
Από τη Γαλλία και την Ιταλία έως την Ισπανία και την Πορτογαλία, οι νέοι διαδηλώνουν απέναντι σε ένα μέλλον που μοιάζει όλο και πιο αβέβαιο. Οι τιμές έχουν εκτοξευθεί, η στέγαση γίνεται απρόσιτη και οι μισθοί αδυνατούν να ακολουθήσουν το κόστος ζωής.
Το Aljazeera χρησιμοποιεί τα στοιχεία της Eurostat, ώστε να αποτυπώσει το οικονομικό χάσμα που μεγαλώνει ανάμεσα στις γενιές και εξηγούν γιατί η δυσαρέσκεια μετατρέπεται σε κοινωνική αναταραχή.
Στο επίκεντρο βρίσκονται η ακρίβεια, η έλλειψη προσιτής κατοικίας και οι περικοπές στις δημόσιες υπηρεσίες, με μια ολόκληρη γενιά να αμφισβητεί πλέον ότι θα ζήσει καλύτερα από τους γονείς της.
Η δυσαρέσκεια δεν περιορίζεται σε μία πολιτική κατεύθυνση ούτε σε μία χώρα. Οι κυβερνήσεις του Εμανουέλ Μακρόν στη Γαλλία, της Τζόρτζια Μελόνι στην Ιταλία και του Πέδρο Σάντσεθ στην Ισπανία βρίσκονται αντιμέτωπες με την αυξανόμενη κοινωνική πίεση, καθώς το κόστος της καθημερινότητας απομακρύνεται όλο και περισσότερο από τις οικονομικές δυνατότητες των πολιτών.
Πίσω από τις κινητοποιήσεις, τα οικονομικά δεδομένα δείχνουν το μέγεθος του προβλήματος: από το 2000, οι τιμές των αγαθών και των υπηρεσιών έχουν αυξηθεί από 59% έως 78% στις τέσσερις χώρες που εξετάζονται, ενώ οι μισθοί σε ορισμένες περιπτώσεις δεν έχουν καταφέρει να καλύψουν τις απώλειες της αγοραστικής δύναμης.
Έως 78% ακριβότερη η καθημερινότητα
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, οι τιμές για βασικά αγαθά και υπηρεσίες -όπως τρόφιμα, ενέργεια, μεταφορές και λογαριασμοί- αυξήθηκαν από το 2000 έως σήμερα κατά 78% στην Ισπανία, 71% στην Πορτογαλία, 68% στην Ιταλία και 59% στη Γαλλία.
Η μεταβολή γίνεται πιο κατανοητή αν εξεταστεί ένα ποσό που πριν από 26 χρόνια επαρκούσε για αγορές αξίας 100 ευρώ. Σήμερα, για να αγοραστούν αντίστοιχα αγαθά και υπηρεσίες απαιτούνται περίπου 178 ευρώ στην Ισπανία, 171 ευρώ στην Πορτογαλία, 168 ευρώ στην Ιταλία και 159 ευρώ στη Γαλλία.
Ο πληθωρισμός κινήθηκε κατά μέσο όρο κοντά στο 2% ετησίως, όμως το 2022 σημειώθηκε απότομη επιτάχυνση. Ο ετήσιος πληθωρισμός έφτασε το 8,7% στην Ιταλία, το 8,3% στην Ισπανία, το 8,1% στην Πορτογαλία και το 5,9% στη Γαλλία – τα υψηλότερα επίπεδα που είχαν καταγραφεί στις τέσσερις χώρες από το 2000 τουλάχιστον.
Καθοριστικό ρόλο έπαιξε η ενεργειακή κρίση μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, τον Φεβρουάριο του 2022. Τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς, οι τιμές της ενέργειας στην ευρωζώνη ήταν σχεδόν 42% υψηλότερες σε σύγκριση με έναν χρόνο νωρίτερα, ενώ σημαντικές αυξήσεις καταγράφηκαν και στα τρόφιμα.
Μόνο μεταξύ 2021 και 2023, οι τιμές αυξήθηκαν κατά 12% έως 15% στις τέσσερις χώρες. Ακόμη κι όταν ο πληθωρισμός υποχωρεί, οι τιμές δεν επιστρέφουν αυτομάτως στα προηγούμενα επίπεδα. Έτσι, τα νοικοκυριά εξακολουθούν να πιέζονται από το αυξημένο κόστος ζωής.
Μισθοί που δεν ακολουθούν το κόστος ζωής
Η αύξηση των τιμών δεν συνοδεύτηκε παντού από αντίστοιχη ενίσχυση των πραγματικών αποδοχών. Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ, προσαρμοσμένα με βάση τον δείκτη τιμών της Eurostat, ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης στην Ιταλία μειώθηκε σχεδόν κατά 5% σε πραγματικούς όρους μεταξύ 2000 και 2025.
Στην ίδια περίοδο, οι πραγματικοί μισθοί αυξήθηκαν κατά 7% στην Ισπανία, 11% στη Γαλλία και 20% στην Πορτογαλία.
Οι αριθμοί, ωστόσο, δεν αποτυπώνουν από μόνοι τους την ποιότητα των θέσεων εργασίας ούτε το πόσο εύκολα μπορεί ένας νέος εργαζόμενος να καλύψει τις βασικές του ανάγκες, αναφέρει το AlJazeera. Στην Ισπανία, για παράδειγμα, σημαντικό μέρος των νέων θέσεων εργασίας δημιουργήθηκε στον τουρισμό και στις υπηρεσίες, κλάδους στους οποίους πολλές θέσεις είναι εποχικές και χαμηλά αμειβόμενες.
Παράλληλα, οι γηράσκουσες κοινωνίες περιορίζουν τις ευκαιρίες για τους νεότερους εργαζομένους, ενώ το μισθολογικό χάσμα μεταξύ νεότερων και μεγαλύτερων ηλικιακών ομάδων διευρύνεται εδώ και δεκαετίες σε πολλές οικονομίες υψηλού εισοδήματος.
Το αποτέλεσμα είναι να αποδυναμώνεται η προσδοκία ότι κάθε νέα γενιά θα εξασφαλίζει καλύτερες οικονομικές συνθήκες από την προηγούμενη. Για πολλούς νέους, η σταθερή εργασία δεν αποτελεί πλέον εγγύηση οικονομικής ανεξαρτησίας.
Η κατοικία «άπιαστο όνειρο» για τους νέους
Η πρόσβαση στη στέγη αποτελεί ένα ακόμη σημείο έντασης. Σύμφωνα με τον δείκτη τιμών κατοικιών προς εισόδημα του ΟΟΣΑ, η προσιτότητα της κατοικίας έχει επιδεινωθεί και στις τέσσερις χώρες από το 2000, αν και με διαφορετικό ρυθμό.
Η μεγαλύτερη μεταβολή καταγράφεται στην Ισπανία, όπου ο δείκτης βρίσκεται 56% υψηλότερα από το επίπεδο του 2000, παρά τη σημαντική υποχώρηση που ακολούθησε τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008.
Στη Γαλλία, ο δείκτης είναι αυξημένος κατά 39% σε σύγκριση με το 2000, αν και έχει υποχωρήσει ελαφρώς από την κορύφωσή του το 2022.
Η Ιταλία παρουσιάζει μικρότερη μεταβολή: οι τιμές των κατοικιών έχουν κινηθεί σε γενικές γραμμές κοντά στην πορεία των εισοδημάτων, με τον δείκτη να βρίσκεται μόλις 5% υψηλότερα από το επίπεδο του 2000.
Στην Πορτογαλία, αντίθετα, η επιδείνωση υπήρξε ιδιαίτερα έντονη τα τελευταία χρόνια. Μετά από περίπου 15 χρόνια κατά τα οποία η κατοικία γινόταν πιο προσιτή, ο δείκτης αυξήθηκε κατά 67% από το 2015.
Ο συγκεκριμένος δείκτης συγκρίνει την εξέλιξη των τιμών των κατοικιών με τα εισοδήματα και προσφέρει μια γενική εικόνα της προσιτότητας. Δεν αποτυπώνει, ωστόσο, τις διαφορές ανάμεσα στις περιοχές και στα νοικοκυριά, ούτε συνυπολογίζει άμεσα το κόστος των στεγαστικών δανείων ή την ποιότητα των κατοικιών.
Για τους νέους, πάντως, το πρόβλημα είναι άμεσο: ακόμη κι όταν υπάρχει εργασία, η αγορά ή η ενοικίαση κατοικίας μπορεί να παραμένει δυσβάσταχτη, καθυστερώντας την οικονομική ανεξαρτησία και τη δημιουργία οικογένειας.
Εκπαίδευση υπό πίεση: Οι δημόσιες δαπάνες σε Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία και Πορτογαλία
Η εκπαίδευση βρίσκεται στο επίκεντρο των κινητοποιήσεων στη Γαλλία, όπου οι διαμαρτυρίες ξεκίνησαν με αιτήματα για την αντιμετώπιση του συνωστισμού στις σχολικές αίθουσες και των ελλείψεων σε εκπαιδευτικούς. Στο Βέλγιο και την Αλβανία, παράλληλα, διαδηλωτές έχουν εκφράσει την αντίθεσή τους στο αυξανόμενο κόστος της εκπαίδευσης και στα εμπόδια πρόσβασης στην πανεπιστημιακή φοίτηση.
Τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι οι δημόσιες δαπάνες για την εκπαίδευση ως ποσοστό του ΑΕΠ ακολουθούν διαφορετικές πορείες στις τέσσερις χώρες.
Στη Γαλλία, οι δαπάνες αντιστοιχούν στο 5,1% του ΑΕΠ, έναντι 5,6% το 2000. Στην Ιταλία, το ποσοστό αυξήθηκε από 4% το 2000 σε 4,4% το 2024.
Στην Ισπανία, οι δαπάνες παρέμειναν στο 4,1% του ΑΕΠ μεταξύ 2000 και 2024, ενώ στην Πορτογαλία μειώθηκαν από 4,8% σε 4,3% την ίδια περίοδο.
Τα ποσοστά αυτά δεν αποτυπώνουν από μόνα τους την ποιότητα της εκπαίδευσης, τις ελλείψεις προσωπικού ή τις συνθήκες που επικρατούν στις σχολικές αίθουσες. Αποτελούν, ωστόσο, έναν δείκτη της βαρύτητας που έχει η δημόσια εκπαίδευση στις κρατικές δαπάνες.
Μια γενιά που αμφισβητεί το ευρωπαϊκό κοινωνικό συμβόλαιο
Οι διαφορές ανάμεσα στις τέσσερις χώρες είναι σαφείς. Η Ισπανία εμφανίζει τη μεγαλύτερη αύξηση τιμών και σημαντική επιδείνωση στην προσιτότητα της κατοικίας. Η Πορτογαλία καταγράφει αύξηση των πραγματικών μισθών, αλλά και απότομη επιβάρυνση στη στέγαση τα τελευταία χρόνια. Η Ιταλία συνδυάζει τη μείωση των πραγματικών μισθών με σχετικά μικρότερη μεταβολή στον δείκτη κατοικίας προς εισόδημα, ενώ στη Γαλλία οι τιμές έχουν αυξηθεί λιγότερο από ό,τι στις άλλες τρεις χώρες, χωρίς αυτό να αποτρέπει την κοινωνική ένταση, σημειώνει το Aljazeera.
Κοινός παρονομαστής είναι η απόσταση ανάμεσα στο κόστος της καθημερινότητας και στις δυνατότητες των πολιτών να το καλύψουν. Για τους νέους, το ζήτημα δεν αφορά μόνο το ύψος των τιμών ή των μισθών, αλλά και την προοπτική να αποκτήσουν μια σταθερή δουλειά, να εξασφαλίσουν κατοικία και να σχεδιάσουν το μέλλον τους.
Οι διαδηλώσεις στη Γαλλία, την Ιταλία και την Ισπανία, μέσα σε ένα ευρύτερο κύμα κινητοποιήσεων στην Ευρώπη, αναδεικνύουν έτσι μια κρίση εμπιστοσύνης που ξεπερνά τις πολιτικές διαφορές. Το ερώτημα που αντιμετωπίζουν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν είναι μόνο πώς θα περιορίσουν την ακρίβεια, αλλά και πώς θα αποκαταστήσουν την πεποίθηση ότι η επόμενη γενιά μπορεί να ζήσει καλύτερα από την προηγούμενη.












































