Η «μονομερής επιβολή όρων» από τις ΗΠΑ —και όχι οι πεποιθήσεις του Ιράν— καθιστά αδύνατες τις ορθολογικές συνομιλίες
Ο εκπρόσωπος του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών, Εσμαΐλ Μπαγκαΐ, δηλώνει ότι η διαπραγματευτική συμπεριφορά των Ηνωμένων Πολιτειών —η οποία χαρακτηρίζεται από καταναγκασμό και μονομερείς απαιτήσεις— και όχι οι θρησκευτικές πεποιθήσεις του Ιράν, είναι αυτή που καθιστά αδύνατες τις ορθολογικές διαπραγματεύσεις.
Σε ανάρτησή του στο X την Πέμπτη, ο Μπαγκαΐ αμφισβήτησε τη συνάφεια των «θρησκευτικών πεποιθήσεων» των Ιρανών με την αποτυχία της Ουάσιγκτον να τηρήσει τις διπλωματικές της δεσμεύσεις, καθώς και με την εμμονή της στη χρήση ισχύος και πίεσης.
Τόνισε ότι η πίστη δεν αποκλείει τον ορθολογισμό, επισημαίνοντας ότι η ουσιαστική διπλωματία απαιτεί κάτι περισσότερο από την απλή επιβολή όρων στην άλλη πλευρά.
«Η πίστη δεν αποκλείει τον “ορθολογισμό”, όπως ακριβώς ο κοσμικός χαρακτήρας ενός κράτους δεν εγγυάται τη σοφία», έγραψε, προσθέτοντας ότι η διαπραγματευτική στάση της Ουάσιγκτον συνιστά «μονομερή επιβολή όρων» και όχι πραγματική διπλωματία.
Διευκρίνισε ότι οι «θρησκευτικές πεποιθήσεις» του Ιράν δεν αποτελούν εμπόδιο για «ορθολογικές διαπραγματεύσεις»· αντίθετα, η προσήλωση της Ουάσιγκτον στη «μονομερή επιβολή όρων» —αντί για έναν ουσιαστικό διάλογο— είναι εκείνη που καθιστά τέτοιες συνομιλίες αδύνατες.
Ο Μπαγκαΐ υπογράμμισε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν να προσδοκούν μια βιώσιμη συμφωνία όταν απαιτούν παραχωρήσεις χωρίς αμοιβαιότητα, επιβάλλουν όρους και αγνοούν τα θεμιτά συμφέροντα της άλλης πλευράς.
Ο εκπρόσωπος κάλεσε τις ΗΠΑ να σταματήσουν να διατυπώνουν ιδεολογικά φορτισμένες υποθέσεις σχετικά με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των Ιρανών και, αντ’ αυτού, να κατανοήσουν τα στρατηγικά συμφέροντα και τις θεμιτές ανησυχίες του Ιράν για την ασφάλειά του.
«Και πάνω απ’ όλα, αντί να κατηγορείτε τους άλλους, κοιτάξτε το δικό σας ιστορικό με τις αθετημένες υποσχέσεις», επεσήμανε.
Οι δηλώσεις του Μπαγκαΐ έρχονται σε μια περίοδο κατά την οποία οι εντάσεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν παραμένουν άλυτες, παρά τις προσπάθειες για διαπραγματεύσεις και διάλογο τους τελευταίους μήνες.
Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, δήλωσε την Τρίτη ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να επιτευχθεί συμφωνία με το Ιράν, ισχυριζόμενος ότι οι Ιρανοί ηγέτες δεν γνωρίζουν πώς να διαπραγματεύονται και ότι ελέγχονται από «ριζοσπάστες Σιίτες κληρικούς», οι οποίοι καθοδηγούνται από τη θεολογία τους. Οι αναφορές ότι ο αμερικανικός στρατός έχει καταρτίσει σχέδια για νέες επιθέσεις κατά του Ιράν —με πιθανούς στόχους τις ενεργειακές υποδομές της χώρας και τις εγκαταστάσεις του ειρηνικού πυρηνικού της προγράμματος, με τη χρήση της βόμβας GBU-43/B Massive Ordnance Air Blast (MOAB), γνωστής και ως «Μητέρα όλων των βομβών»— υπογραμμίζουν τον κίνδυνο περαιτέρω αμερικανικής επιθετικότητας εναντίον της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Οι πρόσφατες αυτές απειλές έρχονται εν μέσω επανειλημμένων παραβιάσεων, εκ μέρους της Ουάσιγκτον, του Μνημονίου Συνεννόησης του Ισλαμαμπάντ (MoU), το οποίο είχε επιτευχθεί έπειτα από 40 ημέρες αμερικανο-ισραηλινής επιθετικότητας κατά του Ιράν.
Ο πόλεμος ξέσπασε στις 28 Φεβρουαρίου 2026, σε μια χρονική στιγμή κατά την οποία η Τεχεράνη και η Ουάσιγκτον βρίσκονταν σε διαπραγματεύσεις σχετικά με το ειρηνικό πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.
Οι επιθέσεις εξαπολύθηκαν μετά από τρεις γύρους έμμεσων διαπραγματεύσεων στη Μουσκάτ του Ομάν και στη Γενεύη της Ελβετίας, ενώ επρόκειτο να ξεκινήσουν τεχνικές συνομιλίες στη Βιέννη της Αυστρίας.
Το Ιράν απάντησε άμεσα, εξαπολύοντας μπαράζ πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών (drones) με στόχο τα κατεχόμενα από το Ισραήλ εδάφη, καθώς και αμερικανικές βάσεις και συμφέροντα σε ολόκληρη την περιοχή.













































