Η Τεχεράνη στο επίκεντρο: Ιράν, Σαουδική Αραβία, Πακιστάν και Τουρκία σε νέο γεωπολιτικό διάλογο.

Η συνάντηση στην Τεχεράνη και η προσπάθεια διαμόρφωσης νέων περιφερειακών ισορροπιών εν μέσω εντάσεων στον Περσικό Κόλπο, στον Ορμούζ και στην Υεμένη.

 Κεφάλαιο 1: Η Τεχεράνη στο επίκεντρο της νέας γεωπολιτικής σκακιέρας

Η Μέση Ανατολή εισέρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι περιφερειακές δυνάμεις καλούνται να επαναπροσδιορίσουν τις συμμαχίες, τις προτεραιότητες και τα περιθώρια στρατηγικής τους αυτονομίας. Η αντιπαράθεση γύρω από το Ιράν, η ασφάλεια του Περσικού Κόλπου, η σημασία των Στενών του Ορμούζ και η συνεχιζόμενη αστάθεια στην Υεμένη συνθέτουν ένα περιβάλλον στο οποίο η διπλωματία και η στρατιωτική ισχύς λειτουργούν ως αλληλένδετα εργαλεία πολιτικής.

Σε αυτό το πλαίσιο, η τετραμερής συνάντηση στην Τεχεράνη, στις 26 Οκτωβρίου 2026, με τη συμμετοχή του Ιράν, της Σαουδικής Αραβίας, του Πακιστάν και της Τουρκίας, αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία. Η παρουσία εκπροσώπων τεσσάρων κρατών με διαφορετικές επιδιώξεις, αλλά και με αλληλεξαρτώμενα συμφέροντα, αναδεικνύει την ανάγκη διατήρησης διαύλων επικοινωνίας σε μια περίοδο αυξημένων περιφερειακών εντάσεων. Η συμφωνία για τη συνέχιση του διαλόγου αποτελεί ένα συγκεκριμένο διπλωματικό αποτέλεσμα. Δεν αποδεικνύει, ωστόσο, ότι έχει επιτευχθεί ευρύτερη πολιτική ή στρατιωτική συμφωνία.

Το ουσιαστικό ερώτημα βρίσκεται πέρα από την ίδια τη συνάντηση: μπορούν οι χώρες της περιοχής να διαμορφώσουν μηχανισμούς συνεννόησης που θα περιορίζουν την εξάρτησή τους από εξωτερικούς παράγοντες ή θα παραμείνουν εγκλωβισμένες σε ένα σύστημα ανταγωνισμών, πιέσεων και αμοιβαίων απειλών; Η απάντηση δεν είναι δεδομένη. Το Ιράν επιδιώκει να διατηρήσει τη στρατηγική του θέση και να αντιμετωπίσει την εξωτερική πίεση, η Σαουδική Αραβία καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην ασφάλεια και τις περιφερειακές της φιλοδοξίες, το Πακιστάν αναζητά περιθώρια διπλωματικής επιρροής, ενώ η Τουρκία επιχειρεί να διαφυλάξει τον ρόλο της ως αυτόνομου περιφερειακού παράγοντα.

Παράλληλα, οι εξελίξεις δεν μπορούν να εξεταστούν αποκομμένες από τον ευρύτερο ανταγωνισμό ισχύος. Η πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών, η στρατηγική του Ισραήλ, οι επιδιώξεις της Ρωσίας και της Κίνας, αλλά και η θέση των κρατών του Κόλπου επηρεάζουν τα περιθώρια κινήσεων κάθε πρωταγωνιστή. Ωστόσο, η ταυτόχρονη εμφάνιση διπλωματικών πρωτοβουλιών, στρατιωτικών προειδοποιήσεων και ανεπιβεβαίωτων πληροφοριών δεν αρκεί από μόνη της για να αποδείξει την ύπαρξη ενός ενιαίου σχεδίου ή μιας νέας συγκροτημένης συμμαχίας.

Η διάκριση αυτή είναι καθοριστική. Στη γεωπολιτική, η πληροφορία αποτελεί όχι μόνο μέσο κατανόησης των εξελίξεων, αλλά και εργαλείο πίεσης, αποτροπής και διαμόρφωσης εντυπώσεων. Οι επίσημες ανακοινώσεις, οι δημοσιογραφικές πληροφορίες και οι εκτιμήσεις για τις επόμενες κινήσεις πρέπει να αξιολογούνται με διαφορετικά κριτήρια. Μόνο έτσι μπορεί να διαμορφωθεί μια ανάλυση που δεν αναπαράγει άκριτα τις αφηγήσεις των ισχυρών, αλλά εξετάζει τα πραγματικά δεδομένα και τα συμφέροντα πίσω από τις δημόσιες τοποθετήσεις.

Η συνάντηση της Τεχεράνης, επομένως, δεν αντιμετωπίζεται εδώ ούτε ως προαναγγελία μιας νέας περιφερειακής συμμαχίας ούτε ως μια ασήμαντη διπλωματική χειρονομία. Αποτελεί ένα γεγονός που αξίζει να εξεταστεί μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της αναζήτησης νέων ισορροπιών στη Μέση Ανατολή και της σταδιακής αμφισβήτησης της δυνατότητας εξωτερικών δυνάμεων να καθορίζουν μονομερώς τις εξελίξεις.

Στα οκτώ κεφάλαια που ακολουθούν, θα εξετάσουμε τον ρόλο του Πακιστάν, τους στρατηγικούς υπολογισμούς της Σαουδικής Αραβίας και της Τουρκίας, την αντιπαράθεση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, το μέτωπο της Υεμένης και τις πιθανές επιπτώσεις των κινήσεων των Ηνωμένων Πολιτειών, του Ισραήλ, της Ρωσίας και της Κίνας. Στόχος δεν είναι να επιβληθεί ένα προκατασκευασμένο συμπέρασμα, αλλά να αξιολογηθούν οι διαθέσιμες πληροφορίες, να διαχωριστούν τα γεγονότα από τους ισχυρισμούς και να αναδειχθούν τα σενάρια που μπορούν πραγματικά να επηρεάσουν την επόμενη φάση της κρίσης.

 

Κεφάλαιο 2: Η Συμμαχία της Μέκκας και η διπλή στρατηγική της Σαουδικής Αραβίας

Η συμφωνία της Μέκκας: Μια νέα αμυντική διάταξη στην περιοχή

Η συνάντηση στην Τεχεράνη δεν μπορεί να αξιολογηθεί αποκομμένα από τις προηγούμενες κινήσεις των περιφερειακών δυνάμεων. Στο επίκεντρο βρίσκεται η αναφερόμενη συμφωνία κοινής άμυνας μεταξύ της Σαουδικής Αραβίας, της Τουρκίας και του Πακιστάν, η οποία, σύμφωνα με το διαθέσιμο υλικό, υπογράφηκε στη Μέκκα στις 7 Αυγούστου 2026. Εφόσον οι προβλέψεις της αποδίδονται με ακρίβεια, η συμφωνία φιλοδοξεί να ενισχύσει τη συλλογική αποτροπή και να δημιουργήσει έναν μηχανισμό στενότερης αμυντικής συνεργασίας ανάμεσα σε τρεις σημαντικούς περιφερειακούς παίκτες.

Η πολιτική σημασία μιας τέτοιας πρωτοβουλίας υπερβαίνει το στρατιωτικό της σκέλος. Για δεκαετίες, η ασφάλεια του Κόλπου συνδεόταν σε μεγάλο βαθμό με την αμερικανική στρατιωτική παρουσία και τις σχέσεις των μοναρχιών της περιοχής με την Ουάσιγκτον. Η εξάρτηση από εξωτερικές εγγυήσεις, ωστόσο, δημιουργεί πάντοτε ένα στρατηγικό δίλημμα: το κράτος που αναζητά προστασία πρέπει να υπολογίζει όχι μόνο τις δικές του ανάγκες, αλλά και τις προτεραιότητες εκείνου που παρέχει την προστασία.

Η ενίσχυση περιφερειακών αμυντικών συνεργασιών μπορεί να αποτελέσει προσπάθεια περιορισμού αυτής της εξάρτησης. Δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και το Πακιστάν επιδιώκουν ρήξη με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Δείχνει, όμως, γιατί η δυνατότητα διαμόρφωσης εναλλακτικών μηχανισμών ασφάλειας έχει αυξανόμενη σημασία σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου η μονομερής εξάρτηση μπορεί να περιορίσει την ελευθερία κινήσεων ενός κράτους.

Τρεις δυνάμεις, διαφορετικά συμφέροντα

Η Σαουδική Αραβία διαθέτει τους οικονομικούς πόρους και το ενεργειακό βάρος για να επηρεάζει τις περιφερειακές ισορροπίες, αλλά παραμένει εκτεθειμένη σε κινδύνους που αφορούν τις ενεργειακές εγκαταστάσεις, τις μεταφορές και την εσωτερική της ασφάλεια. Η στρατηγική της δεν μπορεί να περιοριστεί στην αγορά οπλικών συστημάτων ή στην αναζήτηση εξωτερικών εγγυήσεων. Χρειάζεται επίσης διπλωματικούς διαύλους και περιφερειακές συνεννοήσεις που θα μειώνουν την πιθανότητα μιας σύγκρουσης με ανεξέλεγκτες συνέπειες.

Η Τουρκία, από την πλευρά της, επιδιώκει να διατηρήσει την ιδιότητά της ως αυτόνομου περιφερειακού παράγοντα. Η γεωγραφική της θέση, οι στρατιωτικές της δυνατότητες και οι σχέσεις της με διαφορετικά κέντρα ισχύος τής επιτρέπουν να διαπραγματεύεται σε περισσότερα από ένα μέτωπα. Η συνεργασία με το Ριάντ και το Ισλαμαμπάντ μπορεί να ενισχύσει αυτή τη θέση, χωρίς να σημαίνει ότι οι τρεις χώρες ταυτίζονται σε κάθε ζήτημα.

Το Πακιστάν συνδυάζει στρατιωτικές δυνατότητες με γεωγραφική εγγύτητα προς το Ιράν και στενές σχέσεις με τη Σαουδική Αραβία. Αυτή η θέση τού δίνει τη δυνατότητα να συμμετέχει τόσο σε αμυντικές συνεννοήσεις όσο και σε διπλωματικές πρωτοβουλίες. Ταυτόχρονα, δημιουργεί αντιφάσεις: μια ευρύτερη περιφερειακή σύγκρουση θα μπορούσε να θέσει σε δοκιμασία τις σχέσεις του με γειτονικά κράτη και να αυξήσει το οικονομικό και στρατιωτικό κόστος για το ίδιο.

Επομένως, η συνεργασία των τριών δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως ένα ενιαίο μπλοκ με απολύτως κοινές επιδιώξεις. Κάθε χώρα προσέρχεται με διαφορετικές ανάγκες, διαφορετικές απειλές και διαφορετική αντίληψη για το πώς πρέπει να οργανωθεί η περιφερειακή ασφάλεια.

Το πραγματικό ερώτημα: Ποια είναι η έκταση της αμοιβαίας άμυνας;

Η αναφερόμενη πρόβλεψη ότι μια ένοπλη επίθεση εναντίον ενός μέλους θα αντιμετωπίζεται ως επίθεση εναντίον όλων αποτελεί το πιο κρίσιμο στοιχείο της συμφωνίας. Για να αξιολογηθεί η πραγματική της ισχύς, όμως, δεν αρκεί η γενική διατύπωση. Χρειάζεται να γνωρίζουμε το πλήρες κείμενο, τις διαδικασίες ενεργοποίησης, τις υποχρεώσεις κάθε πλευράς και το αν προβλέπονται συγκεκριμένες στρατιωτικές δεσμεύσεις ή μηχανισμοί κοινής λήψης αποφάσεων.

Η διαφορά ανάμεσα σε μια πολιτική διακήρυξη και σε μια επιχειρησιακά εφαρμόσιμη αμυντική συμφωνία είναι ουσιώδης. Μια συμμαχία μπορεί να ενισχύσει την αποτροπή ακόμη και χωρίς να εμπλακεί σε πόλεμο, εφόσον οι αντίπαλοι θεωρούν αξιόπιστη την αντίδρασή της. Αντίθετα, όταν οι δεσμεύσεις παραμένουν ασαφείς ή όταν τα μέλη έχουν αντικρουόμενα συμφέροντα, η αποτρεπτική της αξία μπορεί να αποδειχθεί περιορισμένη.

Για αυτόν τον λόγο, η συμφωνία της Μέκκας πρέπει να εξεταστεί τόσο ως πολιτικό μήνυμα όσο και ως πιθανός μηχανισμός στρατιωτικής συνεργασίας. Η πραγματική της σημασία θα κριθεί από την εφαρμογή της και όχι μόνο από τις δημόσιες διακηρύξεις.

Η Σαουδική Αραβία ανάμεσα στην αποτροπή και τη διαπραγμάτευση

Η σαουδαραβική στρατηγική εμφανίζει μια ενδιαφέρουσα διπλή διάσταση. Από τη μία πλευρά, το Ριάντ έχει λόγους να ενισχύει τις αμυντικές του δυνατότητες και να οικοδομεί συνεργασίες που αυξάνουν το κόστος μιας πιθανής επίθεσης. Από την άλλη, μια παρατεταμένη σύγκρουση με το Ιράν ή με τους Χούθι θα μπορούσε να απειλήσει την οικονομική σταθερότητα, τις ενεργειακές υποδομές και τα αναπτυξιακά σχέδια της χώρας.

Η στρατιωτική αποτροπή και η διπλωματία δεν είναι αναγκαστικά αντίθετες επιλογές. Ένα κράτος μπορεί να ενισχύει τις αμυντικές του δυνατότητες, ενώ παράλληλα διατηρεί διαύλους επικοινωνίας με αντιπάλους, προκειμένου να αποτρέψει την κλιμάκωση ή να διαπραγματευτεί ευνοϊκότερους όρους.

Αυτό το πλαίσιο βοηθά να κατανοήσουμε γιατί η Σαουδική Αραβία μπορεί να επιδιώκει ταυτόχρονα στενότερη αμυντική συνεργασία με την Τουρκία και το Πακιστάν και επαφές με το Ιράν. Δεν υπάρχει αναγκαστικά αντίφαση. Πρόκειται ενδεχομένως για προσπάθεια διατήρησης πολλαπλών επιλογών σε ένα περιβάλλον όπου κανένας περιφερειακός παίκτης δεν μπορεί να αγνοήσει το κόστος μιας γενικευμένης σύγκρουσης.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται οι πληροφορίες για πιθανές διαπραγματεύσεις με τους Χούθι και για οικονομικά ανταλλάγματα με στόχο την αποκλιμάκωση. Στο διαθέσιμο υλικό περιλαμβάνεται ισχυρισμός περί σαουδαραβικής προσφοράς ύψους ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων προς το κίνημα. Η πληροφορία αυτή, όμως, δεν πρέπει να παρουσιαστεί ως επιβεβαιωμένη συμφωνία χωρίς ανεξάρτητη διασταύρωση. Ακόμη και αν υπήρξε σχετική πρόταση, θα απαιτούνταν περισσότερα στοιχεία για να προσδιοριστούν οι όροι, οι αποδέκτες και το πραγματικό περιεχόμενό της.

Το Ιράν και τα όρια της περιφερειακής αρχιτεκτονικής

Η θέση του Ιράν αποτελεί ένα από τα δυσκολότερα ζητήματα για κάθε νέο αμυντικό σχήμα στην περιοχή. Η Τεχεράνη δεν μπορεί να αγνοήσει τη συνεργασία ανάμεσα στη Σαουδική Αραβία, την Τουρκία και το Πακιστάν, αλλά ούτε και να θεωρήσει δεδομένο ότι η συγκεκριμένη συνεργασία στρέφεται αποκλειστικά εναντίον της. Για να εξαχθεί τέτοιο συμπέρασμα, θα έπρεπε να υπάρχουν σαφείς προβλέψεις ή τεκμηριωμένες ενδείξεις που να προσδιορίζουν την Ισλαμική Δημοκρατία ως στόχο.

Παράλληλα, οι σχέσεις των τεσσάρων χωρών δεν περιορίζονται σε έναν απλό διαχωρισμό φίλων και αντιπάλων. Το Πακιστάν έχει λόγους να αποφεύγει μια κρίση στα σύνορά του με το Ιράν. Η Τουρκία επιδιώκει να διατηρεί περιθώρια συνεννόησης με την Τεχεράνη, ακόμη και όταν οι δύο χώρες ανταγωνίζονται σε επιμέρους περιφερειακά ζητήματα. Η Σαουδική Αραβία, τέλος, έχει συμφέρον να περιορίσει τις απειλές κατά της επικράτειας και των υποδομών της, χωρίς να επωμιστεί αναγκαστικά το κόστος μιας νέας πολεμικής αναμέτρησης.

Για αυτό, η τετραμερής συνάντηση στην Τεχεράνη αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε συνδυασμό με τη συμφωνία της Μέκκας. Οι δύο εξελίξεις δεν αποδεικνύουν ότι διαμορφώνεται μια ενιαία περιφερειακή αρχιτεκτονική, αλλά αναδεικνύουν την προσπάθεια των κρατών να διατηρούν παράλληλα αμυντικές συνεργασίες και διπλωματικούς διαύλους.

Η ευρύτερη γεωπολιτική διάσταση

Η αναζήτηση περιφερειακών μηχανισμών ασφάλειας συνδέεται με ένα ευρύτερο ζήτημα: κατά πόσο τα κράτη της Μέσης Ανατολής μπορούν να αυξήσουν την αυτονομία τους απέναντι σε εξωτερικές δυνάμεις. Η αμερικανική παρουσία παραμένει σημαντικός παράγοντας στην περιφερειακή εξίσωση, αλλά δεν εξαλείφει τα κίνητρα των τοπικών δυνάμεων να αναπτύσσουν δικές τους συνεργασίες και να διαφοροποιούν τις στρατηγικές τους επιλογές.

Από την οπτική της πολυπολικότητας, τέτοιες πρωτοβουλίες έχουν σημασία επειδή μπορούν να περιορίσουν τη δυνατότητα ενός και μόνο εξωτερικού κέντρου να καθορίζει τους όρους της περιφερειακής ασφάλειας. Η πορεία προς μεγαλύτερη αυτονομία, ωστόσο, δεν είναι αυτόματη. Απαιτεί σταθερούς θεσμούς συνεργασίας, σαφείς δεσμεύσεις και τη δυνατότητα των συμμετεχόντων να διαχειρίζονται τις διαφορές τους χωρίς να καταφεύγουν διαρκώς σε εξωτερικούς εγγυητές.

Το κρίσιμο ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι αν η συμφωνία της Μέκκας συνιστά ήδη μια ολοκληρωμένη εναλλακτική απέναντι στο υφιστάμενο σύστημα ασφαλείας. Είναι αν μπορεί να εξελιχθεί σε έναν αξιόπιστο περιφερειακό μηχανισμό ή αν θα παραμείνει μια περιορισμένη συνεννόηση, ευάλωτη στις αντιθέσεις των μελών της και στις πιέσεις των ισχυρότερων εξωτερικών παραγόντων.

Η απάντηση θα εξαρτηθεί από τις πραγματικές δεσμεύσεις, τις επόμενες διπλωματικές κινήσεις και τη συμπεριφορά των κρατών σε περίπτωση κρίσης. Μέχρι τότε, η συμφωνία πρέπει να αντιμετωπίζεται ως σημαντική ένδειξη περιφερειακής κινητικότητας, όχι ως απόδειξη ότι έχει ήδη συγκροτηθεί ένα νέο και συνεκτικό στρατηγικό μπλοκ.

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η Σαουδική Αραβία επιχειρεί να διευρύνει τις επιλογές της: να ενισχύσει την αποτροπή της, να περιορίσει τις απειλές κατά της ασφάλειάς της και να διατηρήσει ανοιχτούς τους διαύλους διαπραγμάτευσης. Το κατά πόσο αυτή η στρατηγική θα ενισχύσει την περιφερειακή αυτονομία ή θα αναπαράγει παλαιότερες εξαρτήσεις θα φανεί στην πράξη, όχι στις διακηρύξεις.

 

Κεφάλαιο 3: Ρωσία και Ιράν, στρατιωτική συνεργασία και στρατηγική αποτροπής

Μια στρατηγική σχέση υπό την πίεση του πολέμου

Η περιφερειακή εξίσωση που διαμορφώνεται γύρω από την Τεχεράνη δεν περιορίζεται στις σχέσεις του Ιράν με τη Σαουδική Αραβία, το Πακιστάν και την Τουρκία. Ένας δεύτερος άξονας, με διαφορετική λειτουργία αλλά δυνητικά σημαντικές συνέπειες, είναι η στρατηγική συνεργασία ανάμεσα στο Ιράν και τη Ρωσία.

Η σχέση των δύο χωρών απέκτησε πρόσθετο θεσμικό βάθος με την υπογραφή της συνολικής συμφωνίας στρατηγικής συνεργασίας στις 17 Ιανουαρίου 2025. Η συμφωνία προβλέπει ευρύτερη συνεργασία σε πολιτικό, οικονομικό, ενεργειακό και εμπορικό επίπεδο, καθώς και συντονισμό σε περιφερειακά και διεθνή ζητήματα. Δεν αποτελεί, ωστόσο, αυτόματη εγγύηση αμοιβαίας στρατιωτικής επέμβασης σε περίπτωση επίθεσης εναντίον ενός από τα δύο κράτη. Η διάκριση είναι ουσιαστική: η στρατηγική σύμπραξη δεν ισοδυναμεί με μια δεσμευτική στρατιωτική συμμαχία που υποχρεώνει τη Μόσχα να εισέλθει σε πόλεμο για λογαριασμό της Τεχεράνης.

Η συνεργασία αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα σε μια περίοδο κατά την οποία το Ιράν αντιμετωπίζει στρατιωτική πίεση, περιορισμούς στις εξαγωγές του και κινδύνους για τις ενεργειακές και μεταφορικές υποδομές του. Η Ρωσία, από την πλευρά της, επιδιώκει να διατηρήσει και να ενισχύσει την παρουσία της στη Δυτική Ασία, να προστατεύσει τα συμφέροντά της στον Περσικό Κόλπο και στην Κασπία και να αναπτύξει εναλλακτικές εμπορικές διαδρομές που δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από τα δυτικά χρηματοπιστωτικά και μεταφορικά δίκτυα.

Η σχέση δεν στηρίζεται μόνο στη στρατιωτική συνεργασία. Η ενέργεια, οι σιδηροδρομικές συνδέσεις, οι θαλάσσιες μεταφορές, οι πληρωμές σε εθνικά νομίσματα και η συμμετοχή σε πολυμερείς οργανισμούς αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας οικονομικής και πολιτικής σύγκλισης.

Η Τεχεράνη και η Μόσχα έχουν κοινό συμφέρον να περιορίσουν την αποτελεσματικότητα των μονομερών κυρώσεων και να ενισχύσουν τη δυνατότητά τους να συναλλάσσονται χωρίς πλήρη εξάρτηση από τους δυτικούς χρηματοπιστωτικούς μηχανισμούς. Παράλληλα, επιδιώκουν να αξιοποιήσουν οργανισμούς όπως οι BRICS, ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης και η Ευρασιατική Οικονομική Ένωση για τη διεύρυνση της συνεργασίας τους.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι δύο χώρες έχουν ταυτόσημα συμφέροντα σε κάθε ζήτημα. Η συνεργασία τους είναι στρατηγική, αλλά παραμένει σχέση μεταξύ κρατών που υπολογίζουν το δικό τους κόστος, τις δυνατότητές τους και τις προτεραιότητές τους.

Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν η Ρωσία και το Ιράν έχουν λόγους να συνεργάζονται. Είναι μέχρι ποιο σημείο η συνεργασία αυτή μπορεί να μετατραπεί σε ουσιαστική υποστήριξη σε περίπτωση μιας νέας μεγάλης στρατιωτικής κρίσης.

Οι ρωσικές αερομεταφορές και το ερώτημα του στρατιωτικού υλικού

Ένα από τα πιο ευαίσθητα ζητήματα αφορά τις αναφορές για εντατικές αεροπορικές μεταφορές από τη Ρωσία προς το Ιράν. Στο αρχικό υλικό καταγράφεται η παρουσία στρατιωτικών μεταγωγικών αεροσκαφών και διατυπώνεται η πιθανότητα μεταφοράς εξοπλισμού, ανταλλακτικών ή άλλου υλικού που θα μπορούσε να ενισχύσει τις ιρανικές αμυντικές δυνατότητες.

Η ερμηνεία τέτοιων πτήσεων απαιτεί προσοχή. Η καταγραφή μιας πτήσης ή η άφιξη ενός μεταγωγικού αεροσκάφους δεν αποκαλύπτει από μόνη της το περιεχόμενο του φορτίου. Για να τεκμηριωθεί μια συγκεκριμένη στρατιωτική παράδοση χρειάζονται πρόσθετα στοιχεία, όπως αναγνωρίσιμα φορτία, επίσημες ανακοινώσεις ή έγγραφα που να συνδέουν τις μεταφορές με συγκεκριμένα οπλικά συστήματα.

Το ενδεχόμενο οι μεταφορές να περιλαμβάνουν στρατιωτικό υλικό που δεν ανακοινώνεται δημόσια δεν μπορεί να αποκλειστεί εκ των προτέρων. Δεν μπορεί, όμως, να θεωρηθεί αποδεδειγμένο χωρίς στοιχεία που να προσδιορίζουν το περιεχόμενο και τον προορισμό των φορτίων.

Η διάκριση μεταξύ αεροπορικών και θαλάσσιων μεταφορών έχει επίσης σημασία. Οι αεροπορικές μεταφορές μπορούν να εξυπηρετήσουν επείγουσες ανάγκες, όπως η μεταφορά ανταλλακτικών, ηλεκτρονικών συστημάτων ή εξειδικευμένου εξοπλισμού. Οι θαλάσσιες μεταφορές μπορούν να εξυπηρετήσουν μεγαλύτερους όγκους φορτίου, αλλά εξαρτώνται από διαφορετικές διαδρομές, λιμενικές εγκαταστάσεις και συνθήκες ασφαλείας.

Η ευρύτερη συνεργασία Ρωσίας και Ιράν δημιουργεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν πρόσθετες στρατιωτικές συναλλαγές. Δεν αποδεικνύει, ωστόσο, ότι κάθε καταγεγραμμένη μεταφορά αφορά οπλικά συστήματα.

Το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι απλώς πόσα αεροσκάφη προσγειώθηκαν στο Ιράν. Είναι αν οι μεταφορές, εφόσον επιβεβαιωθούν και προσδιοριστεί το περιεχόμενό τους, αντιστοιχούν σε συστηματική προσπάθεια αναπλήρωσης απωλειών και ενίσχυσης της ιρανικής αποτρεπτικής ικανότητας.

Αν πρόκειται για στρατιωτικό εξοπλισμό, η σημασία του θα εξαρτηθεί από το είδος, την ποσότητα και τη δυνατότητα ενσωμάτωσής του στις ιρανικές δυνάμεις. Αν πρόκειται για εμπορικά, ανθρωπιστικά ή ενεργειακά φορτία, η άμεση στρατιωτική επίδραση θα είναι διαφορετική, ακόμη κι αν η οικονομική σημασία τους παραμένει μεγάλη.

Μέχρι να υπάρξουν σαφέστερα στοιχεία, οι συγκεκριμένες αναφορές πρέπει να διατηρηθούν ως ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες και όχι να μετατραπούν σε βεβαιότητα.

Πύραυλοι, ηλεκτρονικά συστήματα και τεχνολογική υποστήριξη

Η στρατιωτική συνεργασία Ρωσίας και Ιράν έχει ιδιαίτερη σημασία σε τρεις τομείς: στα οπλικά συστήματα, στα ανταλλακτικά και στην τεχνολογική υποστήριξη.

Το Ιράν έχει αναπτύξει εγχώριες δυνατότητες στην παραγωγή πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών. Η ύπαρξη εγχώριας παραγωγής, ωστόσο, δεν συνεπάγεται πλήρη ανεξαρτησία από εξωτερικά εξαρτήματα, προηγμένα ηλεκτρονικά, αισθητήρες, υλικά και τεχνολογίες που μπορούν να βελτιώσουν την ακρίβεια και την αξιοπιστία των συστημάτων.

Από αυτή την άποψη, η πιθανή συνεργασία με τη Ρωσία θα μπορούσε να έχει αξία ακόμη και χωρίς την παράδοση ολοκληρωμένων πυραυλικών συστημάτων. Η παροχή τεχνογνωσίας, ανταλλακτικών, εξοπλισμού ηλεκτρονικού πολέμου ή τεχνικής υποστήριξης θα μπορούσε να βοηθήσει το Ιράν να διατηρήσει επιχειρησιακές δυνατότητες και να μειώσει τον χρόνο αποκατάστασης συστημάτων που έχουν υποστεί ζημιές.

Πρέπει, όμως, να διαχωρίσουμε αυτή τη στρατηγική δυνατότητα από τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς για μεταφορά ρωσικής πυραυλικής τεχνολογίας κατά την τρέχουσα περίοδο. Δεν έχει τεκμηριωθεί επαρκώς ότι οι αναφερόμενες πρόσφατες μεταφορές περιλάμβαναν συγκεκριμένη τεχνολογία πυραύλων ή ότι πραγματοποιήθηκε παράδοση συγκεκριμένου τύπου όπλου στο πλαίσιο των τελευταίων εξελίξεων.

Η απουσία δημόσιας επιβεβαίωσης δεν αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει συνεργασία. Αντίστοιχα, όμως, η πολιτική εγγύτητα των δύο χωρών δεν αρκεί για να αποδειχθεί κάθε επιμέρους στρατιωτικός ισχυρισμός.

Η διάκριση έχει ιδιαίτερη σημασία για την εκτίμηση της ισορροπίας δυνάμεων. Αν το Ιράν λαμβάνει κυρίως ανταλλακτικά και τεχνική υποστήριξη, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι η διατήρηση των υφιστάμενων δυνατοτήτων του. Αν λαμβάνει νέα ολοκληρωμένα συστήματα ή τεχνολογίες που μεταβάλλουν ουσιαστικά την επιχειρησιακή του εικόνα, οι συνέπειες μπορεί να είναι διαφορετικές.

Χωρίς γνώση του πραγματικού περιεχομένου των μεταφορών, δεν μπορούμε να εξισώσουμε αυτά τα δύο ενδεχόμενα.

Η στρατηγική αξία της ρωσοϊρανικής συνεργασίας βρίσκεται, επομένως, όχι μόνο στην πιθανότητα απόκτησης νέων όπλων, αλλά και στη δυνατότητα συντήρησης, αναπλήρωσης και εξέλιξης των υφιστάμενων αμυντικών συστημάτων.

Οι 33 διοικητές και η αποκέντρωση της ιρανικής διοίκησης

Ένας από τους σημαντικότερους ισχυρισμούς του αρχικού υλικού αφορά την αναφορά σε 33 διοικητές των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης, οι οποίοι φέρονται να συνδέονται με σύστημα κατανεμημένης διοίκησης και διαδοχής.

Η ιδέα πίσω από ένα τέτοιο σύστημα είναι στρατηγικά κατανοητή. Σε περίπτωση επίθεσης που εξουδετερώνει ανώτατα στελέχη της πολιτικής ή στρατιωτικής ηγεσίας, η επιβίωση της διοικητικής δομής εξαρτάται από το κατά πόσο υπάρχουν προκαθορισμένοι αντικαταστάτες, εναλλακτικά κέντρα λήψης αποφάσεων και διαδικασίες που επιτρέπουν στις μονάδες να συνεχίσουν να λειτουργούν χωρίς συνεχή καθοδήγηση από την κορυφή.

Ωστόσο, ο συγκεκριμένος αριθμός των 33 διοικητών δεν έχει επιβεβαιωθεί επαρκώς από τα διαθέσιμα δημόσια στοιχεία. Πρέπει, επομένως, να παραμείνει σαφώς αποδιδόμενος στην αρχική αναφορά και όχι να μετατραπεί σε βεβαιότητα μέσα από την επανάληψη.

Η ευρύτερη αρχή της αποκεντρωμένης διοίκησης έχει διαφορετική σημασία από την επιβεβαίωση ενός συγκεκριμένου καταλόγου προσώπων. Ένα κράτος που θεωρεί πιθανό να δεχθεί επιθέσεις κατά της ηγεσίας του έχει ισχυρό κίνητρο να σχεδιάσει εναλλακτικές αλυσίδες διοίκησης. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει προκαθορισμένη διαδοχή, περιφερειακά κέντρα ελέγχου, ασφαλείς επικοινωνίες και μεγαλύτερη επιχειρησιακή αυτονομία για επιμέρους μονάδες.

Εάν το Ιράν έχει πράγματι ενισχύσει τέτοιους μηχανισμούς, το αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι η μείωση της πιθανότητας να παραλύσει η στρατιωτική του λειτουργία από ένα περιορισμένο πλήγμα κατά της κεντρικής ηγεσίας. Η εξουδετέρωση υψηλόβαθμων αξιωματούχων δεν θα σήμαινε αυτομάτως ότι όλες οι μονάδες θα έχαναν τη δυνατότητα δράσης.

Υπάρχει, ωστόσο, και η αντίθετη πλευρά. Η αποκέντρωση μπορεί να ενισχύσει την ανθεκτικότητα, αλλά ενδέχεται να δυσκολέψει τον κεντρικό συντονισμό και να αυξήσει τον κίνδυνο διαφορετικές μονάδες να αντιδράσουν με διαφορετικό τρόπο σε μια κρίση. Η αποτελεσματικότητά της εξαρτάται από την ποιότητα των διαδικασιών, την αξιοπιστία των επικοινωνιών και τον βαθμό στον οποίο οι τοπικοί διοικητές γνωρίζουν τα όρια της εξουσίας τους.

Το κρίσιμο συμπέρασμα δεν είναι ότι το Ιράν διαθέτει αποδεδειγμένα έναν συγκεκριμένο αριθμό διαδόχων ή διοικητών. Είναι ότι η ανθεκτικότητα της διοίκησης αποτελεί κεντρικό παράγοντα κάθε σοβαρής εκτίμησης για το πώς θα μπορούσε να αντιδράσει η χώρα σε μια νέα επίθεση.

Το Μπουσέρ και η προστασία της πυρηνικής υποδομής

Ο πυρηνικός σταθμός του Μπουσέρ αποτελεί έναν ακόμη σημαντικό κρίκο στη σχέση Ιράν και Ρωσίας. Η ρωσική συμμετοχή στο έργο, η τεχνική συνεργασία και η παρουσία ρωσικού προσωπικού συνδέουν την πυρηνική υποδομή με τις ευρύτερες οικονομικές και στρατηγικές σχέσεις των δύο χωρών.

Η σημασία του Μπουσέρ δεν περιορίζεται στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Η λειτουργία του συνδέεται με την ενεργειακή ασφάλεια, την τεχνική συνεργασία και τη δυνατότητα του Ιράν να διατηρεί το πολιτικό πυρηνικό του πρόγραμμα παρά τις εξωτερικές πιέσεις.

Σε περιόδους στρατιωτικής έντασης, οι πυρηνικές εγκαταστάσεις αποκτούν ιδιαίτερη ευαισθησία. Μια επίθεση σε τέτοια υποδομή μπορεί να προκαλέσει συνέπειες που υπερβαίνουν το άμεσο στρατιωτικό αποτέλεσμα, δημιουργώντας κινδύνους για το περιβάλλον, τον πληθυσμό και τη σταθερότητα ολόκληρης της περιοχής.

Η ρωσική παρουσία στο Μπουσέρ έχει συνεπώς διπλή διάσταση. Από τη μία πλευρά, συνδέει τη Μόσχα με μια κρίσιμη ιρανική υποδομή. Από την άλλη, δημιουργεί λόγους για τη ρωσική διπλωματία να αντιδράσει σε οποιαδήποτε απειλή κατά της ασφάλειας της εγκατάστασης και του προσωπικού της.

Έχουν υπάρξει αναφορές στη δημόσια ιρανική ενημέρωση για ρωσικές προειδοποιήσεις σχετικά με τους κινδύνους που θα προκαλούσε μια επίθεση σε πυρηνικές εγκαταστάσεις. Τέτοιες προειδοποιήσεις έχουν διπλωματική και αποτρεπτική σημασία. Δεν ισοδυναμούν, όμως, με δέσμευση της Ρωσίας να απαντήσει στρατιωτικά σε περίπτωση επίθεσης.

Η διάκριση αυτή είναι απαραίτητη. Η Μόσχα μπορεί να επιδιώξει να προστατεύσει τα συμφέροντά της μέσω διπλωματικών παρεμβάσεων, διεθνών οργανισμών και πολιτικής πίεσης, χωρίς να επιλέξει άμεση πολεμική εμπλοκή.

Το Μπουσέρ αποτελεί, επομένως, παράγοντα που ενισχύει τη στρατηγική σύνδεση των δύο χωρών, αλλά δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αυτόματη στρατιωτική εγγύηση υπέρ του Ιράν.

Οι διπλωματικές επαφές και τα όρια της ρωσικής υποστήριξης

Οι επαφές ανάμεσα στη ρωσική και την ιρανική διπλωματία αποτελούν ένα ακόμη επίπεδο της συνεργασίας. Η επικοινωνία μεταξύ των δύο κυβερνήσεων μπορεί να εξυπηρετεί τον συντονισμό των θέσεών τους, τη διαχείριση της περιφερειακής έντασης και την προσπάθεια περιορισμού των συνεπειών των δυτικών πιέσεων.

Στο αρχικό υλικό περιλαμβάνονται αναφορές για επαφές του Σεργκέι Λαβρόφ με τον Αμπάς Αραγτσί στην Τεχεράνη στις 19 Οκτωβρίου 2026, καθώς και ισχυρισμοί για ρωσική ανθρωπιστική βοήθεια. Οι συγκεκριμένες λεπτομέρειες δεν έχουν τεκμηριωθεί επαρκώς ώστε να παρουσιαστούν ως πλήρως επιβεβαιωμένα γεγονότα. Για τον λόγο αυτό, πρέπει να παραμείνουν αποδιδόμενες στο αρχικό υλικό μέχρι να υπάρξει σαφέστερη επιβεβαίωση.

Η ευρύτερη διπλωματική συνεργασία, πάντως, έχει στρατηγική σημασία ανεξάρτητα από την επιβεβαίωση κάθε επιμέρους αναφοράς. Η Ρωσία μπορεί να προσφέρει πολιτική υποστήριξη στην Τεχεράνη, να προωθεί τη θέση της σε διεθνή fora και να αντιτίθεται σε κινήσεις που θεωρεί ότι αυξάνουν τον κίνδυνο γενικευμένης σύγκρουσης.

Αυτές οι κινήσεις δεν αποδεικνύουν ότι η Ρωσία έχει αποφασίσει να εμπλακεί άμεσα σε στρατιωτική σύγκρουση εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών ή του Ισραήλ για την υπεράσπιση του Ιράν.

Η διαφορά είναι καθοριστική. Η Ρωσία μπορεί να ενισχύσει την Τεχεράνη διπλωματικά, να επεκτείνει τις οικονομικές σχέσεις, να προσφέρει ανθρωπιστική βοήθεια και να προχωρήσει σε συμφωνημένες μορφές τεχνικής ή αμυντικής συνεργασίας, χωρίς να αναλάβει το κόστος μιας άμεσης πολεμικής εμπλοκής.

Η Μόσχα πρέπει να υπολογίζει τις δικές της στρατιωτικές δεσμεύσεις, τις οικονομικές της ανάγκες και τον κίνδυνο μιας ανεξέλεγκτης σύγκρουσης. Το ίδιο ισχύει και για την Τεχεράνη, η οποία έχει συμφέρον να ενισχύσει τη συνεργασία της με τη Ρωσία χωρίς να βασίσει ολόκληρη την αμυντική της στρατηγική στην υπόθεση ότι θα υπάρξει άμεση ρωσική στρατιωτική επέμβαση.

Η σχέση των δύο χωρών έχει, επομένως, πραγματική στρατηγική σημασία, αλλά το εύρος της στρατιωτικής υποστήριξης σε μια συγκεκριμένη κρίση πρέπει να αξιολογείται βάσει αποδεικτικών στοιχείων και όχι μόνο βάσει της πολιτικής εγγύτητας των δύο κυβερνήσεων.

Η Κασπία, οι διάδρομοι μεταφορών και η οικονομική ανθεκτικότητα

Η συνεργασία Ρωσίας και Ιράν δεν περιορίζεται στις στρατιωτικές δυνατότητες. Ένα σημαντικό μέρος της αφορά τις μεταφορές, τους ενεργειακούς διαδρόμους και την προσπάθεια δημιουργίας εναλλακτικών διαδρομών για το εμπόριο.

Ο Διεθνής Διάδρομος Μεταφορών Βορρά–Νότου συνδέει τη Ρωσία με το Ιράν και, μέσω διαφορετικών χερσαίων και θαλάσσιων διαδρομών, με αγορές του Περσικού Κόλπου και της Νότιας Ασίας. Η ανάπτυξή του μπορεί να μειώσει τον χρόνο μεταφοράς ορισμένων προϊόντων και να περιορίσει την εξάρτηση από παραδοσιακές διαδρομές που επηρεάζονται από κυρώσεις ή γεωπολιτικές κρίσεις.

Η Κασπία αποτελεί επίσης σημαντικό χώρο συνεργασίας, καθώς προσφέρει δυνατότητες θαλάσσιων μεταφορών και περιφερειακής σύνδεσης. Οι δύο χώρες έχουν συμφέρον να προστατεύσουν τις εμπορικές τους δραστηριότητες και να ενισχύσουν τον συντονισμό τους σε ζητήματα ασφάλειας της περιοχής.

Η σημασία αυτών των διαδρομών αυξάνεται όταν οι θαλάσσιες μεταφορές στον Περσικό Κόλπο και στα Στενά του Ορμούζ αντιμετωπίζουν σοβαρούς κινδύνους. Δεν μπορούν, βέβαια, να αντικαταστήσουν πλήρως τις θαλάσσιες ενεργειακές εξαγωγές ή να απορροφήσουν κάθε πιθανή διακοπή. Μπορούν, όμως, να προσφέρουν εναλλακτικές λύσεις για συγκεκριμένα προϊόντα, εμπορικές ροές και στρατηγικά εφόδια.

Η ανάπτυξη των διαδρόμων μεταφορών έχει και πολιτική διάσταση. Όσο περισσότερες οικονομικές και τεχνικές σχέσεις αποκτούν οι δύο χώρες, τόσο μεγαλύτερο γίνεται το κόστος μιας πλήρους διακοπής της συνεργασίας τους. Παράλληλα, η ύπαρξη εναλλακτικών δικτύων μπορεί να περιορίσει την αποτελεσματικότητα των πιέσεων που ασκούνται μέσω των παραδοσιακών εμπορικών και χρηματοπιστωτικών συστημάτων.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι κυρώσεις παύουν να έχουν αποτέλεσμα ή ότι η οικονομική συνεργασία εξαλείφει τις δυσκολίες. Η κατασκευή υποδομών απαιτεί χρόνο, χρηματοδότηση, τεχνική ικανότητα και σταθερές συνθήκες λειτουργίας. Οι διάδρομοι μεταφορών μπορούν να ενισχύσουν την ανθεκτικότητα, αλλά δεν δημιουργούν από μόνοι τους πλήρη οικονομική αυτάρκεια.

Η γεωοικονομική σημασία της ρωσοϊρανικής συνεργασίας βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη δυνατότητα: όχι στην πλήρη εξάλειψη της εξάρτησης από τα υφιστάμενα δίκτυα, αλλά στη σταδιακή δημιουργία εναλλακτικών επιλογών.

Τι σημαίνει η συνεργασία για την περιφερειακή αποτροπή

Η ρωσοϊρανική συνεργασία επηρεάζει την περιφερειακή ισορροπία με περισσότερους από έναν τρόπους. Η διπλωματική υποστήριξη της Μόσχας προσφέρει στην Τεχεράνη έναν σημαντικό διεθνή εταίρο. Η οικονομική συνεργασία δημιουργεί εναλλακτικές διαδρομές και δυνατότητες. Η τεχνική και αμυντική συνεργασία μπορεί να συμβάλει στη διατήρηση ή στην ανάπτυξη στρατιωτικών δυνατοτήτων, εφόσον επιβεβαιωθούν οι συγκεκριμένες παραδόσεις και συμφωνίες.

Η αποτροπή, ωστόσο, δεν εξαρτάται μόνο από τον αριθμό των όπλων. Εξαρτάται επίσης από την ανθεκτικότητα των υποδομών, τη δυνατότητα συνέχισης της διοίκησης μετά από ένα πλήγμα, την επάρκεια των εφοδιαστικών αλυσίδων και την πολιτική βούληση να αντιμετωπιστεί μια κρίση χωρίς να χαθεί ο έλεγχος.

Από αυτή την άποψη, η αναφορά στην αποκεντρωμένη διοίκηση των Φρουρών της Επανάστασης, οι πιθανές μεταφορές στρατιωτικού υλικού και η συνεργασία στο Μπουσέρ συνδέονται με ένα κοινό ερώτημα: σε ποιο βαθμό μπορεί το Ιράν να διατηρήσει τη λειτουργία του και να συνεχίσει να αποτρέπει επιθέσεις ακόμη και υπό παρατεταμένη στρατιωτική πίεση;

Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί με βεβαιότητα χωρίς πληρέστερα στοιχεία για τις απώλειες, τα αποθέματα, τις παραδόσεις εξοπλισμού και την πραγματική κατάσταση των συστημάτων διοίκησης. Μπορούμε, όμως, να διακρίνουμε τις βασικές παραμέτρους που θα καθορίσουν την εξέλιξη.

Εάν οι ρωσικές μεταφορές περιλαμβάνουν πράγματι κρίσιμο στρατιωτικό εξοπλισμό, η σημασία τους θα εξαρτηθεί από το είδος και την ποσότητα του υλικού, καθώς και από το πόσο γρήγορα μπορεί να ενσωματωθεί στις ιρανικές δυνάμεις. Εάν αφορούν κυρίως εμπορικά, ανθρωπιστικά ή ενεργειακά φορτία, η άμεση στρατιωτική επίδραση θα είναι διαφορετική, αν και η ευρύτερη οικονομική τους σημασία μπορεί να παραμένει μεγάλη.

Αντίστοιχα, εάν η ιρανική διοίκηση έχει ενισχύσει την αποκέντρωση και την προκαθορισμένη διαδοχή, ένα πλήγμα κατά της ηγεσίας ενδέχεται να μην έχει το αποτέλεσμα που θα επιδίωκε ο επιτιθέμενος. Αυτό δεν σημαίνει ότι το Ιράν είναι άτρωτο. Σημαίνει ότι η αποτελεσματικότητα μιας στρατιωτικής επιχείρησης πρέπει να αξιολογείται σε σχέση με την ικανότητα του αντιπάλου να συνεχίσει να λειτουργεί μετά το αρχικό πλήγμα.

Η στρατηγική αποτροπή, συνεπώς, αποτελεί συνδυασμό στρατιωτικής ικανότητας, διοικητικής ανθεκτικότητας, εφοδιαστικής υποστήριξης και πολιτικής βούλησης. Η συνεργασία με τη Ρωσία μπορεί να επηρεάσει αυτούς τους παράγοντες, αλλά η πραγματική επίδρασή της εξαρτάται από το περιεχόμενο και την έκταση των συγκεκριμένων ενεργειών.

Συμπέρασμα: Συνεργασία με όρια, αποτροπή με αβεβαιότητες

Η Ρωσία και το Ιράν έχουν οικοδομήσει μια στρατηγική σχέση που εκτείνεται από τη διπλωματία και την ενέργεια μέχρι τις μεταφορές και την αμυντική συνεργασία. Η σχέση αυτή προσφέρει στην Τεχεράνη δυνατότητες πολιτικής υποστήριξης και οικονομικής ανθεκτικότητας, ενώ επιτρέπει στη Μόσχα να ενισχύει την παρουσία της σε μια περιοχή κρίσιμη για τις ενεργειακές ροές και τη διεθνή ασφάλεια.

Η συνεργασία εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια διαμόρφωσης εναλλακτικών οικονομικών και πολιτικών δικτύων απέναντι στην εξάρτηση από τις δυτικές δομές. Η σημασία της δεν περιορίζεται στην πιθανότητα μεταφοράς οπλικών συστημάτων. Περιλαμβάνει τη διπλωματική υποστήριξη, την τεχνική συνεργασία, την ενεργειακή ασφάλεια και την ανάπτυξη εναλλακτικών διαδρομών εμπορίου.

Δεν πρέπει, ωστόσο, να συγχέουμε τη στρατηγική συνεργασία με την αυτόματη στρατιωτική εγγύηση. Η Ρωσία δεν έχει αναλάβει δημόσια δέσμευση να πολεμήσει εναντίον των Ηνωμένων Πολιτειών ή του Ισραήλ σε περίπτωση νέας επίθεσης κατά του Ιράν. Αντίστοιχα, οι αναφορές για μεταφορές πυραυλικής τεχνολογίας, συγκεκριμένα στρατιωτικά φορτία ή ένα δίκτυο 33 διοικητών δεν μπορούν να παρουσιαστούν ως επιβεβαιωμένα δεδομένα χωρίς πρόσθετη τεκμηρίωση.

Το στρατηγικό ερώτημα είναι εάν η συνεργασία των δύο χωρών θα επιτρέψει στο Ιράν να διατηρήσει την αποτρεπτική του ικανότητα, να προστατεύσει κρίσιμες υποδομές και να περιορίσει τις συνέπειες των εξωτερικών πιέσεων. Παράλληλα, η ανάπτυξη εναλλακτικών οικονομικών και μεταφορικών διαδρομών μπορεί να μειώσει ορισμένες ευπάθειες, χωρίς να εξαλείψει τους κινδύνους μιας ευρύτερης περιφερειακής σύγκρουσης.

Η Μόσχα προσφέρει στην Τεχεράνη διπλωματική στήριξη και ένα πλαίσιο διευρυμένης συνεργασίας. Το πραγματικό εύρος της στρατιωτικής συνδρομής της, όμως, θα κριθεί από συγκεκριμένες πράξεις και τεκμηριωμένα στοιχεία, όχι μόνο από πολιτικές διακηρύξεις. Για το Ιράν, η ουσιαστική πρόκληση παραμένει η διατήρηση της δικής του αμυντικής και διοικητικής ανθεκτικότητας, με τη ρωσική συνεργασία ως σημαντικό παράγοντα, αλλά όχι ως υποκατάστατο της εγχώριας δυνατότητας.

Αυτή η αβεβαιότητα είναι που καθιστά τη ρωσοϊρανική σχέση κρίσιμο στοιχείο της περιφερειακής εξίσωσης. Δεν εγγυάται την αποτροπή, αλλά μπορεί να επηρεάσει το κόστος, τη διάρκεια και την έκβαση μιας ενδεχόμενης νέας κλιμάκωσης.

 

Κεφάλαιο 4: Ιράν και ΗΠΑ, η μάχη για τα Στενά του Ορμούζ

  1. Το Ορμούζ ως γεωπολιτικός μοχλός

Η αντιπαράθεση μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών δεν περιορίζεται στο πυρηνικό πρόγραμμα, στις κυρώσεις ή στη στρατιωτική παρουσία στην ευρύτερη Μέση Ανατολή. Στο επίκεντρό της βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα θαλάσσια περάσματα του πλανήτη: τα Στενά του Ορμούζ.

Η γεωγραφία προσφέρει στην Τεχεράνη ένα πλεονέκτημα που δεν μπορεί να υποκατασταθεί εύκολα από τη στρατιωτική ισχύ της Ουάσιγκτον. Το Ιράν δεν χρειάζεται να διαθέτει ισχυρότερο ναυτικό από τις Ηνωμένες Πολιτείες για να επηρεάζει τη λειτουργία του περάσματος. Αρκεί να μπορεί να αυξάνει το κόστος, τον κίνδυνο και την αβεβαιότητα της ναυσιπλοΐας.

Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν κρίσιμη αρτηρία για τις εξαγωγές υδρογονανθράκων από τον Περσικό Κόλπο. Η διαταραχή της ναυσιπλοΐας επηρεάζει τις τιμές της ενέργειας, τα ασφάλιστρα των πλοίων, τα μεταφορικά κόστη και τον σχεδιασμό των ενεργειακών εισαγωγών, με ιδιαίτερα σοβαρές συνέπειες για τις ασιατικές οικονομίες που εξαρτώνται από τις προμήθειες της περιοχής.

Για το Ιράν, επομένως, το Ορμούζ είναι κάτι περισσότερο από στρατιωτικό πλεονέκτημα. Είναι ένα εργαλείο που επιτρέπει σε μια περιφερειακή δύναμη να επηρεάζει τον στρατηγικό υπολογισμό μιας παγκόσμιας υπερδύναμης.

Η ουσία βρίσκεται στη διαφορά ανάμεσα στον έλεγχο της θάλασσας και στην ικανότητα να αρνείσαι ή να περιορίζεις τη χρήση της. Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να διαθέτουν ισχυρότερες ναυτικές δυνάμεις, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μπορούν να εξασφαλίσουν με αποδεκτό κόστος την απρόσκοπτη διέλευση κάθε εμπορικού πλοίου. Η δυνατότητα παρεμπόδισης, απειλής ή επιλεκτικής διατάραξης της ναυσιπλοΐας αποτελεί διαφορετικό είδος ισχύος από την κλασική ναυτική υπεροχή.

Αυτό είναι το βασικό στρατηγικό πλεονέκτημα της Τεχεράνης. Δεν χρειάζεται να επικρατήσει σε κάθε ναυτική αναμέτρηση. Χρειάζεται να καταστήσει την επιβολή των αμερικανικών επιδιώξεων αρκετά δαπανηρή, ώστε η διπλωματική διαπραγμάτευση να αποκτήσει μεγαλύτερη αξία για την Ουάσιγκτον.

Η κρίση στο Ορμούζ αποκαλύπτει, συνεπώς, ένα όριο της στρατιωτικής υπεροχής: η κατοχή ισχυρών μέσων δεν εγγυάται αυτομάτως τον πολιτικό έλεγχο μιας γεωγραφικής περιοχής, ιδιαίτερα όταν ο αντίπαλος μπορεί να εκμεταλλευτεί τη θέση του και τις αλληλεξαρτήσεις της παγκόσμιας οικονομίας.

  1. Η διαπραγμάτευση και το αδιέξοδο της πρώτης κίνησης

Η κεντρική διαφωνία ανάμεσα στις δύο πλευρές αφορά όχι μόνο τους όρους μιας πιθανής συμφωνίας, αλλά και το ποιος θα κάνει την πρώτη κίνηση.

Η ιρανική θέση συνδέει την επαναλειτουργία του Ορμούζ με την άρση των αμερικανικών πιέσεων. Η Ουάσιγκτον, από την άλλη πλευρά, επιδιώκει να εξασφαλίσει συγκεκριμένες ενδείξεις αποκλιμάκωσης από την Τεχεράνη, προτού προχωρήσει σε ουσιαστικές παραχωρήσεις.

Πρόκειται για μια αντιπαράθεση δύο αντίστροφων ακολουθιών.

Η αμερικανική λογική είναι ότι η άρση του αποκλεισμού και η χαλάρωση των κυρώσεων χωρίς προηγούμενη αλλαγή της ιρανικής συμπεριφοράς θα περιόριζαν την πίεση προς την Τεχεράνη. Η ιρανική λογική είναι ότι το άνοιγμα των Στενών χωρίς προηγούμενη άρση των αμερικανικών μέτρων θα σήμαινε παραχώρηση του σημαντικότερου διαπραγματευτικού της πλεονεκτήματος χωρίς αντίστοιχο αντάλλαγμα.

Η ιρανική πλευρά έχει δημοσιοποιήσει συγκεκριμένες απαιτήσεις για την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων και την επαναλειτουργία του Ορμούζ. Στις 19 Σεπτεμβρίου 2026, ο Μοχσέν Ρεζαΐ παρουσίασε μέσω δημόσιας συνέντευξης βασικούς όρους της Τεχεράνης, μεταξύ των οποίων τον τερματισμό των εχθροπραξιών, την αποδέσμευση ιρανικών κεφαλαίων και την άρση του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού.

Η ιρανική ηγεσία παρουσιάζει τους όρους της ως προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιηθούν πριν από την πλήρη επαναλειτουργία του περάσματος. Αυτό αποτελεί επίσημη διαπραγματευτική θέση, όχι απόδειξη ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αποδεχθεί τις απαιτήσεις.

Το σχέδιο των επτά ημερών

Στις 25 Σεπτεμβρίου 2026, ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Αμπάς Αραγτσί, παρουσίασε ένα σχέδιο επτά ημερών για την επανεκκίνηση της διαδικασίας αποκλιμάκωσης.

Σύμφωνα με την περιγραφή του, τα πρώτα βήματα θα απαιτούσαν τέσσερις έως πέντε ημέρες. Το Ορμούζ θα επαναλειτουργούσε την έκτη ημέρα και οι διαπραγματεύσεις για μια τελική συμφωνία θα άρχιζαν την έβδομη. Η έναρξη του χρονοδιαγράμματος θα εξαρτιόταν από την αποδοχή του σχεδίου από την αμερικανική πλευρά.

Η δημόσια παρουσίαση του επταήμερου σχεδίου από τον Αραγτσί αποτελεί καταγεγραμμένη εξέλιξη. Η παρουσίαση, ωστόσο, δεν ισοδυναμεί με αποδοχή του σχεδίου από την Ουάσιγκτον.

Η πρόταση περιλάμβανε, σύμφωνα με τις διαθέσιμες περιγραφές, την άρση του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού των ιρανικών λιμανιών, την αναστολή των περιορισμών στις εξαγωγές ιρανικού πετρελαίου, την αποδέσμευση δεσμευμένων κεφαλαίων και την παύση των εχθροπραξιών σε περιφερειακό επίπεδο, με αναφορά και στον Λίβανο και την Υεμένη.

Σε αντάλλαγμα, το Ιράν θα προχωρούσε στην επαναλειτουργία του Ορμούζ και στη συνέχεια θα άρχιζαν οι συνομιλίες για την ευρύτερη διευθέτηση της σύγκρουσης, συμπεριλαμβανομένου του πυρηνικού ζητήματος.

Το περιεχόμενο αυτό αποτυπώνει την ιρανική πρόταση όπως παρουσιάστηκε δημόσια και μεταφέρθηκε στις σχετικές αναφορές. Δεν αποδεικνύει ότι όλες οι λεπτομέρειες είχαν συμφωνηθεί μεταξύ των δύο πλευρών.

Η σημασία της πρότασης δεν βρίσκεται μόνο στον αριθμό των ημερών, αλλά στη λογική της. Η Τεχεράνη επιδιώκει να συνδέσει την αποκλιμάκωση με μια συγκεκριμένη ακολουθία ενεργειών, στην οποία η δική της παραχώρηση δεν προηγείται των αμερικανικών δεσμεύσεων.

Η Ουάσιγκτον, αντίθετα, έχει λόγους να αποφεύγει μια διαδικασία στην οποία θα εγκαταλείψει πρώτα τα μέσα πίεσης και θα περιμένει στη συνέχεια την εφαρμογή των ιρανικών δεσμεύσεων.

Το αποτέλεσμα είναι ένα κλασικό πρόβλημα στρατηγικής δυσπιστίας: και οι δύο πλευρές θεωρούν ότι η πρώτη κίνηση μπορεί να τις αφήσει εκτεθειμένες στην άλλη.

Η σχέση με το προηγούμενο μνημόνιο

Το επταήμερο σχέδιο δεν παρουσιάστηκε ως εντελώς νέο πλαίσιο. Η ιρανική πλευρά το συνέδεσε με το προηγούμενο μνημόνιο συνεννόησης του Ιουνίου, το οποίο είχε προβλέψει βήματα αποκλιμάκωσης, επανέναρξη των συνομιλιών και αποκατάσταση της θαλάσσιας κυκλοφορίας.

Η προηγούμενη διαδικασία δεν οδήγησε σε σταθερή συμφωνία. Οι διαφωνίες για την εφαρμογή των δεσμεύσεων και για τους όρους διέλευσης από το Ορμούζ συνέβαλαν στην κατάρρευση της συνεννόησης.

Η ύπαρξη του προηγούμενου πλαισίου και η αναφορά του από την ιρανική πλευρά ως βάσης για την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων καταγράφονται στις δημόσιες τοποθετήσεις των εμπλεκομένων.

Η επιμονή της Τεχεράνης στο προηγούμενο πλαίσιο μπορεί να ερμηνευθεί ως προσπάθεια να μην ξεκινήσει η διαπραγμάτευση από μηδενική βάση. Παράλληλα, επιδιώκει να εμφανίσει τις αμερικανικές δεσμεύσεις ως εκκρεμότητες προς εφαρμογή και όχι ως νέα ανταλλάγματα που θα έπρεπε να παραχωρήσει η Ουάσιγκτον.

Αυτό είναι ένα σημαντικό σημείο της αντιπαράθεσης. Η ίδια υποχρέωση μπορεί να παρουσιάζεται από τη μία πλευρά ως ήδη συμφωνημένη δέσμευση και από την άλλη ως παραχώρηση που απαιτεί νέα ανταλλάγματα.

  1. Οι ιρανικοί όροι και η ευρύτερη πολιτική αντιπαράθεση

Οι ιρανικές απαιτήσεις δεν περιορίζονται στην επαναλειτουργία του Ορμούζ. Συνδέονται με την προσπάθεια της Τεχεράνης να περιορίσει την οικονομική και στρατιωτική πίεση που δέχεται και να αποτρέψει την επανάληψη μιας σύγκρουσης υπό δυσμενέστερους όρους.

Στις απαιτήσεις που αποδίδονται σε Ιρανούς αξιωματούχους περιλαμβάνονται:

  • ο τερματισμός των εχθροπραξιών σε όλα τα μέτωπα, με ιδιαίτερη αναφορά στον Λίβανο,
  • η αποδέσμευση δεσμευμένων ιρανικών περιουσιακών στοιχείων,
  • ο τερματισμός του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού των ιρανικών λιμανιών,
  • ο τερματισμός της αμερικανικής παρέμβασης στις εσωτερικές υποθέσεις του Ιράν,
  • ο τερματισμός της αμερικανικής συνεργασίας με δυνάμεις που αντιτίθενται στην Ισλαμική Δημοκρατία,
  • ο τερματισμός των αμερικανικών επιθέσεων κατά ιρανικού εδάφους.

Σε άλλες δημόσιες τοποθετήσεις έχουν αναφερθεί επιπλέον απαιτήσεις, όπως η αποχώρηση αμερικανικών ναυτικών και αεροπορικών δυνάμεων από την περιοχή και η αποζημίωση για τις ζημιές του πολέμου.

Οι συγκεκριμένες απαιτήσεις έχουν παρουσιαστεί σε δημόσιες δηλώσεις Ιρανών αξιωματούχων. Η ακριβής σύνθεση και ο αριθμός των όρων, ωστόσο, διαφέρουν ανάλογα με τη χρονική στιγμή και τη δήλωση στην οποία βασίζεται κάθε αναφορά.

Στο διαθέσιμο υλικό εμφανίζονται διαφορετικές εκδοχές του καταλόγου: τρεις βασικές απαιτήσεις, έξι δημοσιοποιημένοι όροι και ένα ευρύτερο πλαίσιο επτά σημείων. Δεν πρέπει να θεωρήσουμε ότι όλες οι εκδοχές αποτελούν αυτούσια αντίγραφα ενός ενιαίου, επίσημου εγγράφου.

Η άρση των κυρώσεων αποτελεί επίσης κρίσιμο ζήτημα. Για την Τεχεράνη, η επαναλειτουργία του Ορμούζ χωρίς ουσιαστική οικονομική ανακούφιση θα μπορούσε να σημαίνει ότι παραχωρεί ένα σημαντικό στρατηγικό εργαλείο χωρίς να εξασφαλίζει αντίστοιχη βελτίωση της θέσης της.

Για την Ουάσιγκτον, όμως, η άρση κυρώσεων δεν είναι απλώς μια οικονομική διευκόλυνση. Αποτελεί παραχώρηση ενός από τα βασικά μέσα με τα οποία επιδιώκει να επηρεάζει τις επιλογές της ιρανικής ηγεσίας.

Η σύγκρουση αφορά, επομένως, δύο διαφορετικές αντιλήψεις περί ασφάλειας. Η αμερικανική πλευρά επιδιώκει να διατηρήσει την πίεση ως μέσο εξαναγκασμού και εγγύησης συμμόρφωσης. Η ιρανική πλευρά αντιμετωπίζει την ίδια πίεση ως λόγο για τον οποίο δεν πρέπει να παραχωρήσει πρόωρα τον έλεγχο των εξελίξεων.

Η σύνδεση του Ορμούζ με το σύνολο των κυρώσεων και των περιφερειακών εχθροπραξιών δείχνει ότι η Τεχεράνη δεν αντιμετωπίζει το πέρασμα ως ένα απομονωμένο τεχνικό ζήτημα. Το χρησιμοποιεί ως μέσο διαπραγμάτευσης για μια ευρύτερη αλλαγή των όρων της αντιπαράθεσης.

  1. Τα δεσμευμένα κεφάλαια και τα 12 δισεκατομμύρια δολάρια

Ένα από τα σημαντικότερα οικονομικά ζητήματα της διαπραγμάτευσης είναι η αποδέσμευση ιρανικών κεφαλαίων που βρίσκονται στο εξωτερικό.

Στις αναφορές για το επταήμερο σχέδιο εμφανίζεται το ποσό των περίπου 12 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Το ποσό συνδέεται με δεσμευμένα ιρανικά κεφάλαια, ενώ στο ευρύτερο υλικό γίνεται ειδική αναφορά σε κεφάλαια που φέρονται να βρίσκονται στο Κατάρ.

Η αποδέσμευση δεσμευμένων ιρανικών κεφαλαίων περιλαμβάνεται στις απαιτήσεις που παρουσίασε η ιρανική πλευρά. Το ποσό των περίπου 12 δισεκατομμυρίων δολαρίων αναφέρθηκε στις δημόσιες περιγραφές της επταήμερης πρότασης.

Δεν πρέπει, ωστόσο, να συγχέονται τρία διαφορετικά ζητήματα: το συνολικό ύψος των ιρανικών περιουσιακών στοιχείων που έχουν δεσμευθεί διεθνώς, το ποσό που βρίσκεται σε συγκεκριμένες χώρες και το ποσό που θα μπορούσε να αποδεσμευθεί στο πλαίσιο μιας συγκεκριμένης συμφωνίας. Οι σχετικές αναφορές δεν αφορούν πάντοτε το ίδιο σύνολο κεφαλαίων.

Η αποδέσμευση χρημάτων θα μπορούσε να προσφέρει στο Ιράν άμεση οικονομική ανάσα, να διευκολύνει την κάλυψη εισαγωγικών αναγκών και να ενισχύσει τη δυνατότητα της κυβέρνησης να διαχειριστεί τις συνέπειες των κυρώσεων.

Από την άλλη πλευρά, μια τέτοια κίνηση θα αποτελούσε για την Ουάσιγκτον έμπρακτη χαλάρωση της οικονομικής πίεσης. Για την Τεχεράνη, θα μπορούσε να αποτελέσει μετρήσιμο αποτέλεσμα μιας διαπραγμάτευσης στην οποία η επαναλειτουργία του Ορμούζ θα συνδεόταν με συγκεκριμένο οικονομικό αντάλλαγμα.

Στο διαθέσιμο υλικό υπάρχει επίσης η πληροφορία ότι το Ιράν ενδέχεται να ζήτησε την αποδέσμευση μέρους των κεφαλαίων αντί του συνόλου τους. Η πληροφορία αυτή δεν έχει τεκμηριωθεί επαρκώς ως ξεχωριστή, νέα πρόταση που υποβλήθηκε και απορρίφθηκε από την αμερικανική πλευρά.

Η εκδοχή της μερικής αποδέσμευσης παραμένει ανεπιβεβαίωτη ως συγκεκριμένη διαπραγματευτική κίνηση.

Εφόσον επιβεβαιωθεί, θα μπορούσε να υποδηλώνει ότι η Τεχεράνη εξετάζει σταδιακές ανταλλαγές χωρίς να εγκαταλείπει τις βασικές στρατηγικές της απαιτήσεις. Προς το παρόν, αυτή παραμένει πιθανή ερμηνεία και όχι αποδεδειγμένη εξέλιξη.

Το ζήτημα των κεφαλαίων δεν μπορεί να απομονωθεί από τη συνολική διαπραγμάτευση. Συνδέεται με τον αποκλεισμό, τις κυρώσεις, τις εξαγωγές πετρελαίου και το ερώτημα αν η αποκλιμάκωση θα συνοδευτεί από μετρήσιμη οικονομική ανακούφιση για το Ιράν.

  1. Το Κατάρ: μεσολαβητής και άμεσα ενδιαφερόμενο κράτος

Το Κατάρ κατέχει ιδιαίτερη θέση στη διαπραγμάτευση, καθώς διατηρεί διαύλους επικοινωνίας με πλευρές που δεν εμπιστεύονται η μία την άλλη. Η διπλωματική του χρησιμότητα, όμως, δεν σημαίνει ότι είναι ουδέτερο απέναντι στις συνέπειες μιας κρίσης στο Ορμούζ.

Η χώρα εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τις εξαγωγές φυσικού αερίου και από τη λειτουργία των θαλάσσιων διαδρομών του Περσικού Κόλπου. Μια παρατεταμένη διαταραχή στο Ορμούζ θα μπορούσε να επηρεάσει τις ενεργειακές εξαγωγές, την ασφάλεια των εγκαταστάσεων και τη θέση του Κατάρ στις διεθνείς αγορές.

Το Κατάρ έχει άμεσο συμφέρον να διατηρηθούν οι θαλάσσιες μεταφορές και να αποφευχθεί μια παρατεταμένη περιφερειακή σύγκρουση που θα έθετε σε κίνδυνο τις ενεργειακές του εξαγωγές.

Η καταριανή διπλωματία συμμετείχε στη μεταφορά μηνυμάτων μεταξύ Τεχεράνης και Ουάσιγκτον. Η ιρανική πλευρά ανέφερε δημοσίως ότι οι όροι της είχαν μεταφερθεί μέσω Κατάρ, ενώ οι επαφές ανάμεσα στους δύο αντιπάλους συνεχίστηκαν με τη συνδρομή περιφερειακών μεσολαβητών.

Η στάση της Ντόχα αντανακλά τις δικές της προτεραιότητες. Δεν αποδεικνύει ότι εγκαταλείπει τον ρόλο του μεσολαβητή. Δείχνει, όμως, ότι η διαμεσολάβηση πραγματοποιείται υπό την πίεση συγκεκριμένων εθνικών και οικονομικών συμφερόντων.

Το Κατάρ βρίσκεται ανάμεσα σε δύο ανάγκες: να διατηρήσει ανοικτούς τους διαύλους επικοινωνίας με την Τεχεράνη και να αποτρέψει μια κατάσταση που θα έθετε σε κίνδυνο τις ενεργειακές του υποδομές και εξαγωγές. Όσο περισσότερο παρατείνεται η κρίση, τόσο δυσκολότερο γίνεται να διαχωριστεί ο ρόλος του μεσολαβητή από τα συμφέροντα του άμεσα εκτεθειμένου κράτους.

Η διαμεσολάβηση δεν σημαίνει ότι ο μεσολαβητής μπορεί να επιβάλει συμφωνία. Μπορεί να μεταφέρει προτάσεις, να διευκολύνει επαφές και να αναζητήσει συμβιβασμούς. Δεν μπορεί, όμως, να εγγυηθεί ότι οι δύο πλευρές θα αποδεχθούν τους όρους της άλλης.

Το Κατάρ λειτουργεί, συνεπώς, τόσο ως διπλωματικός δίαυλος όσο και ως κράτος που έχει πολλά να χάσει από μια παρατεταμένη κρίση. Αυτή η διπλή ιδιότητα εξηγεί γιατί επιδιώκει την αποκλιμάκωση, χωρίς να μπορεί να καθορίσει μόνο του το αποτέλεσμα.

  1. Τα τέλη διέλευσης και η συζήτηση για την αποδολαριοποίηση

Το ζήτημα των πιθανών τελών διέλευσης από το Ορμούζ αποτελεί ένα από τα πιο ευαίσθητα σημεία της αντιπαράθεσης.

Στο διαθέσιμο υλικό εμφανίζεται ο ισχυρισμός ότι η ιρανική πλευρά επιδιώκει ένα νέο καθεστώς διέλευσης, με τέλη που θα μπορούσαν να καταβάλλονται σε νόμισμα διαφορετικό από το δολάριο. Η συζήτηση συνδέεται με την ενδεχόμενη χρήση του κινεζικού γουάν, του ιρανικού ριάλ ή εναλλακτικών συστημάτων διακανονισμού πληρωμών.

Η συζήτηση για ένα νέο πλαίσιο διαχείρισης της διέλευσης από το Ορμούζ έχει πλέον δημόσια διπλωματική διάσταση. Η κινεζική πλευρά έχει τοποθετηθεί υπέρ της αποκατάστασης της ασφαλούς και ελεύθερης ναυσιπλοΐας, αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι τα ζητήματα που αφορούν το πέρασμα χρειάζονται κατάλληλη διευθέτηση.

Δεν έχει τεκμηριωθεί επαρκώς ότι έχει συμφωνηθεί ένα ολοκληρωμένο σύστημα διοδίων με υποχρεωτική πληρωμή σε συγκεκριμένο νόμισμα ή ότι έχει τεθεί σε εφαρμογή ένα ενιαίο καθεστώς διακανονισμού μέσω εναλλακτικού τραπεζικού συστήματος.

Η διάκριση είναι κρίσιμη. Άλλο πράγμα είναι η συζήτηση για ένα νέο σύστημα διαχείρισης της ναυσιπλοΐας και άλλο η ύπαρξη δεσμευτικής συμφωνίας για την επιβολή τελών, τον καθορισμό του ύψους τους και το νόμισμα στο οποίο θα καταβάλλονται.

Η στρατηγική σημασία της υπόθεσης, ωστόσο, αξίζει να εξεταστεί ανεξάρτητα από το αν έχει υλοποιηθεί.

Εάν ένα κράτος μπορούσε να επιβάλει ή να διαπραγματευτεί τέλη διέλευσης σε ένα κρίσιμο θαλάσσιο πέρασμα και να συνδέσει τις πληρωμές με διαφορετικά νομίσματα ή χρηματοπιστωτικές υποδομές, θα δημιουργούσε ένα νέο πεδίο οικονομικής και γεωπολιτικής αντιπαράθεσης.

Η σημασία δεν θα περιοριζόταν στα έσοδα από τα τέλη. Θα αφορούσε επίσης το ποιος καθορίζει τους κανόνες διέλευσης, ποιος διαχειρίζεται τις πληρωμές και ποια χρηματοπιστωτικά δίκτυα αποκτούν μεγαλύτερο ρόλο στο διεθνές εμπόριο.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η χρήση του γουάν ή του ριάλ θα οδηγούσε αυτομάτως στην κατάρρευση του δολαρίου. Η διεθνής νομισματική ισχύς εξαρτάται από ένα ευρύτερο σύνολο παραγόντων: το μέγεθος και τη ρευστότητα των αγορών, την εμπιστοσύνη των συναλλασσομένων, τη διαθεσιμότητα χρηματοπιστωτικών εργαλείων, τη δυνατότητα μεταφοράς κεφαλαίων και τη λειτουργία των διεθνών τραπεζικών δικτύων.

Η πιθανή μεταφορά μέρους των ενεργειακών συναλλαγών σε άλλα νομίσματα θα μπορούσε να συμβάλει στη σταδιακή διαφοροποίηση των διεθνών πληρωμών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να ανατρέψει τη διεθνή νομισματική ιεραρχία.

Εξίσου σημαντική είναι η διάκριση ανάμεσα στην παράκαμψη ενός χρηματοπιστωτικού δικτύου και στην πλήρη απεξάρτηση από αυτό. Η χρήση εναλλακτικών συστημάτων πληρωμών δεν σημαίνει αυτομάτως ότι μια χώρα έχει εγκαταλείψει όλες τις δυτικές χρηματοπιστωτικές υποδομές ή ότι έχει καταστεί ανεπηρέαστη από τις κυρώσεις.

Η συζήτηση για τα τέλη του Ορμούζ πρέπει, επομένως, να εξεταστεί ως πιθανό πεδίο νομισματικής και γεωπολιτικής διαπραγμάτευσης, όχι ως ήδη συντελεσμένη επανάσταση στο διεθνές οικονομικό σύστημα.

  1. Το Ιράν, το Ομάν και η αναζήτηση νέου πλαισίου διαχείρισης

Το Ορμούζ δεν αφορά μόνο την αντιπαράθεση Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών. Επηρεάζει άμεσα τα κράτη του Κόλπου, τα οποία εξαρτώνται από τη θαλάσσια μεταφορά ενέργειας και εμπορευμάτων.

Για τη Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κουβέιτ, το Κατάρ και το Μπαχρέιν, η ασφάλεια των θαλάσσιων διαδρομών αποτελεί ζήτημα οικονομικής επιβίωσης και εθνικής ασφάλειας. Παράλληλα, τα κράτη αυτά δεν έχουν κατ’ ανάγκη ταυτόσημες προτεραιότητες ως προς το Ιράν, την αμερικανική στρατιωτική παρουσία και την έκταση μιας πιθανής περιφερειακής συμφωνίας.

Το Ομάν έχει ιδιαίτερη γεωγραφική και διπλωματική σημασία. Βρίσκεται στην περιοχή του περάσματος και έχει διατηρήσει διαύλους επικοινωνίας με αντίπαλες πλευρές της περιφερειακής αντιπαράθεσης.

Στις 16 Σεπτεμβρίου 2026, ο Αμπάς Αραγτσί δήλωσε κατά τη συνάντησή του με τον Κινέζο υπουργό Εξωτερικών Ουάνγκ Γι στο Πεκίνο ότι το Ιράν είχε καταλήξει σε σχέδιο με το Ομάν για το άνοιγμα του Ορμούζ. Η δήλωση αποτελεί επίσημη ιρανική τοποθέτηση και επιβεβαιώνει ότι η σχετική συνεννόηση είχε αποκτήσει διπλωματική υπόσταση.

Η δήλωση δεν αποδεικνύει ότι όλες οι τεχνικές λεπτομέρειες είχαν οριστικοποιηθεί, ότι το σχέδιο είχε τεθεί πλήρως σε εφαρμογή ή ότι είχε εξασφαλιστεί η αποδοχή του από όλα τα κράτη που χρησιμοποιούν το πέρασμα.

Μια συνεννόηση Ιράν και Ομάν θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για μεγαλύτερη περιφερειακή συμμετοχή στη διαχείριση της ναυσιπλοΐας. Για να αποκτήσει, όμως, σταθερότητα, θα έπρεπε να αντιμετωπίσει τις ανησυχίες των υπόλοιπων κρατών του Κόλπου και να διασφαλίσει ότι οι κανόνες δεν θα λειτουργούσαν ως μονομερές εργαλείο πίεσης.

Η κινεζική θέση προσφέρει ένα χρήσιμο στοιχείο για την κατανόηση της διπλωματικής διάστασης. Το Πεκίνο έχει υποστηρίξει ότι η ασφάλεια του περάσματος πρέπει να διασφαλίζεται μέσω διαλόγου, με σεβασμό στα δικαιώματα των παράκτιων κρατών και στις ανάγκες της διεθνούς ναυσιπλοΐας. Παράλληλα, έχει επισημάνει την ανάγκη για ένα ευρύτερο περιφερειακό πλαίσιο ασφάλειας.

Η θέση αυτή επιτρέπει στην Κίνα να στηρίζει την περιφερειακή διπλωματία χωρίς να αναλαμβάνει αυτομάτως τον ρόλο στρατιωτικού εγγυητή του Ορμούζ. Παράλληλα, προστατεύει το συμφέρον της για σταθερές ενεργειακές ροές και περιορίζει τον κίνδυνο να μετατραπεί η περιοχή σε πεδίο ανεξέλεγκτης σύγκρουσης μεγάλων δυνάμεων.

Εδώ αναδεικνύεται η διαφορά ανάμεσα στην περιφερειακή αυτονομία και στην κυριαρχία ενός κράτους πάνω στα υπόλοιπα. Η πρώτη προϋποθέτει μεγαλύτερη δυνατότητα των χωρών της περιοχής να αποφασίζουν για την ασφάλειά τους. Η δεύτερη θα μπορούσε να μετατρέψει μια προσπάθεια απεξάρτησης από εξωτερικές δυνάμεις σε νέα μορφή ανταγωνισμού μεταξύ των ίδιων των περιφερειακών κρατών.

Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι απλώς ποιος θα ελέγχει το πέρασμα, αλλά αν μπορεί να διαμορφωθεί ένα πλαίσιο που να συνδυάζει τα δικαιώματα των παράκτιων κρατών με την ασφαλή και προβλέψιμη διεθνή ναυσιπλοΐα.

  1. Η σύγκρουση για τους κανόνες της διεθνούς ναυσιπλοΐας

Πίσω από τις διαφωνίες για τον αποκλεισμό, τις κυρώσεις και τα τέλη διέλευσης βρίσκεται ένα βαθύτερο ερώτημα: ποιος έχει τη δυνατότητα να καθορίζει τους κανόνες ασφαλείας σε ένα στρατηγικό θαλάσσιο πέρασμα;

Η αμερικανική παρουσία στον Περσικό Κόλπο εντάσσεται στη μακροχρόνια προσπάθεια της Ουάσιγκτον να διατηρεί την ελευθερία της ναυσιπλοΐας και να προστατεύει τις θαλάσσιες διαδρομές του διεθνούς εμπορίου. Η ίδια παρουσία, ωστόσο, αποτελεί για την Τεχεράνη ένδειξη ότι μια εξωπεριφερειακή δύναμη διατηρεί καθοριστικό ρόλο στην ασφάλεια μιας περιοχής στην οποία το Ιράν αποτελεί βασικό παράγοντα.

Αυτές οι δύο αντιλήψεις δεν συμβιβάζονται εύκολα.

Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η αποδοχή ενός καθεστώτος που θα επέτρεπε στο Ιράν να επιβάλλει μονομερώς τους όρους διέλευσης θα μπορούσε να δημιουργήσει προηγούμενο για άλλα στρατηγικά περάσματα.

Για το Ιράν, η διατήρηση της αμερικανικής στρατιωτικής υπεροχής ως εγγύησης της ναυσιπλοΐας μπορεί να θεωρείται συνέχιση μιας περιφερειακής τάξης στην οποία η Τεχεράνη δεν διαθέτει ισότιμη συμμετοχή στη λήψη των αποφάσεων.

Η κινεζική διπλωματική θέση αναδεικνύει μια τρίτη διάσταση: την ανάγκη να αντιμετωπιστεί η κρίση ως ζήτημα περιφερειακής ασφάλειας και διεθνούς εμπορίου, χωρίς να μετατραπεί σε μόνιμη αντιπαράθεση μεγάλων δυνάμεων.

Η ιρανική επιδίωξη δεν χρειάζεται να ερμηνευθεί αποκλειστικά ως προσπάθεια πλήρους αντικατάστασης της αμερικανικής παρουσίας από μια νέα ιρανική ηγεμονία. Μπορεί να ιδωθεί και ως προσπάθεια αύξησης του κόστους της εξωτερικής επιβολής και διεκδίκησης μεγαλύτερου περιφερειακού ρόλου.

Υπάρχει, ωστόσο, ένα ουσιαστικό όριο: η δυνατότητα διατάραξης της ναυσιπλοΐας δεν ισοδυναμεί με τη δυνατότητα διαχείρισης ενός σταθερού διεθνούς συστήματος θαλάσσιων μεταφορών. Ένα καθεστώς διέλευσης χρειάζεται προβλέψιμους κανόνες, τεχνική συνεργασία, εμπιστοσύνη και ευρύτερη αποδοχή από τα κράτη και τους εμπορικούς φορείς που εξαρτώνται από αυτό.

Η στρατηγική πρόκληση για την Τεχεράνη δεν είναι απλώς να αποδείξει ότι μπορεί να επηρεάσει το Ορμούζ. Είναι να μετατρέψει αυτό το πλεονέκτημα σε πολιτικό και οικονομικό αποτέλεσμα χωρίς να προκαλέσει μια κρίση που θα ενισχύσει τη διεθνή απομόνωσή της.

  1. Τα όρια της ιρανικής στρατηγικής και οι κίνδυνοι κλιμάκωσης

Το Ιράν διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα στο Ορμούζ, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ελέγχει χωρίς κόστος όλες τις εξελίξεις.

Μια παρατεταμένη διαταραχή της ναυσιπλοΐας θα μπορούσε να αυξήσει την πίεση στις διεθνείς ενεργειακές αγορές, να επιβαρύνει τις οικονομίες των γειτονικών κρατών και να δημιουργήσει κίνητρα για ισχυρότερη διεθνή αντίδραση. Θα μπορούσε επίσης να επηρεάσει τις ίδιες τις ιρανικές εξαγωγές και να περιορίσει τα έσοδα που χρειάζεται η χώρα για να αντιμετωπίσει τις οικονομικές συνέπειες των κυρώσεων.

Παράλληλα, οι αμερικανικές επιλογές δεν περιορίζονται σε μια συμβατική ναυτική επιχείρηση. Η Ουάσιγκτον μπορεί να χρησιμοποιήσει οικονομική πίεση, διπλωματικές συμμαχίες, κυρώσεις, στρατιωτική αποτροπή και συνεργασία με τα κράτη του Κόλπου.

Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι επιλογές είναι εξίσου αποτελεσματικές ή ότι μια στρατιωτική λύση θα εξασφάλιζε αυτομάτως το επιθυμητό αποτέλεσμα. Η δυνατότητα χρήσης στρατιωτικής ισχύος είναι διαφορετική από τη δυνατότητα επίτευξης ενός σταθερού πολιτικού αποτελέσματος.

Η ιρανική στρατηγική θα είναι περισσότερο αποτελεσματική εάν καταφέρει να συνδυάσει την αποτροπή με τη διπλωματία, να διατηρήσει σχέσεις με σημαντικούς περιφερειακούς και διεθνείς εταίρους και να αποφύγει τη δημιουργία ενός ευρέος συνασπισμού που θα αντιμετωπίζει την Τεχεράνη ως κοινή απειλή.

Αντίστοιχα, η αμερικανική στρατηγική θα συναντήσει όρια εάν βασιστεί στην υπόθεση ότι η στρατιωτική υπεροχή αρκεί για να εξασφαλίσει την ελεύθερη λειτουργία ενός θαλάσσιου περάσματος, χωρίς να αντιμετωπίζει τις πολιτικές αιτίες της κρίσης.

Η διαπραγμάτευση παραμένει δύσκολη επειδή και οι δύο πλευρές διαθέτουν μέσα πίεσης, αλλά καμία δεν μπορεί να εξασφαλίσει εύκολα μια λύση χωρίς κόστος.

Το σημαντικότερο ρίσκο είναι η μετατροπή ενός διαπραγματευτικού εργαλείου σε μόνιμη κατάσταση αντιπαράθεσης. Όσο το Ορμούζ παραμένει πεδίο αμοιβαίου εξαναγκασμού, τόσο περισσότερο οι οικονομικές και στρατιωτικές αποφάσεις των κρατών της περιοχής θα καθορίζονται από τον φόβο μιας νέας κλιμάκωσης.

  1. Συμπέρασμα: Το Ορμούζ ως δοκιμασία της πολυπολικότητας

Η σύγκρουση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ αναδεικνύει μια βασική μεταβολή στη διεθνή πολιτική: η παγκόσμια στρατιωτική υπεροχή δεν εξασφαλίζει αυτομάτως τον πλήρη έλεγχο των γεωπολιτικών εξελίξεων.

Το Ιράν δεν χρειάζεται να αντικαταστήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες ως παγκόσμια ναυτική δύναμη για να αμφισβητήσει την ελευθερία κινήσεων της Ουάσιγκτον στην περιοχή. Αρκεί να διαθέτει την ικανότητα να αυξάνει το κόστος των αμερικανικών επιλογών και να συνδέει τη διαχείριση ενός κρίσιμου περάσματος με ευρύτερες πολιτικές και οικονομικές απαιτήσεις.

Αυτό δεν συνιστά από μόνο του νίκη της Τεχεράνης ούτε αποδεικνύει ότι η αμερικανική ισχύς έχει καταρρεύσει. Δείχνει, όμως, ότι η άσκηση ισχύος εξαρτάται από τη γεωγραφία, τις οικονομικές αλληλεξαρτήσεις, τις συμμαχίες και την ικανότητα ενός κράτους να αντέχει την πίεση.

Το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι μόνο εάν θα ανοίξει το Ορμούζ. Είναι ποιο πλαίσιο θα διέπει τη λειτουργία του, ποιος θα συμμετέχει στη διαμόρφωσή του και ποια ανταλλάγματα θα συνδεθούν με την αποκλιμάκωση.

Η συνεννόηση Ιράν και Ομάν, εφόσον προχωρήσει σε λειτουργικό και ευρύτερα αποδεκτό πλαίσιο, θα μπορούσε να αποτελέσει βήμα προς μεγαλύτερη περιφερειακή συμμετοχή στη διαχείριση της ασφάλειας. Δεν θα εξάλειφε αυτομάτως τις διαφωνίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες ούτε θα εξασφάλιζε από μόνη της τη συμφωνία των υπόλοιπων κρατών του Κόλπου.

Αντίστοιχα, η πιθανή χρήση εναλλακτικών νομισμάτων και χρηματοπιστωτικών συστημάτων θα μπορούσε να συμβάλει στη διαφοροποίηση των διεθνών συναλλαγών. Δεν θα αρκούσε, όμως, από μόνη της για να ανατρέψει τη διεθνή νομισματική τάξη.

Η πολυπολικότητα δεν κρίνεται από το αν μια δύναμη μπορεί να αμφισβητήσει μια άλλη. Κρίνεται από το αν η αμφισβήτηση οδηγεί σε ένα βιώσιμο σύστημα συνεννόησης ή σε μια νέα ισορροπία αμοιβαίου εξαναγκασμού.

Το Ορμούζ είναι το σημείο όπου αυτή η διαφορά γίνεται απτή: ανάμεσα στην ικανότητα να εμποδίζεις και στην ικανότητα να διαμορφώνεις κανόνες που μπορούν να διατηρηθούν.

Η Τεχεράνη επιχειρεί να μετατρέψει τη γεωγραφική της θέση σε πολιτική και οικονομική ισχύ. Η Ουάσιγκτον επιδιώκει να διατηρήσει την ικανότητά της να επηρεάζει την ασφάλεια μιας από τις σημαντικότερες ενεργειακές αρτηρίες του κόσμου. Το Ομάν, το Κατάρ και οι υπόλοιπες χώρες του Κόλπου προσπαθούν να προστατεύσουν τα δικά τους συμφέροντα, ενώ η Κίνα επιδιώκει την αποκλιμάκωση και τη σταθερότητα των ενεργειακών ροών.

Το τελικό αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί από το αν οι αντίπαλες πλευρές θα μπορέσουν να μετατρέψουν την πίεση σε διαπραγματευτικό συμβιβασμό. Μέχρι τότε, το Ορμούζ παραμένει κάτι περισσότερο από ένα στενό θαλάσσιο πέρασμα: είναι ένας από τους βασικούς χώρους όπου δοκιμάζονται τα όρια της αμερικανικής ισχύος, οι φιλοδοξίες του Ιράν και η δυνατότητα διαμόρφωσης μιας περισσότερο πολυκεντρικής περιφερειακής τάξης.

 

Κεφάλαιο 5: Υεμένη, Χούθι και Σαουδική Αραβία, η μάχη για την Ερυθρά Θάλασσα

  1. Η Υεμένη ως δεύτερο μέτωπο στρατηγικής πίεσης

Η Υεμένη κατέχει μια θέση δυσανάλογη προς το μέγεθος της οικονομίας της και τις δυνατότητες του κράτους της. Η γεωγραφία της, η εγγύτητά της με τη Σαουδική Αραβία και η πρόσβασή της στο Μπαμπ αλ-Μαντάμπ τής προσδίδουν σημασία που ξεπερνά τα όρια της Αραβικής Χερσονήσου.

Το στενό Μπαμπ αλ-Μαντάμπ συνδέει την Ερυθρά Θάλασσα με τον Κόλπο του Άντεν και, μέσω αυτού, με τον Ινδικό Ωκεανό. Μαζί με τη Διώρυγα του Σουέζ, αποτελεί κρίσιμο πέρασμα για το εμπόριο μεταξύ Ασίας και Ευρώπης. Η αστάθεια στην περιοχή μπορεί να αυξήσει το κόστος μεταφοράς, τα ασφάλιστρα των πλοίων και τον χρόνο παράδοσης εμπορευμάτων, ενώ δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις στις ενεργειακές αγορές.

Η στρατηγική σημασία της Υεμένης ενισχύεται όταν η κρίση συνδέεται με άλλες περιφερειακές συγκρούσεις. Εάν η ναυσιπλοΐα αντιμετωπίζει ταυτόχρονα κινδύνους σε περισσότερα από ένα κρίσιμα περάσματα, οι συνέπειες δεν περιορίζονται στις εμπλεκόμενες χώρες. Επηρεάζουν την εφοδιαστική αλυσίδα, τις ενεργειακές ροές και τις οικονομίες που εξαρτώνται από τις θαλάσσιες μεταφορές.

Η γεωπολιτική σημασία της Υεμένης δεν βρίσκεται μόνο στο ποιος ελέγχει το έδαφός της, αλλά και στο ποιος μπορεί να επηρεάζει την ασφάλεια των θαλάσσιων οδών που περνούν δίπλα της.

  1. Οι Χούθι και η στρατηγική της ασύμμετρης ισχύος

Το κίνημα Ανσάρ Αλλάχ, γνωστό διεθνώς ως Χούθι, έχει εξελιχθεί από ένοπλο κίνημα με ισχυρή τοπική βάση σε σημαντικό στρατιωτικό και πολιτικό παράγοντα της Αραβικής Χερσονήσου. Ελέγχει την πρωτεύουσα Σαναά από το 2014 και διαθέτει στρατιωτικές δυνατότητες που του επιτρέπουν να απειλεί στόχους πέρα από τις περιοχές υπό τον έλεγχό του.

Η στρατηγική του βασίζεται στην ασύμμετρη αντιπαράθεση. Αντί να επιδιώκει ισοδύναμη αντιπαράθεση με τις συμβατικές στρατιωτικές δυνάμεις της Σαουδικής Αραβίας, αξιοποιεί πυραύλους, μη επανδρωμένα αεροσκάφη, παράκτιες θέσεις και την απειλή επιθέσεων εναντίον στρατιωτικών ή οικονομικών στόχων.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Χούθι διαθέτουν συνολική στρατιωτική υπεροχή. Σημαίνει ότι μπορούν να επιβάλλουν δυσανάλογο κόστος σε έναν αντίπαλο που διαθέτει περισσότερους οικονομικούς πόρους και ισχυρότερη συμβατική αεροπορία.

Η απειλή κατά των θαλάσσιων μεταφορών λειτουργεί ως πρόσθετο μέσο πίεσης. Ακόμη και όταν δεν διακόπτεται πλήρως η ναυσιπλοΐα, η πιθανότητα επίθεσης μπορεί να επηρεάσει τις αποφάσεις ναυτιλιακών εταιρειών και ασφαλιστών.

Ωστόσο, η δυνατότητα παρενόχλησης της ναυσιπλοΐας δεν ταυτίζεται με τον πλήρη έλεγχο ενός διεθνούς θαλάσσιου περάσματος. Το Μπαμπ αλ-Μαντάμπ βρίσκεται ανάμεσα στην Υεμένη και το Κέρας της Αφρικής. Ο έλεγχος παράκτιων περιοχών ή της υεμενικής πλευράς δεν ισοδυναμεί με κυριαρχία σε ολόκληρο το στενό ούτε εγγυάται ότι ένας ένοπλος δρών μπορεί να εμποδίσει κάθε πλοίο.

Η διάκριση αυτή είναι ουσιώδης: οι Χούθι μπορούν να δημιουργούν σοβαρή ανασφάλεια στη ναυσιπλοΐα χωρίς να διαθέτουν τη δυνατότητα να επιβάλουν απόλυτο ναυτικό αποκλεισμό.

  1. Η παράκτια επέκταση και η μάχη για το Μπαμπ αλ-Μαντάμπ

Τον Σεπτέμβριο του 2026 η στρατιωτική κατάσταση στη δυτική Υεμένη μεταβλήθηκε σημαντικά. Οι Χούθι ανακοίνωσαν προελάσεις κατά μήκος των ακτών της Ερυθράς Θάλασσας, με επίκεντρο την περιοχή της Μόχα, το Ντουμπάμπ και τη νήσο Μαγιούν, γνωστή και ως Περίμ, η οποία βρίσκεται στο Μπαμπ αλ-Μαντάμπ.

Η εξέλιξη αυτή δημιούργησε την προοπτική διεύρυνσης της επιρροής τους σε ένα από τα σημαντικότερα θαλάσσια περάσματα της περιοχής. Η παράκτια επέκταση, εφόσον διατηρούνταν, θα ενίσχυε τη δυνατότητά τους να ασκούν πίεση στην κυβέρνηση της Υεμένης και στη Σαουδική Αραβία, ενώ θα αύξανε τη στρατηγική σημασία της παρουσίας τους στην Ερυθρά Θάλασσα.

Στις αρχές Οκτωβρίου, όμως, η διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση της Υεμένης ανακοίνωσε την έναρξη μεγάλης στρατιωτικής επιχείρησης με στόχο την ανακατάληψη περιοχών που είχαν περάσει στον έλεγχο των Χούθι. Οι κυβερνητικές δυνάμεις υποστήριξαν ότι ανέκτησαν θέσεις γύρω από το Μπαμπ αλ-Μαντάμπ, το αεροδρόμιο του Ντουμπάμπ και την πόλη Μόχα, με την υποστήριξη της Σαουδικής Αραβίας.

Οι Χούθι αμφισβήτησαν τις ανακοινώσεις των αντιπάλων τους και υποστήριξαν ότι διατηρούσαν τις θέσεις που είχαν κατακτήσει. Οι αναφορές για τον πλήρη έλεγχο συγκεκριμένων περιοχών δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν ως αδιαμφισβήτητες χωρίς ανεξάρτητη επιβεβαίωση της κατάστασης στο πεδίο.

Η εικόνα που προκύπτει είναι επομένως διπλή. Από τη μία πλευρά, η αρχική επέκταση των Χούθι έδειξε ότι μπορούσαν να μεταβάλουν γρήγορα τη στρατιωτική ισορροπία στην παράκτια ζώνη. Από την άλλη, η αντεπίθεση των κυβερνητικών δυνάμεων έδειξε ότι η διατήρηση των νέων εδαφικών κερδών δεν ήταν δεδομένη.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος ανακοίνωσε ότι κατέλαβε μια περιοχή, αλλά ποιος μπορεί να την κρατήσει, να ανεφοδιάζει τις δυνάμεις του και να διατηρεί τον έλεγχο των οδικών και παράκτιων αξόνων.

  1. Η Σαουδική Αραβία μπροστά σε ένα στρατηγικό δίλημμα

Για τη Σαουδική Αραβία, η Υεμένη αποτελεί ζήτημα άμεσης εθνικής ασφάλειας. Η γειτνίαση των δύο χωρών επιτρέπει στις συγκρούσεις να μεταφέρονται εύκολα πέρα από τα σύνορα, ενώ οι πυραυλικές και μη επανδρωμένες επιθέσεις δημιουργούν κινδύνους για στρατιωτικές εγκαταστάσεις, αεροδρόμια, ενεργειακές υποδομές και κατοικημένες περιοχές.

Το Ριάντ βρίσκεται αντιμέτωπο με ένα δίλημμα που δεν επιλύεται μόνο με την αύξηση της στρατιωτικής ισχύος.

Μια περιορισμένη αντίδραση μπορεί να εκληφθεί ως αδυναμία αποτροπής και να ενθαρρύνει νέες επιθέσεις. Μια εκτεταμένη στρατιωτική επιχείρηση, από την άλλη πλευρά, μπορεί να οδηγήσει σε παρατεταμένο πόλεμο, να αυξήσει τις οικονομικές απώλειες και να εκθέσει τις σαουδαραβικές υποδομές σε επαναλαμβανόμενα πλήγματα.

Η προηγούμενη εμπειρία της σύγκρουσης έχει δείξει τα όρια της συμβατικής στρατιωτικής υπεροχής όταν ο αντίπαλος αξιοποιεί την τοπική γεωγραφία, αποκεντρωμένες δομές και ασύμμετρες μεθόδους πολέμου.

Η Σαουδική Αραβία χρειάζεται, συνεπώς, να επιτύχει περισσότερα από την προσωρινή ανακατάληψη μιας παράκτιας περιοχής. Χρειάζεται να μειώσει τη δυνατότητα των Χούθι να απειλούν το έδαφος και τις υποδομές της, χωρίς να εγκλωβιστεί σε μια νέα, μακρόχρονη σύγκρουση.

Παράλληλα, η ασφάλεια της Ερυθράς Θάλασσας αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τις ενεργειακές εξαγωγές του βασιλείου. Όταν οι διαδρομές του Περσικού Κόλπου αντιμετωπίζουν περιορισμούς ή κινδύνους, οι διαδρομές προς την Ερυθρά Θάλασσα αποκτούν πρόσθετη αξία. Αυτό αυξάνει το στρατηγικό κόστος μιας απειλής κατά του Μπαμπ αλ-Μαντάμπ.

Η σαουδαραβική στρατηγική πρέπει επομένως να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα δύο προβλήματα: την ασφάλεια των χερσαίων συνόρων και την προστασία των θαλάσσιων ενεργειακών διαδρομών.

  1. Η στρατιωτική υποστήριξη και τα όρια της αποτροπής

Η αντεπίθεση των δυνάμεων της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης της Υεμένης υποστηρίχθηκε από τη Σαουδική Αραβία. Οι ανακοινώσεις της σαουδαραβικής πλευράς και των συμμάχων της αναφέρθηκαν σε εκτεταμένη αεροπορική υποστήριξη και πλήγματα κατά στρατιωτικών στόχων των Χούθι.

Οι αριθμοί που δημοσιοποιήθηκαν για αεροσκάφη, πλήγματα και καταστροφές στρατιωτικών εγκαταστάσεων αποτελούν ισχυρισμούς των εμπλεκόμενων πλευρών και δεν πρέπει να θεωρούνται αυτομάτως ανεξάρτητα επιβεβαιωμένα δεδομένα.

Η αεροπορική ισχύς μπορεί να συμβάλει στην ανακατάληψη εδαφών, στην καταστροφή αποθηκών και στην παρεμπόδιση μετακινήσεων. Δεν εξασφαλίζει, όμως, από μόνη της τη σταθερή κατοχή μιας περιοχής ούτε την εξάλειψη της δυνατότητας του αντιπάλου να συνεχίσει τον πόλεμο.

Η αποτελεσματικότητα μιας επιχείρησης εξαρτάται από τη συνεργασία των χερσαίων δυνάμεων, την ενιαία διοίκηση, τη δυνατότητα ανεφοδιασμού και την πολιτική συνοχή των συμμάχων. Εάν αυτά τα στοιχεία απουσιάζουν, ακόμη και μια επιτυχημένη προέλαση μπορεί να αποδειχθεί προσωρινή.

Η αποτροπή έχει επίσης όρια όταν ο αντίπαλος δεν θεωρεί ότι το κόστος των επιθέσεών του υπερβαίνει το πολιτικό όφελος που προσδοκά. Για τους Χούθι, η απειλή κατά σαουδαραβικών στόχων μπορεί να αποτελεί μέσο άσκησης πίεσης και όχι απλώς στρατιωτική ενέργεια με στενά επιχειρησιακούς στόχους.

Γι’ αυτό η αξιολόγηση της σαουδαραβικής αντίδρασης δεν πρέπει να βασίζεται μόνο στον αριθμό των πληγμάτων. Πρέπει να εξετάζει εάν μειώθηκε πραγματικά η ικανότητα των Χούθι να πραγματοποιούν επιθέσεις και εάν δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για σταθερότερη πολιτική και στρατιωτική ισορροπία.

  1. Η σύνδεση με το Ιράν και ο κίνδυνος περιφερειακής κλιμάκωσης

Οι Χούθι και το Ιράν διατηρούν πολιτικές και στρατηγικές σχέσεις, ενώ η στρατιωτική τεχνογνωσία, η τεχνολογία και τα δίκτυα συνεργασίας αποτελούν σταθερά αντικείμενα συζήτησης γύρω από τις δυνατότητες του κινήματος.

Ωστόσο, πρέπει να διακρίνουμε τρία διαφορετικά επίπεδα: την πολιτική σύγκλιση, τη στρατιωτική συνεργασία και τον άμεσο επιχειρησιακό έλεγχο. Το ένα δεν αποδεικνύει αυτομάτως το άλλο.

Η διαπίστωση ότι το Ιράν και οι Χούθι έχουν κοινά συμφέροντα απέναντι στη Σαουδική Αραβία ή στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν αρκεί για να αποδειχθεί ότι κάθε επιχείρηση των Χούθι σχεδιάζεται ή διατάσσεται από την Τεχεράνη. Αντίστοιχα, η ύπαρξη ιρανικής υποστήριξης δεν σημαίνει ότι το κίνημα στερείται δικής του πολιτικής ατζέντας ή τοπικών κινήτρων.

Η διάκριση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία όταν εξετάζουμε την επέκταση των Χούθι στις ακτές της Ερυθράς Θάλασσας. Η επιχείρηση μπορεί να εξυπηρετεί τους δικούς τους στόχους στο εσωτερικό της Υεμένης, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί στρατηγικά οφέλη για το Ιράν, ασκώντας πίεση στη Σαουδική Αραβία και σε δυνάμεις που επιδιώκουν να περιορίσουν την ιρανική επιρροή.

Η σύγκρουση μπορεί έτσι να λειτουργήσει ως έμμεσο μέτωπο ευρύτερου ανταγωνισμού. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε τοπική εξέλιξη αποτελεί μέρος ενός ενιαίου, πλήρως ελεγχόμενου σχεδίου. Σημαίνει ότι οι περιφερειακοί δρώντες μπορούν να αξιοποιούν τις εξελίξεις προς όφελός τους, ακόμη και όταν δεν ελέγχουν πλήρως τις αποφάσεις των συμμάχων τους.

Η σημαντικότερη απειλή είναι η αλληλοτροφοδότηση των μετώπων. Μια επίθεση κατά της Σαουδικής Αραβίας μπορεί να οδηγήσει σε αντίποινα στην Υεμένη. Τα αντίποινα μπορούν να προκαλέσουν νέες επιθέσεις κατά ενεργειακών εγκαταστάσεων ή θαλάσσιων μεταφορών. Η κλιμάκωση μπορεί στη συνέχεια να επηρεάσει τις σχέσεις της Σαουδικής Αραβίας με το Ιράν και να αυξήσει την πιθανότητα εμπλοκής περισσότερων κρατών.

  1. Η Ερυθρά Θάλασσα και η ενεργειακή διάσταση

Η σημασία της Υεμένης δεν περιορίζεται στις χερσαίες μάχες. Το Μπαμπ αλ-Μαντάμπ αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου συστήματος θαλάσσιων διαδρομών που συνδέουν τον Ινδικό Ωκεανό, την Ερυθρά Θάλασσα και τη Μεσόγειο.

Μια παρατεταμένη κρίση στην περιοχή μπορεί να οδηγήσει πλοία σε εναλλακτικές διαδρομές, αυξάνοντας τις αποστάσεις, τα καύσιμα και το κόστος μεταφοράς. Παράλληλα, η αυξημένη στρατιωτική παρουσία και ο κίνδυνος επιθέσεων επηρεάζουν την ασφαλιστική κάλυψη και τις εμπορικές αποφάσεις.

Για τη Σαουδική Αραβία, η Ερυθρά Θάλασσα προσφέρει μια σημαντική εναλλακτική κατεύθυνση για τη μεταφορά πετρελαίου προς διεθνείς αγορές. Η αξία αυτής της διαδρομής αυξάνεται όταν η ναυσιπλοΐα στον Περσικό Κόλπο αντιμετωπίζει σοβαρούς κινδύνους.

Αυτό δημιουργεί μια σύνθετη αλληλεξάρτηση. Η απειλή στο Μπαμπ αλ-Μαντάμπ δεν επηρεάζει μόνο τη Σαουδική Αραβία ή την Υεμένη, αλλά και τις χώρες που εξαρτώνται από την απρόσκοπτη μεταφορά ενέργειας και εμπορευμάτων.

Ταυτόχρονα, δεν πρέπει να συγχέουμε τη στρατηγική σημασία του στενού με την αυτόματη δυνατότητα πλήρους αποκλεισμού του. Η πραγματική επίδραση εξαρτάται από τη διάρκεια της κρίσης, την ένταση των επιθέσεων, την αντίδραση των ναυτιλιακών εταιρειών, τις δυνατότητες προστασίας των πλοίων και τη διαθεσιμότητα εναλλακτικών διαδρομών.

Η γεωγραφία δημιουργεί δυνατότητες πίεσης. Το εάν αυτές μετατρέπονται σε σταθερό στρατηγικό πλεονέκτημα εξαρτάται από τις στρατιωτικές, οικονομικές και πολιτικές συνθήκες.

  1. Τα όρια της στρατηγικής των Χούθι

Οι πρόσφατες παράκτιες προελάσεις των Χούθι ανέδειξαν τόσο τις δυνατότητές τους όσο και τους κινδύνους που συνοδεύουν μια επέκταση πέρα από τις παραδοσιακές τους βάσεις.

Η διατήρηση εκτεταμένων παράκτιων περιοχών απαιτεί σταθερές γραμμές ανεφοδιασμού, αποτελεσματική διοίκηση και προστασία από αεροπορικά πλήγματα. Οι ανοιχτές παράκτιες ζώνες διαφέρουν από το ορεινό εσωτερικό της Υεμένης, όπου η γεωγραφία μπορεί να ευνοήσει την απόκρυψη, την κινητικότητα και την άμυνα.

Επομένως, η ταχεία κατάληψη μιας περιοχής δεν εγγυάται ότι η κατοχή της θα είναι βιώσιμη. Όσο περισσότερο επεκτείνεται μια ένοπλη δύναμη, τόσο αυξάνονται οι απαιτήσεις για προσωπικό, εφόδια και προστασία των θέσεών της.

Παράλληλα, η στρατηγική αξιοποίηση του Μπαμπ αλ-Μαντάμπ έχει ένα όριο: οι Χούθι μπορούν να αυξήσουν το κόστος της ναυσιπλοΐας και να δημιουργήσουν ανασφάλεια, αλλά η υπερβολική χρήση αυτής της δυνατότητας μπορεί να προκαλέσει ευρύτερη στρατιωτική αντίδραση.

Η ίδια η επιτυχία μιας ασύμμετρης στρατηγικής μπορεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την αντίδραση που επιδιώκει να αποφύγει ο φορέας της. Όσο περισσότερο απειλούνται κρίσιμες διεθνείς θαλάσσιες οδοί, τόσο μεγαλύτερο γίνεται το κίνητρο άλλων κρατών να συντονίσουν στρατιωτικά και διπλωματικά μέτρα εναντίον του.

Το ζήτημα, συνεπώς, δεν είναι εάν οι Χούθι διαθέτουν τη δυνατότητα να προκαλέσουν σοβαρή κρίση. Είναι εάν μπορούν να μετατρέψουν αυτή τη δυνατότητα σε διαρκή πολιτική επιρροή χωρίς να προκαλέσουν μια αντίδραση που θα περιορίσει τα κέρδη τους.

  1. Οι κρίσιμοι δείκτες για την επόμενη φάση

Η εξέλιξη της σύγκρουσης θα πρέπει να αξιολογείται μέσα από συγκεκριμένους δείκτες και όχι αποκλειστικά από τις ανακοινώσεις των εμπλεκόμενων πλευρών.

Πρώτος δείκτης: ο πραγματικός έλεγχος της παράκτιας ζώνης. Χρειάζεται να διαπιστωθεί εάν οι κυβερνητικές δυνάμεις μπορούν να διατηρήσουν τις θέσεις που ανακοίνωσαν ότι ανακατέλαβαν ή εάν οι Χούθι θα επιχειρήσουν να τις ανακτήσουν.

Δεύτερος δείκτης: η κατάσταση στη Μόχα και στο Ντουμπάμπ. Ο σταθερός έλεγχος αυτών των περιοχών θα επηρεάσει την πρόσβαση προς το Μπαμπ αλ-Μαντάμπ και τη δυνατότητα ανεφοδιασμού των αντίπαλων δυνάμεων.

Τρίτος δείκτης: η κατάσταση στη νήσο Μαγιούν. Η επιβεβαιωμένη παρουσία και η δυνατότητα διατήρησης στρατιωτικών θέσεων στη νήσο έχουν ιδιαίτερη σημασία λόγω της γεωγραφικής της θέσης στο στενό.

Τέταρτος δείκτης: οι επιθέσεις κατά της Σαουδικής Αραβίας. Η συχνότητα, η έκταση και οι επιβεβαιωμένες συνέπειες πυραυλικών επιθέσεων ή επιθέσεων με μη επανδρωμένα αεροσκάφη θα δείξουν εάν η αποτροπή λειτουργεί ή εάν η σύγκρουση διευρύνεται.

Πέμπτος δείκτης: η αντοχή των σαουδαραβικών ενεργειακών και μεταφορικών υποδομών. Η πραγματική ζημιά σε εγκαταστάσεις, αγωγούς, αεροδρόμια και λιμένες έχει μεγαλύτερη αναλυτική αξία από τις μη επαληθευμένες ανακοινώσεις περί επιτυχημένων πληγμάτων.

Έκτος δείκτης: η συνοχή των αντιπάλων των Χούθι. Η συνεργασία μεταξύ της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης, των διαφορετικών στρατιωτικών σχηματισμών και των περιφερειακών υποστηρικτών τους θα επηρεάσει την αποτελεσματικότητα κάθε επιχείρησης.

Έβδομος δείκτης: η ναυσιπλοΐα στο Μπαμπ αλ-Μαντάμπ. Οι πραγματικές μεταβολές στη διέλευση πλοίων, στα ασφάλιστρα και στις εμπορικές διαδρομές θα αποτυπώσουν την οικονομική επίδραση της κρίσης.

Όγδοος δείκτης: οι διπλωματικές κινήσεις. Ενδείξεις διαπραγματεύσεων μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Ιράν, καθώς και πρωτοβουλίες για πολιτική διευθέτηση στην Υεμένη, θα μπορούσαν να μεταβάλουν τη δυναμική της σύγκρουσης.

Οι δείκτες αυτοί επιτρέπουν να διακρίνουμε την πραγματική αλλαγή της ισορροπίας από την επικοινωνιακή προβολή στρατιωτικών επιτυχιών.

  1. Συμπέρασμα: Η Υεμένη ως δοκιμασία της περιφερειακής ισορροπίας

Η σύγκρουση στην Υεμένη αποδεικνύει ότι η στρατηγική ισχύς δεν μετριέται αποκλειστικά με το μέγεθος της οικονομίας, την ποιότητα της αεροπορίας ή τον αριθμό των στρατιωτικών μέσων. Η γεωγραφία, οι ασύμμετρες δυνατότητες και η πολιτική αντοχή μπορούν να επιτρέψουν σε έναν ασθενέστερο συμβατικά δρώντα να επηρεάζει δυσανάλογα ισχυρότερους αντιπάλους.

Οι Χούθι έχουν αποδείξει ότι μπορούν να αποτελούν σοβαρό παράγοντα αποσταθεροποίησης και να ασκούν πίεση στη Σαουδική Αραβία μέσω της απειλής κατά στρατιωτικών, ενεργειακών και θαλάσσιων στόχων. Δεν έχουν, όμως, αποδείξει ότι μπορούν να μετατρέψουν κάθε στρατιωτική προέλαση σε μόνιμο εδαφικό ή πολιτικό κέρδος.

Αντίστοιχα, η Σαουδική Αραβία διαθέτει σαφώς μεγαλύτερους συμβατικούς και οικονομικούς πόρους, αλλά η υπεροχή αυτή δεν εγγυάται μια γρήγορη και οριστική λύση. Η αποτελεσματικότητα της στρατηγικής της θα κριθεί από τη δυνατότητά της να περιορίσει τις απειλές χωρίς να οδηγηθεί σε έναν νέο, παρατεταμένο πόλεμο.

Το Μπαμπ αλ-Μαντάμπ συμπυκνώνει αυτή την αντίφαση. Είναι ένα στενό πέρασμα, αλλά η ασφάλειά του συνδέεται με την περιφερειακή στρατιωτική ισορροπία, την ενεργειακή οικονομία και τον ανταγωνισμό για επιρροή στη Μέση Ανατολή.

Η πολυπολικότητα δεν σημαίνει ότι κάθε περιφερειακή δύναμη μπορεί να επιβάλει ανεμπόδιστα τη θέλησή της. Σημαίνει ότι η ισχύς κατανέμεται σε περισσότερους δρώντες, οι οποίοι μπορούν να περιορίζουν τις επιλογές των ισχυρότερων, αλλά ταυτόχρονα υπόκεινται σε περιορισμούς και αντιδράσεις.

Η τελική έκβαση στην Υεμένη θα εξαρτηθεί από το ποιος θα καταφέρει να συνδυάσει στρατιωτική παρουσία, πολιτική συνοχή και αντοχή στον χρόνο. Μέχρι να υπάρξουν σαφέστερα δεδομένα για τον έλεγχο των κρίσιμων παράκτιων περιοχών και τη βιωσιμότητα των στρατιωτικών κερδών, κάθε πρόβλεψη για οριστική επικράτηση παραμένει πρόωρη.

Η Υεμένη δεν είναι απλώς ένα περιφερειακό πεδίο μάχης. Είναι ένα σημείο όπου συναντώνται η ασύμμετρη στρατηγική, η ασφάλεια των θαλάσσιων οδών και τα όρια της συμβατικής στρατιωτικής υπεροχής.

 

Κεφάλαιο 6: Ισραήλ και ΗΠΑ, εκλογές, πολιτική επιβίωση και το ενδεχόμενο νέας επίθεσης στο Ιράν

  1. Οι εκλογές στο Ισραήλ και η κρίση πολιτικής νομιμοποίησης

Οι ισραηλινές εκλογές της 27ης Οκτωβρίου 2026 πραγματοποιήθηκαν σε ένα περιβάλλον βαθιάς πολιτικής και στρατηγικής κρίσης. Η διαχείριση της επίθεσης της 7ης Οκτωβρίου 2023, ο πόλεμος στη Γάζα, οι συγκρούσεις με τον Λίβανο και το Ιράν, καθώς και οι εσωτερικές διαφωνίες για την ασφάλεια και τη στρατιωτική θητεία, διαμόρφωσαν το πλαίσιο μέσα στο οποίο οι Ισραηλινοί κλήθηκαν να επιλέξουν την επόμενη κυβέρνησή τους.

Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου επιδίωξε να διατηρήσει την εξουσία, παρουσιάζοντας την ασφάλεια και τη σύγκρουση με το Ιράν ως ζητήματα υπαρξιακής σημασίας για το κράτος του Ισραήλ. Η αντιπολίτευση, με βασικό αντίπαλο τον πρώην αρχηγό του ισραηλινού στρατού Γκάντι Άιζενκοτ, επιχείρησε να μετατρέψει τη δυσαρέσκεια για τη διαχείριση των πολεμικών κρίσεων σε πολιτική εναλλακτική.

Ωστόσο, η εκλογική αναμέτρηση δεν ανέδειξε μια καθαρή και αδιαμφισβήτητη πλειοψηφία.

Με βάση τα αποτελέσματα που είχαν καταμετρηθεί έως τις 29 Οκτωβρίου, το δεξιό μπλοκ του Νετανιάχου εμφανιζόταν να συγκεντρώνει περίπου 53 έδρες, ενώ το μπλοκ της αντιπολίτευσης περίπου 48. Τα αραβικά κόμματα ενδέχεται να εξασφαλίσουν συνολικά 19 έδρες, αποκτώντας σημαντική κοινοβουλευτική επιρροή. Για την εξασφάλιση πλειοψηφίας απαιτούνται 61 από τις 120 έδρες της Κνεσέτ.

Τα δεδομένα αυτά είναι προσωρινά και δεν πρέπει να συγχέονται με το οριστικό αποτέλεσμα. Το βασικό πολιτικό συμπέρασμα, ωστόσο, παραμένει: κανένα από τα δύο μεγάλα μπλοκ δεν είχε εξασφαλίσει σαφή κοινοβουλευτική κυριαρχία.

Τα προσωρινά εκλογικά δεδομένα καταγράφουν κοινοβουλευτικό αδιέξοδο.

Η αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης δεν σημαίνει αναγκαστικά αποχώρηση του Νετανιάχου από την εξουσία. Μέχρι να σχηματιστεί νέα κυβέρνηση, μπορεί να παραμείνει υπηρεσιακός πρωθυπουργός, ενώ οι πολιτικές διαπραγματεύσεις συνεχίζονται.

Αυτή η μεταβατική περίοδος αποκτά ιδιαίτερη σημασία εξαιτίας του πολεμικού περιβάλλοντος. Μια κυβέρνηση χωρίς νέα κοινοβουλευτική εντολή εξακολουθεί να διαθέτει κρατικούς και στρατιωτικούς μηχανισμούς, αλλά η πολιτική της νομιμοποίηση και η δυνατότητά της να εξασφαλίσει ευρεία υποστήριξη για μια νέα πολεμική επιχείρηση αποτελούν διαφορετικά ζητήματα.

  1. Το εκλογικό αδιέξοδο και η συνέχεια της ισραηλινής στρατηγικής

Η εκλογική αποδυνάμωση του Νετανιάχου δεν συνεπάγεται αυτομάτως αλλαγή στην εξωτερική και στρατιωτική πολιτική του Ισραήλ.

Η αντιπολίτευση διαφωνεί με την κυβέρνηση σε ζητήματα διακυβέρνησης, πολιτικής ευθύνης και διαχείρισης των πολεμικών κρίσεων. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι οι βασικές στρατηγικές επιδιώξεις του ισραηλινού κράτους θα ανατραπούν σε περίπτωση αλλαγής πρωθυπουργού.

Η αντιπαράθεση με το Ιράν, η διατήρηση στρατιωτικής υπεροχής στην περιοχή και η προσπάθεια περιορισμού των αντιπάλων του Ισραήλ αποτελούν ευρύτερους άξονες της ισραηλινής στρατηγικής. Οι διαφορές μεταξύ των πολιτικών παρατάξεων αφορούν συχνά τον τρόπο, τον χρόνο και το κόστος επίτευξης αυτών των στόχων.

Η εκλογική αναμέτρηση έφερε επίσης στο προσκήνιο τη θέση των αραβικών πολιτικών δυνάμεων στο εσωτερικό του Ισραήλ. Παρά την αυξημένη κοινοβουλευτική τους βαρύτητα, η συνεργασία μαζί τους παραμένει πολιτικά αμφιλεγόμενη για σημαντικό τμήμα της ισραηλινής ηγεσίας.

Η αντίφαση είναι εμφανής: οι αραβικές ψήφοι μπορούν να επηρεάσουν αποφασιστικά τον σχηματισμό κυβέρνησης, ενώ ταυτόχρονα η συμμετοχή αραβικών κομμάτων σε κυβερνητικό συνασπισμό αντιμετωπίζεται από αρκετούς πολιτικούς ως κόκκινη γραμμή.

Το αδιέξοδο αυτό περιορίζει τις επιλογές σχηματισμού κυβέρνησης και αυξάνει την πιθανότητα παρατεταμένων διαπραγματεύσεων.

Από γεωπολιτική σκοπιά, το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν η εσωτερική αστάθεια θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη αυτοσυγκράτηση ή εάν θα ενισχύσει την ανάγκη της πολιτικής ηγεσίας να επιδείξει αποφασιστικότητα στον εξωτερικό τομέα.

Δεν υπάρχει αυτόματη απάντηση. Μια κυβέρνηση που αντιμετωπίζει πολιτική πίεση μπορεί να επιδιώξει αποκλιμάκωση για να αποφύγει πρόσθετες απώλειες ή να προβάλει στρατιωτική ισχύ για να ανακτήσει πολιτικό έδαφος. Η επιλογή εξαρτάται από τους συσχετισμούς στο εσωτερικό, τις στρατιωτικές εκτιμήσεις και κυρίως τη στάση της Ουάσιγκτον.

  1. Το ενδεχόμενο νέας επίθεσης κατά του Ιράν

Το ενδεχόμενο επανάληψης μεγάλης στρατιωτικής επιχείρησης κατά του Ιράν αποτελεί τον σημαντικότερο εξωτερικό παράγοντα που μπορεί να επηρεάσει τη μεταεκλογική περίοδο στο Ισραήλ.

Τον Οκτώβριο του 2026 εμφανίστηκαν δημοσιογραφικές αναφορές σύμφωνα με τις οποίες η ισραηλινή ηγεσία είχε εξετάσει την επανέναρξη των επιχειρήσεων κατά του Ιράν πριν από τις εκλογές. Παράλληλα, αναφέρθηκε ότι η αμερικανική κυβέρνηση δεν επιθυμούσε την επανέναρξη μεγάλης κλίμακας πολεμικών επιχειρήσεων πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ, οι οποίες έχουν προγραμματιστεί για τις 3 Νοεμβρίου.

Οι αναφορές αυτές πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή. Δεν αποτελούν από μόνες τους απόδειξη ότι είχε ληφθεί οριστική απόφαση επίθεσης. Επιπλέον, η ισραηλινή κυβέρνηση αρνήθηκε δημοσίως ότι σχεδίαζε να ξεκινήσει επίθεση κατά του Ιράν πριν από τις ισραηλινές εκλογές.

Στις 26 Οκτωβρίου, ο Ισραηλινός υπουργός Άμυνας Ισραέλ Κατς δήλωσε ότι το Ισραήλ δεν είχε πρόθεση να ξεκινήσει επίθεση κατά του Ιράν πριν από την ψηφοφορία. Παράλληλα, προειδοποίησε ότι η χώρα του θα απαντούσε με μεγάλη στρατιωτική ισχύ εάν δεχόταν επίθεση.

Η ισραηλινή κυβέρνηση αρνήθηκε ότι σχεδίαζε να ξεκινήσει επίθεση πριν από τις εκλογές.

Η διάκριση ανάμεσα στην προετοιμασία και στην απόφαση είναι καθοριστική. Οι ένοπλες δυνάμεις μπορούν να εκπονούν σχέδια επιχειρήσεων, να ενισχύουν την ετοιμότητά τους και να προετοιμάζουν εναλλακτικά σενάρια χωρίς να έχει δοθεί πολιτική εντολή εκτέλεσης.

Αντίστοιχα, η ύπαρξη πολιτικών συνομιλιών για μια πιθανή επίθεση δεν αποδεικνύει ότι οι δύο κυβερνήσεις έχουν συμφωνήσει σε κοινό χρονοδιάγραμμα.

Η πραγματική αξιολόγηση του κινδύνου απαιτεί συνδυασμό στοιχείων: στρατιωτικές μετακινήσεις, επίσημες δηλώσεις, διπλωματικές επαφές, προετοιμασία υποδομών, μεταβολές στην αμυντική ετοιμότητα και ενδείξεις ότι οι πολιτικοί περιορισμοί αίρονται.

Χωρίς αυτά τα στοιχεία, οποιαδήποτε πρόβλεψη συγκεκριμένης ημερομηνίας θα ήταν περισσότερο εικασία παρά ανάλυση.

  1. Οι αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές και ο παράγοντας Τραμπ

Οι ενδιάμεσες εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες, στις 3 Νοεμβρίου 2026, αποτελούν σημαντικό περιορισμό για τη λήψη αποφάσεων της κυβέρνησης Τραμπ.

Οι εκλογές αυτές δεν εκλέγουν νέο πρόεδρο, αλλά επηρεάζουν τον κοινοβουλευτικό συσχετισμό δυνάμεων και τη δυνατότητα της κυβέρνησης να προωθεί την πολιτική της. Η έκβαση μπορεί να επηρεάσει τη χρηματοδότηση, την εποπτεία και την πολιτική υποστήριξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων.

Ένας νέος πόλεμος κατά του Ιράν θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές οικονομικές και πολιτικές συνέπειες. Η αύξηση των τιμών ενέργειας, η αναστάτωση στις θαλάσσιες μεταφορές και η πιθανότητα αμερικανικών απωλειών θα μπορούσαν να μετατρέψουν την εξωτερική πολιτική σε κεντρικό ζήτημα της προεκλογικής αντιπαράθεσης.

Για τον Λευκό Οίκο, επομένως, το ζήτημα δεν είναι μόνο εάν μια στρατιωτική επιχείρηση είναι επιχειρησιακά εφικτή. Είναι και εάν το πολιτικό κόστος της μπορεί να γίνει αποδεκτό σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβέρνηση επιδιώκει να διατηρήσει την κοινοβουλευτική της επιρροή.

Σύμφωνα με δημοσιεύματα του Οκτωβρίου, η Ουάσιγκτον είχε διαμηνύσει ότι δεν θα εξαπέλυε νέα επίθεση κατά του Ιράν πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές. Η θέση αυτή δεν αποτελεί εγγύηση ότι δεν θα ακολουθήσει στρατιωτική δράση μετά την ψηφοφορία. Δείχνει, όμως, ότι ο εκλογικός παράγοντας επηρεάζει τον χρονισμό των πιθανών επιχειρήσεων.

Δημοσιογραφικές αναφορές αποδίδουν στην αμερικανική κυβέρνηση πρόθεση αποφυγής νέας επίθεσης πριν από τις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου.

Η αμερικανική στάση δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως απόρριψη της στρατιωτικής επιλογής συνολικά. Μπορεί να αντανακλά διαφωνία ως προς τον χρόνο, τους στόχους, την έκταση και τις πιθανές συνέπειες μιας επιχείρησης.

Εδώ βρίσκεται η ουσία της αμερικανοϊσραηλινής σχέσης: οι δύο χώρες έχουν στενή στρατηγική συνεργασία, αλλά δεν είναι υποχρεωμένες να έχουν ταυτόσημους πολιτικούς υπολογισμούς σε κάθε κρίση.

  1. Γιατί το Ισραήλ χρειάζεται την αμερικανική συμμετοχή

Το Ισραήλ διαθέτει ισχυρές ένοπλες δυνάμεις, ανεπτυγμένη αεροπορία και σημαντικές δυνατότητες συλλογής πληροφοριών. Ωστόσο, μια μεγάλης κλίμακας επιχείρηση κατά του Ιράν είναι πολύ διαφορετική από μια περιορισμένη επίθεση σε γειτονική χώρα.

Η γεωγραφική απόσταση, το μέγεθος της ιρανικής επικράτειας, η διασπορά στρατιωτικών εγκαταστάσεων και η πιθανότητα παρατεταμένης σύγκρουσης δημιουργούν επιχειρησιακές απαιτήσεις που δεν μπορούν να αγνοηθούν.

Η αμερικανική υποστήριξη έχει πολλαπλές διαστάσεις:

  • Αεροπορική και επιχειρησιακή υποστήριξη: δυνατότητες που μπορούν να διευκολύνουν την εκτέλεση και τη διατήρηση μιας εκτεταμένης επιχείρησης.
  • Πληροφορίες και επιτήρηση: συμβολή στην αξιολόγηση στόχων και στην παρακολούθηση των ιρανικών στρατιωτικών κινήσεων.
  • Αντιπυραυλική άμυνα: υποστήριξη στην αντιμετώπιση πιθανών ιρανικών αντιποίνων.
  • Διπλωματική κάλυψη: δυνατότητα περιορισμού ή διαχείρισης των διεθνών αντιδράσεων.
  • Οικονομική και στρατιωτική αντοχή: η αμερικανική υποστήριξη μπορεί να επηρεάσει τη δυνατότητα του Ισραήλ να αντέξει μια παρατεταμένη κρίση.

Αυτές οι παράμετροι εξηγούν γιατί η αμερικανική συγκατάθεση έχει ιδιαίτερη βαρύτητα.

Δεν σημαίνει ότι το Ισραήλ δεν μπορεί να ενεργήσει μονομερώς. Σημαίνει ότι η έκταση, η διάρκεια και οι συνέπειες μιας τέτοιας ενέργειας μπορεί να είναι πολύ διαφορετικές χωρίς αμερικανική υποστήριξη.

Η Ουάσιγκτον, από την άλλη πλευρά, αντιμετωπίζει το δίλημμα ανάμεσα στην υποστήριξη ενός στενού συμμάχου και στην αποφυγή μιας σύγκρουσης που θα μπορούσε να επεκταθεί σε ολόκληρη την περιοχή.

Εάν η αμερικανική κυβέρνηση θεωρήσει ότι μια ισραηλινή επιχείρηση θα οδηγήσει σε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση, μπορεί να επιδιώξει να την περιορίσει. Εάν θεωρήσει ότι οι στρατηγικοί στόχοι της δικαιολογούν το κόστος, μπορεί να υιοθετήσει διαφορετική στάση.

Η σχέση συμμαχίας, επομένως, δεν καταργεί τη διαπραγμάτευση μεταξύ των δύο πλευρών.

  1. Η πολιτική χρησιμότητα της απειλής και τα όριά της

Η στρατιωτική απειλή μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέσο πίεσης πριν από την έναρξη μιας επιχείρησης. Μπορεί να αποσκοπεί στην απόσπαση παραχωρήσεων, στην ενίσχυση της διαπραγματευτικής θέσης ή στην αποτροπή ενεργειών του αντιπάλου.

Στο εσωτερικό πολιτικό πεδίο, η προβολή μιας εξωτερικής απειλής μπορεί επίσης να επηρεάσει την εκλογική συζήτηση. Μια κυβέρνηση μπορεί να επιχειρήσει να μεταφέρει την προσοχή από την πολιτική της επίδοση στην ανάγκη εθνικής συσπείρωσης.

Αυτό, όμως, δεν αποδεικνύει ότι κάθε προειδοποίηση για τον κίνδυνο πολέμου αποτελεί κατασκευασμένο πρόσχημα.

Η απειλή από το Ιράν, οι στρατιωτικές δυνατότητές του και η περιφερειακή του πολιτική αποτελούν πραγματικά ζητήματα ασφαλείας για το Ισραήλ. Παράλληλα, η πολιτική αξιοποίηση αυτών των ζητημάτων μπορεί να συνυπάρχει με πραγματικές στρατηγικές ανησυχίες.

Η ανάλυση οφείλει να διαχωρίζει το κίνητρο από την απόδειξη. Η πιθανότητα ένας πολιτικός να ωφεληθεί από μια κρίση δεν αποδεικνύει ότι προκάλεσε την κρίση ή ότι αποφάσισε να ξεκινήσει πόλεμο για εκλογικούς λόγους.

Στην περίπτωση του Νετανιάχου, η χρονική σύμπτωση μεταξύ εκλογών και συζητήσεων για πιθανή στρατιωτική δράση δημιουργεί εύλογο αντικείμενο διερεύνησης. Δεν αρκεί, όμως, για να αποδείξει ότι μια επίθεση θα πραγματοποιηθεί αποκλειστικά για λόγους πολιτικής επιβίωσης.

Η ορθή προσέγγιση είναι να εξετάσουμε ποια επιλογή εξυπηρετεί καλύτερα ταυτόχρονα τους στρατηγικούς και τους εσωτερικούς πολιτικούς στόχους της κυβέρνησης, χωρίς να θεωρούμε εκ των προτέρων ότι αυτοί οι στόχοι συμπίπτουν πλήρως.

  1. Η ιρανική αποτροπή και το κόστος μιας νέας σύγκρουσης

Το Ιράν δεν αποτελεί παθητικό παράγοντα σε αυτό το σενάριο. Μια νέα επίθεση θα πρέπει να αξιολογηθεί και με βάση τη δυνατότητα της Τεχεράνης να απαντήσει.

Η ιρανική στρατηγική αποτροπής βασίζεται σε συνδυασμό πυραυλικών δυνατοτήτων, μη επανδρωμένων συστημάτων, περιφερειακών σχέσεων και γεωγραφικών πλεονεκτημάτων. Η έκταση της χώρας και η διασπορά κρίσιμων εγκαταστάσεων δημιουργούν πρόσθετες δυσκολίες για όποιον επιχειρεί να επιτύχει αποφασιστικό αποτέλεσμα μέσω αεροπορικών πληγμάτων.

Η ικανότητα απάντησης δεν σημαίνει ότι το Ιράν μπορεί να αποτρέψει κάθε επίθεση ή να αποφύγει σοβαρές ζημιές. Σημαίνει ότι η απόφαση για στρατιωτική δράση συνεπάγεται υπολογισμό του κόστους των πιθανών αντιποίνων.

Μια νέα σύγκρουση θα μπορούσε να περιλαμβάνει πλήγματα σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις, ενεργειακές υποδομές και άλλους στρατηγικούς στόχους. Θα μπορούσε επίσης να επηρεάσει τη ναυσιπλοΐα στον Περσικό Κόλπο και στα Στενά του Ορμούζ, με συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία.

Επιπλέον, η κλιμάκωση θα μπορούσε να επεκταθεί σε περισσότερα μέτωπα. Η κατάσταση στον Λίβανο, στην Υεμένη και στην ευρύτερη περιοχή θα επηρεαζόταν από τις αποφάσεις των εμπλεκόμενων κρατών και οργανώσεων.

Η Τεχεράνη έχει κίνητρο να καταστήσει σαφές ότι μια επίθεση δεν θα έχει μόνο διμερείς συνέπειες. Το Ισραήλ και οι Ηνωμένες Πολιτείες, αντίστοιχα, πρέπει να υπολογίσουν εάν οι στρατιωτικοί στόχοι μιας επιχείρησης μπορούν να επιτευχθούν χωρίς να δημιουργηθεί μια μακρύτερη και ευρύτερη σύγκρουση.

Το βασικό πρόβλημα της αποτροπής είναι ότι δεν απαιτείται απόλυτη στρατιωτική ισοδυναμία για να αυξηθεί το κόστος μιας επίθεσης. Αρκεί ο αμυνόμενος να διατηρεί τη δυνατότητα να προκαλέσει απώλειες και να δημιουργήσει συνέπειες δυσανάλογες προς τα αρχικά οφέλη του επιτιθέμενου.

  1. Τρία βασικά σενάρια για τη μεταεκλογική περίοδο

Σενάριο Α: Διπλωματική αναμονή και περιορισμένη αποκλιμάκωση

Στο πρώτο σενάριο, οι αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές λειτουργούν ως προσωρινό όριο στην ανάληψη νέας μεγάλης στρατιωτικής επιχείρησης.

Η Ουάσιγκτον συνεχίζει την πολιτική και οικονομική πίεση προς το Ιράν, ενώ παράλληλα διατηρεί ανοικτά τα διπλωματικά κανάλια. Το Ισραήλ διατηρεί αυξημένη στρατιωτική ετοιμότητα, χωρίς να ξεκινά νέα εκστρατεία.

Η εξέλιξη αυτή δεν θα σήμαινε επίλυση της αντιπαράθεσης. Θα αποτελούσε προσωρινή διαχείριση της κρίσης, με σκοπό να αποφευχθεί μια σύγκρουση σε πολιτικά δυσμενή χρονική στιγμή.

Δείκτες επιβεβαίωσης: συνέχιση διαμεσολαβητικών επαφών, απουσία σαφών ενδείξεων άμεσης επιχείρησης και διατήρηση δημόσιων δεσμεύσεων για αποφυγή νέας επίθεσης πριν από τις αμερικανικές εκλογές.

Σενάριο Β: Νέα επίθεση μετά τις αμερικανικές εκλογές

Στο δεύτερο σενάριο, η Ουάσιγκτον αποφεύγει στρατιωτική δράση πριν από τις 3 Νοεμβρίου, αλλά επανεξετάζει τις επιλογές της μετά την ψηφοφορία.

Η πολιτική πίεση που συνδέεται με τις εκλογές μειώνεται ως άμεσος περιορισμός, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εξαφανίζονται οι οικονομικοί και στρατηγικοί κίνδυνοι. Η ισραηλινή κυβέρνηση θα μπορούσε να επιδιώξει να αξιοποιήσει τη μεταεκλογική περίοδο για να επαναφέρει το ζήτημα της στρατιωτικής δράσης.

Το σενάριο αυτό προϋποθέτει, ωστόσο, ότι η αμερικανική ηγεσία θα καταλήξει πως τα πιθανά οφέλη υπερτερούν των κινδύνων. Η ολοκλήρωση των εκλογών δεν αποτελεί από μόνη της απόφαση πολέμου.

Δείκτες επιβεβαίωσης: ενδείξεις ενισχυμένου στρατιωτικού συντονισμού, επίσημες μεταβολές στη στάση της Ουάσιγκτον, ασυνήθιστες μετακινήσεις στρατιωτικών μέσων και περιορισμός των διπλωματικών προσπαθειών.

Σενάριο Γ: Παρατεταμένο πολιτικό αδιέξοδο στο Ισραήλ

Στο τρίτο σενάριο, η αδυναμία σχηματισμού σταθερής κυβέρνησης παρατείνεται.

Ο Νετανιάχου παραμένει υπηρεσιακός πρωθυπουργός, ενώ τα κόμματα διαπραγματεύονται τη συγκρότηση κυβερνητικού συνασπισμού. Η εσωτερική αστάθεια μπορεί να ενισχύσει τις πιέσεις για εθνική συσπείρωση, αλλά μπορεί επίσης να περιορίσει την πολιτική ελευθερία κινήσεων της κυβέρνησης.

Το αποτέλεσμα εξαρτάται από τη στάση του στρατιωτικού μηχανισμού, τη διαθεσιμότητα αμερικανικής υποστήριξης και την εξέλιξη των σχέσεων με το Ιράν.

Μια υπηρεσιακή κυβέρνηση δεν στερείται αυτομάτως τη δυνατότητα να λάβει αποφάσεις ασφαλείας. Ωστόσο, μια μεγάλης κλίμακας επίθεση θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρή πολιτική αντιπαράθεση για το εάν υπήρχε επαρκής δημοκρατική και κοινοβουλευτική νομιμοποίηση.

Δείκτες επιβεβαίωσης: αποτυχία συγκρότησης πλειοψηφίας, παρατεταμένες διαπραγματεύσεις, αυξανόμενες δημόσιες διαφωνίες για τη στρατηγική απέναντι στο Ιράν και ενδείξεις ότι η πολιτική αβεβαιότητα επηρεάζει τις αποφάσεις ασφαλείας.

Τα τρία σενάρια δεν είναι απολύτως αμοιβαία αποκλειόμενα. Μια περίοδος διπλωματικής αναμονής μπορεί να ακολουθηθεί από νέα στρατιωτική δράση, ενώ το εσωτερικό πολιτικό αδιέξοδο του Ισραήλ μπορεί να εξελίσσεται παράλληλα με τις αμερικανικές αποφάσεις.

  1. Τι πρέπει να παρακολουθούμε

Η αξιολόγηση του κινδύνου νέας επίθεσης απαιτεί συστηματική παρακολούθηση συγκεκριμένων ενδείξεων.

Πρώτον, τη στάση της αμερικανικής κυβέρνησης μετά τις 3 Νοεμβρίου. Το σημαντικό δεν είναι μόνο οι προεκλογικές δηλώσεις, αλλά εάν η Ουάσιγκτον μεταβάλει επίσημα τη θέση της ως προς τη χρήση στρατιωτικής ισχύος.

Δεύτερον, τον σχηματισμό κυβέρνησης στο Ισραήλ. Η δυνατότητα του Νετανιάχου να συγκεντρώσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία ή να παραμείνει υπηρεσιακός πρωθυπουργός θα επηρεάσει το εσωτερικό πολιτικό πλαίσιο, χωρίς να καθορίζει από μόνη της τη στρατιωτική απόφαση.

Τρίτον, τον βαθμό αμερικανοϊσραηλινού στρατιωτικού συντονισμού. Οι επίσημες συναντήσεις, οι ανακοινώσεις και οι επιβεβαιωμένες μεταβολές στην ετοιμότητα έχουν μεγαλύτερη αξία από ανώνυμες πληροφορίες που αναπαράγονται χωρίς διασταύρωση.

Τέταρτον, τις διπλωματικές επαφές με το Ιράν. Η ύπαρξη διαπραγματεύσεων δεν αποκλείει τη στρατιωτική προετοιμασία, αλλά η πρόοδος προς συγκεκριμένη συμφωνία μπορεί να περιορίσει το κίνητρο για επίθεση.

Πέμπτον, την κατάσταση στον Περσικό Κόλπο και στα Στενά του Ορμούζ. Η επιδείνωση της ναυσιπλοΐας και η αύξηση των κινδύνων για τις ενεργειακές μεταφορές θα μπορούσαν να αυξήσουν το κόστος μιας νέας σύγκρουσης και να μεταβάλουν τους υπολογισμούς των εμπλεκόμενων κρατών.

Έκτον, τις επίσημες ιρανικές προειδοποιήσεις και την αμυντική ετοιμότητα. Οι δηλώσεις της Τεχεράνης πρέπει να διακρίνονται από τις πραγματικές στρατιωτικές ενέργειες. Η ρητορική κλιμάκωση είναι ένδειξη έντασης, όχι απόδειξη επικείμενης επίθεσης.

Η αξιολόγηση πρέπει να βασίζεται στη σύγκλιση πολλών ανεξάρτητων ενδείξεων. Μία ανώνυμη διαρροή, μια προεκλογική ομιλία ή μια μετακίνηση στρατιωτικού μέσου δεν αρκούν για να θεμελιώσουν ασφαλή πρόβλεψη.

  1. Συμπέρασμα: Η εκλογική συγκυρία ως παράγοντας πολέμου και ειρήνης

Οι ισραηλινές και οι αμερικανικές εκλογές δεν αποτελούν τη βασική αιτία της αντιπαράθεσης με το Ιράν. Επηρεάζουν, όμως, τον χρόνο, το πολιτικό κόστος και τις συνθήκες υπό τις οποίες μπορεί να ληφθεί μια απόφαση για νέα στρατιωτική επιχείρηση.

Στο Ισραήλ, το εκλογικό αδιέξοδο αποδυνάμωσε την εικόνα μιας κυβέρνησης που επιδιώκει να παρουσιάζει την ασφάλεια ως απόδειξη της πολιτικής της αποτελεσματικότητας. Δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι οι βασικές στρατηγικές επιδιώξεις της χώρας θα εγκαταλειφθούν.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι ενδιάμεσες εκλογές δημιουργούν πολιτικούς περιορισμούς, καθώς μια νέα σύγκρουση θα μπορούσε να επηρεάσει την οικονομία, τις τιμές ενέργειας και την κοινοβουλευτική θέση της κυβέρνησης Τραμπ. Η αποφυγή πολέμου πριν από τις εκλογές δεν ισοδυναμεί με δέσμευση για μόνιμη ειρήνη.

Για το Ιράν, η αποτροπή εξαρτάται από τη δυνατότητα να καταστήσει μια νέα επίθεση δαπανηρή και επικίνδυνη, διατηρώντας παράλληλα τη διαπραγματευτική του θέση. Για το Ισραήλ, το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν μια νέα επιχείρηση θα προσφέρει διαρκές στρατηγικό αποτέλεσμα ή θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη και δυσκολότερα ελεγχόμενη σύγκρουση.

Η αμερικανική απόφαση αποτελεί καθοριστικό παράγοντα, αλλά δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη ούτε προς τη μία ούτε προς την άλλη κατεύθυνση.

Το ουσιαστικό γεωπολιτικό συμπέρασμα είναι ότι η στρατιωτική ισχύς δεν λειτουργεί έξω από την πολιτική. Οι εκλογές, οι κυβερνητικοί συνασπισμοί, η οικονομική αντοχή και η διεθνής νομιμοποίηση επηρεάζουν τις αποφάσεις πολέμου όσο και οι στρατιωτικές δυνατότητες.

Η μεταεκλογική περίοδος θα κρίνει εάν οι πολιτικοί περιορισμοί θα οδηγήσουν σε νέα διπλωματική προσπάθεια ή εάν θα ανοίξουν τον δρόμο για επανάληψη των επιχειρήσεων. Μέχρι να υπάρξουν σαφέστερες ενδείξεις για συγκεκριμένη απόφαση και επιχειρησιακό χρονοδιάγραμμα, το ενδεχόμενο νέας επίθεσης πρέπει να αντιμετωπίζεται ως σοβαρό σενάριο, όχι ως προαποφασισμένο γεγονός.

 

 

Κεφάλαιο 7: Ρωσία και Κίνα, ο ευρασιατικός άξονας και τα όρια της πολυπολικότητας

  1. Η κρίση στη Μέση Ανατολή ως δοκιμασία της πολυπολικότητας

Η αντιπαράθεση γύρω από το Ιράν δεν αποτελεί αποκλειστικά περιφερειακή σύγκρουση. Επηρεάζει τις σχέσεις μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων, τη λειτουργία των διεθνών θεσμών, την ασφάλεια των ενεργειακών μεταφορών και τη δυνατότητα των κρατών να αντιστέκονται σε εξωτερικές πιέσεις.

Σε αυτό το περιβάλλον, η Ρωσία και η Κίνα αποτελούν δύο από τους σημαντικότερους παράγοντες που μπορούν να περιορίσουν τη δυνατότητα των Ηνωμένων Πολιτειών να διαμορφώνουν μονομερώς τις εξελίξεις.

Η Μόσχα και το Πεκίνο έχουν αναπτύξει στενότερη πολιτική, οικονομική και στρατηγική συνεργασία. Διαθέτουν κοινά συμφέροντα στην αντίθεση προς τις μονομερείς κυρώσεις, στην ενίσχυση της κρατικής κυριαρχίας και στην αναδιαμόρφωση της διεθνούς ισορροπίας ισχύος.

Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι οι δύο χώρες αποτελούν ενιαίο στρατιωτικό συνασπισμό με κοινή διοίκηση και υποχρέωση συμμετοχής σε κάθε σύγκρουση.

Η συνεργασία τους βασίζεται σε σημαντικό βαθμό στη σύγκλιση συμφερόντων, στον διμερή συντονισμό και στη συμμετοχή σε πολυμερείς οργανισμούς. Οι επιμέρους στρατηγικές τους, όμως, δεν ταυτίζονται πλήρως.

Η Ρωσία επιδιώκει να διατηρήσει τη θέση της ως ανεξάρτητου στρατιωτικού και γεωπολιτικού πόλου, ενώ η Κίνα δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην οικονομική ανάπτυξη, στο διεθνές εμπόριο, στην ενεργειακή ασφάλεια και στη σταδιακή αύξηση της διεθνούς επιρροής της.

Η κρίση στη Μέση Ανατολή δοκιμάζει κατά πόσο αυτή η συνεργασία μπορεί να μετατραπεί σε πρακτικό στρατηγικό πλεονέκτημα.

[EK: Η πολυπολικότητα δεν κρίνεται μόνο από την ύπαρξη πολλών ισχυρών κρατών, αλλά από την ικανότητά τους να συντονίζονται και να επηρεάζουν έμπρακτα τις διεθνείς εξελίξεις.]
  1. Η ρωσοκινεζική συνεργασία και η στρατηγική σύγκλιση

Η συνεργασία Ρωσίας και Κίνας έχει αποκτήσει σταθερότερη θεσμική βάση μέσα από συναντήσεις κορυφής, κυβερνητικές συμφωνίες, οικονομικά προγράμματα και συντονισμό σε διεθνείς οργανισμούς.

Στις 21 Οκτωβρίου 2026, η 31η τακτική συνάντηση των επικεφαλής των κυβερνήσεων των δύο χωρών πραγματοποιήθηκε στην Αγία Πετρούπολη. Οι δύο πλευρές ανακοίνωσαν συμφωνίες και ενίσχυση της συνεργασίας σε τομείς όπως το εμπόριο, η αεροδιαστημική, η επιστήμη, η τεχνολογία και η εκπαίδευση.

Παράλληλα, οι δύο κυβερνήσεις υπογράμμισαν τη σημασία του πολιτικού συντονισμού και της συνεργασίας σε πολυμερή πλαίσια.

Η εξέλιξη αυτή έχει γεωπολιτική σημασία επειδή η ρωσοκινεζική σχέση δεν περιορίζεται στην ανταλλαγή διπλωματικών δηλώσεων. Περιλαμβάνει οικονομικές και θεσμικές διασυνδέσεις που μπορούν να αυξήσουν την ανθεκτικότητα των δύο κρατών απέναντι σε εξωτερικές πιέσεις.

Η συνεργασία τους, ωστόσο, δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως πλήρης ταύτιση συμφερόντων.

Η Κίνα διατηρεί εκτεταμένες εμπορικές σχέσεις με πολλές οικονομίες και έχει ισχυρό κίνητρο να αποφύγει μια ανεξέλεγκτη παγκόσμια σύγκρουση. Η Ρωσία αντιμετωπίζει διαφορετικές στρατηγικές και οικονομικές πιέσεις και μπορεί να αξιολογεί διαφορετικά το κόστος μιας παρατεταμένης κρίσης.

Η σύγκλιση των δύο δυνάμεων είναι πραγματική, αλλά έχει όρια.

Το βασικό πλεονέκτημα της συνεργασίας τους είναι ότι διευρύνει τις επιλογές τους. Η Ρωσία μπορεί να ενισχύει τις οικονομικές και διπλωματικές της σχέσεις με την Ασία, ενώ η Κίνα διατηρεί έναν σημαντικό στρατηγικό εταίρο στην Ευρασία.

Αυτό δυσκολεύει την προσπάθεια απομόνωσης οποιασδήποτε από τις δύο χώρες, χωρίς να καταργεί τις οικονομικές εξαρτήσεις ή τους περιορισμούς που αντιμετωπίζουν.

  1. Η Ρωσία και η κρίση του Ιράν

Για τη Ρωσία, η σύγκρουση με το Ιράν έχει πολλαπλές διαστάσεις.

Πρώτον, αφορά την ισορροπία δυνάμεων στη Μέση Ανατολή. Μια σοβαρή αποδυνάμωση της Τεχεράνης θα μπορούσε να περιορίσει τη ρωσική επιρροή στην περιοχή και να ενισχύσει τη δυνατότητα των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ να διαμορφώνουν τις περιφερειακές εξελίξεις.

Δεύτερον, αφορά τη διεθνή θέση της Ρωσίας. Η Μόσχα επιδιώκει να παρουσιάζεται ως ανεξάρτητος παράγοντας που μπορεί να διατηρεί σχέσεις με διαφορετικά κράτη και να παρεμβαίνει διπλωματικά σε κρίσεις.

Τρίτον, αφορά την οικονομική και τεχνολογική συνεργασία. Η Ρωσία και το Ιράν έχουν συμφέρον να αναπτύξουν εμπορικές, ενεργειακές και μεταφορικές διασυνδέσεις που θα μειώνουν την έκθεσή τους στους περιορισμούς των δυτικών χρηματοπιστωτικών και εμπορικών δικτύων.

Στις 19 Οκτωβρίου 2026, ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ επισκέφθηκε την Τεχεράνη και συναντήθηκε με την ιρανική πολιτική ηγεσία. Σύμφωνα με τη ρωσική διπλωματική ανακοίνωση, οι συνομιλίες αφορούσαν τη διμερή συνεργασία, τις περιφερειακές εξελίξεις και τον συντονισμό σε οργανισμούς όπως τα BRICS, ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης και η Ευρασιατική Οικονομική Ένωση.

Η επίσκεψη επιβεβαιώνει ότι η Μόσχα δεν εγκαταλείπει τη διπλωματική συνεργασία με την Τεχεράνη υπό συνθήκες κρίσης.

Δεν αποδεικνύει, όμως, ότι η Ρωσία έχει αποφασίσει να εμπλακεί άμεσα σε έναν πόλεμο υπέρ του Ιράν.

Αυτή η διάκριση είναι θεμελιώδης. Η διπλωματική υποστήριξη, η οικονομική συνεργασία, η παροχή στρατιωτικού υλικού και η άμεση στρατιωτική επέμβαση είναι διαφορετικά επίπεδα εμπλοκής. Η τεκμηρίωση του ενός δεν επιτρέπει να θεωρήσουμε δεδομένο το επόμενο.

Η ρωσική στρατηγική μπορεί να επιδιώκει την αποτροπή μιας αποφασιστικής ήττας του Ιράν χωρίς να αναλαμβάνει το πλήρες κόστος μιας άμεσης σύγκρουσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

  1. Η στρατιωτική συνεργασία Μόσχας και Τεχεράνης

Η στρατιωτική διάσταση της ρωσοϊρανικής σχέσης αποτελεί σημαντικό αντικείμενο ενδιαφέροντος, ιδιαίτερα καθώς οι δύο χώρες έχουν αναπτύξει συνεργασία σε τομείς όπως η αμυντική τεχνολογία, η αεροδιαστημική και τα μη επανδρωμένα συστήματα.

Στις 3 Οκτωβρίου 2026, ο αντιπρόεδρος του Ρωσικού Συμβουλίου Ασφαλείας Ντμίτρι Μεντβέντεφ δήλωσε σε συνέντευξή του στην ιρανική κρατική ραδιοτηλεόραση ότι οι δύο χώρες αναπτύσσουν κοινές δραστηριότητες στον τομέα της άμυνας και αποδίδουν ιδιαίτερη σημασία σε αυτή τη συνεργασία.

Η δήλωση αποτελεί επίσημη επιβεβαίωση ότι η αμυντική συνεργασία βρίσκεται στην ατζέντα των δύο κυβερνήσεων.

Δεν αποτελεί, από μόνη της, απόδειξη συγκεκριμένων πρόσφατων παραδόσεων οπλικών συστημάτων ή άμεσης ρωσικής συμμετοχής σε επιχειρήσεις κατά των Ηνωμένων Πολιτειών ή του Ισραήλ.

Για την αξιολόγηση της στρατιωτικής συνεργασίας χρειάζεται να διακρίνουμε:

  • Τις επίσημες συμφωνίες και τις δημόσια ανακοινωμένες συνεργασίες.
  • Τις επιβεβαιωμένες παραδόσεις στρατιωτικού υλικού.
  • Τις πληροφορίες για τεχνική υποστήριξη ή ανταλλαγή δεδομένων.
  • Τους ισχυρισμούς για επιχειρησιακή βοήθεια κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης.
  • Την άμεση συμμετοχή ρωσικών δυνάμεων σε πολεμικές επιχειρήσεις.

Τα επίπεδα αυτά δεν είναι ισοδύναμα.

Η ύπαρξη στρατηγικής συνεργασίας μπορεί να διευκολύνει την ανταλλαγή τεχνογνωσίας και την ανάπτυξη κοινών δυνατοτήτων. Για να αποδειχθεί, όμως, ότι συγκεκριμένες ρωσικές ενέργειες επηρέασαν άμεσα μια ιρανική επιχείρηση, απαιτούνται στοιχεία για το είδος της βοήθειας, τον χρόνο παροχής της και τη χρήση της.

Η υπερβολή σε αυτό το σημείο θα αποδυνάμωνε την ανάλυση. Η ρωσοϊρανική συνεργασία είναι σημαντική ακριβώς επειδή έχει πραγματικές στρατηγικές συνέπειες, όχι επειδή χρειάζεται να αποδοθεί στη Μόσχα κάθε επιτυχία ή δυνατότητα της Τεχεράνης.

  1. Η Κίνα και η υπεράσπιση της ιρανικής κυριαρχίας

Η κινεζική προσέγγιση διαφέρει από τη ρωσική ως προς τις προτεραιότητες και τα διαθέσιμα μέσα.

Το Πεκίνο επιδιώκει να ενισχύσει τη θέση του ως μεγάλης δύναμης που μπορεί να επηρεάζει τις διεθνείς εξελίξεις μέσω της οικονομίας, της διπλωματίας, των πολυμερών θεσμών και της ανάπτυξης μακροχρόνιων σχέσεων με διαφορετικές περιφερειακές δυνάμεις.

Η Κίνα έχει επανειλημμένα υποστηρίξει δημόσια τον σεβασμό της κυριαρχίας του Ιράν και έχει επικρίνει τη χρήση στρατιωτικής ισχύος ως μέσου επίλυσης διεθνών διαφορών.

Στις 16 Σεπτεμβρίου 2026, ο Κινέζος υπουργός Εξωτερικών Γουάνγκ Γι συναντήθηκε στο Πεκίνο με τον Ιρανό ομόλογό του Αμπάς Αραγτσί. Σύμφωνα με την επίσημη κινεζική ανακοίνωση, το Πεκίνο δήλωσε έτοιμο να ενισχύσει τον διάλογο και τη συνεργασία με την Τεχεράνη, να στηρίξει τα νόμιμα δικαιώματά της και να συμβάλει στην επανέναρξη ουσιαστικών διαπραγματεύσεων μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών.

Η κινεζική πλευρά υπογράμμισε επίσης τη σημασία της αποκατάστασης της ασφαλούς ναυσιπλοΐας στα διεθνή ύδατα και της σταθερότητας των ενεργειακών μεταφορών.

Η θέση αυτή αποκαλύπτει μια σημαντική πτυχή της κινεζικής στρατηγικής: το Πεκίνο επιδιώκει να περιορίσει τη χρήση μονομερούς στρατιωτικής και οικονομικής πίεσης, αλλά ταυτόχρονα χρειάζεται να διατηρήσει τη λειτουργία του διεθνούς εμπορίου.

Η υποστήριξη προς το Ιράν δεν συνεπάγεται ότι η Κίνα αποδέχεται οποιαδήποτε ιρανική ενέργεια ή ότι θα υποστηρίξει έναν παρατεταμένο αποκλεισμό κρίσιμων θαλάσσιων οδών.

Η κινεζική στρατηγική επιδιώκει να συνδυάσει δύο στόχους: να διατηρήσει τις σχέσεις της με την Τεχεράνη και να αποτρέψει μια περιφερειακή σύγκρουση που θα μπορούσε να πλήξει την κινεζική οικονομία.

Αυτή η ισορροπία εξηγεί γιατί η κινεζική διπλωματία δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην αποκλιμάκωση, στις διαπραγματεύσεις και στη δημιουργία μιας περιφερειακής αρχιτεκτονικής ασφάλειας.

  1. Η ενεργειακή διάσταση και τα κινεζικά συμφέροντα

Η Κίνα έχει ισχυρά συμφέροντα στη σταθερότητα της Μέσης Ανατολής λόγω της εξάρτησής της από τις διεθνείς εμπορικές και ενεργειακές ροές.

Μια παρατεταμένη σύγκρουση στον Περσικό Κόλπο μπορεί να αυξήσει τις τιμές της ενέργειας, να επιβαρύνει τις μεταφορές και να δημιουργήσει αβεβαιότητα για τη λειτουργία των βιομηχανικών αλυσίδων.

Το Πεκίνο, επομένως, δεν αντιμετωπίζει την κρίση αποκλειστικά ως ευκαιρία περιορισμού της αμερικανικής επιρροής. Αντιμετωπίζει επίσης τον κίνδυνο να υποστεί σημαντικές οικονομικές απώλειες.

Αυτό εξηγεί τη διπλή κατεύθυνση της κινεζικής πολιτικής. Από τη μία πλευρά, η Κίνα υποστηρίζει την κυριαρχία του Ιράν και αντιτίθεται στη μονομερή χρήση βίας. Από την άλλη, ζητά την αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας και την προστασία της ενεργειακής ασφάλειας.

Η στάση αυτή δεν είναι αναγκαστικά αντίφαση. Αντανακλά την προσπάθεια μιας μεγάλης εμπορικής δύναμης να περιορίσει τόσο την αμερικανική στρατιωτική επιρροή όσο και τις συνέπειες μιας ανεξέλεγκτης περιφερειακής σύγκρουσης.

Η Κίνα επιδιώκει ένα περιβάλλον στο οποίο θα μπορεί να διατηρεί οικονομικές σχέσεις με το Ιράν και τα αραβικά κράτη, χωρίς να αναγκάζεται να επιλέξει αποκλειστικά τη μία πλευρά.

Το Πεκίνο έχει συμφέρον να αποτρέψει τη δημιουργία μιας κατάστασης στην οποία η πρόσβαση στην ενέργεια και στις θαλάσσιες οδούς θα εξαρτάται ολοένα περισσότερο από τη στρατιωτική ισχύ μιας εξωτερικής δύναμης.

Ωστόσο, δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο ότι η Κίνα θα χρησιμοποιήσει στρατιωτικά μέσα για να υπερασπιστεί τα οικονομικά της συμφέροντα στον Περσικό Κόλπο. Η διπλωματική επιρροή, η οικονομική συνεργασία και η στρατιωτική επέμβαση αποτελούν διαφορετικές επιλογές με διαφορετικό κόστος.

  1. Οι BRICS, ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης και η θεσμική διάσταση

Η συνεργασία Ρωσίας, Κίνας και Ιράν δεν περιορίζεται στις διμερείς σχέσεις. Συνδέεται επίσης με οργανισμούς και θεσμούς που επιδιώκουν να διευρύνουν τη συνεργασία μεταξύ κρατών εκτός του δυτικού πυρήνα.

Τα BRICS, ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης και η Ευρασιατική Οικονομική Ένωση προσφέρουν διαφορετικά πλαίσια οικονομικού, πολιτικού και περιφερειακού συντονισμού.

Οι οργανισμοί αυτοί δεν έχουν όλοι τον ίδιο χαρακτήρα. Δεν αποτελούν ενιαίο στρατιωτικό συνασπισμό και δεν διαθέτουν κοινό μηχανισμό που να υποχρεώνει τα μέλη τους να ακολουθούν την ίδια εξωτερική πολιτική.

Η σημασία τους βρίσκεται στη δυνατότητα να δημιουργούν εναλλακτικά κανάλια συνεργασίας, να ενισχύουν τις εμπορικές σχέσεις και να διευκολύνουν τον πολιτικό συντονισμό.

Στις 19 Οκτωβρίου, η ρωσική διπλωματία επιβεβαίωσε ότι η Μόσχα και η Τεχεράνη επιθυμούν να ενισχύσουν τη συνεργασία τους μέσα από τα BRICS, τον Οργανισμό Συνεργασίας της Σαγκάης και την Ευρασιατική Οικονομική Ένωση.

Αυτή η κατεύθυνση έχει ιδιαίτερη σημασία για κράτη που αντιμετωπίζουν κυρώσεις ή περιορισμούς στις σχέσεις τους με δυτικές οικονομίες. Η ύπαρξη εναλλακτικών αγορών και δικτύων συνεργασίας μπορεί να μειώσει την εξάρτησή τους από συγκεκριμένα χρηματοπιστωτικά και εμπορικά συστήματα.

Δεν εξαλείφει, όμως, αυτομάτως τις κυρώσεις ούτε εγγυάται απεριόριστη οικονομική αντοχή.

Η αποτελεσματικότητα αυτών των θεσμών εξαρτάται από το κατά πόσο οι πολιτικές διακηρύξεις μετατρέπονται σε λειτουργικές συμφωνίες, πραγματικές εμπορικές ροές και σταθερούς μηχανισμούς συνεργασίας.

Η πολυπολικότητα χρειάζεται θεσμική και οικονομική υποδομή. Χωρίς αυτήν, κινδυνεύει να παραμείνει μια πολιτική διακήρυξη.

  1. Τα όρια του ρωσοκινεζικού συντονισμού

Η σύγκλιση Ρωσίας και Κίνας δεν εξαλείφει τις διαφορές τους ούτε δημιουργεί αυτόματα μια κοινή στρατηγική για κάθε κρίση.

Η Ρωσία έχει λόγους να επιδιώκει ισχυρότερη ιρανική θέση στη Μέση Ανατολή, αλλά ταυτόχρονα χρειάζεται να διατηρεί διαύλους επικοινωνίας με άλλες περιφερειακές δυνάμεις.

Η Κίνα επιδιώκει να διατηρήσει την οικονομική της παρουσία στον Κόλπο και να αποφύγει μια σύγκρουση που θα μπορούσε να διαταράξει το εμπόριο και την ενεργειακή ασφάλεια.

Αυτές οι διαφορετικές προτεραιότητες μπορεί να οδηγήσουν σε αποκλίνουσες επιλογές ως προς τον βαθμό πίεσης προς τις Ηνωμένες Πολιτείες ή τη μορφή υποστήριξης προς το Ιράν.

Επιπλέον, η συνεργασία μεταξύ δύο μεγάλων δυνάμεων δεν σημαίνει ότι κάθε επιμέρους ενέργεια του ενός κράτους έχει εγκριθεί από το άλλο.

Οι πληροφορίες για συγκεκριμένη στρατιωτική βοήθεια, ανταλλαγή πληροφοριών ή μεταφορά τεχνολογίας πρέπει να αξιολογούνται χωριστά. Δεν αρκεί η ύπαρξη στρατηγικής συνεργασίας για να αποδειχθεί κάθε ισχυρισμός σχετικά με επιχειρησιακή υποστήριξη.

Το ίδιο ισχύει για τη δυνατότητα των δύο χωρών να προστατεύσουν το Ιράν από μια μεγάλη στρατιωτική επίθεση. Η διπλωματική και οικονομική στήριξη μπορεί να αυξήσει την αντοχή της Τεχεράνης, αλλά δεν ισοδυναμεί με εγγύηση στρατιωτικής προστασίας.

Η Μόσχα και το Πεκίνο μπορούν να αυξήσουν το κόστος της αμερικανικής πολιτικής, να προσφέρουν εναλλακτικές σχέσεις και να περιορίσουν τη διεθνή απομόνωση του Ιράν. Δεν μπορούν, όμως, να εξαλείψουν όλους τους κινδύνους που αντιμετωπίζει η Τεχεράνη.

  1. Τρία σενάρια για τον ευρασιατικό συντονισμό

Σενάριο Α: Ενίσχυση της διπλωματικής και οικονομικής συνεργασίας

Στο πρώτο σενάριο, η Ρωσία και η Κίνα ενισχύουν τη συνεργασία τους με το Ιράν, κυρίως μέσω διπλωματικών πρωτοβουλιών, εμπορικών συμφωνιών, μεταφορικών δικτύων και πολυμερών θεσμών.

Η στρατηγική αυτή μπορεί να αυξήσει την οικονομική αντοχή της Τεχεράνης και να περιορίσει την αποτελεσματικότητα της διεθνούς απομόνωσης.

Δεν προϋποθέτει άμεση στρατιωτική εμπλοκή των δύο δυνάμεων. Αντίθετα, μπορεί να τους επιτρέψει να στηρίξουν τα συμφέροντά τους με μικρότερο κίνδυνο άμεσης σύγκρουσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Δείκτες επιβεβαίωσης: νέες εμπορικές και μεταφορικές συμφωνίες, ενίσχυση του διπλωματικού συντονισμού και συγκεκριμένες πρωτοβουλίες για διαπραγματεύσεις.

Σενάριο Β: Περιορισμένη και επιλεκτική στρατηγική υποστήριξη

Στο δεύτερο σενάριο, η συνεργασία επεκτείνεται σε επιλεγμένους τεχνολογικούς, αμυντικούς και πληροφοριακούς τομείς, χωρίς να μετατρέπεται σε άμεση στρατιωτική συμμαχία.

Η Ρωσία και η Κίνα θα μπορούσαν να επιδιώξουν να ενισχύσουν τη διαπραγματευτική θέση του Ιράν, διατηρώντας παράλληλα περιθώρια ελιγμών στις σχέσεις τους με άλλες χώρες.

Η ύπαρξη τέτοιας υποστήριξης θα πρέπει να τεκμηριώνεται με συγκεκριμένα στοιχεία. Δεν μπορεί να θεωρείται επιβεβαιωμένη μόνο επειδή εξυπηρετεί τα στρατηγικά συμφέροντα των εμπλεκόμενων κρατών.

Δείκτες επιβεβαίωσης: ανακοινωμένες αμυντικές συμφωνίες, επιβεβαιωμένες παραδόσεις υλικού και τεκμηριωμένες αλλαγές στην τεχνική συνεργασία.

Σενάριο Γ: Προτεραιότητα στην αποφυγή ευρύτερου πολέμου

Στο τρίτο σενάριο, η Μόσχα και το Πεκίνο επιδιώκουν κυρίως να περιορίσουν την κλιμάκωση, ακόμη και εάν αυτό απαιτεί συμβιβασμούς από την Τεχεράνη.

Η Ρωσία θα μπορούσε να αναλάβει διπλωματικό ρόλο λόγω των σχέσεών της με το Ιράν, ενώ η Κίνα θα μπορούσε να αξιοποιήσει την οικονομική και πολιτική της επιρροή για την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων.

Η στρατηγική αυτή δεν θα σήμαινε εγκατάλειψη του Ιράν. Θα αντανακλούσε την εκτίμηση ότι ένας παρατεταμένος πόλεμος μπορεί να προκαλέσει μεγαλύτερη ζημιά στα συμφέροντα όλων των περιφερειακών και διεθνών δυνάμεων.

Δείκτες επιβεβαίωσης: εντατικοποίηση των διαμεσολαβητικών επαφών, συγκεκριμένες προτάσεις διαπραγμάτευσης και κοινές διπλωματικές πρωτοβουλίες για την αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας και τον τερματισμό των εχθροπραξιών.

Τα τρία σενάρια μπορούν να συνυπάρξουν σε διαφορετικούς τομείς. Η Ρωσία και η Κίνα μπορεί να ενισχύουν την οικονομική και διπλωματική συνεργασία με το Ιράν, ενώ ταυτόχρονα επιδιώκουν να αποτρέψουν μια γενικευμένη σύγκρουση.

  1. Συμπέρασμα: Η πολυπολικότητα ως πραγματική ισχύς και όχι ως σύνθημα

Η συνεργασία Ρωσίας και Κίνας αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες μεταβολής της διεθνούς ισορροπίας. Η οικονομική τους βαρύτητα, οι διπλωματικές δυνατότητες και η στρατηγική τους συνεργασία περιορίζουν την ικανότητα των Ηνωμένων Πολιτειών να διαμορφώνουν μόνες τους το διεθνές περιβάλλον.

Η σχέση τους με το Ιράν ενισχύει αυτή τη δυναμική, προσφέροντας στην Τεχεράνη πρόσθετες διπλωματικές, οικονομικές και πολιτικές επιλογές.

Ωστόσο, η υποστήριξη αυτή έχει όρια. Δεν συνεπάγεται αυτόματη στρατιωτική επέμβαση, ούτε εξασφαλίζει ότι οι δύο μεγάλες δυνάμεις θα αποδεχθούν κάθε κόστος για να προστατεύσουν τον Ιράν.

Η Ρωσία επιδιώκει να διατηρήσει την επιρροή της στη Μέση Ανατολή και να ενισχύσει τη θέση της στην ευρασιατική ήπειρο. Η Κίνα επιδιώκει να αυξήσει τη διεθνή της επιρροή, διατηρώντας παράλληλα τη σταθερότητα που χρειάζεται η οικονομία της.

Οι στόχοι αυτοί συναντώνται σε αρκετά σημεία, αλλά δεν είναι ταυτόσημοι.

Η κρίση στο Ιράν αποκαλύπτει, επομένως, τόσο τις δυνατότητες όσο και τους περιορισμούς της πολυπολικότητας. Η ύπαρξη εναλλακτικών κέντρων ισχύος μπορεί να περιορίσει την κυριαρχία ενός κράτους ή μιας συμμαχίας, αλλά δεν καταργεί τις ανισότητες, τις αντιφάσεις και τους ανταγωνισμούς.

Το κρίσιμο ζήτημα είναι εάν η συνεργασία Ρωσίας, Κίνας και Ιράν θα μετατραπεί σε σταθερές οικονομικές και θεσμικές δομές ή εάν θα παραμείνει κυρίως ένας συντονισμός που ενεργοποιείται όταν τα συμφέροντα των τριών χωρών συμπίπτουν.

Η πολυπολικότητα αποκτά πραγματικό περιεχόμενο όταν τα κράτη διαθέτουν εναλλακτικές αγορές, ανεξάρτητες δυνατότητες ανάπτυξης, λειτουργικά δίκτυα συνεργασίας και τη δυνατότητα να λαμβάνουν αποφάσεις χωρίς να εξαρτώνται αποκλειστικά από έναν εξωτερικό πόλο.

Η Μέση Ανατολή αποτελεί ένα από τα πεδία όπου αυτή η μεταβολή δοκιμάζεται στην πράξη.

Η έκβαση της κρίσης δεν θα κριθεί μόνο από το ποιος διαθέτει περισσότερα όπλα ή μεγαλύτερη οικονομία. Θα κριθεί επίσης από το ποιος μπορεί να διατηρήσει συμμαχίες, να αντέξει το οικονομικό κόστος, να επηρεάσει τις διεθνείς αποφάσεις και να μετατρέψει την ισχύ του σε διαρκές πολιτικό αποτέλεσμα.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8

Σενάρια και δείκτες: Προς μια νέα περιφερειακή και ευρασιατική ισορροπία

  1. Από τα γεγονότα στα πιθανά σενάρια

Η κρίση γύρω από το Ιράν, τα Στενά του Ορμούζ, την Ερυθρά Θάλασσα και την ασφάλεια της Αραβικής Χερσονήσου δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο στρατιωτικό επεισόδιο. Συνδέεται με την ευρύτερη αντιπαράθεση για το ποιος θα καθορίζει τους όρους ασφάλειας, εμπορίου και πολιτικής επιρροής στη Μέση Ανατολή.

Στα προηγούμενα κεφάλαια εξετάσαμε οκτώ αλληλένδετες διαστάσεις: τις επαφές μεταξύ Ιράν, Σαουδικής Αραβίας, Πακιστάν και Τουρκίας, τη συμφωνία κοινής άμυνας της Μέκκας, τη στρατιωτική συνεργασία Μόσχας και Τεχεράνης, την αντιπαράθεση γύρω από το Ορμούζ, το μέτωπο της Υεμένης, τις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις στο Ισραήλ και στις ΗΠΑ, καθώς και τη στρατηγική σύγκλιση Ρωσίας και Κίνας.

Η σύνδεση αυτών των παραγόντων οδηγεί σε ένα κρίσιμο ερώτημα: βρισκόμαστε μπροστά στη διαμόρφωση ενός νέου συστήματος περιφερειακής ασφάλειας ή παρακολουθούμε μια προσωρινή σύγκλιση κρατών που εξακολουθούν να έχουν διαφορετικές προτεραιότητες;

Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί μόνο από τις κοινές δηλώσεις, τις διπλωματικές συναντήσεις ή τις συμφωνίες που υπογράφονται. Θα κριθεί από τη συμπεριφορά των κρατών όταν το κόστος της συνεργασίας γίνει πραγματικό.

 

  1. Το τετραμερές σχήμα της Τεχεράνης και η συμφωνία της Μέκκας

Η συνάντηση της 26ης Οκτωβρίου 2026 στην Τεχεράνη, με τη συμμετοχή του Ιράν, της Σαουδικής Αραβίας, του Πακιστάν και της Τουρκίας, αποτελεί σημαντικό διπλωματικό γεγονός.

Στη συνάντηση συμμετείχαν ο Μοχσέν Ρεζαΐ από την ιρανική πλευρά, ο Σαουδάραβας υπουργός Άμυνας Χαλίντ μπιν Σαλμάν, ο αρχηγός του πακιστανικού στρατού Ασίμ Μουνίρ και ο επικεφαλής της τουρκικής υπηρεσίας πληροφοριών Ιμπραήμ Καλίν.

Η ιρανική πλευρά ανέφερε ότι η πρωτοβουλία προτάθηκε από το Πακιστάν. Η δημόσια ανακοίνωση κατέγραψε συμφωνία για συνέχιση του διαλόγου και ενίσχυση της συνεργασίας στην περιφερειακή ειρήνη και ασφάλεια.

Αυτό αποτελεί καταγεγραμμένο διπλωματικό αποτέλεσμα. Δεν αποδεικνύει, όμως, ότι τα τέσσερα κράτη συμφώνησαν σε κοινή στρατιωτική διοίκηση, ενιαία στρατηγική απέναντι στις ΗΠΑ ή δεσμευτικό μηχανισμό αμοιβαίας άμυνας.

Παράλληλα, η συμφωνία κοινής άμυνας της Μέκκας, την οποία υπέγραψαν η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και το Πακιστάν στις 7 Αυγούστου 2026, προβλέπει ότι ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη αντιμετωπίζεται ως επίθεση εναντίον όλων. Οι μεταγενέστερες θεσμικές κινήσεις και οι αποφάσεις για ενίσχυση της στρατιωτικής συνεργασίας δείχνουν προσπάθεια να αποκτήσει η συμφωνία πρακτικό περιεχόμενο.

Εδώ βρίσκεται η ουσιαστική αντίφαση αλλά και η δυνατότητα εξέλιξης.

Η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία και το Πακιστάν συγκροτούν ένα σχήμα αμοιβαίας αμυντικής δέσμευσης. Ταυτόχρονα, οι τρεις χώρες συμμετείχαν σε διάλογο με το Ιράν, το οποίο βρίσκεται στο επίκεντρο της περιφερειακής αντιπαράθεσης.

Η συνύπαρξη αμυντικής αποτροπής και διπλωματικής προσέγγισης δεν αποτελεί αναγκαστικά αντίφαση. Μπορεί να σημαίνει ότι τα κράτη επιδιώκουν να ενισχύσουν τη θέση τους χωρίς να οδηγηθούν σε ανεξέλεγκτη σύγκρουση.

Ωστόσο, το πραγματικό περιεχόμενο αυτής της προσέγγισης θα φανεί μόνο εάν ακολουθήσουν συγκεκριμένες συμφωνίες, σταθεροί δίαυλοι επικοινωνίας και κοινά μέτρα αποκλιμάκωσης.

  1. Σενάριο πρώτο: Περιφερειακή αποκλιμάκωση και σταδιακή οικοδόμηση νέας ισορροπίας

Εκτίμηση:  Πρόκειται για ένα πιθανό σενάριο, όχι για βεβαιότητα.

Στο πρώτο σενάριο, οι περιφερειακές δυνάμεις καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι μια γενικευμένη σύγκρουση θα είχε κόστος μεγαλύτερο από τα πιθανά οφέλη της.

Το Ιράν θα επιδιώξει να διατηρήσει την αποτρεπτική του ικανότητα, να περιορίσει τις επιπτώσεις των κυρώσεων και να εξασφαλίσει ότι οι όροι ασφάλειας στον Περσικό Κόλπο δεν θα καθορίζονται αποκλειστικά από εξωτερικές στρατιωτικές δυνάμεις.

Η Σαουδική Αραβία θα έχει κίνητρο να προστατεύσει τις ενεργειακές εγκαταστάσεις, τις εξαγωγές και τα οικονομικά της σχέδια. Η Τουρκία θα επιδιώξει να ενισχύσει την περιφερειακή της επιρροή χωρίς να εγκλωβιστεί σε έναν πόλεμο που θα επηρέαζε την οικονομία και την ασφάλειά της. Το Πακιστάν θα μπορούσε να αξιοποιήσει τις σχέσεις του με τις χώρες του Κόλπου, την Τουρκία, το Ιράν και την Κίνα για να λειτουργήσει ως διπλωματικός διαμεσολαβητής.

Σε αυτό το πλαίσιο, η συμφωνία της Μέκκας θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μηχανισμός αποτροπής, ενώ οι επαφές με την Τεχεράνη θα λειτουργούσαν ως παράλληλος δίαυλος αποκλιμάκωσης.

Η Ρωσία και η Κίνα θα είχαν επίσης λόγους να στηρίξουν μια πολιτική διευθέτηση. Η Μόσχα ενδιαφέρεται για τη στρατηγική της σχέση με την Τεχεράνη και για τη θέση της στην ευρύτερη ευρασιατική αρχιτεκτονική. Το Πεκίνο έχει ισχυρό συμφέρον στη σταθερότητα των ενεργειακών ροών και των εμπορικών διαδρομών.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι δύο δυνάμεις θα αναλάβουν αυτόματα τον ρόλο εγγυητών μιας συμφωνίας. Η υποστήριξη της διπλωματίας δεν ισοδυναμεί με στρατιωτική εγγύηση.

Οι δείκτες που θα ενίσχυαν αυτό το σενάριο είναι:

  1. Νέες συναντήσεις μεταξύ Ιράν, Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας και Πακιστάν με συγκεκριμένη ατζέντα.
  2. Δημιουργία σταθερού μηχανισμού επικοινωνίας για την αποτροπή στρατιωτικών επεισοδίων.
  3. Συμφωνίες για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ.
  4. Μείωση των επιθέσεων σε ενεργειακές εγκαταστάσεις και εμπορικά πλοία.
  5. Συγκεκριμένα μέτρα αποκλιμάκωσης στο μέτωπο της Υεμένης.
  6. Επαναφορά διαπραγματεύσεων μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης.
  7. Δημοσιοποίηση πρακτικών μέτρων εφαρμογής της συμφωνίας της Μέκκας, τα οποία να μην οδηγούν σε αυτόματη κλιμάκωση απέναντι στο Ιράν.

Εάν εμφανιστούν τέτοιοι δείκτες, θα έχουμε ενδείξεις ότι η διπλωματική κινητικότητα μετατρέπεται σε πραγματικό μηχανισμό περιφερειακής σταθερότητας.

  1. Σενάριο δεύτερο: Ελεγχόμενη αντιπαράθεση και στρατηγική φθορά

Εκτίμηση:Το δεύτερο σενάριο προβλέπει ότι η διπλωματία συνεχίζεται, αλλά δεν καταφέρνει να επιλύσει τις βασικές αντιθέσεις.

Οι συνομιλίες μπορεί να επαναλαμβάνονται χωρίς να οδηγούν σε συνολική συμφωνία. Τα κράτη θα διατηρούν ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας, ενώ ταυτόχρονα θα ενισχύουν τις στρατιωτικές τους δυνατότητες και θα ασκούν οικονομική ή πολιτική πίεση στους αντιπάλους τους.

Σε μια τέτοια κατάσταση, το Ιράν θα μπορούσε να συνεχίσει να αξιοποιεί τη γεωγραφική του θέση, την αποτρεπτική του ικανότητα και τις περιφερειακές του σχέσεις. Οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να διατηρούν τη στρατιωτική και ναυτική πίεση, επιδιώκοντας να περιορίσουν τα ιρανικά περιθώρια κινήσεων χωρίς να αναλάβουν το κόστος μιας νέας μεγάλης επιχείρησης.

Η Σαουδική Αραβία θα ενίσχυε την άμυνά της και θα επιδίωκε να προστατεύσει κρίσιμες εγκαταστάσεις. Η Τουρκία και το Πακιστάν θα προσπαθούσαν να ισορροπήσουν μεταξύ της αμυντικής τους συνεργασίας με το Ριάντ και της ανάγκης να διατηρήσουν λειτουργικές σχέσεις με την Τεχεράνη.

Η Ρωσία και η Κίνα θα μπορούσαν να ενισχύσουν τη διπλωματική και οικονομική τους συνεργασία με το Ιράν, χωρίς να εμπλακούν άμεσα στη σύγκρουση.

Η στρατηγική φθοράς δεν απαιτεί αναγκαστικά μεγάλες μάχες. Μπορεί να εκδηλωθεί μέσα από κυρώσεις, ναυτικούς περιορισμούς, επιθέσεις περιορισμένης κλίμακας, κυβερνοεπιχειρήσεις, διακοπές εμπορικών ροών και διαρκή αύξηση του κόστους ασφάλισης και μεταφοράς.

Το βασικό χαρακτηριστικό της θα είναι η απουσία οριστικής λύσης.

Δείκτες αυτού του σεναρίου:

  • Συνεχείς διπλωματικές επαφές χωρίς δεσμευτικές συμφωνίες.
  • Παρατεταμένη αβεβαιότητα για τη διέλευση πλοίων από το Ορμούζ.
  • Διατήρηση ή ενίσχυση των στρατιωτικών δυνάμεων στην περιοχή.
  • Περιοδικές επιθέσεις και αντίποινα, χωρίς γενικευμένη στρατιωτική εκστρατεία.
  • Συνέχιση των κυρώσεων και των οικονομικών περιορισμών.
  • Ενίσχυση της αμυντικής συνεργασίας μεταξύ Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας και Πακιστάν.
  • Διατήρηση της ρωσοϊρανικής και σινοϊρανικής συνεργασίας χωρίς σαφή ένδειξη άμεσης πολεμικής εμπλοκής.

Σε αυτό το σενάριο, η περιφερειακή ισορροπία θα παραμένει ρευστή. Κανένα κράτος δεν θα εξασφαλίζει ολοκληρωτική νίκη, αλλά κανένα δεν θα εγκαταλείπει εύκολα τις στρατηγικές του επιδιώξεις.

  1. Σενάριο τρίτο: Νέα επίθεση και περιφερειακή κλιμάκωση

Εκτίμηση:  Το ενδεχόμενο δεν πρέπει να συγχέεται με επιβεβαιωμένη απόφαση για επίθεση.

Το τρίτο σενάριο αφορά την περίπτωση κατά την οποία η αντιπαράθεση μεταξύ Ιράν, ΗΠΑ και Ισραήλ περνά ξανά σε μεγάλη στρατιωτική σύγκρουση.

Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να προκύψει από αποτυχία των διαπραγματεύσεων, από επίθεση που θα προκαλούσε σημαντικές απώλειες, από λανθασμένο υπολογισμό ή από πολιτική απόφαση που θα θεωρούσε ότι η στρατιωτική δράση προσφέρει περισσότερα οφέλη από τη συνέχιση της αναμονής.

Οι εκλογικές και εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις στις ΗΠΑ και στο Ισραήλ αποτελούν παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν τους υπολογισμούς των ηγεσιών. Δεν αποτελούν, όμως, από μόνες τους απόδειξη ότι επίκειται πόλεμος.

Η πολιτική ανάγκη επίδειξης αποφασιστικότητας μπορεί να λειτουργήσει προς δύο αντίθετες κατευθύνσεις. Μπορεί να αυξήσει την πίεση για στρατιωτική ενέργεια, αλλά μπορεί επίσης να ενισχύσει την επιθυμία αποφυγής μιας σύγκρουσης με απρόβλεπτο κόστος.

Σε περίπτωση νέας επίθεσης κατά του Ιράν, η Τεχεράνη θα μπορούσε να επιχειρήσει να αυξήσει το κόστος για τους αντιπάλους της μέσω πυραυλικών πληγμάτων, επιθέσεων με μη επανδρωμένα συστήματα ή άλλων μορφών περιφερειακής πίεσης. Οι συγκεκριμένες ενέργειες θα εξαρτώνταν από τις διαθέσιμες δυνατότητες, τις πολιτικές αποφάσεις και τις συνθήκες της σύγκρουσης.

Τα Στενά του Ορμούζ θα αποκτούσαν ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Ακόμη και χωρίς πλήρη και παρατεταμένο αποκλεισμό, η αύξηση του κινδύνου για τη ναυσιπλοΐα θα μπορούσε να προκαλέσει άνοδο του κόστους μεταφοράς, της ασφάλισης και των ενεργειακών τιμών.

Παράλληλα, το μέτωπο της Υεμένης και η περιοχή της Ερυθράς Θάλασσας θα μπορούσαν να αποτελέσουν πρόσθετες εστίες πίεσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε ενέργεια των Χούθι θα καθοδηγείται άμεσα από την Τεχεράνη ή ότι όλες οι περιφερειακές οργανώσεις θα ενεργούν με ενιαία διοίκηση.

Το σημαντικότερο ερώτημα θα ήταν η στάση της Σαουδικής Αραβίας, της Τουρκίας και του Πακιστάν. Η συμφωνία της Μέκκας δεν συνεπάγεται αυτομάτως κοινή συμμετοχή σε πόλεμο εναντίον του Ιράν. Η εφαρμογή της θα εξαρτιόταν από τις συγκεκριμένες περιστάσεις, τις νομικές και πολιτικές διαδικασίες κάθε κράτους και το πώς θα ερμηνευόταν η απειλή.

Αντίστοιχα, η στρατηγική συνεργασία Ρωσίας και Ιράν δεν αποτελεί από μόνη της εγγύηση ότι η Μόσχα θα συμμετάσχει στρατιωτικά. Το ίδιο ισχύει για την Κίνα, της οποίας η υποστήριξη της ιρανικής κυριαρχίας δεν σημαίνει υποχρεωτικά ότι θα αποδεχθεί μια παρατεταμένη διακοπή των ενεργειακών ροών.

Οι βασικοί δείκτες κλιμάκωσης θα ήταν:

  1. Επιβεβαιωμένες μετακινήσεις μεγάλων στρατιωτικών δυνάμεων και όχι απλώς δηλώσεις απειλών.
  2. Επίσημες ανακοινώσεις για αλλαγή της επιχειρησιακής ετοιμότητας.
  3. Κατάρρευση των διπλωματικών διαύλων και ακύρωση προγραμματισμένων συναντήσεων.
  4. Επαναλαμβανόμενες επιθέσεις με σημαντικές απώλειες ή πλήγματα σε κρίσιμες εγκαταστάσεις.
  5. Πραγματικές και διαρκείς διαταραχές στη ναυσιπλοΐα του Ορμούζ.
  6. Συγκεκριμένα μέτρα στρατιωτικής υποστήριξης προς κάποιο από τα εμπλεκόμενα μέρη, επιβεβαιωμένα από περισσότερες της μίας αξιόπιστες πηγές.
  7. Δημόσια ενεργοποίηση μηχανισμών συλλογικής άμυνας από τη Σαουδική Αραβία, την Τουρκία και το Πακιστάν.

Η διάκριση ανάμεσα στην προετοιμασία, στην αποτροπή και στην απόφαση για επίθεση είναι κρίσιμη. Η στρατιωτική κινητοποίηση μπορεί να αποσκοπεί στην αποτροπή του αντιπάλου, αλλά μπορεί επίσης να αυξήσει τον κίνδυνο ατυχήματος ή λανθασμένου υπολογισμού.

  1. Σενάριο τέταρτο: Η σταδιακή συγκρότηση μιας πολυπολικής αρχιτεκτονικής ασφάλειας

Εκτίμηση:  Πρόκειται για μακροπρόθεσμο σενάριο, το οποίο απαιτεί θεσμική και πρακτική επιβεβαίωση.

Το τέταρτο σενάριο δεν αφορά αποκλειστικά το αν θα υπάρξει πόλεμος ή ειρήνη. Αφορά μια βαθύτερη αλλαγή: τη σταδιακή μεταφορά μέρους της ευθύνης για την περιφερειακή ασφάλεια από εξωτερικές δυνάμεις προς τα ίδια τα κράτη της περιοχής.

Οι επαφές της Τεχεράνης, η συμφωνία της Μέκκας, η συνεργασία Ιράν και Ρωσίας, καθώς και οι σχέσεις Κίνας με τα κράτη του Κόλπου θα μπορούσαν να αποτελέσουν στοιχεία μιας τέτοιας εξέλιξης.

Ωστόσο, αυτά τα σχήματα δεν αποτελούν ένα ενιαίο σύστημα.

Η Σαουδική Αραβία επιδιώκει να προστατεύσει την εδαφική της ασφάλεια και την ενεργειακή της οικονομία. Η Τουρκία επιδιώκει να ενισχύσει την αυτονομία της και την επιρροή της. Το Πακιστάν συνδυάζει τις αμυντικές του ανάγκες με τις σχέσεις του στον μουσουλμανικό κόσμο και στην Ασία. Το Ιράν θέλει να περιορίσει την εξωτερική στρατιωτική πίεση και να διατηρήσει την περιφερειακή του επιρροή.

Η Ρωσία και η Κίνα, από την πλευρά τους, έχουν κοινά συμφέροντα στην ανάπτυξη ενός λιγότερο μονοπολικού διεθνούς συστήματος, αλλά δεν διαθέτουν πάντοτε ταυτόσημες προτεραιότητες.

Η Ρωσία δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στη στρατηγική και στρατιωτική διάσταση της ισχύος. Η Κίνα έχει ισχυρά κίνητρα να προστατεύσει το εμπόριο, την ενεργειακή ασφάλεια και τη σταθερότητα των διεθνών αλυσίδων εφοδιασμού. Η συνεργασία τους μπορεί να περιορίζει την αποκλειστική επιρροή της Ουάσιγκτον σε ορισμένα πεδία, αλλά δεν σημαίνει ότι κάθε κρίση θα οδηγεί σε κοινή στρατιωτική αντίδραση.

Η πολυπολικότητα θα αποκτούσε ουσιαστικό περιεχόμενο εάν εμφανίζονταν:

  • Περιφερειακοί μηχανισμοί επίλυσης κρίσεων με συμμετοχή όλων των βασικών κρατών.
  • Συμφωνίες για τη ναυσιπλοΐα και την ενεργειακή ασφάλεια που δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από μία εξωτερική δύναμη.
  • Μόνιμα κανάλια επικοινωνίας μεταξύ στρατιωτικών και διπλωματικών αρχών.
  • Κοινά προγράμματα αμυντικής τεχνολογίας και βιομηχανικής συνεργασίας.
  • Οικονομικοί και εμπορικοί μηχανισμοί που μειώνουν την ευπάθεια σε μονομερείς πιέσεις.
  • Συγκεκριμένες δεσμεύσεις για την αποτροπή επιθέσεων σε κρίσιμες υποδομές και εμπορικές διαδρομές.

Η απλή αύξηση των διμερών επαφών δεν αρκεί. Ούτε η συμμετοχή σε οργανισμούς όπως οι BRICS ή ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης σημαίνει ότι έχει δημιουργηθεί ενιαίο σύστημα στρατιωτικής ασφάλειας.

Η πραγματική αλλαγή θα αποδεικνυόταν όταν οι θεσμοί θα μπορούσαν να διαχειριστούν μια κρίση χωρίς να εξαρτώνται αποκλειστικά από τις αποφάσεις των ισχυρότερων εξωτερικών δυνάμεων.

  1. Οι κρίσιμοι δείκτες: Τι πρέπει να παρακολουθούμε

Για να αξιολογούμε τις εξελίξεις χωρίς να παρασυρόμαστε από κάθε νέα δήλωση, χρειάζεται ένα σταθερό σύστημα παρακολούθησης.

Α. Διπλωματικοί δείκτες

Θετική ένδειξη: Νέες συναντήσεις με συγκεκριμένη ημερήσια διάταξη, κοινές ανακοινώσεις με σαφείς δεσμεύσεις και δημιουργία μηχανισμών παρακολούθησης της εφαρμογής τους.

Αρνητική ένδειξη: Διακοπή των συνομιλιών, δημόσια απόρριψη βασικών όρων και αντικατάσταση της διπλωματίας από τελεσίγραφα.

Τι σημαίνει: Οι συναντήσεις από μόνες τους δεν αρκούν. Πρέπει να εξετάζουμε αν παράγουν συμφωνίες, χρονοδιαγράμματα και πρακτικά μέτρα.

Β. Στρατιωτικοί δείκτες

Θετική ένδειξη: Μείωση της επιχειρησιακής έντασης, δημιουργία διαύλων αποτροπής ατυχημάτων και συμφωνίες για την αποφυγή επιθέσεων σε κρίσιμες υποδομές.

Αρνητική ένδειξη: Επιβεβαιωμένη αύξηση δυνάμεων, επαναλαμβανόμενα πλήγματα, αλλαγές στην ετοιμότητα και ενεργοποίηση συγκεκριμένων αμυντικών δεσμεύσεων.

Τι σημαίνει: Πρέπει να διακρίνουμε την επίδειξη ισχύος από την πραγματική προετοιμασία μιας επιχείρησης. Κανένα μεμονωμένο στοιχείο δεν αρκεί για να αποδείξει ότι έχει ληφθεί απόφαση πολέμου.

Γ. Δείκτες του Ορμούζ

Θετική ένδειξη: Σταθερή διέλευση εμπορικών πλοίων, σαφείς διαδικασίες ασφάλειας και συμφωνίες που μειώνουν τον κίνδυνο επεισοδίων.

Αρνητική ένδειξη: Επαναλαμβανόμενες διακοπές, επιθέσεις σε πλοία, νέοι περιορισμοί και αύξηση του κινδύνου για τις θαλάσσιες μεταφορές.

Τι σημαίνει: Η ναυσιπλοΐα αποτελεί πρακτικό μέτρο της κατάστασης. Οι δηλώσεις περί ελέγχου των Στενών πρέπει να αξιολογούνται σε σχέση με τις πραγματικές συνθήκες διέλευσης και όχι μόνο με την πολιτική τους διατύπωση.

Δ. Δείκτες στην Υεμένη και στην Ερυθρά Θάλασσα

Θετική ένδειξη: Μείωση επιθέσεων, διαπραγματεύσεις για την προστασία της ναυσιπλοΐας και περιορισμός των αντιποίνων.

Αρνητική ένδειξη: Διεύρυνση των στόχων, συστηματικά πλήγματα σε ενεργειακές και στρατιωτικές εγκαταστάσεις και άμεση εμπλοκή περισσότερων κρατών.

Τι σημαίνει: Η κατάσταση στην Υεμένη πρέπει να εξετάζεται ως ξεχωριστό μέτωπο με δικούς του δρώντες και συμφέροντα, αλλά και ως πιθανός παράγοντας που μπορεί να επηρεάσει ευρύτερα την περιφερειακή σύγκρουση.

Ε. Δείκτες της συμφωνίας της Μέκκας

Θετική ένδειξη: Θεσμική λειτουργία της γραμματείας, τακτικές συνεδριάσεις, αμυντική συνεργασία και ταυτόχρονη διατήρηση διαύλων επικοινωνίας με την Τεχεράνη.

Αρνητική ένδειξη: Συγκεκριμένες επιχειρησιακές δεσμεύσεις που επεκτείνουν τη σύγκρουση, δημόσια εγκατάλειψη της διπλωματίας ή ενεργοποίηση κοινών στρατιωτικών μέτρων χωρίς σαφή όρια.

Τι σημαίνει: Η συμφωνία πρέπει να κριθεί από τον τρόπο εφαρμογής της. Δεν πρέπει να θεωρείται εκ των προτέρων ούτε επιθετικός συνασπισμός ούτε εγγύηση ειρήνης.

ΣΤ. Δείκτες της ρωσοκινεζικής στάσης

Θετική ένδειξη: Συντονισμένες διπλωματικές πρωτοβουλίες, πρακτικές προτάσεις αποκλιμάκωσης και επιβεβαιωμένες συμφωνίες οικονομικής ή τεχνολογικής συνεργασίας.

Αρνητική ένδειξη: Αδυναμία συντονισμού, δημόσιες αποκλίσεις σε κρίσιμα ζητήματα ή επιλογή περιορισμένης εμπλοκής παρά τις προσδοκίες της Τεχεράνης.

Τι σημαίνει: Η στρατηγική σύγκλιση Ρωσίας και Κίνας πρέπει να αξιολογείται με βάση τις συγκεκριμένες αποφάσεις τους. Δεν αρκεί να θεωρούμε ότι κάθε πίεση προς το Ιράν θα προκαλέσει κοινή απάντηση από τη Μόσχα και το Πεκίνο.

  1. Ποια δεδομένα θα άλλαζαν ουσιαστικά την εκτίμηση

Ορισμένες εξελίξεις θα είχαν μεγαλύτερη σημασία από τις συνήθεις δηλώσεις και τις διπλωματικές αντιπαραθέσεις.

Πρώτον, μια δεσμευτική συμφωνία για το Ορμούζ. Εάν συνοδευόταν από σαφείς κανόνες, μηχανισμό επαλήθευσης και αποδοχή από τους βασικούς εμπλεκομένους, θα περιόριζε έναν από τους σημαντικότερους κινδύνους για την περιφερειακή και παγκόσμια οικονομία.

Δεύτερον, η επίσημη ενεργοποίηση συγκεκριμένων μηχανισμών συλλογικής άμυνας. Αυτό θα έδειχνε ότι η συμφωνία της Μέκκας περνά από το θεσμικό επίπεδο στην επιχειρησιακή εφαρμογή. Θα έπρεπε, όμως, να εξεταστούν οι ακριβείς όροι, οι στόχοι και οι νομικές προϋποθέσεις της ενεργοποίησης.

Τρίτον, η επιβεβαιωμένη παροχή στρατιωτικού υλικού ή άλλης επιχειρησιακής υποστήριξης από τη Ρωσία ή την Κίνα προς το Ιράν. Μια τέτοια εξέλιξη θα είχε μεγαλύτερη σημασία από τις γενικές δηλώσεις αλληλεγγύης. Θα απαιτούσε, ωστόσο, συγκεκριμένα στοιχεία και ανεξάρτητη διασταύρωση. Η ύπαρξη στρατηγικής συμφωνίας δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι πραγματοποιούνται συγκεκριμένες παραδόσεις.

Τέταρτον, η εμφάνιση σταθερού περιφερειακού μηχανισμού ασφάλειας. Εάν οι επαφές της Τεχεράνης αποκτούσαν μόνιμη δομή και συμμετοχή περισσότερων κρατών, θα μπορούσε να δημιουργηθεί βάση για μια διαφορετική αρχιτεκτονική περιφερειακής ασφάλειας.

Πέμπτον, η πραγματική εφαρμογή συμφωνιών αποκλιμάκωσης στην Υεμένη. Η μείωση των επιθέσεων και η προστασία των εμπορικών διαδρομών θα έδειχναν ότι η διπλωματία επηρεάζει τα γεγονότα στο πεδίο.

Αντίθετα, η απουσία τέτοιων εξελίξεων θα περιόριζε την αξιοπιστία των πιο αισιόδοξων εκτιμήσεων για μια νέα περιφερειακή τάξη.

  1. Η πιθανότερη εξέλιξη: Συνδυασμός ανταγωνισμού και επιλεκτικής συνεργασίας

Με βάση τα δεδομένα που εξετάστηκαν στα προηγούμενα κεφάλαια, δεν υπάρχει επαρκής βάση για να θεωρήσουμε βέβαιο είτε έναν γενικευμένο πόλεμο είτε μια γρήγορη και συνολική συμφωνία.

Η πιο συνετή εκτίμηση είναι ότι η περιοχή μπορεί να κινηθεί μέσα από έναν συνδυασμό ανταγωνισμού, διπλωματικών πρωτοβουλιών και επιλεκτικής συνεργασίας.

Η Τεχεράνη θα επιδιώξει να διατηρήσει την αποτρεπτική της ικανότητα και να περιορίσει τους εξωτερικούς περιορισμούς. Το Ριάντ θα προσπαθήσει να ενισχύσει την ασφάλειά του, χωρίς να υπονομεύσει τις οικονομικές του επιδιώξεις. Η Άγκυρα και το Ισλαμαμπάντ θα επιδιώξουν να αξιοποιήσουν τον ρόλο τους ως περιφερειακών δυνάμεων και διαμεσολαβητών.

Η Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ θα συνεχίσουν να υπολογίζουν το στρατιωτικό, πολιτικό και οικονομικό κόστος των επιλογών τους. Η Μόσχα και το Πεκίνο θα επιδιώξουν να προστατεύσουν τα δικά τους στρατηγικά συμφέροντα, χωρίς να είναι δεδομένο ότι θα αναλάβουν το κόστος κάθε σύγκρουσης.

Αυτό σημαίνει ότι οι συνεργασίες θα είναι πιθανότατα επιλεκτικές, προσαρμοσμένες στις περιστάσεις και περιορισμένες από τα εθνικά συμφέροντα των συμμετεχόντων.

Η πολυπολικότητα δεν εμφανίζεται ως έτοιμη συμμαχία που περιμένει να ενεργοποιηθεί. Διαμορφώνεται μέσα από διαπραγματεύσεις, ανταγωνισμούς, οικονομικές σχέσεις, στρατιωτικές δυνατότητες και την προσπάθεια των κρατών να διευρύνουν τα περιθώρια ανεξάρτητης δράσης τους.

Το τελικό αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί από το εάν αυτή η αυξανόμενη διαφοροποίηση ισχύος θα οδηγήσει σε πιο ισορροπημένους κανόνες ή σε περισσότερα, αλληλοσυνδεόμενα μέτωπα αντιπαράθεσης.

  1. Συμπέρασμα: Η πολυπολικότητα θα κριθεί στην πράξη

Η κρίση γύρω από το Ιράν, το Ορμούζ, την Υεμένη και την ασφάλεια του Κόλπου αναδεικνύει ένα βασικό χαρακτηριστικό της σημερινής διεθνούς μετάβασης: οι περιφερειακές δυνάμεις επιδιώκουν μεγαλύτερη αυτονομία, ενώ οι μεγάλες δυνάμεις προσπαθούν να διατηρήσουν ή να επεκτείνουν την επιρροή τους.

Η συνάντηση της Τεχεράνης δείχνει ότι υπάρχει περιθώριο διαλόγου ακόμη και ανάμεσα σε κράτη με διαφορετικές στρατηγικές προτεραιότητες. Η συμφωνία της Μέκκας δείχνει την επιθυμία για ισχυρότερες περιφερειακές αμυντικές δομές. Η συνεργασία Ρωσίας και Ιράν, καθώς και η στρατηγική σύγκλιση Ρωσίας και Κίνας, εντάσσονται σε μια ευρύτερη προσπάθεια περιορισμού της εξάρτησης από δυτικά κέντρα ισχύος.

Ωστόσο, κανένα από αυτά τα στοιχεία δεν αρκεί από μόνο του για να αποδείξει ότι έχει ήδη συγκροτηθεί ένα ενιαίο πολυπολικό σύστημα ασφάλειας.

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πόσα κράτη δηλώνουν ότι υποστηρίζουν την πολυπολικότητα. Είναι εάν μπορούν να συνεργαστούν όταν οι επιδιώξεις τους συγκρούονται, εάν διαθέτουν μηχανισμούς που λειτουργούν σε συνθήκες κρίσης και εάν μπορούν να αποτρέψουν μια σύγκρουση χωρίς να παραδίδουν την ασφάλειά τους σε έναν εξωτερικό προστάτη.

Εάν οι περιφερειακές πρωτοβουλίες αποκτήσουν σταθερούς θεσμούς, εάν οι οικονομικές σχέσεις αποκτήσουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα και εάν οι στρατιωτικές συμφωνίες συνοδευτούν από αξιόπιστους μηχανισμούς αποκλιμάκωσης, τότε θα υπάρχουν πραγματικές ενδείξεις μετάβασης προς μια περισσότερο πολυκεντρική διεθνή τάξη.

Εάν, αντίθετα, οι συμφωνίες παραμείνουν κυρίως συμβολικές, οι αντιθέσεις ενταθούν και κάθε κράτος επιδιώξει να μεταφέρει το κόστος της κρίσης στους άλλους, η πολυπολικότητα θα παραμείνει περισσότερο διακήρυξη παρά λειτουργική πραγματικότητα.

Η νέα ισορροπία δεν θα κριθεί μόνο από το ποιος διαθέτει τα περισσότερα όπλα ή τις ισχυρότερες συμμαχίες. Θα κριθεί από το ποιος μπορεί να μετατρέψει την ισχύ του σε διαρκή πολιτική επιρροή, οικονομική ανθεκτικότητα και κανόνες που περιορίζουν την αυθαιρεσία των ισχυρότερων.

Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα της σημερινής κρίσης: όχι απλώς ποιος θα επικρατήσει στην επόμενη αντιπαράθεση, αλλά ποιος θα έχει τη δυνατότητα να διαμορφώσει τους όρους της επόμενης περιφερειακής τάξης.

 

Φίλιππος Μπουράτογλου – Ιστορικός ερευνητής – Εκπαιδευτής πολεμικών τεχνών

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας