζουν το μέλλον τους.

Αυτό δεν σημαίνει ότι έχει ήδη δημιουργηθεί μια ενιαία περιφερειακή συμμαχία ή ότι οι συγκεκριμένες χώρες έχουν εγκαταλείψει τις υφιστάμενες στρατηγικές τους σχέσεις. Σημαίνει, όμως, ότι αναζητούν πρόσθετες επιλογές και μηχανισμούς που θα τους επιτρέψουν να αντιμετωπίσουν μια κρίση χωρίς να εξαρτώνται αποκλειστικά από τις αποφάσεις μιας εξωτερικής δύναμης.

Σε αυτή τη μετατόπιση, το Πακιστάν αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Διαθέτει στενές σχέσεις με τη Σαουδική Αραβία, διατηρεί δίαυλο επικοινωνίας με το Ιράν και επιδιώκει να αναγνωριστεί ως δύναμη που μπορεί να μεσολαβήσει ανάμεσα σε αντιμαχόμενους πόλους. Η γεωγραφική του θέση, η στρατιωτική του ισχύς και οι σχέσεις του με τον μουσουλμανικό κόσμο το καθιστούν χρήσιμο συνομιλητή σε μια περίοδο κατά την οποία η παραδοσιακή διπλωματική αρχιτεκτονική της περιοχής δοκιμάζεται.

3.2. Το Πακιστάν ως διαμεσολαβητής και διεκδικητής ρόλου εγγυητή

Η παρουσία του Πακιστάν στην κρίση δεν αποτελεί μια τυπική διπλωματική συμμετοχή. Το Ισλαμαμπάντ επιχειρεί να μετατρέψει τις σχέσεις του με τις βασικές περιφερειακές δυνάμεις σε πολιτικό κεφάλαιο, διεκδικώντας έναν ρόλο που θα ξεπερνά την απλή μεταφορά μηνυμάτων μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών.

Κεντρικό πρόσωπο αυτής της προσπάθειας είναι ο αρχηγός του πακιστανικού στρατού, στρατάρχης Ασίμ Μουνίρ. Η συμμετοχή του στις επαφές με την ιρανική ηγεσία στις 26 Οκτωβρίου, μαζί με τον υπουργό Άμυνας της Σαουδικής Αραβίας και τον επικεφαλής των τουρκικών υπηρεσιών πληροφοριών, Ιμπραχίμ Καλίν, έδωσε ιδιαίτερο βάρος στην πακιστανική πρωτοβουλία.

Η συνάντηση στην Τεχεράνη είχε ευρύτερη πολιτική σημασία. Δεν επρόκειτο απλώς για επαφή μεταξύ διπλωματικών αντιπροσωπειών. Συμμετείχαν πρόσωπα που συνδέονται άμεσα με τους μηχανισμούς ασφαλείας και τις στρατηγικές αποφάσεις των χωρών τους.

Σύμφωνα με το δημόσιο πλαίσιο της συνάντησης, οι συνομιλίες αποσκοπούσαν στη διατήρηση του διαλόγου και στην αποτροπή περαιτέρω κλιμάκωσης. Η πακιστανική πλευρά και η Τεχεράνη απέδωσαν στον Μουνίρ πρωτοβουλία για τη διοργάνωση της τετραμερούς συνάντησης. Ωστόσο, δεν ανακοινώθηκε συγκεκριμένη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός, ούτε δημιουργήθηκε κάποιος ολοκληρωμένος μηχανισμός εφαρμογής ή δόθηκε ημερομηνία για επόμενο γύρο.

Η σημασία της πρωτοβουλίας βρίσκεται επομένως περισσότερο στη διαδικασία παρά στο άμεσο αποτέλεσμά της. Το Πακιστάν κατάφερε να βρεθεί στο ίδιο διπλωματικό τραπέζι με την Τεχεράνη, το Ριάντ και την Άγκυρα, αναδεικνύοντας τον εαυτό του ως πιθανό ενδιάμεσο σε μια σύγκρουση που απειλεί να αποσταθεροποιήσει ολόκληρη την περιοχή.

Υπάρχει, παράλληλα, μια επιπλέον διάσταση. Στο υλικό της έρευνας εμφανίζεται η εκτίμηση ότι ο Μουνίρ μετέφερε στην ιρανική πλευρά πρόταση που είχε εγκριθεί από τον Ντόναλντ Τραμπ. Η συγκεκριμένη πληροφορία δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως πλήρως επιβεβαιωμένο γεγονός, ούτε αποδεικνύει ότι το Πακιστάν έχει αναλάβει επισήμως τη διαπραγμάτευση εκ μέρους της αμερικανικής κυβέρνησης.

Εξίσου προσεκτικά πρέπει να αντιμετωπιστούν οι αναφορές ότι ο πακιστανικός στρατός έχει αναλάβει πλέον τον κεντρικό ρόλο στις συνομιλίες μετά από επαφή με την ανώτατη ιρανική ηγεσία. Η πληροφορία αυτή αποδίδεται σε μη κατονομαζόμενη πηγή που συνδέεται με το περιβάλλον του Μοχσέν Ρεζαΐ και δεν έχει επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα.

Αυτό που μπορεί να διαπιστωθεί είναι ότι το Πακιστάν επιδιώκει να αποκτήσει θέση εγγυητή σε οποιαδήποτε μελλοντική συμφωνία. Δεν θέλει να περιοριστεί στον ρόλο του διαμεσολαβητή που μεταφέρει προτάσεις. Θέλει να συμμετέχει στη διαδικασία που θα καθορίζει αν οι δεσμεύσεις των δύο πλευρών θα εφαρμοστούν.

Η επιδίωξη αυτή έχει και μια σαφή γεωπολιτική διάσταση. Εάν το Ισλαμαμπάντ αποκτήσει αναγνωρισμένο ρόλο στην ασφάλεια του Περσικού Κόλπου, θα ενισχύσει τη θέση του απέναντι στη Σαουδική Αραβία, θα αποκτήσει πρόσθετη διπλωματική αξία έναντι της Ουάσιγκτον και θα διατηρήσει ανοιχτό έναν δίαυλο με το Ιράν.

3.3. Η Σαουδική Αραβία: Ανάμεσα στην αμερικανική συμμαχία και την ανάγκη περιφερειακής αυτονομίας

Για τη Σαουδική Αραβία, η κρίση με το Ιράν δημιουργεί ένα στρατηγικό δίλημμα.

Το Ριάντ διατηρεί μακροχρόνια σχέση ασφαλείας με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στον Κόλπο, η συνεργασία στον τομέα της άμυνας και η πρόσβαση σε προηγμένα οπλικά συστήματα αποτελούν σημαντικά στοιχεία της σαουδαραβικής στρατηγικής.

Ωστόσο, η ίδια αυτή σχέση δημιουργεί κινδύνους όταν η αμερικανική πολιτική οδηγεί σε άμεση αντιπαράθεση με την Τεχεράνη. Σε περίπτωση αμερικανικής επίθεσης, η Σαουδική Αραβία θα μπορούσε να βρεθεί αντιμέτωπη με ιρανικά αντίποινα, όχι μόνο εναντίον στρατιωτικών εγκαταστάσεων αλλά και εναντίον ενεργειακών υποδομών, λιμανιών και κρίσιμων δικτύων.

Η γεωγραφία καθιστά το πρόβλημα ιδιαίτερα σοβαρό. Οι μεγάλες πετρελαϊκές εγκαταστάσεις της Σαουδικής Αραβίας αποτελούν στρατηγικούς στόχους, ενώ η λειτουργία των εξαγωγικών της διαδρομών εξαρτάται από τη σταθερότητα της ευρύτερης περιοχής.

Οι επιθέσεις των προηγούμενων ετών απέδειξαν ότι ακόμη και ένα κράτος με σημαντικές στρατιωτικές δυνατότητες και εκτεταμένη αμυντική συνεργασία με τις ΗΠΑ δεν μπορεί να θεωρεί τις ενεργειακές του υποδομές απολύτως προστατευμένες. Η πιθανότητα μιας νέας κρίσης, με ταυτόχρονες απειλές από τον Περσικό Κόλπο και την Ερυθρά Θάλασσα, αυξάνει την ανάγκη για μια πιο σύνθετη πολιτική ασφαλείας.

Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να ερμηνευθεί η συμμετοχή του Σαουδάραβα υπουργού Άμυνας στις συνομιλίες της Τεχεράνης στις 26 Οκτωβρίου. Η παρουσία του δεν αποδεικνύει αλλαγή στρατοπέδου ούτε εγκατάλειψη της αμερικανικής συμμαχίας. Δείχνει, όμως, ότι το Ριάντ θεωρεί απαραίτητη τη διατήρηση απευθείας διαύλων επικοινωνίας με το Ιράν.

Η σαουδαραβική προσέγγιση μπορεί να περιγραφεί ως προσπάθεια αποφυγής μιας σύγκρουσης που θα είχε δυσανάλογο κόστος για το ίδιο το βασίλειο. Η προστασία των πετρελαϊκών εγκαταστάσεων, η ασφάλεια των θαλάσσιων οδών και η αποτροπή επιθέσεων στο εσωτερικό της χώρας αποτελούν άμεσες προτεραιότητες.

Αυτή η πολιτική δεν συνιστά απαραίτητα ουδετερότητα. Συνιστά προσπάθεια διατήρησης στρατηγικών επιλογών. Το Ριάντ επιδιώκει να παραμείνει σύμμαχος της Ουάσιγκτον, χωρίς όμως να επιτρέψει στις αμερικανικές αποφάσεις να καθορίσουν αποκλειστικά το επίπεδο κινδύνου που θα αντιμετωπίσει η σαουδαραβική επικράτεια.

Η διαφορά είναι ουσιαστική. Η παραδοσιακή αντίληψη της ασφάλειας στον Κόλπο βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στην αμερικανική στρατιωτική προστασία. Η σημερινή κρίση αναδεικνύει τα όρια αυτού του μοντέλου: οι στρατιωτικές βάσεις μπορεί να λειτουργούν ως μέσα αποτροπής, αλλά σε συνθήκες γενικευμένης σύγκρουσης μπορούν επίσης να μετατρέψουν τις χώρες που τις φιλοξενούν σε πιθανούς στόχους.

3.4. Το Σύμφωνο της Μέκκας: Η αναζήτηση ενός νέου πλαισίου αμυντικής συνεργασίας

Η συζήτηση γύρω από το Σύμφωνο της Μέκκας αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή επιχειρεί να συνδέσει τις στρατηγικές ανάγκες της Σαουδικής Αραβίας, του Πακιστάν και της Τουρκίας σε ένα ευρύτερο πλαίσιο αμυντικής συνεργασίας.

Στο πλαίσιο της έρευνας, η συγκεκριμένη πρωτοβουλία εμφανίζεται ως πιθανός μηχανισμός που θα μπορούσε να προσφέρει στο Πακιστάν θεσμικό ρόλο εγγυητή, ενώ θα επέτρεπε στην Τουρκία να συμμετέχει στην περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφαλείας χωρίς να αναλάβει αυτομάτως υποχρέωση αποστολής στρατευμάτων σε κάθε πιθανή σύγκρουση.

Η κοινοβουλευτική διαδικασία στην Τουρκία αποτελεί ένα σημαντικό στοιχείο για την κατανόηση των πραγματικών ορίων της συμφωνίας. Στις 27 Οκτωβρίου η σχετική επιτροπή ενέκρινε το πλαίσιο που εξεταζόταν, ενώ η ολομέλεια αναμενόταν να συζητήσει το θέμα την πρώτη εβδομάδα του Νοεμβρίου.

Η διαδικασία αυτή έχει σημασία επειδή η συμμετοχή της Τουρκίας δεν πρέπει να θεωρείται απεριόριστη ή αυτόματη. Η ανάπτυξη δυνάμεων απαιτεί ξεχωριστή απόφαση. Η προβλεπόμενη συνεισφορά της Άγκυρας, όπως περιγράφεται στο υπό εξέταση πλαίσιο, περιορίζεται σε τομείς όπως η εκπαίδευση, η παροχή συμβουλών και ο εξοπλισμός.

Αυτό αποκαλύπτει την προσεκτική στάση της τουρκικής ηγεσίας. Η Άγκυρα επιδιώκει να αποκτήσει θέση στο τραπέζι των περιφερειακών αποφάσεων, να ενισχύσει τη στρατηγική της σχέση με το Ριάντ και το Ισλαμαμπάντ και να διατηρήσει επιρροή στην ευρύτερη περιοχή. Δεν φαίνεται, όμως, να επιθυμεί να δεσμευθεί εκ των προτέρων σε μια στρατιωτική εμπλοκή που θα μπορούσε να την οδηγήσει σε άμεση αντιπαράθεση με το Ιράν.

Για το Πακιστάν, το Σύμφωνο της Μέκκας προσφέρει μια διαφορετική δυνατότητα. Η συμμετοχή του σε ένα σχήμα αμυντικής συνεργασίας με τη Σαουδική Αραβία και την Τουρκία θα μπορούσε να ενισχύσει τη θέση του ως εγγυητή ασφαλείας, χωρίς να χρειάζεται να αναλάβει την αποστολή δυνάμεων σε κάθε περιφερειακό μέτωπο.

Η βασική επιδίωξη του Ισλαμαμπάντ είναι να αποκτήσει πολιτικό και στρατηγικό βάρος, διατηρώντας παράλληλα την ευελιξία του. Η συμμετοχή σε έναν μηχανισμό εγγυήσεων μπορεί να αποφέρει διπλωματικά οφέλη, αλλά η άμεση στρατιωτική εμπλοκή σε μια σύγκρουση στον Κόλπο θα μπορούσε να δημιουργήσει σοβαρές συνέπειες για την ίδια την πακιστανική ασφάλεια.

Εδώ βρίσκεται και η σημασία της διάκρισης ανάμεσα στη συμμετοχή σε έναν μηχανισμό συνεργασίας και στην αυτόματη στρατιωτική υποχρέωση. Το Σύμφωνο της Μέκκας δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως μια ήδη ενεργοποιημένη αμυντική συμμαχία με δεδομένη κοινή στρατιωτική δράση. Η πραγματική του λειτουργία θα εξαρτηθεί από τις τελικές θεσμικές αποφάσεις και από τους όρους που θα συμφωνηθούν μεταξύ των συμμετεχόντων.

3.5. Το Μνημόνιο Badr: Αμυντική βιομηχανία και στρατηγική συνεργασία

Μια δεύτερη πρωτοβουλία που πρέπει να εξεταστεί χωριστά είναι το Μνημόνιο Badr, το οποίο υπογράφηκε στην Ντόχα στις 21 Οκτωβρίου από το Κατάρ, το Πακιστάν, την Τουρκία και την Ινδονησία.

Η συγκεκριμένη συμφωνία αφορά την αμυντική βιομηχανική συνεργασία. Δεν αποτελεί διμερή στρατιωτική συμμαχία, δεν περιλαμβάνει ρήτρα αμοιβαίας άμυνας και είναι διαφορετική από το Σύμφωνο της Μέκκας.

Η διάκριση αυτή είναι ουσιώδης, επειδή η ονομασία και η χρονική συγκυρία των δύο πρωτοβουλιών μπορούν εύκολα να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι πρόκειται για ένα ενιαίο στρατιωτικό σύστημα. Δεν είναι.

Το Badr αφορά τη συνεργασία στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας και την ανάπτυξη δεσμών μεταξύ κρατών που διαθέτουν διαφορετικές δυνατότητες, τεχνολογικές υποδομές και ανάγκες. Η σημασία του βρίσκεται στην προσπάθεια δημιουργίας διαύλων συνεργασίας που δεν περιορίζονται στην αγορά έτοιμων οπλικών συστημάτων από τις παραδοσιακές μεγάλες δυνάμεις.

Για το Πακιστάν, η συμμετοχή προσφέρει τη δυνατότητα να ενισχύσει τη θέση του ως αμυντικού και τεχνολογικού εταίρου. Για την Τουρκία, αποτελεί ευκαιρία να διευρύνει τη βιομηχανική και εξαγωγική της παρουσία. Για το Κατάρ, η συνεργασία μπορεί να ενισχύσει τη διαφοροποίηση των αμυντικών του σχέσεων. Η Ινδονησία, από την πλευρά της, συμμετέχει σε ένα σχήμα που διευρύνει τη συνεργασία πέρα από τα στενά όρια της Μέσης Ανατολής.

Το Badr δεν αποδεικνύει ότι έχει δημιουργηθεί ένας νέος ενιαίος στρατιωτικός άξονας. Αποκαλύπτει, όμως, μια τάση προς τη διαφοροποίηση των αμυντικών συνεργασιών και την ενίσχυση της δυνατότητας των συμμετεχόντων κρατών να αναπτύσσουν κοινές παραγωγικές και τεχνολογικές σχέσεις.

Η διάσταση αυτή έχει μακροπρόθεσμη σημασία. Η στρατηγική αυτονομία δεν εξαρτάται μόνο από την πολιτική βούληση ενός κράτους. Εξαρτάται και από τη δυνατότητά του να συντηρεί, να αναβαθμίζει και να παράγει τα μέσα με τα οποία υπερασπίζεται την επικράτειά του.

Η αμυντική βιομηχανία αποτελεί, επομένως, έναν από τους βασικούς πυλώνες μιας περισσότερο πολυκεντρικής περιφερειακής αρχιτεκτονικής.

3.6. Το Κατάρ: Διπλωματικός μεσολαβητής μέσα σε ένα περιβάλλον στρατηγικής πίεσης

Το Κατάρ διαδραματίζει διαφορετικό, αλλά εξίσου σημαντικό ρόλο. Σε αντίθεση με το Πακιστάν, το οποίο επιδιώκει να αναγνωριστεί ως πιθανός εγγυητής, η Ντόχα λειτουργεί κυρίως ως ορατός διπλωματικός δίαυλος ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη.

Η γεωγραφική θέση του Κατάρ και οι σχέσεις του με τις δύο πλευρές το καθιστούν κατάλληλο για τη μεταφορά προτάσεων και τη διατήρηση επαφών ακόμη και όταν οι απευθείας συνομιλίες είναι πολιτικά δύσκολες.

Η καταριανή διαμεσολάβηση απέκτησε ιδιαίτερη σημασία με την επιστολή που αποδίδεται στον αντιπρόεδρο των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς και μεταφέρθηκε στην ιρανική πλευρά στις 25 Οκτωβρίου. Η Ντόχα εμφανίζεται ως ο βασικός δίαυλος για την ανταλλαγή προτάσεων, ενώ καταριανή αντιπροσωπεία με επικεφαλής ανώτερο σύμβουλο του πρωθυπουργού έφθασε στην Τεχεράνη στις 30 Οκτωβρίου.

Στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας εξετάστηκε ένα σχέδιο που προέβλεπε αμοιβαία βήματα μέσα σε διάστημα επτά ημερών: επιστροφή των επιθεωρητών της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας στις πληγείσες πυρηνικές εγκαταστάσεις, σταδιακή ελάφρυνση των κυρώσεων, απευθείας συνομιλίες και επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ.

Το σχέδιο αυτό δεν είχε επιβεβαιωθεί επισήμως από τις δύο κυβερνήσεις. Παράλληλα, η ιρανική πλευρά φέρεται να αντιμετώπισε αρνητικά ορισμένες από τις αρχικές προτάσεις, ενώ υπήρξαν αναφορές για εναλλακτική ιρανική αντιπρόταση με διαφορετική χρονική ακολουθία. Επομένως, η ύπαρξη καταριανού σχεδίου δεν πρέπει να συγχέεται με την επίτευξη συμφωνίας.

Η θέση του Κατάρ είναι σύνθετη. Η χώρα φιλοξενεί τη μεγαλύτερη αμερικανική αεροπορική βάση στην περιοχή, ενώ διατηρεί ταυτόχρονα σχέσεις με την Τεχεράνη και σημαντική διπλωματική παρουσία στον αραβικό κόσμο.

Αυτό δημιουργεί μια στρατηγική αντίφαση. Η αμερικανική στρατιωτική παρουσία προσφέρει στο Κατάρ ένα επίπεδο αποτροπής και στενή σχέση με την Ουάσιγκτον. Σε περίπτωση, όμως, γενικευμένης σύγκρουσης, η ίδια παρουσία θα μπορούσε να αυξήσει τον κίνδυνο να βρεθεί η χώρα στο πεδίο των αντιποίνων.

Η Τεχεράνη έχει προειδοποιήσει ότι σε περίπτωση επίθεσης θα μπορούσαν να βρεθούν στο στόχαστρο όχι μόνο στρατιωτικές εγκαταστάσεις, αλλά και κρίσιμες ενεργειακές και τεχνολογικές υποδομές στην περιοχή. Οι αναφορές σε εγκαταστάσεις πετρελαίου, υποθαλάσσια καλώδια, κέντρα δεδομένων και υποδομές τεχνητής νοημοσύνης αποτυπώνουν το εύρος των σύγχρονων κινδύνων.

Για τη Ντόχα, επομένως, η επιτυχία της διαμεσολάβησης δεν αποτελεί απλώς διπλωματικό επίτευγμα. Συνδέεται άμεσα με τη δική της εθνική ασφάλεια και με την αποτροπή μιας σύγκρουσης που θα μπορούσε να πλήξει τις υποδομές και τον οικονομικό της ρόλο.

Η καταριανή διπλωματία προσπαθεί να διατηρήσει ανοιχτούς τους διαύλους και να διαμορφώσει ένα κείμενο που θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό από τις δύο πλευρές. Ωστόσο, η Ντόχα δεν διαθέτει από μόνη της τη δυνατότητα να εγγυηθεί την εφαρμογή μιας συμφωνίας. Για τον λόγο αυτό, ο ρόλος του Πακιστάν και η πιθανή συμμετοχή άλλων περιφερειακών δυνάμεων αποκτούν ιδιαίτερη σημασία.

3.7. Η πρόταση του Ομάν και η έννοια της αδιαίρετης ασφάλειας

Πέρα από τις πρωτοβουλίες του Πακιστάν, της Τουρκίας και του Κατάρ, υπάρχει μια ακόμη πρόταση που έχει ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία: η ιδέα ενός συμφώνου μη επίθεσης μεταξύ όλων των παράκτιων κρατών του Κόλπου.

Η πρόταση που αποδίδεται στο Ομάν αφορά ένα πλαίσιο στο οποίο θα συμμετείχαν και οι οκτώ παράκτιες χώρες του Κόλπου, συμπεριλαμβανομένων του Ιράν και του Ιράκ, με στόχο τη διαμόρφωση μηχανισμού μη επίθεσης και μιας προσωρινής διευθέτησης για τη λειτουργία των Στενών του Ορμούζ.

Η ιδέα αυτή διαφοροποιείται από τις συνηθισμένες αμυντικές συμφωνίες. Δεν επιχειρεί να συγκροτήσει ένα στρατιωτικό μπλοκ εναντίον ενός τρίτου κράτους. Αντίθετα, στηρίζεται στην παραδοχή ότι η ασφάλεια της περιοχής δεν μπορεί να διασφαλιστεί εάν ένα από τα βασικά παράκτια κράτη παραμένει μόνιμα εκτός της διαδικασίας λήψης αποφάσεων.

Η πρόταση αντιμετωπίζει, ωστόσο, σοβαρά πολιτικά εμπόδια. Οι ανταγωνισμοί μεταξύ των κρατών, η αμερικανική στρατιωτική παρουσία, η δυσπιστία απέναντι στις προθέσεις της Τεχεράνης και οι διαφορετικές αντιλήψεις για το καθεστώς του Ορμούζ δυσκολεύουν τη δημιουργία ενός τέτοιου μηχανισμού.

Παρά τις δυσκολίες, η ίδια η ύπαρξη της πρότασης έχει σημασία. Αποτυπώνει μια διαφορετική αντίληψη για την περιφερειακή ασφάλεια: αντί να θεωρείται ότι η σταθερότητα μπορεί να επιβληθεί από μια εξωτερική δύναμη ή από μια συμμαχία κρατών που αποκλείει τους αντιπάλους της, επιχειρείται να συνδεθεί η ασφάλεια όλων των παράκτιων χωρών σε ένα κοινό πλαίσιο.

Σε αυτό το σημείο συναντάμε την έννοια της αδιαίρετης ασφάλειας, η οποία έχει χρησιμοποιηθεί στη ρωσική διπλωματική προσέγγιση. Η βασική της ιδέα είναι ότι η ασφάλεια ενός κράτους δεν μπορεί να οικοδομείται μόνιμα εις βάρος της ασφάλειας των γειτόνων του. Εάν μια περιφερειακή αρχιτεκτονική εξασφαλίζει την προστασία ορισμένων κρατών, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί μόνιμη απειλή για άλλα, τότε δεν παράγει σταθερότητα. Παράγει τις προϋποθέσεις της επόμενης σύγκρουσης.

Η εφαρμογή μιας τέτοιας αντίληψης στον Περσικό Κόλπο θα απαιτούσε σημαντικές πολιτικές παραχωρήσεις από όλες τις πλευρές. Θα προϋπέθετε συμφωνία για τη μη χρήση της επικράτειας των κρατών ως ορμητηρίου επιθέσεων, μηχανισμούς επικοινωνίας σε περιόδους κρίσης, κανόνες θαλάσσιας διέλευσης και αμοιβαίες εγγυήσεις.

Δεν υπάρχει, προς το παρόν, ολοκληρωμένη συμφωνία που να εκπληρώνει αυτές τις προϋποθέσεις. Η πρόταση του Ομάν παραμένει ένα πολιτικό σχέδιο με σημαντικά εμπόδια. Η σημασία της βρίσκεται στο ότι μεταφέρει τη συζήτηση από την προσωρινή διαχείριση μιας κρίσης στη δυνατότητα δημιουργίας μιας διαφορετικής περιφερειακής τάξης.

3.8. Από τις προσωρινές διαμεσολαβήσεις στη διεκδίκηση περιφερειακής αυτονομίας

Οι πρωτοβουλίες που εξετάζονται σε αυτό το κεφάλαιο δεν αποτελούν ακόμη ένα ενιαίο σύστημα ασφαλείας. Το Σύμφωνο της Μέκκας, το Μνημόνιο Badr, οι επαφές της Τεχεράνης και η καταριανή διαμεσολάβηση έχουν διαφορετικό περιεχόμενο, διαφορετικούς συμμετέχοντες και διαφορετικό βαθμό θεσμικής ολοκλήρωσης.

Ωστόσο, η παράλληλη εμφάνισή τους αποκαλύπτει μια ευρύτερη τάση. Οι χώρες της περιοχής αναζητούν τρόπους να διαχειριστούν τις απειλές χωρίς να εξαρτώνται αποκλειστικά από τις αποφάσεις της Ουάσιγκτον.

Το Πακιστάν επιδιώκει να αποκτήσει ρόλο εγγυητή και διαμεσολαβητή. Η Σαουδική Αραβία θέλει να προστατεύσει τις ενεργειακές της υποδομές και να αποφύγει μια σύγκρουση που θα μπορούσε να μετατρέψει το έδαφός της σε πεδίο αντιποίνων. Η Τουρκία επιδιώκει να συμμετέχει στις περιφερειακές αποφάσεις, διατηρώντας παράλληλα περιορισμένες τις στρατιωτικές της δεσμεύσεις. Το Κατάρ προσπαθεί να διατηρήσει τη θέση του ως διπλωματικός κόμβος, αποτρέποντας ταυτόχρονα την αποσταθεροποίηση της δικής του επικράτειας.

Το κοινό στοιχείο δεν είναι η ύπαρξη μιας νέας συμμαχίας εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών. Είναι η επιδίωξη μεγαλύτερης στρατηγικής ευελιξίας. Οι συγκεκριμένες χώρες δεν επιθυμούν να παραδώσουν το σύνολο των επιλογών τους σε έναν εξωτερικό προστάτη, ιδιαίτερα όταν οι αποφάσεις του μπορούν να τις εκθέσουν σε άμεσο κίνδυνο.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι αμερικανικές στρατιωτικές και οικονομικές δομές έχουν χάσει τη σημασία τους. Παραμένουν βαθιά ενσωματωμένες στην περιφερειακή πραγματικότητα. Εκείνο που αλλάζει είναι η αντίληψη ότι μπορούν να αποτελούν τη μοναδική βάση ασφαλείας για όλους.

Η νέα περιφερειακή αρχιτεκτονική, εφόσον τελικά διαμορφωθεί, θα πρέπει να λάβει υπόψη τις πραγματικές ανησυχίες όλων των κρατών. Δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στην ασφάλεια του Ισραήλ ή στη διατήρηση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας. Δεν μπορεί, επίσης, να αγνοεί τις ανησυχίες των αραβικών μοναρχιών, τις επιδιώξεις της Τουρκίας ή τη θέση του Ιράν ως μεγάλης παράκτιας δύναμης.

Η ουσία βρίσκεται στην αναγνώριση ότι η σταθερότητα του Περσικού Κόλπου δεν μπορεί να επιτευχθεί με την οριστική περιθωριοποίηση ενός από τους βασικούς περιφερειακούς δρώντες.

Το Πακιστάν επιχειρεί να αξιοποιήσει αυτή τη συγκυρία. Η γεωγραφική του θέση, οι στρατιωτικές του δυνατότητες και οι σχέσεις του με το Ριάντ και την Τεχεράνη τού προσφέρουν μια σπάνια ευκαιρία να αποκτήσει μεγαλύτερο διπλωματικό βάρος. Η επιτυχία του, όμως, θα εξαρτηθεί από το εάν μπορεί να μετατρέψει τις επαφές σε πραγματικές εγγυήσεις και όχι απλώς σε προσωρινές διπλωματικές πρωτοβουλίες.

Το ίδιο ισχύει για τη Σαουδική Αραβία, την Τουρκία και το Κατάρ. Η επιθυμία για μεγαλύτερη αυτονομία δεν αρκεί από μόνη της. Χρειάζεται θεσμική συνέχεια, κοινά συμφωνημένοι κανόνες και μηχανισμοί που θα λειτουργούν ακόμη και όταν οι πολιτικές σχέσεις επιδεινώνονται.

Εάν αυτή η διαδικασία προχωρήσει, η Μέση Ανατολή θα μπορούσε να κινηθεί προς ένα σύστημα στο οποίο οι περιφερειακές δυνάμεις θα έχουν μεγαλύτερο λόγο στη διαμόρφωση της ασφάλειας και των στρατηγικών ισορροπιών. Εάν αποτύχει, οι πρωτοβουλίες αυτές ενδέχεται να παραμείνουν αποσπασματικές, αφήνοντας την περιοχή εκτεθειμένη στις αποφάσεις των ισχυρότερων εξωτερικών δυνάμεων.

Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι απλώς ποιος θα μεσολαβήσει στην επόμενη διαπραγμάτευση. Είναι ποιος θα συμμετέχει στη διαμόρφωση των κανόνων της επόμενης περιφερειακής τάξης.

Η ανάδυση ενός περισσότερο πολυκεντρικού συστήματος ασφαλείας δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Οι πρωτοβουλίες του Πακιστάν, της Σαουδικής Αραβίας, της Τουρκίας, του Κατάρ και του Ομάν δείχνουν, όμως, ότι η περιοχή αναζητά ήδη εναλλακτικές απέναντι στην παλαιά αρχιτεκτονική εξάρτησης.

Στο επόμενο κεφάλαιο περνάμε στον βασικό ευρασιατικό παράγοντα αυτής της αναμέτρησης: τη Ρωσία, τη στρατηγική της σχέση με το Ιράν, τη συνεργασία στον πυρηνικό τομέα και τα πραγματικά όρια της ρωσικής υποστήριξης προς την Τεχεράνη.

 

Κεφάλαιο 4

Η Ρωσία και η στρατηγική σχέση με το Ιράν: Πυρηνική συνεργασία, στρατιωτική υποστήριξη και γεωπολιτική σύμπραξη

4.1. Η Μόσχα απέναντι στην κρίση: Ένας εταίρος με στρατηγικά συμφέροντα

Η αντιπαράθεση Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν δεν αποτελεί για τη Ρωσία μια απομονωμένη περιφερειακή κρίση. Εντάσσεται σε ένα ευρύτερο γεωπολιτικό περιβάλλον, στο οποίο η Μόσχα επιδιώκει να περιορίσει την αμερικανική δυνατότητα μονομερούς καθορισμού των διεθνών εξελίξεων και να διατηρήσει την επιρροή της σε έναν από τους σημαντικότερους στρατηγικούς χώρους της Ευρασίας.

Το Ιράν αποτελεί για τη Ρωσία έναν σημαντικό περιφερειακό εταίρο. Η γεωγραφική του θέση συνδέει τον Καύκασο, την Κεντρική Ασία, την Κασπία Θάλασσα, τον Περσικό Κόλπο και τον Ινδικό Ωκεανό. Παράλληλα, η χώρα βρίσκεται σε μια περιοχή όπου διασταυρώνονται ενεργειακοί διάδρομοι, εμπορικές διαδρομές και στρατιωτικά συμφέροντα μεγάλων δυνάμεων.

Για τη Μόσχα, η διατήρηση ενός ισχυρού και λειτουργικού Ιράν έχει επομένως πολλαπλή σημασία. Αποτρέπει την πλήρη επικράτηση μιας αμερικανικής στρατηγικής στην περιοχή, διατηρεί ανοιχτές τις νότιες ευρασιατικές διαδρομές και περιορίζει τον κίνδυνο να δημιουργηθεί ένα νέο περιβάλλον στρατιωτικής πίεσης κοντά στις ρωσικές νότιες περιφέρειες.

Η ρωσική προσέγγιση, ωστόσο, δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως άνευ όρων στρατιωτική προστασία της Τεχεράνης. Η Μόσχα δεν έχει αναλάβει δημόσια την υποχρέωση να πολεμήσει στο πλευρό του Ιράν σε περίπτωση αμερικανικής ή ισραηλινής επίθεσης. Η στρατηγική συνεργασία των δύο χωρών δεν ισοδυναμεί με αυτόματη αμοιβαία αμυντική δέσμευση.

Αυτό είναι το πρώτο σημείο που πρέπει να γίνει κατανοητό. Η Ρωσία έχει συμφέρον να επιβιώσει και να διατηρήσει την ισχύ του Ιράν, αλλά ταυτόχρονα επιδιώκει να αποφύγει μια ανεξέλεγκτη σύγκρουση που θα μπορούσε να επεκταθεί σε ολόκληρη την περιοχή και να δημιουργήσει νέες στρατιωτικές και οικονομικές υποχρεώσεις για την ίδια.

Η ρωσική πολιτική κινείται, επομένως, ανάμεσα σε δύο στόχους: την υποστήριξη ενός σημαντικού ευρασιατικού εταίρου και τη διατήρηση της δυνατότητας ανεξάρτητων αποφάσεων απέναντι στις εξελίξεις.

4.2. Η στρατηγική συνεργασία και τα όριά της

Οι σχέσεις Μόσχας και Τεχεράνης έχουν εξελιχθεί σταδιακά από μια συνεργασία που επικεντρωνόταν κυρίως στην ενέργεια, στην πυρηνική τεχνολογία και σε περιφερειακά ζητήματα, σε μια ευρύτερη στρατηγική σχέση.

Οι δύο χώρες έχουν κοινά συμφέροντα σε αρκετούς τομείς. Αντιτίθενται στην εφαρμογή μονομερών κυρώσεων ως εργαλείου εξωτερικής πολιτικής, επιδιώκουν μεγαλύτερη οικονομική συνεργασία εκτός των παραδοσιακών δυτικών χρηματοπιστωτικών μηχανισμών και υποστηρίζουν την ανάπτυξη ενός διεθνούς συστήματος στο οποίο οι περιφερειακές δυνάμεις θα διαθέτουν μεγαλύτερη αυτονομία.

Η συνεργασία τους δεν σημαίνει ότι έχουν ταυτόσημες προτεραιότητες. Η Ρωσία είναι πυρηνική δύναμη με παγκόσμια στρατηγική παρουσία και διαφορετικές σχέσεις με τα κράτη του Κόλπου. Το Ιράν, από την πλευρά του, αντιμετωπίζει άμεσες απειλές στην περιοχή του και έχει διαφορετικές ανάγκες ασφαλείας.

Η Μόσχα διατηρεί σχέσεις με τη Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και άλλες χώρες της περιοχής. Δεν έχει συμφέρον να μετατρέψει τη συνεργασία με την Τεχεράνη σε πλήρη ρήξη με τις υπόλοιπες περιφερειακές δυνάμεις. Αντίστοιχα, το Ιράν δεν επιθυμεί να παραδώσει τη στρατηγική του αυτονομία σε έναν εξωτερικό εταίρο, ακόμη και αν αυτός είναι η Ρωσία.

Η σχέση τους πρέπει, συνεπώς, να εξετάζεται ως σύμπραξη συμφερόντων και όχι ως σχέση απόλυτης εξάρτησης. Η Μόσχα χρειάζεται ένα σταθερό Ιράν για τη διατήρηση της ευρασιατικής ισορροπίας. Η Τεχεράνη χρειάζεται διεθνείς εταίρους που μπορούν να περιορίσουν την αποτελεσματικότητα της αμερικανικής πίεσης. Αυτή η αμοιβαία χρησιμότητα αποτελεί τη βάση της συνεργασίας τους.

Το κρίσιμο ερώτημα στην παρούσα κρίση είναι μέχρι ποιο σημείο η Μόσχα είναι διατεθειμένη να μετατρέψει την πολιτική και οικονομική υποστήριξη σε συγκεκριμένη στρατιωτική βοήθεια.

4.3. Το Μπουσέρ και η πυρηνική συνεργασία: Η πιο σταθερή βάση των σχέσεων

Ο πιο μακροχρόνιος και θεσμικά αναγνωρίσιμος πυλώνας της ρωσοϊρανικής συνεργασίας είναι ο πυρηνικός τομέας.

Ο πυρηνικός σταθμός του Μπουσέρ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της ρωσικής τεχνολογικής παρουσίας στο Ιράν. Η πρώτη μονάδα τέθηκε σε λειτουργία με ρωσική τεχνολογική και τεχνική υποστήριξη, ενώ η συνεργασία επεκτάθηκε και στον σχεδιασμό πρόσθετων μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.

Η σημασία του έργου ξεπερνά την παραγωγή ηλεκτρισμού. Δημιουργεί μακροχρόνιους δεσμούς μεταξύ των δύο χωρών στον τομέα της τεχνολογίας, της εκπαίδευσης, της συντήρησης και της πυρηνικής τεχνογνωσίας. Η λειτουργία ενός πυρηνικού σταθμού απαιτεί συνεχή τεχνική υποστήριξη, προμήθεια εξειδικευμένου εξοπλισμού και διαρκή συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων οργανισμών.

Αυτή η σχέση αποκτά ιδιαίτερη σημασία στη σημερινή συγκυρία, καθώς το Μπουσέρ βρίσκεται σε μια χώρα που έχει υποστεί στρατιωτικές επιθέσεις και αντιμετωπίζει αυξημένη αβεβαιότητα γύρω από την ασφάλεια των πυρηνικών της εγκαταστάσεων.

Στις 27 Οκτωβρίου, κατά τη συνάντηση του Βλαντίμιρ Πούτιν με τον Ιρανό πρόεδρο Μασούντ Πεζεσκιάν, η συνέχιση της συνεργασίας στο Μπουσέρ περιλαμβανόταν στα ζητήματα που εξετάστηκαν. Η ρωσική πλευρά παρουσίασε τη συνεργασία ως μέρος των υφιστάμενων οικονομικών και τεχνολογικών υποχρεώσεων μεταξύ των δύο κρατών.

Το στοιχείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Η Μόσχα δεν περιορίζεται σε γενικές πολιτικές δηλώσεις υποστήριξης προς την Τεχεράνη. Διατηρεί μια συγκεκριμένη, μακροχρόνια τεχνολογική παρουσία, η οποία συνδέεται με κρίσιμες ενεργειακές υποδομές.

Παράλληλα, η παρουσία Ρώσων πολιτών στο πυρηνικό έργο πρέπει να διαχωρίζεται από τη στρατιωτική παρουσία. Οι εργαζόμενοι της Rosatom στο Μπουσέρ είναι τεχνικό και πολιτικό προσωπικό που συμμετέχει σε ένα πυρηνικό ενεργειακό έργο. Δεν αποτελούν απόδειξη αποστολής ρωσικών στρατιωτικών δυνάμεων στο Ιράν.

Σύμφωνα με τις αναφορές που περιλαμβάνονται στο υλικό της έρευνας, ο επικεφαλής της ρωσικής πυρηνικής βιομηχανίας ανέφερε στις 28 Οκτωβρίου ότι περίπου 125 εργαζόμενοι βρίσκονταν στο έργο, με προγραμματισμό αύξησης του αριθμού τους στους 200 τον Νοέμβριο. Ο αριθμός αυτός αφορά προσωπικό του πυρηνικού έργου και δεν πρέπει να συγχέεται με στρατιωτική ενίσχυση.

Η διάκριση είναι ουσιαστική. Η Ρωσία διαθέτει πραγματική και μακροχρόνια παρουσία στον πυρηνικό τομέα του Ιράν. Αυτό, όμως, δεν αποδεικνύει ότι έχει αναλάβει την άμεση στρατιωτική προστασία των ιρανικών εγκαταστάσεων.

4.4. Οι αναφορές για ρωσικό στρατιωτικό υλικό: Τι γνωρίζουμε και τι παραμένει αδιευκρίνιστο

Το πιο ευαίσθητο ζήτημα αφορά τις αναφορές για μεταφορά ρωσικού στρατιωτικού υλικού στο Ιράν.

Στο υλικό της έρευνας εμφανίζονται πληροφορίες για πτήσεις μεταγωγικών αεροσκαφών Il-76 προς το Μπουσέρ, καθώς και ισχυρισμοί για πιθανές παραδόσεις πυραυλικών συστημάτων που θα μπορούσαν να συμβάλουν στην ανασυγκρότηση των ιρανικών στρατιωτικών δυνατοτήτων.

Εδώ, όμως, απαιτείται αυστηρή διάκριση ανάμεσα σε τρία διαφορετικά επίπεδα πληροφόρησης.

Πρώτον, υπάρχουν αναφορές για πτήσεις μεταγωγικών αεροσκαφών προς το Μπουσέρ. Η καταγραφή μιας πτήσης αποδεικνύει τη μετακίνηση ενός αεροσκάφους προς συγκεκριμένο προορισμό, όχι όμως το περιεχόμενο του φορτίου του. Χωρίς επίσημο φορτωτικό έγγραφο, σαφή καταγραφή του εξοπλισμού ή επιβεβαίωση από τις εμπλεκόμενες πλευρές, δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί με βεβαιότητα τι μεταφέρθηκε.

Δεύτερον, υπάρχουν ισχυρισμοί για μεταφορά πυραυλικού υλικού με σκοπό την ανασυγκρότηση του ιρανικού οπλοστασίου. Οι συγκεκριμένες αναφορές δεν συνοδεύονται από δημόσια τεκμηρίωση που να προσδιορίζει τα συστήματα, τις ποσότητες, τις ημερομηνίες παράδοσης ή τη διαδρομή μεταφοράς. Η ρωσική και η ιρανική πλευρά δεν έχουν παρουσιάσει δημόσια στοιχεία που να επιβεβαιώνουν μια τέτοια επιχείρηση στην έκταση που περιγράφεται.

Τρίτον, δεν υπάρχει τεκμηριωμένη δημόσια απόδειξη ότι Ρώσοι στρατιωτικοί έχουν αναπτυχθεί στο Ιράν για να συμμετάσχουν σε επιχειρήσεις ή να αναλάβουν τη διοίκηση συστημάτων στο πεδίο.

Αυτή η τελευταία διάκριση είναι ιδιαίτερα σημαντική. Η παρουσία τεχνικών που υποστηρίζουν την εγκατάσταση ή την ενσωμάτωση εξοπλισμού δεν ισοδυναμεί με παρουσία στρατιωτικού προσωπικού. Οι δύο περιπτώσεις έχουν εντελώς διαφορετική πολιτική και στρατιωτική σημασία.

Η πιθανότητα ρωσικής υλικής υποστήριξης προς το Ιράν δεν μπορεί να αποκλειστεί μόνο και μόνο επειδή δεν έχει δημοσιοποιηθεί πλήρης κατάλογος παραδόσεων. Ωστόσο, δεν μπορούμε να μετατρέψουμε την πιθανότητα σε επιβεβαιωμένο γεγονός.

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η Ρωσία έχει συμφέρον να ενισχυθεί το Ιράν. Αυτό είναι σαφές. Το ερώτημα είναι εάν η Μόσχα έχει αποφασίσει να αναλάβει το πολιτικό και στρατιωτικό κόστος μιας άμεσης και μεγάλης κλίμακας εξοπλιστικής υποστήριξης σε μια περίοδο κατά την οποία η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην περιοχή είναι αυξημένη.

Μέχρι να υπάρξουν συγκεκριμένα στοιχεία, οι αναφορές για πυραυλικές παραδόσεις πρέπει να παραμείνουν στο επίπεδο των ανεπιβεβαίωτων πληροφοριών.

4.5. Η δορυφορική διάσταση και η σημασία της στρατιωτικής πληροφόρησης

Η σύγχρονη στρατιωτική ισχύς δεν εξαρτάται μόνο από τα πυραυλικά συστήματα, τα αεροσκάφη και τα πολεμικά πλοία. Εξαρτάται ολοένα περισσότερο από την ικανότητα παρακολούθησης, αναγνώρισης και επεξεργασίας πληροφοριών σε πραγματικό χρόνο.

Οι δορυφορικές δυνατότητες μπορούν να προσφέρουν σημαντικό πλεονέκτημα σε μια περιφερειακή σύγκρουση. Η παρακολούθηση στρατιωτικών εγκαταστάσεων, η καταγραφή κινήσεων δυνάμεων, η αξιολόγηση ζημιών και η παρατήρηση κρίσιμων υποδομών αποτελούν στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν τη στρατιωτική σχεδίαση.

Στο υλικό της έρευνας περιλαμβάνεται ισχυρισμός ότι ρωσικοί κρατικοί και στρατιωτικοί δορυφόροι παρατηρήθηκαν πάνω από περιοχές επιθέσεων στη Σαουδική Αραβία. Η συγκεκριμένη πληροφορία, όμως, δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι η Μόσχα παρείχε στοχοποιημένες πληροφορίες σε κάποια ένοπλη οργάνωση.

Πρέπει να διαχωρίζουμε την καταγραφή δορυφορικής διέλευσης από την αποστολή πληροφοριών σε συγκεκριμένο αποδέκτη. Το πρώτο μπορεί να τεκμηριωθεί μέσω δορυφορικών δεδομένων. Το δεύτερο απαιτεί στοιχεία για τη μετάδοση, το περιεχόμενο και τη χρήση των πληροφοριών.

Χωρίς αυτά τα στοιχεία, δεν μπορεί να υποστηριχθεί με βεβαιότητα ότι η Ρωσία συμμετείχε επιχειρησιακά στον σχεδιασμό συγκεκριμένων επιθέσεων.

Η σημασία της δορυφορικής διάστασης παραμένει, ωστόσο, μεγάλη. Η Μόσχα διαθέτει τεχνολογικές δυνατότητες παρακολούθησης που μπορούν να επηρεάσουν τη στρατηγική ισορροπία στην περιοχή. Η ανάπτυξη αυτών των δυνατοτήτων αποτελεί μέρος του ευρύτερου ανταγωνισμού για τον έλεγχο της πληροφορίας, της επιτήρησης και της στρατιωτικής επίγνωσης του πεδίου.

Το εάν και σε ποιο βαθμό τέτοιες δυνατότητες χρησιμοποιούνται προς όφελος του Ιράν είναι διαφορετικό ερώτημα και απαιτεί ξεχωριστή τεκμηρίωση.

4.6. Η ρωσική στάση απέναντι στην Ουάσιγκτον: Η Μέση Ανατολή και το ουκρανικό μέτωπο

Η ρωσική στρατηγική στην κρίση του Ιράν δεν μπορεί να εξεταστεί αποκομμένη από την αντιπαράθεση με τη Δύση στην Ευρώπη.

Η Μόσχα αντιμετωπίζει ταυτόχρονα το ουκρανικό μέτωπο, τις δυτικές κυρώσεις, την πίεση του ΝΑΤΟ και την προσπάθεια διατήρησης της επιρροής της στον μετασοβιετικό χώρο. Μια νέα μεγάλη αμερικανική στρατιωτική εμπλοκή στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να επηρεάσει την κατανομή των αμερικανικών στρατιωτικών και πολιτικών πόρων.

Αυτό αποτελεί έναν από τους παράγοντες που καθιστούν την κρίση ιδιαίτερα σημαντική για τη ρωσική ηγεσία. Εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες υποχρεωθούν να διαθέσουν σημαντικές δυνάμεις και διπλωματικό κεφάλαιο στον Περσικό Κόλπο, η δυνατότητά τους να συγκεντρώσουν την προσοχή τους σε άλλα μέτωπα ενδέχεται να περιοριστεί.

Η εκτίμηση αυτή δεν σημαίνει ότι η Ρωσία επιθυμεί αναγκαστικά έναν γενικευμένο πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρή αστάθεια στις ενεργειακές αγορές, να διαταράξει τις εμπορικές διαδρομές και να δημιουργήσει κινδύνους για τις ρωσικές σχέσεις με τις αραβικές χώρες.

Η Μόσχα έχει, επομένως, συμφέρον να διατηρηθεί το Ιράν ως ισχυρός εταίρος, αλλά όχι απαραίτητα να μετατραπεί η περιοχή σε ένα ανεξέλεγκτο πολεμικό πεδίο.

Η στάση του Σεργκέι Λαβρόφ αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε αυτό το πλαίσιο. Η παρουσία του στη συνάντηση υπουργών Εξωτερικών της G20 στην Ατλάντα, στις 30 και 31 Οκτωβρίου, προσέφερε ένα ακόμη διπλωματικό περιβάλλον για επαφές με περιφερειακούς παράγοντες.

Στο υλικό της έρευνας αναφέρεται ότι Σαουδάραβες και Τούρκοι αξιωματούχοι επιδίωξαν να συζητήσουν μαζί του την αποκλιμάκωση. Η ερμηνεία ότι η ρωσική απάντηση θα στηριζόταν στην αρχή πως οι αποφάσεις της Τεχεράνης αποτελούν κυρίαρχη επιλογή του Ιράν αποδίδεται σε αναλυτική εκτίμηση και δεν πρέπει να παρουσιαστεί ως επίσημη δήλωση του Λαβρόφ.

Η αρχή της κυριαρχίας, πάντως, αποτελεί σταθερό στοιχείο της ρωσικής διπλωματικής επιχειρηματολογίας. Η Μόσχα υποστηρίζει ότι οι περιφερειακές διευθετήσεις δεν μπορούν να επιβάλλονται μονομερώς από εξωτερικές δυνάμεις και ότι η ασφάλεια πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντα όλων των εμπλεκόμενων κρατών.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ρωσία θα αποδεχθεί κάθε ιρανική επιλογή. Σημαίνει ότι η Μόσχα έχει λόγο να αντιταχθεί σε μια διαδικασία κατά την οποία η Τεχεράνη θα υποχρεωνόταν να αποδεχθεί ένα νέο καθεστώς ασφαλείας υπό στρατιωτική πίεση.

4.7. Η οικονομική διάσταση: Ενέργεια, εμπόριο και αμοιβαία συμφέροντα

Η ρωσοϊρανική συνεργασία δεν περιορίζεται στον στρατιωτικό ή τον πυρηνικό τομέα. Έχει σημαντική οικονομική διάσταση, η οποία αποκτά μεγαλύτερη αξία σε ένα περιβάλλον διεθνών κυρώσεων.

Κατά τη συνάντηση Πούτιν και Πεζεσκιάν στις 27 Οκτωβρίου, η ρωσική πλευρά αναφέρθηκε στην αύξηση του διμερούς εμπορίου κατά 10,4%, καθώς και στη συνέχιση της εκπλήρωσης των υφιστάμενων οικονομικών υποχρεώσεων.

Η εξέλιξη αυτή εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια ενίσχυσης των εμπορικών δεσμών μεταξύ δύο χωρών που αντιμετωπίζουν σημαντικούς περιορισμούς από το δυτικό σύστημα κυρώσεων.

Η οικονομική συνεργασία εξυπηρετεί πολλαπλούς στόχους. Επιτρέπει τη διεύρυνση των εμπορικών ανταλλαγών, δημιουργεί εναλλακτικές διαδρομές μεταφοράς και ενισχύει τη δυνατότητα πραγματοποίησης συναλλαγών με μη δυτικούς μηχανισμούς πληρωμών.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η γεωγραφική σύνδεση των δύο κρατών μέσω της Κασπίας και των χερσαίων διαδρομών που μπορούν να συνδέσουν τη Ρωσία με τον Περσικό Κόλπο και τον Ινδικό Ωκεανό.

Η ανάπτυξη αυτών των διαδρομών θα μπορούσε να ενισχύσει τον Διεθνή Διάδρομο Μεταφορών Βορρά–Νότου, προσφέροντας στη Ρωσία εναλλακτικές εμπορικές εξόδους προς τις ασιατικές αγορές και στο Ιράν μεγαλύτερη σημασία ως διαμετακομιστικού κόμβου.

Η σημερινή κρίση δημιουργεί, επομένως, μια αντίφαση. Από τη μία πλευρά, η αποσταθεροποίηση του Ιράν απειλεί να διαταράξει τις οικονομικές και ενεργειακές διαδρομές. Από την άλλη, η διατήρηση ενός ισχυρού Ιράν ενισχύει τη δυνατότητα της Ρωσίας να αναπτύξει ένα ευρύτερο ευρασιατικό δίκτυο εμπορίου και συνεργασίας.

Η αύξηση των τιμών του πετρελαίου θα μπορούσε επίσης να δημιουργήσει πρόσθετα έσοδα για τη Ρωσία, ως σημαντική εξαγωγική δύναμη υδρογονανθράκων. Ωστόσο, το όφελος αυτό δεν πρέπει να υπερεκτιμάται. Μια παρατεταμένη κρίση στον Περσικό Κόλπο μπορεί να προκαλέσει ευρύτερη οικονομική αστάθεια, να πλήξει τις μεταφορές και να δημιουργήσει προβλήματα στις ίδιες τις αγορές στις οποίες απευθύνονται οι ρωσικές εξαγωγές.

Η Μόσχα, συνεπώς, δεν έχει ένα μόνο οικονομικό συμφέρον. Επιδιώκει υψηλότερη στρατηγική και εμπορική επιρροή, αλλά χρειάζεται και ένα περιβάλλον στο οποίο οι βασικές ενεργειακές διαδρομές θα παραμένουν λειτουργικές.

4.8. Η Ρωσία ως παράγοντας αποτροπής: Υποστήριξη χωρίς εγγύηση πολέμου

Η συνολική εικόνα της ρωσικής στάσης οδηγεί σε ένα κρίσιμο συμπέρασμα: η Μόσχα μπορεί να αυξήσει το στρατηγικό κόστος μιας επίθεσης εναντίον του Ιράν χωρίς να αναλάβει η ίδια την άμεση στρατιωτική σύγκρουση.

Η πολιτική υποστήριξη, η πυρηνική συνεργασία, η διατήρηση εμπορικών σχέσεων, η τεχνολογική παρουσία και η πιθανότητα παροχής πρόσθετων δυνατοτήτων δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο η Τεχεράνη δεν βρίσκεται εντελώς απομονωμένη.

Αυτό έχει σημασία για τον υπολογισμό της Ουάσιγκτον και του Τελ Αβίβ. Μια επίθεση εναντίον του Ιράν δεν θα εξελισσόταν σε γεωπολιτικό κενό. Θα επηρέαζε τις σχέσεις με τη Ρωσία, θα δημιουργούσε νέες πιέσεις στο ευρασιατικό περιβάλλον και θα μπορούσε να επιταχύνει τη στρατηγική σύγκλιση κρατών που επιδιώκουν να περιορίσουν την αμερικανική επιρροή.

Δεν σημαίνει, όμως, ότι η Ρωσία έχει δημιουργήσει μια αδιαπέραστη στρατιωτική ασπίδα γύρω από την Τεχεράνη. Δεν υπάρχουν επαρκή δημόσια στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι έχει αναλάβει την άμεση άμυνα του Ιράν, ότι έχει αναπτύξει στρατιωτικές δυνάμεις στο έδαφός του ή ότι έχει οργανώσει ένα ολοκληρωμένο σύστημα κοινής διοίκησης και επιχειρήσεων.

Η υπερβολική παρουσίαση της ρωσικής υποστήριξης θα οδηγούσε σε λανθασμένη εκτίμηση της πραγματικής ισορροπίας. Η Μόσχα δεν χρειάζεται να εγγυηθεί ότι θα πολεμήσει για το Ιράν για να αποκτήσει στρατηγικό όφελος από τη διατήρηση της χώρας ως ανεξάρτητου περιφερειακού πόλου.

Η ρωσική πολιτική μπορεί να περιγραφεί ως παροχή στρατηγικής υποστήριξης και πολιτικής ασφάλισης, όχι ως αυτόματη εγγύηση στρατιωτικής επέμβασης. Η διαφορά αυτή καθορίζει και τα όρια της σχέσης.

4.9. Η γεωπολιτική σημασία της ρωσοϊρανικής σχέσης για την πολυπολική τάξη

Η σχέση Ρωσίας και Ιράν αποτελεί έναν από τους σημαντικούς κρίκους της ευρασιατικής γεωπολιτικής.

Η σημασία της δεν περιορίζεται στην κοινή αντίθεση απέναντι στις δυτικές κυρώσεις. Βρίσκεται στη γεωγραφία, στις ενεργειακές δυνατότητες, στις εμπορικές διαδρομές και στην προσπάθεια δημιουργίας εναλλακτικών κέντρων ισχύος.

Η Ρωσία διαθέτει τεράστιες ενεργειακές, στρατιωτικές και τεχνολογικές δυνατότητες. Το Ιράν διαθέτει στρατηγική θέση στον Περσικό Κόλπο, σημαντικές ενεργειακές πηγές και δυνατότητα να επηρεάζει κρίσιμες θαλάσσιες και χερσαίες διαδρομές. Η συνεργασία τους δημιουργεί έναν άξονα συμφερόντων που μπορεί να επηρεάσει τις ισορροπίες από την Κασπία μέχρι τον Ινδικό Ωκεανό.

Η σχέση αυτή δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως μια ολοκληρωμένη συμμαχία με κοινή διοίκηση και ενιαία στρατιωτική στρατηγική. Είναι περισσότερο μια στρατηγική σύμπραξη κρατών που επιδιώκουν να διατηρήσουν την αυτονομία τους και να περιορίσουν την εξάρτησή τους από το δυτικό σύστημα ισχύος.

Το ουσιαστικό διακύβευμα βρίσκεται στο κατά πόσο αυτή η συνεργασία μπορεί να αποκτήσει μεγαλύτερο θεσμικό, οικονομικό και τεχνολογικό βάθος. Η πυρηνική συνεργασία, οι εμπορικοί διάδρομοι, η ενεργειακή διασύνδεση και η διπλωματική συνεννόηση αποτελούν τα πιο σταθερά θεμέλια αυτής της σχέσης.

Η στρατιωτική διάσταση παραμένει το πιο αδιαφανές και ευαίσθητο πεδίο. Οι αναφορές για παραδόσεις οπλικών συστημάτων και επιχειρησιακή υποστήριξη χρειάζονται συγκεκριμένη επιβεβαίωση. Δεν αρκεί η πολιτική εγγύτητα για να αποδειχθεί στρατιωτική συνεργασία συγκεκριμένης κλίμακας.

Η Μόσχα, πάντως, έχει κάθε λόγο να μην επιτρέψει την πλήρη αποδυνάμωση του Ιράν. Μια τέτοια εξέλιξη θα ενίσχυε την αμερικανική επιρροή στον Περσικό Κόλπο, θα αποδυνάμωνε τις ευρασιατικές διαδρομές και θα δημιουργούσε ένα νέο στρατηγικό περιβάλλον στα νότια σύνορα της ευρύτερης ρωσικής περιφέρειας.

Το Ιράν, από την πλευρά του, χρειάζεται τη ρωσική συνεργασία, χωρίς όμως να επιθυμεί να εξαρτήσει την επιβίωσή του αποκλειστικά από τη Μόσχα. Η επιμονή της Τεχεράνης στις δικές της διαπραγματευτικές προϋποθέσεις δείχνει ακριβώς αυτή την ανάγκη διατήρησης της αυτονομίας.

Η Ρωσία δεν αποτελεί έναν απλό υποστηρικτή του Ιράν. Είναι μια μεγάλη δύναμη που υπολογίζει το κόστος, τις ευκαιρίες και τα όρια κάθε παρέμβασης. Η αξία της για την Τεχεράνη βρίσκεται στην πολιτική, οικονομική και τεχνολογική υποστήριξη που μπορεί να προσφέρει, αλλά και στο γεγονός ότι η παρουσία της μετατρέπει την κρίση σε ζήτημα ευρύτερης ευρασιατικής ισορροπίας.

Η Μόσχα δεν χρειάζεται να πολεμήσει για να επηρεάσει την έκβαση της κρίσης. Χρειάζεται, όμως, να διατηρήσει το Ιράν αρκετά ισχυρό ώστε να μην επιτραπεί η μονομερής αναδιαμόρφωση της Μέσης Ανατολής από τις εξωτερικές δυνάμεις.

Στο επόμενο κεφάλαιο περνάμε στην Κίνα. Θα εξετάσουμε τον ρόλο του Πεκίνου, την ενεργειακή του εξάρτηση από τον Περσικό Κόλπο, τη συνεργασία με το Ιράν, το σύστημα δορυφορικής πλοήγησης BeiDou και τη θέση της Κίνας στη διαμόρφωση μιας νέας πολυπολικής ισορροπίας.

 

Κεφάλαιο 5 – Η Κίνα και η αναδυόμενη πολυπολική ισορροπία

5.1 Το Πεκίνο και η στρατηγική σημασία του Ιράν

Η κινεζική παρουσία στη Μέση Ανατολή δεν μπορεί να ερμηνευθεί αποκλειστικά μέσα από τις διμερείς σχέσεις Πεκίνου και Τεχεράνης. Το Ιράν αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους γεωγραφικούς και γεωπολιτικούς κόμβους της Ευρασίας. Βρίσκεται ανάμεσα στην Κασπία Θάλασσα, τον Περσικό Κόλπο, την Κεντρική Ασία και τις διαδρομές που συνδέουν την Ανατολική Ασία με τη Μεσόγειο. Η γεωγραφική του θέση το καθιστά κρίσιμο για κάθε στρατηγική που επιδιώκει να συνδέσει τις ασιατικές αγορές με τη Μέση Ανατολή και την Ευρώπη.

Για την Κίνα, η σταθερότητα του Ιράν έχει επομένως πολλαπλή σημασία. Συνδέεται με την ενεργειακή ασφάλεια, την προστασία των εμπορικών διαδρομών, την ανάπτυξη των χερσαίων μεταφορών και τη δυνατότητα διατήρησης οικονομικών σχέσεων με μια χώρα που βρίσκεται υπό εκτεταμένες αμερικανικές κυρώσεις.

Η Τεχεράνη, από την πλευρά της, αντιμετωπίζει την Κίνα ως έναν από τους σημαντικότερους οικονομικούς και διπλωματικούς εταίρους της. Η συνεργασία αυτή δεν εξαλείφει τις δυσκολίες που προκαλούν οι κυρώσεις ούτε εγγυάται απεριόριστη κινεζική υποστήριξη. Δημιουργεί, όμως, ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο το Ιράν μπορεί να διατηρεί οικονομικές και στρατηγικές επιλογές πέρα από την αμερικανική επιρροή.

Η σχέση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην παρούσα κρίση. Εάν η Ουάσιγκτον επιδιώξει να απομονώσει πλήρως την Τεχεράνη, η αντιπαράθεση δεν θα περιοριστεί στις δύο χώρες. Θα αγγίξει τα κινεζικά ενεργειακά συμφέροντα, τις εμπορικές συναλλαγές και τη δυνατότητα του Πεκίνου να διαμορφώνει ανεξάρτητες σχέσεις στην Ευρασία.

5.2 Η συμφωνία των 25 ετών και τα πραγματικά όρια της συνεργασίας

Η συνολική συμφωνία συνεργασίας Ιράν–Κίνας, η οποία υπογράφηκε το 2021, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα θεσμικά θεμέλια της διμερούς σχέσης. Προβλέπει μακροπρόθεσμη συνεργασία σε τομείς όπως η ενέργεια, οι μεταφορές, οι υποδομές, η βιομηχανία, η τεχνολογία και το εμπόριο.

Στη δημόσια συζήτηση έχει συνδεθεί με επενδυτικά μεγέθη που φτάνουν τα 400 δισεκατομμύρια δολάρια σε βάθος 25 ετών. Ωστόσο, το ποσό αυτό δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως κεφάλαιο που έχει ήδη καταβληθεί ή ως δεσμευμένη επένδυση που υλοποιείται στο σύνολό της. Πρόκειται για ευρέως αναφερόμενη εκτίμηση του δυνητικού οικονομικού μεγέθους της συνεργασίας, ενώ η πραγματική εφαρμογή εξαρτάται από συγκεκριμένα έργα, χρηματοδοτήσεις, εμπορικές συμφωνίες και τις συνθήκες που δημιουργούν οι κυρώσεις.

Η διάκριση αυτή είναι ουσιώδης. Η στρατηγική συνεργασία δεν σημαίνει ότι κάθε εξαγγελθέν έργο έχει υλοποιηθεί, ούτε ότι η Κίνα αναλαμβάνει απεριόριστο οικονομικό κίνδυνο για λογαριασμό του Ιράν.

Παρά τα εμπόδια, η συμφωνία έχει πολιτική βαρύτητα. Καταδεικνύει ότι η Τεχεράνη επιδιώκει να εντάξει τη μακροπρόθεσμη οικονομική της προοπτική σε ένα ευρύτερο ασιατικό πλαίσιο και ότι το Πεκίνο διατηρεί ανοιχτή τη δυνατότητα συνεργασίας με μια χώρα που βρίσκεται στο επίκεντρο της αμερικανικής στρατηγικής πίεσης.

Η αμερικανική πολιτική κυρώσεων δημιουργεί, επομένως, ένα ευρύτερο δίλημμα. Όσο περισσότερο η πρόσβαση στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα χρησιμοποιείται ως εργαλείο εξωτερικής πολιτικής, τόσο ισχυρότερο γίνεται το κίνητρο για την ανάπτυξη εναλλακτικών εμπορικών και χρηματοοικονομικών μηχανισμών.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Κίνα μπορεί ήδη να αντικαταστήσει το δολαριακό σύστημα. Σημαίνει, όμως, ότι η προσπάθεια αποκλεισμού του Ιράν μπορεί να επιταχύνει τη δημιουργία παράλληλων οικονομικών διαδρομών.

5.3 Η ενέργεια ως πυρήνας των κινεζικών συμφερόντων

Η ενεργειακή ασφάλεια αποτελεί έναν από τους βασικότερους παράγοντες της κινεζικής πολιτικής στη Μέση Ανατολή. Η Κίνα είναι ένας από τους μεγαλύτερους εισαγωγείς πετρελαίου στον κόσμο και εξαρτάται από τη σταθερή λειτουργία των θαλάσσιων διαδρομών που συνδέουν τον Περσικό Κόλπο με τις ασιατικές αγορές.

Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν κρίσιμο σημείο αυτής της αλυσίδας. Μια παρατεταμένη διακοπή της ναυσιπλοΐας δεν θα επηρέαζε μόνο το Ιράν, τη Σαουδική Αραβία ή τα υπόλοιπα κράτη του Κόλπου. Θα προκαλούσε αναταράξεις στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου, στο κόστος μεταφοράς, στην ασφάλιση των πλοίων και στη βιομηχανική παραγωγή των ασιατικών οικονομιών.

Για το Πεκίνο, συνεπώς, η κρίση στον Περσικό Κόλπο δεν αποτελεί μια μακρινή περιφερειακή σύγκρουση. Αγγίζει άμεσα την οικονομική του σταθερότητα.

Η Κίνα έχει αναπτύξει ενεργειακές σχέσεις όχι μόνο με το Ιράν, αλλά και με τη Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Ιράκ και άλλες χώρες της περιοχής. Δεν έχει συμφέρον να αντικαταστήσει μια εξάρτηση από έναν προμηθευτή με μια νέα εξάρτηση από έναν διαφορετικό. Η πολιτική της στηρίζεται στη διαφοροποίηση των πηγών ενέργειας και στη διατήρηση σχέσεων με διαφορετικά κέντρα ισχύος.

Αυτή είναι και η βασική εξήγηση για τη διπλωματική της στάση. Το Πεκίνο δεν επιδιώκει να εμφανιστεί ως αποκλειστικός προστάτης της Τεχεράνης. Επιδιώκει να διατηρήσει την πρόσβαση στην ευρύτερη περιοχή, αποτρέποντας μια ανεξέλεγκτη σύγκρουση που θα μπορούσε να πλήξει ταυτόχρονα τους ενεργειακούς και εμπορικούς του στόχους.

5.4 Το BeiDou και η τεχνολογική διάσταση της στρατηγικής αυτονομίας

Μια λιγότερο προβεβλημένη, αλλά ιδιαίτερα σημαντική πλευρά της συνεργασίας αφορά την τεχνολογία δορυφορικής πλοήγησης.

Το κινεζικό σύστημα BeiDou αποτελεί εναλλακτική υποδομή δορυφορικού εντοπισμού και πλοήγησης απέναντι σε συστήματα που ελέγχονται από άλλες μεγάλες δυνάμεις. Η ανάπτυξή του εντάσσεται στην ευρύτερη προσπάθεια της Κίνας να περιορίσει την εξάρτησή της από ξένες τεχνολογικές υποδομές και να προσφέρει αντίστοιχες δυνατότητες σε κράτη που συνεργάζονται μαζί της.

Στο πλαίσιο των σχέσεων με το Ιράν, Ιρανοί και Κινέζοι αξιωματούχοι έχουν επιβεβαιώσει την υιοθέτηση πολιτικών εφαρμογών του BeiDou. Η πληροφορία αυτή έχει σημασία, επειδή η δορυφορική πλοήγηση δεν αφορά μόνο την καθημερινή μετακίνηση. Συνδέεται με τις μεταφορές, τη ναυσιπλοΐα, τη διαχείριση υποδομών, τις τηλεπικοινωνίες και τη λειτουργία κρίσιμων οικονομικών δικτύων.

Χρειάζεται, ωστόσο, να διαχωρίσουμε την επιβεβαιωμένη πολιτική χρήση από τις εκτιμήσεις για στρατιωτική αξιοποίηση. Η ύπαρξη πρόσβασης στο BeiDou δεν αποδεικνύει αυτομάτως ότι η Κίνα παρέχει στο Ιράν στρατιωτική καθοδήγηση, επιχειρησιακά δεδομένα ή δυνατότητες στοχοποίησης. Αυτά αποτελούν διαφορετικού επιπέδου ισχυρισμούς και απαιτούν ανεξάρτητη τεκμηρίωση.

Η στρατηγική σημασία βρίσκεται ήδη στο γεγονός ότι το Ιράν αποκτά πρόσβαση σε μια εναλλακτική τεχνολογική υποδομή. Σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου η τεχνολογία, οι επικοινωνίες και τα συστήματα πλοήγησης μπορούν να μετατραπούν σε εργαλεία πολιτικής πίεσης, η ύπαρξη περισσότερων επιλογών ενισχύει τη δυνατότητα ενός κράτους να διατηρεί την αυτονομία του.

Το BeiDou δεν αποτελεί από μόνο του στρατιωτική συμμαχία. Αποτελεί, όμως, μέρος μιας ευρύτερης τεχνολογικής μετατόπισης, στην οποία η εξάρτηση από μία και μοναδική υπερδύναμη παύει να θεωρείται αυτονόητη.

5.5 Η πρωτοβουλία του Πεκίνου και η συμφωνία Ιράν–Σαουδικής Αραβίας

Η σημαντικότερη μέχρι σήμερα διπλωματική επιτυχία της Κίνας στη Μέση Ανατολή ήταν η συμφωνία του Μαρτίου 2023 για την αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων ανάμεσα στο Ιράν και τη Σαουδική Αραβία.

Η εξέλιξη αυτή είχε ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία. Για χρόνια, η αντιπαράθεση των δύο χωρών αποτελούσε έναν από τους βασικούς άξονες αστάθειας στην περιοχή, επηρεάζοντας τη Συρία, την Υεμένη, τον Λίβανο, το Ιράκ και συνολικά την αρχιτεκτονική ασφαλείας του Περσικού Κόλπου.

Η συμφωνία του Πεκίνου δεν εξαφάνισε τις ιστορικές διαφορές ούτε έλυσε αυτομάτως τα περιφερειακά προβλήματα. Δημιούργησε, όμως, έναν επίσημο δίαυλο επικοινωνίας και επανέφερε τη διπλωματία στο προσκήνιο.

Το γεγονός ότι οι δύο πλευρές επέλεξαν να διαπραγματευτούν υπό την αιγίδα της Κίνας ανέδειξε μια νέα διάσταση της κινεζικής επιρροής. Το Πεκίνο δεν εμφανίστηκε ως στρατιωτικός εγγυητής της συμφωνίας, αλλά ως δύναμη ικανή να προσφέρει πολιτικό χώρο για την επίλυση μιας κρίσιμης περιφερειακής αντιπαράθεσης.

Η παρακολούθηση της εφαρμογής της συμφωνίας συνεχίστηκε και τα επόμενα χρόνια μέσα από τριμερείς συναντήσεις Κίνας, Ιράν και Σαουδικής Αραβίας. Αυτό δείχνει ότι η πρωτοβουλία δεν περιορίστηκε σε μια συμβολική διπλωματική φωτογραφία, αλλά απέκτησε θεσμική συνέχεια.

Η σημασία της για τη σημερινή κρίση είναι προφανής. Εάν το Ιράν και η Σαουδική Αραβία διατηρήσουν ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας, περιορίζεται ο κίνδυνος η αντιπαράθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες να μετατραπεί σε γενικευμένη σύγκρουση μεταξύ των κρατών του Κόλπου.

Για την Κίνα, η διατήρηση αυτής της ισορροπίας εξυπηρετεί ταυτόχρονα δύο στόχους: προστατεύει τις ενεργειακές της σχέσεις και ενισχύει την εικόνα της ως δύναμης που μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση περιφερειακών λύσεων χωρίς να απαιτεί στρατιωτική κυριαρχία.

5.6 Οι χερσαίοι διάδρομοι και η γεωγραφία που περιορίζει τις κυρώσεις

Η γεωγραφία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που δυσκολεύουν την πλήρη απομόνωση του Ιράν.

Η χώρα δεν είναι ένα απομονωμένο νησί. Συνορεύει με την Τουρκία, το Ιράκ, το Πακιστάν, το Αφγανιστάν, την Αρμενία, το Αζερμπαϊτζάν και το Τουρκμενιστάν, ενώ διαθέτει πρόσβαση στην Κασπία Θάλασσα και στον Περσικό Κόλπο. Η θέση αυτή της επιτρέπει να συμμετέχει σε διαφορετικά δίκτυα μεταφορών και εμπορίου.

Οι χερσαίοι διάδρομοι που συνδέουν την Κίνα με την Κεντρική Ασία, το Ιράν και τις αγορές της Μέσης Ανατολής αποτελούν μέρος της ευρύτερης κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road. Η ανάπτυξη σιδηροδρομικών και οδικών συνδέσεων προσφέρει εναλλακτικές στις αποκλειστικά θαλάσσιες μεταφορές και ενισχύει τη διασύνδεση της Ευρασίας.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η σύνδεση μέσω Κεντρικής Ασίας και Τουρκμενιστάν, καθώς και η προοπτική διασύνδεσης με τον Διεθνή Διάδρομο Μεταφορών Βορρά–Νότου, στον οποίο συμμετέχουν το Ιράν, η Ρωσία και άλλες χώρες.

Δεν πρέπει, ωστόσο, να δημιουργείται η εντύπωση ότι οι διάδρομοι αυτοί είναι ήδη πλήρως ανεπτυγμένοι ή απρόσβλητοι από εξωτερικές πιέσεις. Αντιμετωπίζουν προβλήματα χρηματοδότησης, υποδομών, τελωνειακών διαδικασιών, πολιτικής αστάθειας και κυρώσεων. Η αξία τους βρίσκεται κυρίως στη δημιουργία εναλλακτικών επιλογών και όχι στην πλήρη αντικατάσταση των υφιστάμενων εμπορικών δικτύων.

Αυτό είναι το βαθύτερο γεωπολιτικό ζήτημα. Η αμερικανική στρατηγική οικονομικής απομόνωσης στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην επιρροή που ασκεί το δολάριο, το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα και η πρόσβαση στις αγορές που συνδέονται με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η ανάπτυξη εναλλακτικών εμπορικών και μεταφορικών δικτύων δεν ακυρώνει αυτή την ισχύ, αλλά περιορίζει σταδιακά την αποκλειστικότητά της.

5.7 Τα όρια της κινεζικής υποστήριξης: Συνεργασία χωρίς στρατιωτική εγγύηση

Η Κίνα δεν έχει ανακοινώσει ότι θα υπερασπιστεί στρατιωτικά το Ιράν σε περίπτωση αμερικανικής ή ισραηλινής επίθεσης. Δεν υπάρχει δημόσια τεκμηρίωση μιας αυτόματης αμυντικής εγγύησης αντίστοιχης με εκείνες που χαρακτηρίζουν ορισμένες στρατιωτικές συμμαχίες.

Αυτό δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως αδυναμία της κινεζικής στρατηγικής. Αντίθετα, αποτυπώνει τη διαφορετική αντίληψη του Πεκίνου για την άσκηση διεθνούς ισχύος.

Η Κίνα επιδιώκει να διευρύνει την οικονομική και διπλωματική της παρουσία, να προστατεύει τις εμπορικές της διαδρομές και να ενισχύει τις σχέσεις της με κράτη που επιθυμούν μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία. Δεν έχει συμφέρον να μετατρέψει κάθε περιφερειακή κρίση σε άμεση στρατιωτική αντιπαράθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Υπάρχουν, άλλωστε, σημαντικοί περιορισμοί. Το Πεκίνο διατηρεί εκτεταμένες οικονομικές σχέσεις με τη Σαουδική Αραβία και τα κράτη του Κόλπου, ενώ οι εμπορικές του σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν μεγάλης σημασίας. Μια γενικευμένη σύγκρουση θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές οικονομικές συνέπειες και να απειλήσει την ίδια τη σταθερότητα των διεθνών αγορών από τις οποίες εξαρτάται η κινεζική ανάπτυξη.

Η κινεζική υποστήριξη προς το Ιράν είναι επομένως πιθανότερο να εκδηλώνεται μέσα από τη διπλωματία, την οικονομική συνεργασία, την τεχνολογική διασύνδεση και τη διατήρηση εναλλακτικών εμπορικών διαδρομών. Η ένταση και η έκταση αυτής της υποστήριξης θα εξαρτηθούν από το επίπεδο της σύγκρουσης και από το κατά πόσο απειλούνται άμεσα τα κινεζικά συμφέροντα.

Το Πεκίνο δεν χρειάζεται να αναλάβει τον ρόλο του στρατιωτικού προστάτη του Ιράν για να επηρεάσει τις ισορροπίες. Αρκεί να διατηρεί ανοιχτές τις οικονομικές και διπλωματικές επιλογές της Τεχεράνης, περιορίζοντας την αποτελεσματικότητα μιας πολιτικής πλήρους απομόνωσης.

5.8 Η Κίνα ως παράγοντας της πολυπολικής μετάβασης

Η αντιπαράθεση γύρω από το Ιράν αποκαλύπτει ένα ευρύτερο πρόβλημα για την αμερικανική στρατηγική. Η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να διαθέτει τεράστια στρατιωτική, χρηματοπιστωτική και τεχνολογική ισχύ. Ωστόσο, η δυνατότητά της να μετατρέπει αυτή την ισχύ σε καθολική πολιτική υπακοή δεν είναι απεριόριστη.

Η Κίνα αποτελεί τον σημαντικότερο μακροπρόθεσμο παράγοντα αυτής της μεταβολής. Δεν αμφισβητεί την αμερικανική κυριαρχία αποκλειστικά με στρατιωτικούς όρους. Τη θέτει υπό πίεση μέσα από την οικονομική παραγωγή, τις υποδομές, τις εμπορικές σχέσεις, τις τεχνολογικές δυνατότητες και τη διπλωματική της παρουσία.

Η συνεργασία με το Ιράν εντάσσεται σε αυτή τη συνολικότερη διαδικασία. Το ίδιο ισχύει για τις σχέσεις της Κίνας με τη Ρωσία, το Πακιστάν, τις χώρες της Κεντρικής Ασίας και τα κράτη του Περσικού Κόλπου.

Δεν πρόκειται ακόμη για ένα ενιαίο μπλοκ με κοινή στρατιωτική διοίκηση, ενιαία οικονομική πολιτική και απόλυτα κοινά συμφέροντα. Τα κράτη αυτά διατηρούν διαφορετικές προτεραιότητες, ανταγωνισμούς και εθνικές στρατηγικές. Η πολυπολικότητα δεν σημαίνει ότι όλες οι δυνάμεις κινούνται συντονισμένα ή ότι οι μεταξύ τους αντιθέσεις έχουν εξαφανιστεί.

Σημαίνει, όμως, ότι η διεθνής ισχύς κατανέμεται πλέον σε περισσότερα κέντρα, τα οποία διαθέτουν τη δυνατότητα να διαμορφώνουν ανεξάρτητες πολιτικές και να αντιστέκονται στην επιβολή μονομερών αποφάσεων.

Η Μέση Ανατολή βρίσκεται στο κέντρο αυτής της μετάβασης. Το Ιράν αποτελεί έναν από τους βασικούς κόμβους της, η Ρωσία διαθέτει στρατηγική και ενεργειακή παρουσία, ενώ η Κίνα προσφέρει οικονομικό βάθος και εναλλακτικές υποδομές. Τα κράτη της περιοχής, από τη Σαουδική Αραβία μέχρι την Τουρκία και το Πακιστάν, επιδιώκουν να αυξήσουν τον βαθμό αυτονομίας τους.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν η Κίνα θα αντικαταστήσει αύριο τις Ηνωμένες Πολιτείες στη Μέση Ανατολή. Είναι αν η εποχή κατά την οποία μία εξωτερική δύναμη μπορούσε να καθορίζει μόνη της τα όρια της περιφερειακής πολιτικής έχει αρχίσει να υποχωρεί.

Η απάντηση θα κριθεί όχι από τις διακηρύξεις, αλλά από την ικανότητα των κρατών να διατηρούν τις οικονομικές τους σχέσεις, να προστατεύουν τις ενεργειακές τους διαδρομές και να αναπτύσσουν μηχανισμούς συνεργασίας χωρίς να εξαρτώνται από ένα μοναδικό κέντρο ισχύος.

Η κινεζική παρουσία δεν αποτελεί από μόνη της εγγύηση μιας νέας τάξης πραγμάτων. Αποτελεί, όμως, έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που καθιστούν ολοένα δυσκολότερη την επιστροφή σε ένα διεθνές σύστημα αποκλειστικής αμερικανικής επιβολής.

Η επόμενη διάσταση αυτής της αναμέτρησης βρίσκεται στη θάλασσα. Γιατί η ισορροπία στον Περσικό Κόλπο δεν μπορεί να εξεταστεί αποκομμένη από την Ερυθρά Θάλασσα, τον Κόλπο του Άντεν και τα στενά του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ. Εκεί, η Υεμένη και η Ansarallah αποτελούν έναν ακόμη παράγοντα που μπορεί να μεταβάλει τους όρους της περιφερειακής και διεθνούς αντιπαράθεσης.

 

Κεφάλαιο 6 – Η Υεμένη, η Ansarallah και το μέτωπο της Ερυθράς Θάλασσας

6.1 Η Υεμένη ως στρατηγικός κόμβος της νέας περιφερειακής σύγκρουσης

Η γεωπολιτική σημασία της Υεμένης υπερβαίνει κατά πολύ τα σύνορα της Αραβικής Χερσονήσου. Η θέση της, στο νοτιοδυτικό άκρο της Αραβικής Χερσονήσου, της προσφέρει άμεση πρόσβαση στον Κόλπο του Άντεν, στην Ερυθρά Θάλασσα και στο στενό Μπαμπ ελ-Μαντέμπ. Πρόκειται για έναν από τους σημαντικότερους θαλάσσιους διαδρόμους του πλανήτη, καθώς συνδέει τον Ινδικό Ωκεανό με τη Διώρυγα του Σουέζ και, κατ’ επέκταση, τις ασιατικές αγορές με τη Μεσόγειο και την Ευρώπη.

Η γεωγραφία αυτή προσδίδει στην Υεμένη μια δυσανάλογα μεγάλη στρατηγική αξία σε σχέση με το οικονομικό και στρατιωτικό της μέγεθος. Η δύναμη που μπορεί να επηρεάσει τη ναυσιπλοΐα στο Μπαμπ ελ-Μαντέμπ δεν χρειάζεται να διαθέτει έναν ισχυρό συμβατικό στόλο για να προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στο διεθνές εμπόριο. Αρκεί να μπορεί να δημιουργήσει ένα περιβάλλον αβεβαιότητας, στο οποίο οι ναυτιλιακές εταιρείες, οι ασφαλιστές και οι μεταφορείς αναγκάζονται να επανεκτιμήσουν το κόστος και τον κίνδυνο διέλευσης.

Αυτή ακριβώς είναι η στρατηγική διάσταση της παρουσίας της Ansarallah στην Υεμένη. Η οργάνωση δεν αποτελεί απλώς έναν ακόμη εσωτερικό παράγοντα του εμφυλίου πολέμου. Έχει εξελιχθεί σε δύναμη με δυνατότητα να επηρεάζει τις ισορροπίες στην Ερυθρά Θάλασσα και να συνδέει το μέτωπο της Υεμένης με τις ευρύτερες συγκρούσεις της Μέσης Ανατολής.

Η σημασία της αυξάνεται ακόμη περισσότερο όταν η περιοχή εξετάζεται σε συνδυασμό με τα Στενά του Ορμούζ. Τα δύο περάσματα βρίσκονται σε διαφορετικά γεωγραφικά σημεία, αλλά αποτελούν τμήματα της ίδιας ενεργειακής και εμπορικής αλυσίδας. Το πρώτο ελέγχει την έξοδο σημαντικού μέρους της ενέργειας του Περσικού Κόλπου προς τον Ινδικό Ωκεανό. Το δεύτερο συνδέει τον Ινδικό Ωκεανό με την Ερυθρά Θάλασσα και τη Μεσόγειο.

Εάν και τα δύο περάσματα βρεθούν ταυτόχρονα υπό σοβαρή απειλή, οι συνέπειες δεν θα περιοριστούν στις χώρες της περιοχής. Θα επηρεάσουν την παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια, τις εμπορικές ροές και τη δυνατότητα των μεγάλων οικονομιών να διατηρούν απρόσκοπτη πρόσβαση στις αγορές.

6.2 Η Ansarallah και η εξέλιξη του στρατιωτικού της ρόλου

Η Ansarallah αναδείχθηκε μέσα από την πολιτική και θρησκευτική ιστορία της βόρειας Υεμένης, αλλά η σημερινή της θέση διαμορφώθηκε μέσα από μια μακρά περίοδο εσωτερικών συγκρούσεων, ξένης επέμβασης και στρατιωτικής αναδιοργάνωσης.

Η επέμβαση του συνασπισμού υπό τη Σαουδική Αραβία το 2015 μετέτρεψε τον πόλεμο της Υεμένης σε περιφερειακή αναμέτρηση. Η στρατιωτική πίεση, ο αποκλεισμός και οι εκτεταμένες καταστροφές δεν οδήγησαν στην εξάλειψη της Ansarallah. Αντίθετα, η οργάνωση διατήρησε τον έλεγχο σημαντικών περιοχών και ανέπτυξε δυνατότητες πυραυλικών επιθέσεων, μη επανδρωμένων αεροσκαφών και επιχειρήσεων μεγάλης εμβέλειας.

Η εξέλιξη αυτή μετατόπισε σταδιακά τη φύση της σύγκρουσης. Η Ansarallah απέκτησε τη δυνατότητα να μεταφέρει το κόστος του πολέμου στο εσωτερικό της Σαουδικής Αραβίας, απειλώντας στρατιωτικές εγκαταστάσεις, αεροδρόμια και κρίσιμες ενεργειακές υποδομές.

Παράλληλα, η οργάνωση ανέπτυξε μια πολιτική ταυτότητα που συνδέει τον αγώνα της με την αντίθεση στην ισραηλινή πολιτική, την αμερικανική στρατιωτική παρουσία και την ευρύτερη περιφερειακή επιρροή της Δύσης. Η στάση της απέναντι στον πόλεμο της Γάζας ενίσχυσε αυτή την εικόνα, ιδιαίτερα μετά την έναρξη των επιθέσεων εναντίον πλοίων που η ίδια συνέδεε με το Ισραήλ ή με χώρες που υποστήριζαν τις ισραηλινές επιχειρήσεις.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε στρατιωτική ενέργεια της Ansarallah μπορεί να ερμηνευθεί αποκλειστικά μέσα από το παλαιστινιακό ζήτημα. Η οργάνωση διαθέτει δικές της εσωτερικές προτεραιότητες, επιδιώκει να διατηρήσει την εξουσία της στην Υεμένη και χρησιμοποιεί τη στρατιωτική της παρουσία ως μέσο περιφερειακής διαπραγματευτικής ισχύος.

Είναι επίσης απαραίτητο να διαχωρίζεται η πολιτική και στρατιωτική σχέση της Ansarallah με το Ιράν από την υπόθεση ότι η Τεχεράνη ελέγχει κάθε απόφασή της. Η συνεργασία, η πολιτική σύγκλιση και η υποστήριξη δεν αποδεικνύουν αυτομάτως πλήρη επιχειρησιακή διοίκηση. Στο υλικό που εξετάζουμε υπάρχει μάλιστα αναφορά ότι η Τεχεράνη δεν διαθέτει την επιρροή που συχνά της αποδίδεται πάνω στις αποφάσεις της οργάνωσης. Η εκτίμηση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί οριστικά αποδεδειγμένη, αλλά υπενθυμίζει ότι η Ansarallah πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αυτόνομος πολιτικός και στρατιωτικός παράγοντας.

6.3 Το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ και η στρατηγική πίεση στις θαλάσσιες οδούς

Το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ αποτελεί το νότιο θαλάσσιο πέρασμα της Ερυθράς Θάλασσας. Η στενή γεωγραφική του διάταξη και η εγγύτητά του με τις ακτές της Υεμένης, του Τζιμπουτί και της Ερυθραίας το καθιστούν εξαιρετικά ευαίσθητο σημείο για τη διεθνή ναυσιπλοΐα.

Η σημασία του έγινε ιδιαίτερα εμφανής μετά την έναρξη των επιχειρήσεων της Ansarallah εναντίον εμπορικών πλοίων κατά την περίοδο του πολέμου στη Γάζα. Οι επιθέσεις και οι απειλές οδήγησαν αρκετές ναυτιλιακές εταιρείες να επανεξετάσουν τη διέλευση από την Ερυθρά Θάλασσα και να επιλέξουν τη μακρύτερη διαδρομή γύρω από το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας.

Η αλλαγή αυτή δεν είναι απλώς ένα τεχνικό ζήτημα μεταφοράς. Αυξάνει τον χρόνο ταξιδιού, το κόστος καυσίμων, τις ασφαλιστικές επιβαρύνσεις και την πίεση στις εφοδιαστικές αλυσίδες. Επηρεάζει επίσης τα λιμάνια της Μεσογείου, τις εμπορικές συνδέσεις της Ευρώπης με την Ασία και τη λειτουργία της Διώρυγας του Σουέζ.

Η στρατηγική αξία της απειλής βρίσκεται ακριβώς σε αυτή την αλυσιδωτή επίδραση. Μια σχετικά περιορισμένη στρατιωτική δύναμη μπορεί να προκαλέσει οικονομικό κόστος πολύ μεγαλύτερο από το μέγεθος των δικών της στρατιωτικών δαπανών.

Η σημερινή κρίση έχει προσθέσει μια νέα διάσταση. Οι συγκρούσεις έχουν ενταθεί και στην περιοχή των δυτικών ακτών της Υεμένης, ενώ έχουν καταγραφεί αναφορές για προωθήσεις της Ansarallah προς το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ και για μάχες σε νησιά και παράκτιες ζώνες. Η εικόνα στο πεδίο παραμένει σύνθετη, καθώς οι αντίπαλες δυνάμεις έχουν επίσης ανακοινώσει αντεπιχειρήσεις και ανακαταλήψεις περιοχών.

Δεν πρέπει, επομένως, να συγχέουμε την ικανότητα της Ansarallah να απειλεί τη ναυσιπλοΐα με την πλήρη και αδιαμφισβήτητη κατοχή κάθε ακτής ή νησιού γύρω από το στενό. Η στρατιωτική επιρροή στην περιοχή είναι σημαντική, αλλά η κατάσταση παραμένει αντικείμενο σύγκρουσης.

Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ έχει μετατραπεί σε ενεργό παράγοντα της ευρύτερης γεωπολιτικής αντιπαράθεσης. Η ασφάλειά του δεν εξαρτάται πλέον μόνο από τις ναυτικές δυνάμεις των μεγάλων κρατών, αλλά και από την εξέλιξη του πολέμου στο εσωτερικό της Υεμένης.

6.4 Η Σαουδική Αραβία ανάμεσα στην ενεργειακή ασφάλεια και την περιφερειακή σύγκρουση

Η Σαουδική Αραβία βρίσκεται σε ιδιαίτερα δύσκολη στρατηγική θέση. Από τη μία πλευρά, επιδιώκει να διατηρήσει την εικόνα μιας περιφερειακής δύναμης με σταθερότητα, οικονομική ανάπτυξη και δυνατότητα προσέλκυσης διεθνών επενδύσεων. Από την άλλη, οι ενεργειακές της υποδομές και οι θαλάσσιες έξοδοι των εξαγωγών της βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο μιας σύγκρουσης που μπορεί να επηρεάσει άμεσα την οικονομική της ασφάλεια.

Η χώρα διαθέτει δύο βασικές γεωγραφικές κατευθύνσεις για τις ενεργειακές της εξαγωγές. Η πρώτη οδηγεί προς τον Περσικό Κόλπο και τα Στενά του Ορμούζ. Η δεύτερη συνδέεται με την Ερυθρά Θάλασσα μέσω του αγωγού Ανατολής–Δύσης, ο οποίος μεταφέρει πετρέλαιο από την ανατολική πλευρά της χώρας προς το λιμάνι Γιανμπού.

Ο αγωγός αυτός έχει ιδιαίτερη στρατηγική σημασία, επειδή προσφέρει στη Σαουδική Αραβία τη δυνατότητα να μεταφέρει σημαντικές ποσότητες πετρελαίου προς την Ερυθρά Θάλασσα χωρίς να εξαρτάται αποκλειστικά από τη διέλευση από το Ορμούζ.

Ωστόσο, η εναλλακτική αυτή διαδρομή δεν εξαλείφει τον κίνδυνο. Η Ερυθρά Θάλασσα συνδέεται με το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, ενώ η δυτική σαουδαραβική ακτογραμμή βρίσκεται πλέον μέσα σε ένα περιβάλλον αυξημένης στρατιωτικής έντασης.

Έτσι, η Σαουδική Αραβία αντιμετωπίζει ένα σύνθετο πρόβλημα: η παράκαμψη του Ορμούζ δεν αρκεί εάν η έξοδος προς την Ερυθρά Θάλασσα απειλείται από την άλλη πλευρά της Αραβικής Χερσονήσου.

Η εξέλιξη αυτή αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να εξετάζεται η ενεργειακή ασφάλεια του βασιλείου. Δεν πρόκειται πλέον μόνο για την προστασία των πετρελαϊκών εγκαταστάσεων στην ανατολική επαρχία. Πρόκειται για την προστασία μιας ολόκληρης αλυσίδας που περιλαμβάνει εγκαταστάσεις παραγωγής, αγωγούς, σταθμούς άντλησης, διυλιστήρια, λιμάνια και θαλάσσιες διαδρομές.

Η δυνατότητα της Ansarallah να απειλεί διαφορετικά σημεία αυτής της αλυσίδας μετατρέπει τη γεωγραφία της Σαουδικής Αραβίας από πλεονέκτημα σε δυνητική αδυναμία.

6.5 Οι επιθέσεις του Οκτωβρίου και η νέα κλίμακα της απειλής

Οι εξελίξεις των τελευταίων ημερών του Οκτωβρίου δείχνουν πόσο επικίνδυνα έχει διευρυνθεί το μέτωπο ανάμεσα στην Ansarallah και τη Σαουδική Αραβία.

Σύμφωνα με τις ανακοινώσεις της υεμενίτικης πλευράς, στις 29 Οκτωβρίου πραγματοποιήθηκαν έξι επιχειρήσεις εναντίον στόχων στο σαουδαραβικό έδαφος. Στους στόχους που κατονομάστηκαν περιλαμβάνονταν το διυλιστήριο της Ras Tanura, εγκαταστάσεις της Aramco στην περιοχή Abqaiq, το διυλιστήριο της Rabigh, το διεθνές αεροδρόμιο King Khalid στο Ριάντ, το αεροδρόμιο King Fahd στο Νταμάμ και στρατιωτική εγκατάσταση στην περιοχή Najran.

Η ανακοίνωση αυτή αποτελεί την επίσημη εκδοχή της Ansarallah και δεν πρέπει να συγχέεται με ανεξάρτητη επιβεβαίωση ότι όλοι οι στόχοι επλήγησαν. Η σαουδαραβική πλευρά ανακοίνωσε αναχαιτίσεις πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών. Στο Ριάντ, θραύσματα από αναχαιτισμένους πυραύλους προκάλεσαν τραυματισμό και υλικές ζημιές. Για τα περισσότερα από τα ενεργειακά πλήγματα που ανακοινώθηκαν δεν υπήρξε δημόσια επιβεβαίωση από τις σαουδαραβικές αρχές ότι προκλήθηκαν οι ζημιές που περιέγραψε η υεμενίτικη πλευρά.

Το σημαντικότερο, ωστόσο, δεν είναι να υιοθετήσουμε άκριτα τον αριθμό των επιτυχημένων πληγμάτων. Είναι να εξετάσουμε τη φύση των στόχων που επιλέχθηκαν και το εύρος της απειλής που επιχειρεί να διαμορφώσει η Ansarallah.

Η Ras Tanura αποτελεί κρίσιμο ενεργειακό κόμβο, ενώ η Abqaiq συνδέεται με μία από τις σημαντικότερες εγκαταστάσεις επεξεργασίας πετρελαίου της χώρας. Η Rabigh βρίσκεται στη δυτική ακτή, κοντά στην Ερυθρά Θάλασσα. Τα αεροδρόμια και οι στρατιωτικές εγκαταστάσεις συμπληρώνουν την εικόνα μιας επιχείρησης που, τουλάχιστον ως προς τη δηλωμένη στόχευσή της, επιχειρεί να ασκήσει πίεση σε διαφορετικά επίπεδα της σαουδαραβικής κρατικής και οικονομικής λειτουργίας.

Η επίθεση στη Ras Tanura, ειδικότερα, απαιτεί προσεκτική αποτίμηση. Υπήρξαν αναφορές για πυρκαγιά και ζημιές σε εγκατάσταση, αλλά οι δημόσιες ανακοινώσεις δεν επιτρέπουν να αποδοθεί με βεβαιότητα ολόκληρο το αποτέλεσμα που περιέγραψε η Ansarallah. Η διάκριση ανάμεσα σε αναχαίτιση, πτώση θραυσμάτων, περιορισμένη ζημιά και επιτυχημένο πλήγμα σε κρίσιμη υποδομή είναι ουσιώδης.

Το ίδιο ισχύει για τις αναφορές περί απευθείας πλήγματος στο σαουδαραβικό υπουργείο Άμυνας στις 27 Οκτωβρίου. Η συγκεκριμένη εκδοχή δεν επιβεβαιώνεται από τα διαθέσιμα στοιχεία και αντιφάσκει με την ανακοίνωση του Ριάντ περί αναχαιτίσεων. Δεν θα την εντάξουμε ως γεγονός.

Υπάρχει, όμως, ένα στοιχείο που δεν μπορεί να αγνοηθεί: οι επιθέσεις και οι αναχαιτίσεις συνεχίστηκαν επί σειρά ημερών, από τις 26 έως τις 30 Οκτωβρίου, με αναφορές για απειλές σε Ριάντ, ανατολική επαρχία, Taif και νότιες περιοχές. Η επανάληψη αυτή δείχνει ότι το μέτωπο δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο επεισόδιο, αλλά μια συνεχιζόμενη στρατιωτική πίεση.

6.6 Η σύνδεση του Ορμούζ με την Ερυθρά Θάλασσα

Η πραγματική στρατηγική διάσταση της κρίσης γίνεται αντιληπτή όταν εξετάσουμε τα Στενά του Ορμούζ και το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ ως δύο τμήματα ενός ενιαίου συστήματος θαλάσσιων μεταφορών.

Η κρίση στο Ορμούζ επηρεάζει άμεσα τις εξαγωγές πετρελαίου από τον Περσικό Κόλπο. Η κρίση στο Μπαμπ ελ-Μαντέμπ επηρεάζει τη διαδρομή από τον Ινδικό Ωκεανό προς την Ερυθρά Θάλασσα και τη Διώρυγα του Σουέζ. Η ταυτόχρονη αποσταθεροποίηση των δύο περασμάτων δημιουργεί ένα περιβάλλον στο οποίο οι εναλλακτικές διαδρομές περιορίζονται και το κόστος μεταφοράς αυξάνεται.

Η σημασία αυτής της σύνδεσης είναι ακόμη μεγαλύτερη για την Ασία και την Ευρώπη. Ένα μεγάλο μέρος του εμπορίου μεταξύ των δύο ηπείρων περνά από τις θαλάσσιες διαδρομές του Ινδικού Ωκεανού, της Ερυθράς Θάλασσας και της Μεσογείου. Η διακοπή ή η υποβάθμιση της ασφάλειας σε οποιοδήποτε από αυτά τα σημεία μπορεί να προκαλέσει ανακατανομή των εμπορικών ροών.

Στο υλικό της τρέχουσας κρίσης καταγράφονται επίσης περιστατικά εναντίον πλοίων στη νότια διαδρομή που προωθούσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς και ανακοινώσεις των ιρανικών Φρουρών της Επανάστασης περί παρεμπόδισης πλοίων που χρησιμοποιούσαν μη εγκεκριμένες διαδρομές. Οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί δεν έχουν όλοι επιβεβαιωθεί με ταυτοποιημένα πλοία και ανεξάρτητα στοιχεία.

Αυτό που έχει σημασία είναι ότι η ναυσιπλοΐα έχει μετατραπεί σε πεδίο άσκησης πολιτικής πίεσης. Η ασφάλεια των πλοίων, το κόστος ασφάλισης, η επιλογή διαδρομής και η δυνατότητα διέλευσης συνδέονται πλέον άμεσα με τις στρατιωτικές και διπλωματικές εξελίξεις.

Η Ansarallah προσθέτει σε αυτή την εξίσωση έναν παράγοντα που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά με ναυτικές περιπολίες. Η παρουσία της στην Υεμένη και η δυνατότητα να απειλεί τη νότια είσοδο της Ερυθράς Θάλασσας σημαίνουν ότι η ασφάλεια του διαδρόμου εξαρτάται και από την πολιτική διευθέτηση της ίδιας της υεμενίτικης σύγκρουσης.

6.7 Η Σαουδική Αραβία, το Πακιστάν και το δίλημμα της περιφερειακής άμυνας

Η αναζωπύρωση των συγκρούσεων στην Υεμένη δημιουργεί ένα δύσκολο δίλημμα για τη Σαουδική Αραβία και τους περιφερειακούς εταίρους της.

Το Ριάντ επιδιώκει να διατηρήσει την αμυντική του συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ παράλληλα αναζητά μεγαλύτερη αυτονομία και νέες περιφερειακές εγγυήσεις ασφαλείας. Η συνεργασία με το Πακιστάν και την Τουρκία εντάσσεται σε αυτή την προσπάθεια.

Το πλαίσιο αμυντικής συνεργασίας της Μέκκας, όπως εξετάστηκε στο προηγούμενο κεφάλαιο, αποκτά ιδιαίτερη σημασία υπό το φως των επιθέσεων. Η Σαουδική Αραβία χρειάζεται περιφερειακή υποστήριξη, αλλά η διεύρυνση της συνεργασίας δεν σημαίνει αυτομάτως ότι οι εταίροι της είναι διατεθειμένοι να συμμετάσχουν σε επιθετικές επιχειρήσεις μέσα στην Υεμένη.

Το Πακιστάν έχει ιδιαίτερο λόγο να κινηθεί προσεκτικά. Θέλει να διατηρήσει τη στρατηγική του σχέση με τη Σαουδική Αραβία, αλλά δεν επιθυμεί να χάσει τον ρόλο του ως διαμεσολαβητή ανάμεσα στην Τεχεράνη και τις χώρες του Κόλπου. Η αποστολή πακιστανικών δυνάμεων σε μια νέα πολεμική εκστρατεία στην Υεμένη θα μπορούσε να υπονομεύσει ακριβώς αυτή τη διπλωματική θέση.

Η Τουρκία αντιμετωπίζει ανάλογη αντίφαση. Επιδιώκει να ενισχύσει την περιφερειακή της επιρροή και να συμμετέχει στη διαμόρφωση νέων μηχανισμών ασφαλείας, χωρίς να εγκλωβιστεί σε μια σύγκρουση που θα μπορούσε να τη φέρει αντιμέτωπη με το Ιράν ή να διαταράξει τις σχέσεις της με άλλες περιφερειακές δυνάμεις.

Η προειδοποίηση της Ansarallah προς το Πακιστάν και την Τουρκία ότι θα αντιμετωπίσουν σκληρή αντίδραση εάν συμμετάσχουν στρατιωτικά στην επιχείρηση εναντίον της Υεμένης αποτελεί μέρος αυτής της πίεσης. Δεν συνιστά από μόνη της απόδειξη ότι οι δύο χώρες έχουν αποφασίσει να εμπλακούν. Αναδεικνύει, όμως, το κόστος που θα μπορούσε να έχει μια τέτοια επιλογή.

Το δίλημμα είναι σαφές: η Σαουδική Αραβία χρειάζεται ευρύτερη αμυντική υποστήριξη, αλλά κάθε νέα στρατιωτική συμμαχία μπορεί να μετατραπεί σε παράγοντα κλιμάκωσης. Η περιφερειακή ασφάλεια δεν μπορεί να οικοδομηθεί μόνο με αμοιβαίες στρατιωτικές δεσμεύσεις, εάν δεν υπάρχει παράλληλα πολιτικός μηχανισμός αποκλιμάκωσης.

6.8 Η στρατηγική σημασία της Υεμένης στη νέα Μέση Ανατολή

Η Υεμένη αποτελεί πλέον έναν από τους κρίσιμους παράγοντες της νέας γεωπολιτικής πραγματικότητας στη Μέση Ανατολή. Η Ansarallah έχει τη δυνατότητα να επηρεάζει τις θαλάσσιες διαδρομές, να ασκεί στρατιωτική πίεση στη Σαουδική Αραβία και να συνδέει το τοπικό μέτωπο με τις ευρύτερες αντιπαραθέσεις γύρω από το Ιράν, το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η σημασία της δεν βρίσκεται μόνο στην ισχύ των πυραύλων ή των μη επανδρωμένων αεροσκαφών της. Βρίσκεται στη γεωγραφία, στην ικανότητα διατήρησης ενός παρατεταμένου μετώπου και στην οικονομική επίδραση που μπορούν να έχουν οι ενέργειές της σε διεθνείς εμπορικές διαδρομές.

Για τη Σαουδική Αραβία, το πρόβλημα είναι πλέον διπλό. Η προστασία των ενεργειακών υποδομών στην ανατολική πλευρά της χώρας δεν αρκεί, εάν η δυτική έξοδος προς την Ερυθρά Θάλασσα παραμένει ευάλωτη. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η διατήρηση της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας απαιτεί κάτι περισσότερο από την παρουσία πολεμικών πλοίων. Απαιτεί μια πολιτική και στρατιωτική ισορροπία που να περιορίζει τις δυνατότητες κλιμάκωσης χωρίς να προκαλεί έναν ευρύτερο πόλεμο.

Για την Κίνα και τη Ρωσία, η σταθερότητα των δύο θαλάσσιων διαδρόμων είναι κρίσιμη για διαφορετικούς λόγους. Η Κίνα εξαρτάται από την ομαλή λειτουργία των εμπορικών και ενεργειακών δικτύων, ενώ η Ρωσία έχει συμφέρον να διατηρεί ανοιχτές τις ευρασιατικές διαδρομές και να περιορίζει την ανεξέλεγκτη επέκταση της αμερικανικής στρατιωτικής εμπλοκής.

Η Υεμένη, επομένως, δεν αποτελεί περιφερειακή υποσημείωση της αντιπαράθεσης ΗΠΑ–Ιράν. Είναι ένα από τα μέτωπα όπου θα κριθεί εάν οι νέες περιφερειακές ισορροπίες μπορούν να αποκτήσουν πραγματικό στρατηγικό περιεχόμενο.

Η μεγαλύτερη αντίφαση βρίσκεται στο γεγονός ότι η στρατιωτική ισχύς των μεγάλων δυνάμεων δεν εγγυάται πλέον από μόνη της τον έλεγχο των κρίσιμων γεωγραφικών σημείων. Μια χώρα που διαθέτει μικρότερη οικονομία και περιορισμένες συμβατικές δυνατότητες μπορεί, μέσω της γεωγραφικής της θέσης και της ασύμμετρης στρατηγικής της, να επιβάλει σημαντικό κόστος σε πολύ ισχυρότερους αντιπάλους.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ansarallah μπορεί να ελέγξει μόνη της την Ερυθρά Θάλασσα ή να επιβάλει μια νέα περιφερειακή τάξη. Σημαίνει ότι δεν μπορεί πλέον να αγνοηθεί ως στρατηγικός παράγοντας.

Η μάχη για τη νέα Μέση Ανατολή δεν διεξάγεται μόνο γύρω από τις πρωτεύουσες, τις διπλωματικές συμφωνίες και τις στρατιωτικές βάσεις. Διεξάγεται και στα στενά περάσματα από τα οποία εξαρτάται η λειτουργία της παγκόσμιας οικονομίας. Και η Υεμένη βρίσκεται ακριβώς σε ένα από αυτά τα σημεία.

 

Κεφάλαιο 7 – Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ μπροστά στην κλιμάκωση

Στρατιωτικές προετοιμασίες, πυρηνική διάσταση, εσωτερικές πιέσεις και πολιτικές εξελίξεις

7.1 Η στρατιωτική συγκέντρωση των ΗΠΑ και η πολιτική της αποτροπής

Η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στη Μέση Ανατολή αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες που θα καθορίσουν την εξέλιξη της αντιπαράθεσης με το Ιράν. Η ενίσχυση των ναυτικών και αεροπορικών δυνάμεων στην ευρύτερη περιοχή δεν αποτελεί απλώς μια συμβολική επίδειξη ισχύος. Δημιουργεί συγκεκριμένες επιχειρησιακές δυνατότητες, αυξάνει τις διαθέσιμες επιλογές της Ουάσιγκτον και ταυτόχρονα ασκεί πίεση στην Τεχεράνη, η οποία καλείται να υπολογίσει το ενδεχόμενο μιας νέας στρατιωτικής αναμέτρησης.

Η μετακίνηση της ομάδας κρούσης του αεροπλανοφόρου USS Theodore Roosevelt προς τη Μέση Ανατολή, μαζί με την αποστολή της αμφίβιας δύναμης Makin Island και της 13ης Εκστρατευτικής Μονάδας Πεζοναυτών, εντάσσεται σε αυτή τη λογική. Οι σχεδιασμοί που έχουν δημοσιοποιηθεί προβλέπουν ότι, μέχρι το τέλος Νοεμβρίου, η αμερικανική παρουσία στην περιοχή θα μπορούσε να περιλαμβάνει τρεις ομάδες κρούσης αεροπλανοφόρων και δύο αμφίβιες δυνάμεις. Παράλληλα, η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στην ευρύτερη Μέση Ανατολή υπολογίζεται σε περίπου 50.000 στρατιωτικούς.

Η συγκέντρωση αυτή έχει διπλή λειτουργία. Από τη μία πλευρά, ενισχύει την αποτρεπτική δυνατότητα των ΗΠΑ, καθώς επιτρέπει την ταχύτερη ανάπτυξη αεροπορικών επιχειρήσεων, την προστασία των ναυτικών δυνάμεων και την υποστήριξη των περιφερειακών βάσεων. Από την άλλη, δημιουργεί την υποδομή για μια ενδεχόμενη επιχείρηση μεγαλύτερης κλίμακας, εφόσον ληφθεί η σχετική πολιτική απόφαση.

Ωστόσο, η παρουσία αεροπλανοφόρων και πρόσθετων δυνάμεων δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι έχει αποφασιστεί νέα επίθεση. Η στρατιωτική ανάπτυξη μπορεί να λειτουργήσει ως μέσο πίεσης στις διαπραγματεύσεις, ως προετοιμασία για ενδεχόμενη σύγκρουση ή ως μηχανισμός προστασίας των αμερικανικών εγκαταστάσεων και των συμμάχων της Ουάσιγκτον. Οι τρεις αυτές λειτουργίες μπορούν να συνυπάρχουν.

Το ουσιαστικό ζήτημα είναι ότι η αμερικανική διπλωματία και η στρατιωτική προετοιμασία εξελίσσονται παράλληλα. Η Ουάσιγκτον επιχειρεί να διατηρήσει την πίεση προς την Τεχεράνη, χωρίς να αποκλείει την επιστροφή στη στρατιωτική επιλογή. Αυτή η διπλή στρατηγική αυξάνει τη διαπραγματευτική πίεση, αλλά παράλληλα μεγαλώνει τον κίνδυνο λανθασμένου υπολογισμού. Όσο περισσότερες δυνάμεις συγκεντρώνονται σε μια περιοχή όπου ήδη υπάρχουν ενεργά μέτωπα και αμοιβαίες απειλές, τόσο μικρότερο γίνεται το περιθώριο για ένα περιορισμένο επεισόδιο να παραμείνει πραγματικά περιορισμένο.

7.2 Η 3η Νοεμβρίου και το αμερικανικό εσωτερικό πολιτικό μέτωπο

Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου στις Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν σημαντικό παράγοντα στον χρονισμό των αμερικανικών αποφάσεων. Η κυβέρνηση Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπη με εσωτερικές πολιτικές πιέσεις, οικονομικές ανησυχίες και την ανάγκη να διατηρήσει την εικόνα ελέγχου μιας σύγκρουσης που έχει επιπτώσεις πολύ πέρα από τα σύνορα της Μέσης Ανατολής.

Η άνοδος των τιμών της ενέργειας, η αστάθεια στις θαλάσσιες μεταφορές και ο κίνδυνος μιας νέας περιφερειακής πολεμικής αναμέτρησης δημιουργούν πολιτικό κόστος. Για την αμερικανική κοινωνία, μια παρατεταμένη σύγκρουση με το Ιράν δεν αποτελεί αφηρημένο γεωπολιτικό ζήτημα. Συνδέεται με το κόστος ζωής, τις τιμές των καυσίμων, τις στρατιωτικές απώλειες και την πιθανότητα νέας εμπλοκής των ΗΠΑ σε έναν πόλεμο χωρίς σαφές τέλος.

Η εκλογική συγκυρία μπορεί επομένως να λειτουργήσει προς δύο αντίθετες κατευθύνσεις. Πριν από την ψηφοφορία, η κυβέρνηση έχει λόγους να αποφύγει μια νέα μεγάλη στρατιωτική επιχείρηση, εφόσον αυτή θα μπορούσε να προκαλέσει οικονομική αναταραχή ή να ενισχύσει την εσωτερική αντιπολίτευση. Μετά τις εκλογές, όμως, η πολιτική πίεση μπορεί να μεταβληθεί. Μια κυβέρνηση που θα θεωρεί ότι έχει αποκτήσει μεγαλύτερο περιθώριο κινήσεων ενδέχεται να αισθανθεί λιγότερο περιορισμένη από την εκλογική συγκυρία.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η 4η Νοεμβρίου αποτελεί προκαθορισμένη ημερομηνία επίθεσης. Η εκτίμηση ότι ενδέχεται να ανοίξει ένα παράθυρο στρατιωτικής δράσης μετά τις εκλογές βασίζεται στη συγκέντρωση δυνάμεων, στις προειδοποιήσεις προς τις χώρες του Κόλπου και στη δημόσια συζήτηση για νέα επιχείρηση. Δεν υπάρχει, μέχρι την 1η Νοεμβρίου, δημόσια επιβεβαιωμένη απόφαση της αμερικανικής κυβέρνησης για την έναρξη νέων πληγμάτων.

Η θεσμική διάσταση έχει επίσης σημασία. Το αμερικανικό Σύνταγμα αναθέτει στο Κογκρέσο την αρμοδιότητα κήρυξης πολέμου, αλλά οι διαδοχικές κυβερνήσεις έχουν αξιοποιήσει διαφορετικές νομικές ερμηνείες για να αναπτύσσουν στρατιωτικές επιχειρήσεις χωρίς προηγούμενη τυπική κήρυξη πολέμου. Η αντιπαράθεση ανάμεσα στην εκτελεστική εξουσία και το Κογκρέσο μπορεί να ενταθεί εάν η σύγκρουση παραταθεί και απαιτηθούν πρόσθετες πιστώσεις ή νέες στρατιωτικές δεσμεύσεις.

Η Ουάσιγκτον, συνεπώς, δεν αντιμετωπίζει μόνο το Ιράν. Αντιμετωπίζει και το εσωτερικό πολιτικό κόστος της δικής της στρατηγικής. Η δυνατότητα στρατιωτικής δράσης δεν ταυτίζεται με την πολιτική δυνατότητα διατήρησης μιας τέτοιας δράσης για μεγάλο χρονικό διάστημα.

7.3 Το Ισραήλ μετά τις εκλογές και η στρατηγική του Νετανιάχου

Για το Ισραήλ, η αντιπαράθεση με το Ιράν έχει διαφορετικό βάθος από εκείνο που έχει για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η ισραηλινή ηγεσία αντιμετωπίζει την Τεχεράνη ως τον βασικό περιφερειακό αντίπαλο που μπορεί να αμφισβητήσει τη στρατιωτική υπεροχή της χώρας και να υποστηρίξει ένα ευρύτερο δίκτυο ένοπλων δυνάμεων στην περιοχή.

Η ισραηλινή στρατηγική δεν περιορίζεται στην αντιμετώπιση του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος. Περιλαμβάνει την προσπάθεια περιορισμού των πυραυλικών δυνατοτήτων του Ιράν, της στρατιωτικής του παρουσίας σε γειτονικές χώρες και της δυνατότητάς του να διατηρεί πολλαπλά μέτωπα πίεσης απέναντι στο Ισραήλ.

Οι εκλογές της 27ης Οκτωβρίου στο Ισραήλ προσθέτουν μια εσωτερική πολιτική διάσταση. Η πολιτική θέση του Μπενιαμίν Νετανιάχου, οι δυσκολίες συγκρότησης σταθερής κυβερνητικής πλειοψηφίας και η διατήρηση της εξουσίας του ως μεταβατικού πρωθυπουργού επηρεάζουν το περιθώριο λήψης αποφάσεων. Η ασφάλεια και η αντιμετώπιση του Ιράν παραμένουν κεντρικά ζητήματα της ισραηλινής πολιτικής αντιπαράθεσης.

Παράλληλα, έχουν δημοσιοποιηθεί πληροφορίες για εντάσεις ανάμεσα στον Νετανιάχου και την ανώτατη στρατιωτική ηγεσία σχετικά με την έγκριση ενδεχόμενης επιχείρησης που θα μπορούσε να προκαλέσει νέα σύγκρουση με την Τεχεράνη. Οι αναφορές αυτές δεν συνιστούν απόδειξη θεσμικής ρήξης, αλλά αναδεικνύουν ένα κρίσιμο πρόβλημα: η πολιτική ηγεσία μπορεί να επιδιώκει μια επιθετικότερη στρατηγική, ενώ η στρατιωτική διοίκηση οφείλει να υπολογίζει τις επιχειρησιακές συνέπειες και τον κίνδυνο ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης.

Η ισραηλινή στρατιωτική ετοιμότητα έχει ενισχυθεί. Έχουν αναφερθεί προετοιμασίες για πολλαπλά ενδεχόμενα, αυξημένη επιφυλακή και ενίσχυση της αντιπυραυλικής άμυνας. Σύμφωνα με δημοσιεύματα που επικαλούνται ισραηλινές πηγές, οι προετοιμασίες περιλαμβάνουν τόσο το ενδεχόμενο συντονισμένης επιχείρησης με τις ΗΠΑ όσο και την πιθανότητα αυτόνομης ισραηλινής δράσης.

Πρέπει, ωστόσο, να διαχωριστεί η επιχειρησιακή ετοιμότητα από την πολιτική απόφαση. Το γεγονός ότι ο ισραηλινός στρατός προετοιμάζεται για ένα ενδεχόμενο δεν σημαίνει ότι η επίθεση έχει αποφασιστεί. Αντίστοιχα, η δημόσια ρητορική περί εξάλειψης της ιρανικής απειλής δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη ότι υπάρχει συγκεκριμένο και εφαρμόσιμο σχέδιο για την επίτευξη αυτού του στόχου.

Το βαθύτερο πρόβλημα για το Ισραήλ είναι ότι μια νέα επίθεση μπορεί να προκαλέσει αντίποινα σε περισσότερα από ένα μέτωπα. Η ιρανική απάντηση δεν είναι απαραίτητο να περιοριστεί σε μια ανταλλαγή πληγμάτων μεταξύ δύο κρατών. Θα μπορούσε να περιλάβει αμερικανικές βάσεις, ναυτικές εγκαταστάσεις, ενεργειακές υποδομές και δίκτυα εφοδιασμού στην ευρύτερη περιοχή. Για το Τελ Αβίβ, επομένως, η επιλογή της κλιμάκωσης συνοδεύεται από ένα κόστος που δεν μπορεί να υπολογιστεί αποκλειστικά με βάση την ισραηλινή στρατιωτική υπεροχή.

7.4 Η πυρηνική διάσταση και το πρόβλημα της επιθεώρησης

Το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν βρίσκεται στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης, αλλά η σημερινή κατάσταση είναι πιο σύνθετη από την απλή διατύπωση ότι η Τεχεράνη επιδιώκει την κατασκευή πυρηνικού όπλου. Η ιρανική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το πυρηνικό της πρόγραμμα έχει ειρηνικό χαρακτήρα. Το Ισραήλ και οι Ηνωμένες Πολιτείες θεωρούν ότι οι πυρηνικές δυνατότητες του Ιράν δημιουργούν σοβαρή απειλή για την περιφερειακή ασφάλεια.

Το κρίσιμο ζήτημα είναι η δυνατότητα επαλήθευσης. Μετά τα πλήγματα στις ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις, η πρόσβαση των επιθεωρητών στις κατεστραμμένες ή πληγείσες εγκαταστάσεις έχει περιοριστεί. Στις 27 Οκτωβρίου, η Διεθνής Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να επιθεωρήσει τις συγκεκριμένες εγκαταστάσεις και να επαληθεύσει την κατάσταση του πυρηνικού υλικού που βρισκόταν εκεί.

Αυτό δημιουργεί μια εξαιρετικά επικίνδυνη αντίφαση. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ επικαλούνται την ανάγκη αποτροπής μιας πυρηνικής απειλής, αλλά η καταστροφή εγκαταστάσεων και η αδυναμία πρόσβασης των επιθεωρητών δυσχεραίνουν την ανεξάρτητη εξακρίβωση της πραγματικής κατάστασης. Η απουσία επιθεώρησης δεν αποδεικνύει ότι το Ιράν έχει κατασκευάσει πυρηνικό όπλο. Σημαίνει όμως ότι η διεθνής κοινότητα διαθέτει λιγότερα επαληθεύσιμα δεδομένα για την κατάσταση του πυρηνικού υλικού και των εγκαταστάσεων.

Η διάκριση αυτή είναι θεμελιώδης. Η ύπαρξη εμπλουτισμένου ουρανίου, η δυνατότητα περαιτέρω εμπλουτισμού, η ανάπτυξη τεχνολογίας σχετικής με την πυρηνική ενέργεια και η κατασκευή επιχειρησιακού πυρηνικού όπλου αποτελούν διαφορετικά στάδια. Δεν μπορούν να παρουσιάζονται ως ταυτόσημα.

Η πυρηνική κρίση έχει, επομένως, μετατραπεί και σε κρίση αξιοπιστίας του διεθνούς μηχανισμού ελέγχου. Η επιστροφή των επιθεωρητών στις πληγείσες εγκαταστάσεις θα μπορούσε να αποτελέσει μέρος μιας συμφωνίας αποκλιμάκωσης. Για την Τεχεράνη, όμως, η πρόσβαση δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την άρση των οικονομικών και στρατιωτικών πιέσεων. Για την Ουάσιγκτον, αντίθετα, η επαλήθευση θεωρείται αναγκαία προϋπόθεση για οποιαδήποτε ουσιαστική συμφωνία.

Έτσι, το πυρηνικό ζήτημα δεν αφορά μόνο την τεχνολογία ή τον εμπλουτισμό. Αφορά το ποιος καθορίζει τους όρους επιθεώρησης, ποιος εγγυάται την τήρηση των συμφωνιών και κατά πόσο ένα κράτος μπορεί να διατηρεί την πυρηνική του δραστηριότητα χωρίς να αποδέχεται ένα καθεστώς επιτήρησης που θεωρεί ότι λειτουργεί υπό συνθήκες πολιτικού και στρατιωτικού καταναγκασμού.

7.5 Η ισραηλινή αντιπυραυλική άμυνα και τα όρια της στρατιωτικής υπεροχής

Η στρατιωτική υπεροχή του Ισραήλ αποτελεί αναμφισβήτητο παράγοντα της περιφερειακής ισορροπίας, αλλά δεν ισοδυναμεί με πλήρη προστασία από μια παρατεταμένη σύγκρουση. Η ισραηλινή αμυντική αρχιτεκτονική βασίζεται σε πολλαπλά επίπεδα αναχαίτισης, με συστήματα σχεδιασμένα να αντιμετωπίζουν διαφορετικές κατηγορίες απειλών: από βραχείας εμβέλειας ρουκέτες μέχρι βαλλιστικούς πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς.

Η αποτελεσματικότητα αυτών των συστημάτων εξαρτάται από πολλούς παράγοντες: τον αριθμό των εισερχόμενων στόχων, την ταυτόχρονη εκτόξευση από διαφορετικές κατευθύνσεις, την ποιότητα των αισθητήρων, τη διαθεσιμότητα αναχαιτιστικών πυραύλων και την ικανότητα συντονισμού ανάμεσα στα διαφορετικά επίπεδα άμυνας.

Σε μια σύγκρουση περιορισμένης διάρκειας, το Ισραήλ μπορεί να αξιοποιήσει την τεχνολογική του υπεροχή και την αμερικανική υποστήριξη για να περιορίσει τις συνέπειες των επιθέσεων. Σε μια παρατεταμένη σύγκρουση, όμως, το πρόβλημα μετατοπίζεται. Δεν αφορά μόνο το αν ένα σύστημα μπορεί να αναχαιτίσει έναν πύραυλο, αλλά το αν μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί με την ίδια αποτελεσματικότητα όταν οι επιθέσεις επαναλαμβάνονται, τα αποθέματα αναχαιτιστικών μειώνονται και οι υποδομές δέχονται συνεχή πίεση.

Το Ιράν, από την πλευρά του, έχει επενδύσει σε ένα ευρύ φάσμα πυραυλικών και μη επανδρωμένων συστημάτων. Η στρατηγική του δεν προϋποθέτει απαραίτητα την ισοδυναμία με τις αμερικανικές και ισραηλινές αεροπορικές δυνάμεις. Βασίζεται περισσότερο στην ικανότητα πρόκλησης κόστους, στην απειλή πολλαπλών στόχων και στη δημιουργία αβεβαιότητας για την ασφάλεια των περιφερειακών στρατιωτικών και οικονομικών εγκαταστάσεων.

Αυτό είναι το βασικό στοιχείο της ασύμμετρης αποτροπής. Ένα κράτος δεν χρειάζεται να διαθέτει την ίδια στρατιωτική ισχύ με τον αντίπαλό του για να καταστήσει μια επίθεση εξαιρετικά δαπανηρή. Αρκεί να μπορεί να απειλήσει κρίσιμες υποδομές, να διαταράξει τις θαλάσσιες μεταφορές και να διευρύνει τη γεωγραφία της σύγκρουσης.

Η στρατιωτική υπεροχή, επομένως, δεν πρέπει να συγχέεται με τη δυνατότητα επίτευξης όλων των πολιτικών στόχων. Η καταστροφή εγκαταστάσεων δεν συνεπάγεται αυτομάτως εξάλειψη της τεχνογνωσίας, της παραγωγικής ικανότητας ή της πολιτικής βούλησης ενός αντιπάλου. Η ιστορία των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή έχει δείξει επανειλημμένα ότι η τακτική επιτυχία μπορεί να συνυπάρχει με στρατηγική αποτυχία.

7.6 Η αμερικανοϊσραηλινή σύμπραξη και τα διαφορετικά στρατηγικά συμφέροντα

Η σχέση Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες της περιφερειακής ισορροπίας. Η στρατιωτική συνεργασία, η ανταλλαγή πληροφοριών, η τεχνολογική διασύνδεση και η αμερικανική υποστήριξη προς την ισραηλινή άμυνα δημιουργούν μια ιδιαίτερα στενή στρατηγική σχέση.

Ωστόσο, η σύμπραξη αυτή δεν σημαίνει ότι οι δύο πλευρές έχουν πάντοτε ταυτόσημους στόχους ή ότι αξιολογούν με τον ίδιο τρόπο το κόστος μιας πολεμικής αναμέτρησης.

Για την ισραηλινή ηγεσία, η αποδυνάμωση του Ιράν αποτελεί μακροπρόθεσμη στρατηγική προτεραιότητα. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, όμως, η Μέση Ανατολή είναι μόνο ένα από τα πεδία όπου πρέπει να διατηρούν στρατιωτική και διπλωματική παρουσία. Η Ουάσιγκτον πρέπει να υπολογίζει ταυτόχρονα τις σχέσεις της με τις χώρες του Κόλπου, την ενεργειακή σταθερότητα, την ασφάλεια των θαλάσσιων οδών και τις ευρύτερες διεθνείς προτεραιότητές της.

Μια νέα σύγκρουση θα μπορούσε να αναγκάσει τις ΗΠΑ να διαθέσουν σημαντικούς στρατιωτικούς και οικονομικούς πόρους στη Μέση Ανατολή, τη στιγμή που επιδιώκουν να διατηρήσουν την παρουσία και την επιρροή τους σε άλλα στρατηγικά μέτωπα. Θα μπορούσε επίσης να εκθέσει τις αμερικανικές βάσεις και τις περιφερειακές συνεργασίες σε αντίποινα.

Από την άλλη πλευρά, το Ισραήλ μπορεί να θεωρεί ότι η αναβολή μιας επιχείρησης επιτρέπει στο Ιράν να ανασυγκροτήσει τις στρατιωτικές και πυρηνικές του δυνατότητες. Αυτή η διαφορά χρονικού ορίζοντα μπορεί να δημιουργήσει πίεση στην αμερικανική κυβέρνηση για μεγαλύτερη εμπλοκή.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν οι δύο χώρες συνεργάζονται, αλλά μέχρι ποιο σημείο η Ουάσιγκτον είναι διατεθειμένη να αναλάβει το συνολικό κόστος μιας στρατηγικής που μπορεί να εξυπηρετεί άμεσα τις ισραηλινές προτεραιότητες, χωρίς να εξασφαλίζει αντίστοιχο όφελος για το σύνολο των αμερικανικών συμφερόντων.

7.7 Τα πιθανά σενάρια κλιμάκωσης και ο κίνδυνος γενίκευσης

Με βάση τα δεδομένα της 1ης Νοεμβρίου, μπορούν να διακριθούν τρεις βασικές κατευθύνσεις εξέλιξης.

Η πρώτη είναι η διατήρηση της διπλωματικής διαδικασίας, με συνέχιση της στρατιωτικής πίεσης και χωρίς άμεση επιστροφή σε γενικευμένα πλήγματα. Σε αυτή την περίπτωση, οι ΗΠΑ θα επιχειρήσουν να αξιοποιήσουν τη στρατιωτική τους παρουσία ως διαπραγματευτικό μέσο, ενώ το Ιράν θα επιδιώξει να εξασφαλίσει συγκεκριμένες οικονομικές και πολιτικές εγγυήσεις πριν αποδεχθεί ουσιαστικές παραχωρήσεις στο πυρηνικό ζήτημα.

Η δεύτερη είναι μια περιορισμένη στρατιωτική επιχείρηση, με στόχο συγκεκριμένες εγκαταστάσεις ή στρατιωτικές δυνατότητες του Ιράν. Μια τέτοια επιλογή θα μπορούσε να παρουσιαστεί από την Ουάσιγκτον ως ελεγχόμενη ενέργεια, σχεδιασμένη να αποκαταστήσει την αποτρεπτική της αξιοπιστία. Το πρόβλημα είναι ότι η έννοια της περιορισμένης επιχείρησης αφορά κυρίως την πρόθεση εκείνου που την ξεκινά. Δεν δεσμεύει τον αντίπαλο ως προς την έκταση της απάντησής του.

Η τρίτη είναι η διεύρυνση της σύγκρουσης σε περιφερειακό επίπεδο. Σε αυτό το ενδεχόμενο, τα πλήγματα δεν θα περιορίζονταν σε ιρανικές και ισραηλινές στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Θα μπορούσαν να επηρεάσουν αμερικανικές βάσεις, ενεργειακές εγκαταστάσεις στον Κόλπο, λιμάνια, εμπορικά πλοία και κρίσιμες υποδομές επικοινωνιών. Η γεωγραφία της αντιπαράθεσης θα συνέδεε άμεσα τον Περσικό Κόλπο με την Ερυθρά Θάλασσα και τον Ινδικό Ωκεανό.

Η πιθανότητα ενός τέτοιου σεναρίου δεν πρέπει να θεωρείται βεβαιότητα. Ωστόσο, η παρουσία πολλών ένοπλων δυνάμεων, η αμοιβαία δυσπιστία, η πίεση στο εσωτερικό πολιτικό περιβάλλον των εμπλεκομένων και η αδυναμία συμφωνίας για τους όρους αποκλιμάκωσης δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο ένα μεμονωμένο επεισόδιο μπορεί να προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η στάση των κρατών του Κόλπου. Η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Ομάν δεν έχουν συμφέρον να μετατραπούν οι επικράτειές τους σε πεδίο μιας νέας αμερικανοϊρανικής σύγκρουσης. Η παρουσία αμερικανικών εγκαταστάσεων στο έδαφός τους δημιουργεί ταυτόχρονα αποτρεπτική προστασία και στρατηγική έκθεση. Όσο περισσότερο εμπλέκονται οι εγκαταστάσεις αυτές σε επιχειρήσεις κατά του Ιράν, τόσο μεγαλύτερος γίνεται ο κίνδυνος να θεωρηθούν νόμιμοι στόχοι αντιποίνων από την Τεχεράνη.

Αυτό εξηγεί γιατί οι περιφερειακές διπλωματικές πρωτοβουλίες έχουν ιδιαίτερη σημασία. Οι χώρες της περιοχής δεν επιδιώκουν απλώς να μεσολαβήσουν ανάμεσα σε δύο αντιπάλους. Προσπαθούν να αποτρέψουν μια εξέλιξη που θα μπορούσε να υπονομεύσει τη δική τους οικονομική και πολιτική σταθερότητα.

7.8 Η στρατηγική σημασία της κρίσης για την αμερικανική ηγεμονία

Η αντιπαράθεση με το Ιράν αποτελεί μια ευρύτερη δοκιμασία για τον τρόπο με τον οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες ασκούν την παγκόσμια ισχύ τους. Η αμερικανική στρατηγική στη Μέση Ανατολή βασίστηκε επί δεκαετίες στη στρατιωτική παρουσία, στις συμμαχίες με τις μοναρχίες του Κόλπου, στην υποστήριξη του Ισραήλ και στη δυνατότητα ελέγχου κρίσιμων ενεργειακών και εμπορικών διαδρομών.

Αυτή η αρχιτεκτονική δεν έχει εξαφανιστεί. Εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικά στρατιωτικά και οικονομικά πλεονεκτήματα. Ωστόσο, αντιμετωπίζει πλέον ισχυρότερες αντιστάσεις από περιφερειακούς δρώντες που επιδιώκουν μεγαλύτερη αυτονομία και από δυνάμεις που προωθούν μια διαφορετική διεθνή ισορροπία.

Το Ιράν δεν χρειάζεται να νικήσει στρατιωτικά τις Ηνωμένες Πολιτείες για να επιτύχει έναν σημαντικό στρατηγικό στόχο. Αρκεί να καταστήσει την αμερικανική παρουσία στην περιοχή πιο δαπανηρή, πιο αβέβαιη και περισσότερο εξαρτημένη από τη συνεργασία των περιφερειακών κρατών. Αντίστοιχα, η Ουάσιγκτον μπορεί να διατηρεί συντριπτική υπεροχή σε συγκεκριμένα στρατιωτικά μέσα, αλλά να δυσκολεύεται να μετατρέψει αυτή την υπεροχή σε μια σταθερή πολιτική τάξη.

Εδώ βρίσκεται και η βαθύτερη διάσταση της πολυπολικής μετάβασης. Η Ρωσία και η Κίνα δεν χρειάζεται να εμπλακούν άμεσα σε έναν πόλεμο για να επηρεάσουν τις ισορροπίες. Η οικονομική συνεργασία, οι ενεργειακές σχέσεις, οι εναλλακτικοί διάδρομοι μεταφορών, η διπλωματική υποστήριξη και η ανάπτυξη μη δυτικών μηχανισμών συνεργασίας μπορούν να περιορίσουν σταδιακά την αποκλειστική εξάρτηση των περιφερειακών κρατών από την αμερικανική αρχιτεκτονική ασφαλείας.

Αντίστοιχα, η στάση της Σαουδικής Αραβίας, της Τουρκίας, του Πακιστάν και του Κατάρ δείχνει ότι οι περιφερειακές δυνάμεις δεν επιθυμούν πλέον να λειτουργούν αποκλειστικά ως προεκτάσεις μιας εξωτερικής στρατηγικής. Επιδιώκουν να διατηρούν πολλαπλές σχέσεις, να διαπραγματεύονται με διαφορετικά κέντρα ισχύος και να διαμορφώνουν δικούς τους μηχανισμούς ασφαλείας.

Η κρίση, επομένως, δεν αποτελεί μόνο δοκιμασία της ιρανικής αντοχής ή της αμερικανικής στρατιωτικής υπεροχής. Είναι και δοκιμασία της δυνατότητας των ΗΠΑ να διατηρήσουν ένα περιφερειακό σύστημα στο οποίο η ασφάλεια, η ενέργεια και οι στρατηγικές αποφάσεις εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την αμερικανική παρουσία.

Συμπέρασμα – Η ισχύς δεν ταυτίζεται με τον έλεγχο

Η στρατιωτική συγκέντρωση των Ηνωμένων Πολιτειών, η αυξημένη ετοιμότητα του Ισραήλ και η αδυναμία επίτευξης μιας σταθερής συμφωνίας με το Ιράν δημιουργούν τις προϋποθέσεις για μια νέα περίοδο έντονης αστάθειας. Ωστόσο, η στρατιωτική δυνατότητα δεν πρέπει να συγχέεται με την πολιτική απόφαση, ούτε η καταστροφή υποδομών με την επίτευξη στρατηγικών στόχων.

Μια νέα επίθεση θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές ζημιές στο Ιράν, αλλά δεν είναι βέβαιο ότι θα εξάλειφε τις δυνατότητές του ή ότι θα οδηγούσε σε μια σταθερότερη Μέση Ανατολή. Αντίθετα, θα μπορούσε να επιταχύνει τη σύγκλιση περιφερειακών δυνάμεων που επιδιώκουν να περιορίσουν την εξάρτησή τους από την Ουάσιγκτον.

Το Ισραήλ αντιμετωπίζει το Ιράν ως υπαρξιακή στρατηγική απειλή, οι Ηνωμένες Πολιτείες ως μια πρόκληση για την περιφερειακή τους αρχιτεκτονική ισχύος και η Τεχεράνη ως μια αντιπαράθεση που αφορά την ίδια την κυριαρχία και τη δυνατότητα ανεξάρτητης στρατηγικής της.

Η 3η Νοεμβρίου και οι ημέρες που θα ακολουθήσουν αποτελούν ένα κρίσιμο χρονικό σημείο, όχι επειδή έχει αποδειχθεί ότι έχει ληφθεί απόφαση για νέα επίθεση, αλλά επειδή συμπίπτουν η ολοκλήρωση μιας εκλογικής διαδικασίας, η ενίσχυση των στρατιωτικών δυνάμεων και η συνέχιση των διπλωματικών επαφών. Το αποτέλεσμα αυτής της σύγκλισης θα καθορίσει εάν η κρίση θα οδηγηθεί σε προσωρινή αποκλιμάκωση ή σε μια νέα φάση πολεμικής αναμέτρησης.

Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι ακόμη και μια στρατιωτική νίκη δεν εγγυάται τη διατήρηση της παλαιάς τάξης πραγμάτων. Η Μέση Ανατολή μεταβάλλεται ήδη μέσα από τις ενεργειακές ανακατατάξεις, τις νέες αμυντικές συνεργασίες και την προσπάθεια των περιφερειακών κρατών να αποκτήσουν μεγαλύτερη αυτονομία. Η στρατιωτική αναμέτρηση μπορεί να επιταχύνει αυτή τη διαδικασία, αλλά δεν μπορεί από μόνη της να καθορίσει την τελική της έκβαση.

Το επόμενο και τελευταίο κεφάλαιο θα εξετάσει ακριβώς αυτό το ζήτημα: ποια γεωπολιτική τάξη μπορεί να αναδυθεί μέσα από τη σημερινή κρίση και κατά πόσο η αντιπαράθεση γύρω από το Ιράν θα αποτελέσει σημείο καμπής για τη μετάβαση σε έναν πολυπολικό κόσμο.

 

Κεφάλαιο 8 – Η μεγάλη γεωπολιτική αναδιάταξη

Τα στρατηγικά αποτελέσματα, οι νέες ισορροπίες ισχύος και οι προοπτικές της πολυπολικής τάξης

8.1 Η Μέση Ανατολή ως επίκεντρο της παγκόσμιας ανακατανομής ισχύος

Η κρίση γύρω από το Ιράν δεν μπορεί πλέον να εξεταστεί αποκλειστικά ως μια αντιπαράθεση μεταξύ δύο κρατών ή ως μια ακόμη σύγκρουση για τον έλεγχο των πυρηνικών δυνατοτήτων μιας περιφερειακής δύναμης. Η γεωγραφική της έκταση, η συμμετοχή πολλών κρατών, η σημασία των ενεργειακών διαδρόμων και η εμπλοκή των μεγάλων δυνάμεων την καθιστούν μέρος μιας πολύ ευρύτερης διαδικασίας: της ανακατανομής της παγκόσμιας ισχύος.

Η Μέση Ανατολή βρίσκεται στο σημείο συνάντησης τριών μεγάλων γεωπολιτικών χώρων. Στα δυτικά συνδέεται με τη Μεσόγειο και την Ευρώπη, στα ανατολικά με την Κεντρική και Νότια Ασία, ενώ προς νότο ανοίγεται στον Ινδικό Ωκεανό και τις θαλάσσιες οδούς που συνδέουν την Ασία με την Αφρική. Η σημασία της δεν προκύπτει μόνο από τα ενεργειακά της αποθέματα, αλλά και από τη θέση της στο παγκόσμιο σύστημα μεταφορών, εμπορίου, επικοινωνιών και στρατιωτικής προβολής ισχύος.

Τα Στενά του Ορμούζ, ο Πορθμός Μπαμπ ελ Μαντέμπ, η Ερυθρά Θάλασσα, ο Κόλπος του Άντεν και η Διώρυγα του Σουέζ αποτελούν κρίσιμα σημεία ενός ενιαίου θαλάσσιου συστήματος. Η αστάθεια σε ένα από αυτά μπορεί να μεταφερθεί στα υπόλοιπα, επηρεάζοντας την ενεργειακή τροφοδοσία, τις εμπορικές μεταφορές, τις ασφαλιστικές αγορές και το κόστος παραγωγής σε ολόκληρο τον κόσμο.

Αυτό εξηγεί γιατί η κρίση γύρω από το Ιράν έχει επιπτώσεις που ξεπερνούν κατά πολύ τα σύνορα της χώρας. Μια παρατεταμένη διαταραχή στη ναυσιπλοΐα του Περσικού Κόλπου δεν πλήττει μόνο τις Ηνωμένες Πολιτείες ή το Ιράν. Επηρεάζει την Κίνα, την Ινδία, την Ιαπωνία, την Ευρώπη και τις οικονομίες που εξαρτώνται από την ομαλή λειτουργία των διεθνών ενεργειακών και εμπορικών αλυσίδων.

Η παραδοσιακή αμερικανική αρχιτεκτονική ασφαλείας στη Μέση Ανατολή στηρίχθηκε στην παρουσία στρατιωτικών βάσεων, στις διμερείς αμυντικές συμφωνίες, στην προστασία των ενεργειακών ροών και στη στενή σχέση με το Ισραήλ και τις μοναρχίες του Κόλπου. Το σύστημα αυτό εξακολουθεί να διαθέτει σημαντική ισχύ. Ωστόσο, η δυνατότητα της Ουάσιγκτον να επιβάλλει μονομερώς τις περιφερειακές ισορροπίες έχει περιοριστεί από την ενίσχυση περιφερειακών δυνάμεων και την εμφάνιση εναλλακτικών διπλωματικών και οικονομικών συνεργασιών.

Η σημερινή κρίση αποκαλύπτει ακριβώς αυτή τη μεταβολή. Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να διαθέτουν την ισχυρότερη στρατιωτική παρουσία στην περιοχή, αλλά δεν μπορούν να εξασφαλίσουν τη σταθερότητα μόνο μέσω της στρατιωτικής τους υπεροχής. Χρειάζονται τη συνεργασία των περιφερειακών κρατών, τη διατήρηση της ενεργειακής ασφάλειας και την αποφυγή μιας σύγκρουσης που θα μπορούσε να μετατραπεί σε πολυμέτωπη αναμέτρηση.

Το πραγματικό διακύβευμα, επομένως, δεν είναι απλώς ποιος θα επικρατήσει στην αντιπαράθεση με το Ιράν. Είναι ποιος θα έχει τη δυνατότητα να καθορίζει τους όρους ασφάλειας, εμπορίου και πολιτικής συνεργασίας στη Μέση Ανατολή τις επόμενες δεκαετίες.

8.2 Το Ιράν και η στρατηγική της αντοχής: Από την επιβίωση στην περιφερειακή αυτονομία

Για το Ιράν, η σημερινή αντιπαράθεση αποτελεί μία από τις σοβαρότερες δοκιμασίες της σύγχρονης ιστορίας του. Η χώρα αντιμετωπίζει ταυτόχρονα στρατιωτική πίεση, οικονομικές κυρώσεις, περιορισμούς στις εξαγωγές, προβλήματα στις θαλάσσιες μεταφορές και την απειλή νέων πληγμάτων στις κρίσιμες υποδομές της.

Η ιρανική στρατηγική, ωστόσο, δεν βασίζεται αποκλειστικά στην προσπάθεια διατήρησης της συμβατικής στρατιωτικής ισορροπίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ. Βασίζεται σε μια ευρύτερη αντίληψη αποτροπής, σύμφωνα με την οποία το κόστος μιας επίθεσης πρέπει να γίνει τόσο υψηλό ώστε να αποθαρρύνει τον αντίπαλο από την επιλογή μιας παρατεταμένης σύγκρουσης.

Η γεωγραφία της χώρας αποτελεί σημαντικό στοιχείο αυτής της στρατηγικής. Το Ιράν διαθέτει μεγάλο πληθυσμό, εκτεταμένη επικράτεια, σημαντικό ενεργειακό δυναμικό και πρόσβαση σε μία από τις σημαντικότερες θαλάσσιες αρτηρίες του πλανήτη. Παράλληλα, έχει αναπτύξει δικές του στρατιωτικές και τεχνολογικές δυνατότητες, οι οποίες του επιτρέπουν να διατηρεί μια μορφή στρατηγικής αυτονομίας παρά τις πολυετείς κυρώσεις.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το Ιράν δεν έχει σοβαρές αδυναμίες. Η οικονομική πίεση, η εξάρτηση από τις ενεργειακές εξαγωγές, οι ανάγκες ανοικοδόμησης και οι ζημιές στις στρατιωτικές και πυρηνικές εγκαταστάσεις δημιουργούν σημαντικές δυσκολίες. Η ανθεκτικότητα ενός κράτους δεν πρέπει να συγχέεται με την απουσία κόστους ή με τη δυνατότητα απεριόριστης συνέχισης μιας σύγκρουσης.

Η Τεχεράνη επιχειρεί να μετατρέψει την αντοχή της σε διαπραγματευτικό πλεονέκτημα. Η επιμονή της να προηγηθεί η αντιμετώπιση των οικονομικών περιορισμών και του ναυτικού αποκλεισμού πριν από την πλήρη επαναφορά των πυρηνικών διαπραγματεύσεων αποτυπώνει μια συγκεκριμένη στρατηγική αντίληψη: δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε μια διαδικασία στην οποία θα αναλάβει δεσμεύσεις χωρίς να εξασφαλίσει ανταλλάγματα.

Οι εξελίξεις της 1ης Νοεμβρίου επιβεβαιώνουν ότι αυτή η διαπραγματευτική λογική παραμένει ενεργή. Σύμφωνα με τις δημόσιες δηλώσεις του Ιρανού υπουργού Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί, οι επαφές μέσω του Κατάρ και του Πακιστάν συνεχίζονται, ενώ στο τραπέζι βρίσκεται πρόταση για σταδιακή επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ και επανέναρξη των συνομιλιών. Η Τεχεράνη εμφανίζεται διατεθειμένη να συζητήσει, αλλά συνδέει την πρόοδο με την ικανοποίηση συγκεκριμένων προϋποθέσεων.

Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία. Το Ιράν δεν αντιμετωπίζει τα Στενά του Ορμούζ μόνο ως θαλάσσιο πέρασμα. Τα αντιμετωπίζει ως στοιχείο της γεωπολιτικής του θέσης και ως μέσο διαπραγματευτικής πίεσης. Η δυνατότητα επιρροής στη λειτουργία ενός τόσο κρίσιμου σημείου του παγκόσμιου εμπορίου μετατρέπει τη γεωγραφία σε στρατηγικό πλεονέκτημα.

Η τελική επιτυχία της ιρανικής στρατηγικής θα εξαρτηθεί από το εάν η χώρα θα μπορέσει να μετατρέψει αυτή τη διαπραγματευτική ισχύ σε βιώσιμη οικονομική και διπλωματική θέση. Η επιβίωση απέναντι σε μια στρατιωτικά ισχυρότερη δύναμη αποτελεί σημαντικό επίτευγμα, αλλά δεν αρκεί από μόνη της. Το ζητούμενο είναι η διατήρηση της κρατικής κυριαρχίας, η οικονομική ανασυγκρότηση και η δυνατότητα συμμετοχής σε ένα διεθνές σύστημα με περισσότερα από ένα κέντρα ισχύος.

8.3 Η ανάδυση μιας περιφερειακής αρχιτεκτονικής ασφαλείας

Ένα από τα σημαντικότερα αποτελέσματα της κρίσης είναι ότι οι περιφερειακές δυνάμεις άρχισαν να αναζητούν πιο οργανωμένους μηχανισμούς συνεργασίας, χωρίς να εξαρτώνται αποκλειστικά από τις παραδοσιακές αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας.

Η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και το Πακιστάν αποτελούν τους βασικούς πυλώνες αυτής της νέας προσπάθειας. Η συμφωνία κοινής άμυνας της Μέκκας, που υπογράφηκε στις 7 Αυγούστου 2026, σηματοδότησε μια σημαντική εξέλιξη στις σχέσεις των τριών κρατών. Προβλέπει ενίσχυση της αμυντικής συνεργασίας, στρατηγικό συντονισμό, ανάπτυξη αμυντικής βιομηχανικής συνεργασίας και συλλογική αντιμετώπιση απειλών.

Η συμφωνία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένα ακόμη διμερές στρατιωτικό μνημόνιο. Η σημασία της βρίσκεται στην προσπάθεια δημιουργίας ενός θεσμικού πλαισίου περιφερειακής ασφάλειας, το οποίο θα μπορεί να εξελιχθεί σταδιακά μέσα από κοινές ασκήσεις, στρατιωτική διαλειτουργικότητα, τεχνολογική συνεργασία και μηχανισμούς πολιτικής διαβούλευσης.

Η διαδικασία έχει ήδη περάσει από το επίπεδο της πολιτικής διακήρυξης σε συγκεκριμένα θεσμικά βήματα. Στις 31 Αυγούστου συγκροτήθηκε η Στρατηγική Πολιτική και Αμυντική Επιτροπή, ενώ στις 5 Οκτωβρίου αποφασίστηκε η άμεση προώθηση των συλλογικών αμυντικών δεσμεύσεων και η λήψη μέτρων για την ανάπτυξη συμφωνημένων στρατιωτικών δυνατοτήτων στη Σαουδική Αραβία. Στις 24 Οκτωβρίου το Πακιστάν ανακοίνωσε ότι ολοκλήρωσε τη διαδικασία επικύρωσης της συμφωνίας, διευκρινίζοντας ότι η επιχειρησιακή εφαρμογή εξακολουθεί να συζητείται μεταξύ των τριών κρατών.

Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη γεωπολιτική βαρύτητα. Η Τουρκία διαθέτει σημαντική στρατιωτική βιομηχανία και εμπειρία σε σύγχρονα συστήματα, συμπεριλαμβανομένων μη επανδρωμένων αεροσκαφών και ηλεκτρονικού πολέμου. Το Πακιστάν διαθέτει πυρηνική αποτρεπτική δυνατότητα, μεγάλο στρατιωτικό δυναμικό και μακρά εμπειρία συνεργασίας με τη Σαουδική Αραβία. Η Σαουδική Αραβία προσφέρει οικονομικούς πόρους, ενεργειακή βαρύτητα και κεντρική γεωγραφική θέση στον αραβικό κόσμο.

Ο συνδυασμός αυτών των δυνατοτήτων δημιουργεί μια νέα περιφερειακή δυναμική. Δεν σημαίνει ότι έχει ήδη δημιουργηθεί μια πλήρως ενοποιημένη στρατιωτική δύναμη ή ότι οι τρεις χώρες έχουν εγκαταλείψει τις υφιστάμενες διεθνείς συμμαχίες τους. Η Τουρκία έχει ξεκαθαρίσει ότι η συμφωνία συμπληρώνει τις υποχρεώσεις της στο ΝΑΤΟ και δεν τις αντικαθιστά. Η σημασία της βρίσκεται ακριβώς στη διαφοροποίηση των επιλογών ασφαλείας και στην προσπάθεια ενίσχυσης της περιφερειακής ευθύνης.

Εξίσου σημαντική είναι η στάση του Πακιστάν απέναντι στην Υεμένη. Το Ισλαμαμπάντ έχει διευκρινίσει ότι η συμφωνία είναι αμυντικού χαρακτήρα και ότι η παρουσία πακιστανικών δυνάμεων στη Σαουδική Αραβία δεν σημαίνει αυτόματη συμμετοχή σε επιχειρήσεις πέρα από τα σύνορά της. Αυτό δείχνει ότι η νέα αρχιτεκτονική δεν είναι απαραίτητα επιθετικός συνασπισμός, αλλά μηχανισμός αποτροπής και πολιτικοστρατιωτικού συντονισμού.

Το Κατάρ, από την πλευρά του, διατηρεί έναν διαφορετικό αλλά εξίσου σημαντικό ρόλο. Η διπλωματική του θέση, οι σχέσεις του με την Ουάσιγκτον και η δυνατότητα επικοινωνίας με την Τεχεράνη το καθιστούν κρίσιμο διαμεσολαβητή. Το Ομάν εξακολουθεί επίσης να έχει ιδιαίτερη σημασία λόγω της γεωγραφικής του θέσης και της παραδοσιακής πολιτικής διαμεσολάβησης.

Η νέα περιφερειακή αρχιτεκτονική δεν έχει ακόμη αποκτήσει ενιαία μορφή. Περιλαμβάνει διαφορετικές συμφωνίες, πρωτοβουλίες και μηχανισμούς, οι οποίοι δεν ταυτίζονται μεταξύ τους. Ωστόσο, η κοινή κατεύθυνση είναι εμφανής: τα κράτη της περιοχής επιδιώκουν να αποκτήσουν μεγαλύτερο έλεγχο πάνω στην ίδια τους την ασφάλεια.

8.4 Η Ρωσία και η Κίνα: Στρατηγικό βάθος χωρίς άμεση στρατιωτική εμπλοκή

Η Ρωσία και η Κίνα αποτελούν δύο από τους σημαντικότερους εξωτερικούς παράγοντες της νέας γεωπολιτικής ισορροπίας. Η σχέση τους με το Ιράν δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως μια απλή στρατιωτική συμμαχία εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών. Πρόκειται για ένα ευρύτερο πλέγμα οικονομικών, ενεργειακών, διπλωματικών και στρατηγικών συμφερόντων, το οποίο ενισχύει τις επιλογές της Τεχεράνης και περιορίζει την απομόνωσή της.

Για τη Ρωσία, το Ιράν αποτελεί κρίσιμο εταίρο στον νότιο χώρο της Ευρασίας. Η γεωγραφική του θέση συνδέει την Κασπία Θάλασσα, τον Περσικό Κόλπο, τον Καύκασο και τη Νότια Ασία. Η συνεργασία των δύο χωρών έχει σημασία για τον Διεθνή Διάδρομο Μεταφορών Βορρά–Νότου, για την ενεργειακή συνεργασία και για τη δημιουργία εναλλακτικών εμπορικών διαδρομών που δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από τις δυτικές υποδομές.

Η Ρωσία έχει επίσης συμφέρον να αποτραπεί μια ανεξέλεγκτη αποσταθεροποίηση του Ιράν. Μια κατάρρευση της ιρανικής κρατικής δομής θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές συνέπειες στον Καύκασο, στην Κασπία και στην Κεντρική Ασία. Παράλληλα, μια παρατεταμένη αμερικανική εμπλοκή στη Μέση Ανατολή θα επηρέαζε τον ευρύτερο διεθνή στρατηγικό συσχετισμό.

Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι η Μόσχα έχει δεσμευτεί να πολεμήσει για λογαριασμό της Τεχεράνης. Η στρατηγική σχέση των δύο κρατών δεν πρέπει να συγχέεται με μια αυτόματη αμυντική εγγύηση. Η Ρωσία επιδιώκει να διατηρήσει τα δικά της συμφέροντα και να αποφύγει μια άμεση σύγκρουση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, εφόσον αυτή δεν εξυπηρετεί τις συνολικές της προτεραιότητες.

Για την Κίνα, το Ιράν έχει διαφορετική αλλά εξίσου σημαντική αξία. Αποτελεί ενεργειακό εταίρο, κρίσιμο γεωγραφικό κόμβο και μέρος του ευρύτερου ευρασιατικού δικτύου μεταφορών. Η συνεργασία Πεκίνου και Τεχεράνης εντάσσεται στη μακροπρόθεσμη προσπάθεια της Κίνας να διαφοροποιήσει τις ενεργειακές της πηγές, να εξασφαλίσει εναλλακτικές εμπορικές διαδρομές και να περιορίσει την έκθεσή της σε γεωπολιτικούς αποκλεισμούς.

Η κινεζική στρατηγική, όμως, δεν περιορίζεται στο Ιράν. Το Πεκίνο διατηρεί σημαντικές οικονομικές σχέσεις με τη Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κατάρ και άλλες χώρες του Κόλπου. Δεν έχει συμφέρον να ταυτιστεί αποκλειστικά με τη μία πλευρά μιας περιφερειακής σύγκρουσης, διότι κάτι τέτοιο θα υπονόμευε την ενεργειακή και εμπορική του παρουσία σε ολόκληρη την περιοχή.

Η Κίνα έχει ήδη αποδείξει ότι μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό διπλωματικό ρόλο. Η αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων Ιράν και Σαουδικής Αραβίας το 2023, με κινεζική διαμεσολάβηση, αποτέλεσε χαρακτηριστικό παράδειγμα της νέας διπλωματικής της παρουσίας στη Μέση Ανατολή.

Το σημαντικότερο στοιχείο είναι ότι τόσο η Ρωσία όσο και η Κίνα συμβάλλουν στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος όπου το Ιράν δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τις σχέσεις του με τη Δύση. Η δυνατότητα συνεργασίας με διαφορετικά κέντρα ισχύος διευρύνει τις επιλογές του και ενισχύει τη διαπραγματευτική του θέση.

Η πολυπολική διάσταση, επομένως, δεν εκφράζεται απαραίτητα μέσα από μια ενιαία στρατιωτική συμμαχία. Εκφράζεται μέσα από την ύπαρξη πολλαπλών οικονομικών, διπλωματικών και στρατηγικών δικτύων, τα οποία περιορίζουν τη δυνατότητα ενός μόνο κέντρου ισχύος να επιβάλλει τους όρους του σε ολόκληρη την περιοχή.

 

Φίλιππος Μπουράτογλου – Ιστορικός ερευνητής – Εκπαιδευτής πολεμικών τεχνών

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας