Ορμούζ, Υεμένη, Πακιστάν και Κίνα στη νέα φάση της σύγκρουσης με τις ΗΠΑ και τη
Σαουδική Αραβία
Η Θάλασσα και η Ξηρά
Η σύγκρουση γύρω από το Ιράν εισέρχεται σε μια φάση όπου η γεωγραφία αποκτά ξανά
πρωταγωνιστικό ρόλο. Στον βορρά, το Στενό του Ορμούζ αποτελεί το άμεσο θαλάσσιο
μέτωπο, εκεί όπου η Τεχεράνη μπορεί να επηρεάσει τις ενεργειακές και εμπορικές ροές
χωρίς να χρειάζεται να αναμετρηθεί συμμετρικά με την αμερικανική ναυτική ισχύ. Στον
νότο, η Υεμένη και το Bab el-Mandeb δημιουργούν ένα δεύτερο κέντρο πίεσης,
συνδέοντας την Ερυθρά Θάλασσα με τον Ινδικό Ωκεανό και μεταφέροντας τη σύγκρουση
σε ένα διαφορετικό γεωγραφικό επίπεδο.
Το σημαντικό είναι ότι τα δύο μέτωπα δεν αποτελούν ένα ενιαίο στρατιωτικό θέατρο.
Συνδέονται όμως στρατηγικά. Η πίεση στο Ορμούζ επηρεάζει την ενέργεια και τη
ναυσιπλοΐα, ενώ η κατάσταση στην Υεμένη επηρεάζει μια διαφορετική θαλάσσια αρτηρία
και ταυτόχρονα δημιουργεί άμεσο πρόβλημα ασφαλείας για τη Σαουδική Αραβία. Έτσι, η
Τεχεράνη μπορεί να αυξάνει το κόστος των αντιπάλων της σε περισσότερους από έναν
γεωγραφικούς άξονες, χωρίς να απαιτείται απόλυτος επιχειρησιακός έλεγχος κάθε
παράγοντα που συμμετέχει στη σύγκρουση.
Αυτό είναι και το βασικό σημείο της νέας φάσης: η ισχύς δεν ταυτίζεται με τον έλεγχο.
Ένα κράτος μπορεί να διαθέτει μεγαλύτερη στρατιωτική ισχύ και παρ’ όλα αυτά να
αντιμετωπίζει περιορισμένες επιλογές όταν ο αντίπαλος έχει τη δυνατότητα να επιβάλει
κόστος, να ανοίγει νέα μέτωπα και να εκμεταλλεύεται κρίσιμα γεωγραφικά σημεία. Το
ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο ποιος διαθέτει τα περισσότερα όπλα, αλλά ποιος
διατηρεί περισσότερες επιλογές και ποιος αναγκάζεται να αντιδρά συνεχώς στις κινήσεις
του άλλου.
Σήμερα η αντιπαράθεση εξελίσσεται ταυτόχρονα σε διαφορετικούς χρόνους. Το Ιράν
αντιμετωπίζει το ταχύτερο οικονομικό ρολόι, καθώς ο αποκλεισμός και η πίεση στις
εξαγωγές αυξάνουν το κόστος για την ίδια την Τεχεράνη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες
διαθέτουν ένα βραδύτερο στρατιωτικό ρολόι, καθώς η συγκέντρωση πρόσθετων δυνάμεων
στην περιοχή απαιτεί χρόνο. Και πάνω από όλα υπάρχει ένα πολιτικό ρολόι, με την 3η
Νοεμβρίου να αποτελεί σημαντικό ορόσημο για την αμερικανική πλευρά. Η επικίνδυνη
ζώνη βρίσκεται ακριβώς στο κενό ανάμεσα σε αυτά τα τρία ρολόγια.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το Ορμούζ και η Υεμένη δεν αποτελούν απλώς δύο
ξεχωριστές κρίσεις. Αποτελούν δύο διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους η γεωγραφία
μετατρέπεται σε στρατηγική ισχύ.
Το Ορμούζ: Η σύγκρουση για το ποιος θα κινηθεί πρώτος
Το Στενό του Ορμούζ βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο μιας αντιπαράθεσης όπου η
στρατιωτική ισχύς και η πολιτική διαπραγμάτευση έχουν συνδεθεί άμεσα. Η Τεχεράνη έχει
θέσει συγκεκριμένους όρους για την επαναλειτουργία του Στενού, ζητώντας την άρση του
αποκλεισμού, την επιστροφή δεσμευμένων κεφαλαίων και την άρση των πετρελαϊκών
κυρώσεων. Σύμφωνα με το υλικό, το Ιράν έθεσε επταήμερο πλαίσιο για την
επαναλειτουργία του Ορμούζ, ενώ στις αρχές Οκτωβρίου η ιρανική πλευρά επανέλαβε ότι
το Στενό θα παραμείνει κλειστό μέχρι να ικανοποιηθούν οι όροι που έχει θέσει.
Η αμερικανική πλευρά δεν αποδέχθηκε αυτή τη σειρά ενεργειών. Εδώ βρίσκεται ένα από
τα σημαντικότερα σημεία της κρίσης. Η διαφωνία δεν αφορά μόνο το τι πρέπει να γίνει,
αλλά κυρίως το ποιος θα κινηθεί πρώτος. Η Τεχεράνη ζητά πρώτα την άρση των μέτρων
πίεσης και στη συνέχεια την επαναλειτουργία του Στενού. Η Ουάσιγκτον επιδιώκει
πρόοδο σε άλλα ζητήματα πριν προχωρήσει σε ουσιαστικές παραχωρήσεις. Έτσι, το
Ορμούζ έχει μετατραπεί σε διαπραγματευτικό μηχανισμό, όπου κάθε πλευρά προσπαθεί να
μεταφέρει στον αντίπαλο το πρώτο κόστος της υποχώρησης.
Για το Ιράν, όμως, ο χρόνος λειτουργεί διαφορετικά. Η οικονομική πίεση είναι άμεση. Τα
διαθέσιμα στοιχεία που περιλαμβάνονται στο briefing δείχνουν ότι τον Σεπτέμβριο δεν
καταγράφηκαν φορτώσεις ιρανικού αργού υπό τον αποκλεισμό, ενώ το rial βρέθηκε σε
ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Η Τεχεράνη επομένως δεν αντιμετωπίζει απλώς ένα
στρατιωτικό αδιέξοδο. Αντιμετωπίζει ένα οικονομικό ρολόι που τρέχει γρηγορότερα από
το αμερικανικό στρατιωτικό ρολόι.
Στην άλλη πλευρά, η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει διαφορετικό είδος πίεσης. Η άνοδος του
Brent κοντά στα 102 δολάρια στις αρχές Οκτωβρίου και η άνοδος της αμερικανικής τιμής
της βενζίνης σε εποχικά υψηλά επίπεδα δημιουργούν ένα πρόσθετο πολιτικό κόστος,
ιδιαίτερα καθώς πλησιάζει η 3η Νοεμβρίου. Ταυτόχρονα, η αμερικανική στρατιωτική
ενίσχυση στην περιοχή χρειάζεται χρόνο για να ολοκληρωθεί. Έτσι, η Τεχεράνη πιέζεται
οικονομικά τώρα, ενώ η Ουάσιγκτον διαθέτει μεγαλύτερο στρατιωτικό βάθος αλλά όχι
απεριόριστο πολιτικό χρόνο.
Το αποτέλεσμα είναι ένα παράδοξο στρατηγικό αδιέξοδο: κανείς δεν θέλει να κάνει
πρώτος την κίνηση που θα τον υποχρεώσει να πληρώσει το μεγαλύτερο κόστος. Και
ακριβώς εδώ το Ορμούζ παύει να είναι απλώς ένα στενό θαλάσσιο πέρασμα.
Μετατρέπεται σε εργαλείο διαπραγμάτευσης, αποτροπής και άσκησης πίεσης.
Το Ιράν έχει ήδη περάσει από την απειλή στην πράξη
Η κρίση στο Ορμούζ δεν βασίζεται πλέον μόνο σε απειλές και δηλώσεις. Η ιρανική
πλευρά έχει ήδη περάσει σε στρατιωτική δράση εναντίον αμερικανικών ναυτικών
δυνάμεων. Στις 5 Σεπτεμβρίου, σύμφωνα με την καταγραφή της αμερικανικής πλευράς,
αμερικανικό αεροπλανοφόρο και αντιτορπιλικό απέφυγαν πολλαπλούς βαλλιστικούς
πυραύλους που εκτοξεύθηκαν από το Ιράν. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία,
επειδή δείχνει ότι η Τεχεράνη είναι διατεθειμένη να μεταφέρει την αντιπαράθεση από το
επίπεδο της αποτροπής στο επίπεδο της πραγματικής στρατιωτικής πίεσης.
Η εξέλιξη αυτή δεν σημαίνει ότι το Ιράν διαθέτει τη δυνατότητα να καταστρέψει
οποιοδήποτε αμερικανικό πλοίο κατά βούληση. Αυτό θα ήταν ένα συμπέρασμα που δεν
υποστηρίζεται από το διαθέσιμο υλικό. Σημαίνει όμως κάτι διαφορετικό και στρατηγικά
σημαντικότερο: η αμερικανική ναυτική παρουσία στην περιοχή δεν μπορεί να θεωρείται
απαλλαγμένη από επιχειρησιακό κίνδυνο. Η Τεχεράνη έχει αποδείξει ότι μπορεί να
δημιουργήσει συνθήκες στις οποίες ακόμη και ένας πολύ ισχυρότερος ναυτικός
σχηματισμός υποχρεώνεται να αντιδράσει, να αλλάξει πορεία ή να ενεργοποιήσει τα
συστήματα άμυνάς του.
Στα μέσα Σεπτεμβρίου καταγράφηκε επίσης, σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους,
πλήγμα με ιρανικό cruise missile που τραυμάτισε οκτώ Αμερικανούς πεζοναύτες.
Παράλληλα, οι Φρουροί της Επανάστασης υποστήριξαν στις 28 Σεπτεμβρίου ότι
κατέλαβαν αμερικανικό υποβρύχιο όχημα. Η δεύτερη αυτή αναφορά παραμένει μη
επιβεβαιωμένη και δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως δεδομένο. Η διάκριση έχει σημασία,
γιατί η πραγματική εικόνα της σύγκρουσης διαμορφώνεται από γεγονότα διαφορετικού
βαθμού αξιοπιστίας.
Το σημαντικότερο, επομένως, δεν είναι να υπερτιμηθεί η ιρανική στρατιωτική ικανότητα,
αλλά να αναγνωριστεί η αλλαγή στη συμπεριφορά της. Η Τεχεράνη έχει δείξει ότι είναι
έτοιμη να αναλάβει στρατιωτικό ρίσκο απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ
ταυτόχρονα διευρύνει το πεδίο των πιθανών στόχων της και προετοιμάζεται για το
ενδεχόμενο ευρύτερης σύγκρουσης. Αυτό μεταβάλλει τον υπολογισμό της Ουάσιγκτον:
κάθε επόμενη κίνηση πρέπει να εξετάζεται όχι μόνο ως επίθεση ή αντίδραση, αλλά ως
πιθανός κρίκος μιας αλυσίδας κλιμάκωσης.
Εδώ βρίσκεται η ουσία της ιρανικής αποτροπής. Η Τεχεράνη δεν χρειάζεται να
εξουδετερώσει την αμερικανική ναυτική ισχύ για να την επηρεάσει. Αρκεί να καταστήσει
τη χρήση της ακριβότερη, πιο επικίνδυνη και πολιτικά πιο δύσκολη. Η στρατιωτική ισχύς
παραμένει αμερικανικό πλεονέκτημα. Η δυνατότητα όμως επιβολής κόστους είναι το
εργαλείο με το οποίο το Ιράν προσπαθεί να περιορίσει την ελευθερία κινήσεων αυτού του
πλεονεκτήματος.
4. Οι ΗΠΑ: Η στρατιωτική ενίσχυση και το αμερικανικό ρολόι
Η Ουάσιγκτον δεν αντιμετωπίζει την κρίση μόνο με διπλωματικά και οικονομικά μέσα. Η
στρατιωτική της παρουσία στην περιοχή αυξάνεται, όμως η εικόνα χρειάζεται προσεκτική
ανάγνωση. Το διαθέσιμο υλικό δεν τεκμηριώνει τρία αμερικανικά carrier groups ήδη
συγκεντρωμένα στο θέατρο. Η βασική εικόνα είναι δύο carrier groups στην περιοχή, ενώ
πρόσθετες δυνάμεις βρίσκονται σε πορεία προς την περιοχή. Η διαφορά αυτή δεν είναι
λεπτομέρεια. Δείχνει τη διαφορά ανάμεσα σε μια πραγματική στρατιωτική συγκέντρωση
και σε μια δυνητική μελλοντική δύναμη.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η κίνηση του Roosevelt carrier group και του Makin Island
amphibious group, το οποίο συνοδεύεται από το 13th Marine Expeditionary Unit. Τα πλοία
αναχώρησαν από το San Diego στα τέλη Σεπτεμβρίου και αναμένεται να φτάσουν στην
περιοχή αργότερα, προς τα τέλη Νοεμβρίου. Το Roosevelt μπορεί να λειτουργήσει ως
ενίσχυση ή αντικατάσταση υπάρχοντος αεροπλανοφόρου, ενώ το Makin Island διαθέτει
διαφορετικό επιχειρησιακό ρόλο, με δυνατότητες που σχετίζονται περισσότερο με
αμφίβιες επιχειρήσεις.
Η χρονική αυτή διαφορά είναι κρίσιμη. Η Ουάσιγκτον διαθέτει σημαντικό στρατιωτικό
βάθος, αλλά ένα μέρος της πρόσθετης ισχύος της δεν βρίσκεται ακόμη στο θέατρο. Αυτό
δημιουργεί ένα παράθυρο μέσα στο οποίο το Ιράν μπορεί να επιχειρήσει να εκμεταλλευτεί
την παρούσα κατάσταση πριν ολοκληρωθεί η αμερικανική ενίσχυση. Δεν αποτελεί
απόδειξη ότι η Τεχεράνη θα επιλέξει την κλιμάκωση. Αποτελεί όμως παράγοντα στον
στρατηγικό υπολογισμό.
Παράλληλα, οι αναφορές για περισσότερους από 20.000 επιπλέον Αμερικανούς
στρατιωτικούς στην περιοχή και η πιθανότητα παρουσίας έως και τριών carrier groups
μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου ή τον Νοέμβριο πρέπει να αντιμετωπίζονται ως μελλοντική
ανάπτυξη και εκτίμηση, όχι ως ήδη διαμορφωμένη πραγματικότητα. Το ίδιο το υλικό
επισημαίνει ότι η άφιξη των ενισχύσεων μπορεί να συνδέεται με τις επιλογές που θα είναι
διαθέσιμες μετά τις αμερικανικές εκλογές και όχι κατ’ ανάγκη με ειλημμένη απόφαση για
πόλεμο.
Έτσι διαμορφώνεται το αμερικανικό «ρολόι». Η Ουάσιγκτον έχει τη δυνατότητα να
συγκεντρώσει πολύ μεγαλύτερη συμβατική ισχύ από το Ιράν, αλλά η ισχύς αυτή
χρειάζεται χρόνο για να μετατραπεί σε επιχειρησιακή παρουσία. Και μέχρι τότε, κάθε νέο
ιρανικό πλήγμα εναντίον αμερικανικών πλοίων μπορεί να δημιουργήσει ένα διαφορετικό
πρόβλημα: να αναγκάσει την Ουάσιγκτον να αποφασίσει πριν ολοκληρωθεί η ανάπτυξη
που θα της έδινε περισσότερες επιλογές.
Η αμερικανική στρατιωτική υπεροχή είναι πραγματική. Δεν είναι όμως το ίδιο πράγμα με
τον απόλυτο έλεγχο του χρόνου, της γεωγραφίας και της κλιμάκωσης.
Η Υεμένη: Το δεύτερο κέντρο βάρους
Ενώ το Ορμούζ αποτελεί το άμεσο θαλάσσιο μέτωπο απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες, η
Υεμένη εξελίσσεται σε δεύτερο κέντρο βάρους της σύγκρουσης. Η Ansar Allah έχει
επεκτείνει την παρουσία της στη δυτική ακτή και, σύμφωνα με το διαθέσιμο υλικό, μέχρι
τις 10 Σεπτεμβρίου είχε καταλάβει σημαντικό τμήμα της παράκτιας ζώνης,
συμπεριλαμβανομένης της Mokha. Η εξέλιξη αυτή έχει σημασία πολύ πέρα από τα όρια
της ίδιας της Υεμένης, επειδή μεταφέρει το βάρος της αντιπαράθεσης προς το Bab el-
Mandeb και την Ερυθρά Θάλασσα.
Ωστόσο, εδώ χρειάζεται μια κρίσιμη διάκριση. Η γρήγορη κατάρρευση των παράκτιων
αμυνών δεν σημαίνει ότι η Ansar Allah έχει ήδη εξασφαλίσει τον έλεγχο ολόκληρης της
χώρας. Οι αναφορές για δυνατότητα κατάληψης όλης της Υεμένης μέσα σε λίγες
εβδομάδες αποτελούν εκτίμηση και όχι επιβεβαιωμένο γεγονός. Κυβερνητικές δυνάμεις
εξακολουθούν να διατηρούν θέσεις σε περιοχές όπως η Taiz και η Lahj, ενώ το δύσκολο
έδαφος, η αεροπορική ισχύς και η τοπική αντίσταση μπορούν να επιβραδύνουν σημαντικά
μια περαιτέρω προέλαση.
Η πραγματική στρατηγική αξία της δυτικής ακτής βρίσκεται στη γεωγραφία της. Ο
έλεγχος ή η απειλή ελέγχου της περιοχής γύρω από τη Mokha και το Bab el-Mandeb
επιτρέπει στην Ansar Allah να επηρεάζει έναν από τους σημαντικότερους θαλάσσιους
διαδρόμους που συνδέουν την Ερυθρά Θάλασσα με τον Ινδικό Ωκεανό. Έτσι, η πίεση που
ασκείται στο Ορμούζ από το Ιράν αποκτά ένα διαφορετικό, αλλά στρατηγικά συνδεδεμένο
αντίστοιχο στη νότια πλευρά της Αραβικής Χερσονήσου.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ιδιαίτερο πρόβλημα για τη Σαουδική Αραβία. Η Ansar Allah
δεν πιέζει πλέον μόνο από την πλευρά των χερσαίων συνόρων. Η παρουσία της στην ακτή
δημιουργεί ταυτόχρονα πίεση στη ναυσιπλοΐα, στο Bab el-Mandeb και στις θαλάσσιες
διαδρομές που συνδέονται με τη σαουδαραβική και ευρύτερη περιφερειακή οικονομία. Το
Ριάντ επομένως αντιμετωπίζει ένα δίλημμα: να αποδεχθεί την εδραίωση ενός νέου
συσχετισμού στην Υεμένη ή να επιχειρήσει να τον ανατρέψει στρατιωτικά.
Και εδώ εμφανίζεται μια δεύτερη κρίσιμη παράμετρος. Η Ansar Allah δεν αποτελεί απλώς
μια δύναμη που ενεργεί επειδή το Ιράν της δίνει εντολές. Το διαθέσιμο υλικό υπογραμμίζει
ότι διαθέτει δικούς της στρατηγικούς στόχους: την επικράτηση στην Υεμένη, τον έλεγχο
ενεργειακών και τελωνειακών πόρων, τον περιορισμό της σαουδαραβικής και δυτικής
επιρροής και τη διατήρηση στρατηγικού πλεονεκτήματος στο Bab el-Mandeb και την
Ερυθρά Θάλασσα.
Αυτό κάνει την Υεμένη ακόμη πιο σημαντική. Η Τεχεράνη μπορεί να επηρεάζει το
περιβάλλον της σύγκρουσης χωρίς να χρειάζεται να έχει απόλυτο επιχειρησιακό έλεγχο
πάνω σε κάθε κίνηση της Ansar Allah. Η δύναμη της γεωγραφίας βρίσκεται ακριβώς εκεί:
ένα τοπικό μέτωπο μπορεί να αποκτήσει περιφερειακή σημασία όταν βρίσκεται πάνω σε
έναν παγκόσμιο θαλάσσιο διάδρομο.
Η Σαουδική Αραβία ανοίγει το δεύτερο ρολόι
Η Σαουδική Αραβία εξετάζει στρατιωτική επιλογή στην Υεμένη, με σχέδιο που, σύμφωνα
με τις αναφερόμενες πληροφορίες, θα μπορούσε να στηριχθεί σε έως και 100.000
Υεμενίους στρατιώτες. Η επιχείρηση δεν έχει ακόμη ξεκινήσει και επομένως δεν πρέπει να
παρουσιάζεται ως δεδομένη. Το βασικό δίλημμα του Ριάντ είναι αν θα επιχειρήσει να
ανατρέψει την προέλαση της Ansar Allah ή αν θα αποδεχθεί μια νέα ισορροπία στην
παράκτια ζώνη.
Οι περιοχές της Taiz, της Lahj και του δρόμου προς το Aden αποκτούν ιδιαίτερη σημασία,
καθώς μια σαουδαραβική επιχείρηση θα μπορούσε να εξελιχθεί σε περισσότερους από
έναν άξονες. Παράλληλα, η κατοχή της δυτικής ακτής από την Ansar Allah αποτελεί
σημαντικό διαπραγματευτικό πλεονέκτημα, επειδή συνδέεται άμεσα με το Bab el-Mandeb.
Το Ριάντ έχει δηλώσει ότι δεν επιθυμεί εκεχειρία όσο η αντίπαλη δύναμη διατηρεί τον
έλεγχο του περάσματος.
Το πρόβλημα για τη Σαουδική Αραβία είναι η αντίφαση ανάμεσα στην πολιτική
αποκλιμάκωση και στη στρατιωτική προετοιμασία. Η δήλωση του διαδόχου στις 30
Σεπτεμβρίου για αποκλιμάκωση βρίσκεται σε ένταση με τα σχέδια στρατιωτικής δράσης
που καταγράφονται στις επόμενες ημέρες.
Ταυτόχρονα, έχουν καταγραφεί επιθέσεις εναντίον σαουδαραβικών στόχων, μεταξύ άλλων
πάνω από Jizan και Khamis Mushait. Η επίθεση στη Medina παραμένει αμφισβητούμενη
ως προς την ευθύνη, καθώς ο συνασπισμός την απέδωσε στην Ansar Allah, ενώ η ίδια η
οργάνωση την αρνήθηκε. Επομένως, το διαθέσιμο υλικό δεν επιτρέπει να παρουσιαστεί η
συγκεκριμένη επίθεση ως οριστικά αποδεδειγμένη.
Η Σαουδική Αραβία βρίσκεται έτσι μπροστά σε μια επιλογή με σημαντικό κόστος: μια
αποτυχημένη επίθεση θα μπορούσε να ενισχύσει την εικόνα ότι η Ansar Allah έχει
αποκτήσει μόνιμο στρατηγικό πλεονέκτημα, ενώ μια επιτυχημένη επιχείρηση ή μια
συμφωνημένη παύση των εχθροπραξιών θα μπορούσε να περιορίσει την επέκταση της
κρίσης.
Πακιστάν: Ο κρίσιμος ενδιάμεσος παράγοντας
Το Πακιστάν αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή βρίσκεται ταυτόχρονα στη διπλωματική
και στη στρατιωτική πλευρά της κρίσης. Στις 2 Οκτωβρίου, ο Πακιστανός αναπληρωτής
πρωθυπουργός Ishaq Dar ανέφερε ότι ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Abbas Araghchi
επιθυμεί πολιτική διευθέτηση στην Υεμένη και διάλογο με τις εμπλεκόμενες δυνάμεις αντί
στρατιωτικής στοχοποίησής τους. Το ζήτημα παραπέμφθηκε στην επιτροπή Strategic
Political and Defence του συμφώνου της Μέκκας.
Το Πακιστάν λειτουργεί επομένως ως δίαυλος επικοινωνίας με την Τεχεράνη, χωρίς να
παύει να στηρίζει τη Σαουδική Αραβία. Το ίδιο κανάλι χρησιμοποιήθηκε για τη μεταφορά
σαουδαραβικής προειδοποίησης προς το Ιράν, ενώ Ιρανός αξιωματούχος επιβεβαίωσε ότι
η προειδοποίηση έφτασε στην Τεχεράνη, διευκρινίζοντας ταυτόχρονα ότι το Ιράν δεν
ελέγχει την Ansar Allah.
Παράλληλα, οι αναφορές για 30.000–40.000 Πακιστανούς στη Σαουδική Αραβία, κυρίως
για συνοριακή και αεροπορική άμυνα, δείχνουν ότι το Πακιστάν έχει ήδη ουσιαστική
στρατιωτική παρουσία στο βασίλειο. Υπάρχουν επίσης αναφορές για τέσσερις
πακιστανικές πτήσεις φορτίου προς την Aden τον Σεπτέμβριο, με ελαφρύ πυροβολικό και
drones, καθώς και για συμβούλους που υποστηρίζουν τις υεμενίτικες δυνάμεις. Η θέση
των συμβούλων δεν έχει δημοσιοποιηθεί και δεν έχει αναφερθεί πακιστανική συμμετοχή
σε μάχες στην Υεμένη.
Έτσι, το Πακιστάν βρίσκεται σε μια ιδιαίτερη θέση: διαμεσολαβεί προς το Ιράν, ενώ
ταυτόχρονα αποτελεί μέρος της αμυντικής αρχιτεκτονικής της Σαουδικής Αραβίας. Αν η
πακιστανική παρουσία παραμείνει εκτός άμεσης σύγκρουσης, μπορεί να λειτουργήσει ως
δίαυλος αποκλιμάκωσης. Αν όμως πακιστανικό προσωπικό εμπλακεί άμεσα στις
επιχειρήσεις, το ίδιο κανάλι μπορεί να μετατραπεί σε παράγοντα κλιμάκωσης.
Ιράν και Ansar Allah: Επιρροή δεν σημαίνει έλεγχος
Η σχέση του Ιράν με την Ansar Allah αποτελεί έναν από τους πιο κρίσιμους αλλά και πιο
παρεξηγημένους παράγοντες της σύγκρουσης. Η Τεχεράνη παρέχει πολιτική και
στρατηγική στήριξη στην οργάνωση, όμως το διαθέσιμο υλικό δεν τεκμηριώνει απόλυτο
επιχειρησιακό έλεγχο των κινήσεών της. Αντίθετα, Ιρανός αξιωματούχος έχει δηλώσει ότι
το Ιράν δεν ελέγχει την Ansar Allah.
Η Ansar Allah διαθέτει δική της στρατηγική ατζέντα. Στόχος της δεν είναι μόνο η
αντιπαράθεση με τη Σαουδική Αραβία ή η εξυπηρέτηση των ιρανικών συμφερόντων.
Επιδιώκει την επικράτηση στην Υεμένη, τον έλεγχο ενεργειακών και τελωνειακών πόρων,
τον περιορισμό της σαουδαραβικής και δυτικής επιρροής και την αξιοποίηση του Bab el-
Mandeb και της Ερυθράς Θάλασσας ως στρατηγικού πλεονεκτήματος.
Αυτό δημιουργεί μια σημαντική διάκριση. Η Τεχεράνη μπορεί να επιδιώκει την ενίσχυση
της Ansar Allah και την επικράτησή της στην Υεμένη, χωρίς να επιθυμεί ταυτόχρονα έναν
άμεσο και γενικευμένο πόλεμο με τη Σαουδική Αραβία. Όμως η Ansar Allah έχει δικούς
της λόγους να συνεχίσει την πίεση προς το Ριάντ, ιδιαίτερα όσο διατηρεί τον έλεγχο της
παράκτιας ζώνης και του στρατηγικού χώρου γύρω από το Bab el-Mandeb.
Επομένως, η ιρανική επιρροή δεν πρέπει να συγχέεται με απόλυτο έλεγχο. Η Τεχεράνη
μπορεί να χρησιμοποιεί την ύπαρξη ενός αυτόνομου περιφερειακού παράγοντα για να
αυξάνει την πίεση στους αντιπάλους της, χωρίς κάθε ενέργεια αυτού του παράγοντα να
αποτελεί άμεση εντολή του Ιράν. Αυτή ακριβώς η σχέση μεταξύ επιρροής και αυτονομίας
είναι που κάνει το μέτωπο της Υεμένης στρατηγικά σημαντικό.
Τα όπλα του Ιράν και τα όρια της αποτροπής
Η στρατιωτική εικόνα του Ιράν δεν περιορίζεται στη χρήση βαλλιστικών πυραύλων. Η
Τεχεράνη στηρίζει την αποτροπή της σε συνδυασμό βαλλιστικών και cruise πυραύλων,
drones, κορεσμού της αντίπαλης άμυνας και ασύμμετρων δυνατοτήτων στη θάλασσα. Το
ζητούμενο δεν είναι μόνο η καταστροφή ενός στόχου, αλλά η δημιουργία ενός
περιβάλλοντος στο οποίο η αμερικανική ναυτική παρουσία και η εμπορική ναυσιπλοΐα
αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο.
Ιδιαίτερη θέση καταλαμβάνει ο Fattah-1. Ιρανικός στρατιωτικός ισχυρισμός αποδίδει στον
πύραυλο ταχύτητα περίπου Mach 13–15, ενώ η συγκεκριμένη ταχύτητα στο τελικό στάδιο
θεωρείται συμβατή με τις δυνατότητες που αποδίδονται σε τέτοια συστήματα. Το υλικό,
όμως, δεν τεκμηριώνει ανεξάρτητα όλες τις ιρανικές διακηρύξεις για τις επιδόσεις του.
Επομένως, οι αριθμοί πρέπει να παραμένουν ως ιρανικοί ισχυρισμοί και όχι ως πλήρως
επιβεβαιωμένα επιχειρησιακά δεδομένα.
Ακόμη μεγαλύτερη προσοχή χρειάζεται στο ζήτημα των πολλαπλών κεφαλών. Υπάρχουν
ενδείξεις και ιρανικές αναφορές που συνδέονται με πολεμικές κεφαλές υποπυρομαχικών,
όμως δεν υπάρχει ανεξάρτητη τεκμηρίωση ότι το Ιράν διαθέτει ήδη επιχειρησιακούς
MIRV με ανεξάρτητα κατευθυνόμενες κεφαλές. Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη, επειδή μια
δυνατότητα πολλαπλής διασποράς κεφαλών δεν είναι ταυτόσημη με ένα πλήρες σύστημα
MIRV.
Παράλληλα, παραμένει ανοιχτό το ζήτημα της ξένης προμήθειας προηγμένων πυραυλικών
συστημάτων μεγάλου βεληνεκούς. Το διαθέσιμο υλικό καταγράφει στοιχεία για κινεζικούς
φορητούς αντιαεροπορικούς πυραύλους, ενώ οι σχετικές αναφορές για κινεζική βοήθεια
σε αντιπλοϊκά συστήματα δεν έχουν επιβεβαιωθεί και το Πεκίνο τις έχει αρνηθεί.
Την 1η Οκτωβρίου, σύμβουλος της Αεροδιαστημικής Δύναμης των Φρουρών της
Επανάστασης υποστήριξε επίσης ότι το Ιράν διαθέτει πλέον νέα δυνατότητα προσβολής
κινούμενων στόχων με βαλλιστικούς πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς. Και αυτή η
πληροφορία παραμένει ισχυρισμός που δεν έχει παρατηρηθεί ανεξάρτητα. Το πραγματικό
ερώτημα για το Ορμούζ είναι επομένως πιο συγκεκριμένο: όχι αν το Ιράν διαθέτει
πυραύλους που μπορούν να απειλήσουν πλοία, αλλά κατά πόσο μπορεί να εντοπίσει, να
εγκλωβίσει και να πλήξει αξιόπιστα ένα κινούμενο πλοίο μέσα σε πραγματικές συνθήκες
μάχης.
Η αποτροπή της Τεχεράνης στηρίζεται τελικά στην αβεβαιότητα που δημιουργεί στον
αντίπαλο. Όσο η Ουάσιγκτον δεν μπορεί να γνωρίζει με βεβαιότητα ποια ιρανική
δυνατότητα είναι πραγματικά διαθέσιμη, ποια είναι υπερβολική και ποια έχει ήδη καταστεί
επιχειρησιακή, τόσο αυξάνεται το κόστος του δικού της υπολογισμού. Και στο Ορμούζ,
αυτό το κόστος μπορεί να μετατραπεί άμεσα σε επιχειρησιακό και οικονομικό κίνδυνο.
Κίνα, Κατάρ, Ομάν και το διπλωματικό περιβάλλον
Η στρατιωτική αντιπαράθεση εξελίσσεται παράλληλα με ένα δεύτερο επίπεδο, αυτό της
διαμεσολάβησης. Η Κίνα έχει συμφέρον στον περιορισμό της κλιμάκωσης, ιδιαίτερα
επειδή μια παρατεταμένη διαταραχή στο Ορμούζ και στις θαλάσσιες οδούς της περιοχής
επηρεάζει άμεσα τις ενεργειακές και εμπορικές ροές. Ο ρόλος της, όμως, δεν πρέπει να
παρουσιάζεται ως άμεσος στρατιωτικός έλεγχος της κρίσης. Η κινεζική επιρροή λειτουργεί
κυρίως στο επίπεδο της διπλωματικής πίεσης και της διατήρησης περιθωρίων για
αποκλιμάκωση.
Το Κατάρ και το Ομάν διατηρούν παράλληλα κρίσιμους διαύλους επικοινωνίας. Μέσω
αυτών των καναλιών μεταφέρονται προτάσεις και μηνύματα μεταξύ των πλευρών, γεγονός
που επιτρέπει να παραμένει ανοικτή η διπλωματική διαδικασία ακόμη και όταν η
στρατιωτική αντιπαράθεση συνεχίζεται. Το διαθέσιμο υλικό επισημαίνει ότι η αμερικανική
πρόταση και η ιρανική απάντηση παραμένουν σε σημαντικό βαθμό ανοικτά ζητήματα, ενώ
η διαφωνία για τη σειρά των ενεργειών εξακολουθεί να αποτελεί τον πυρήνα της
διαπραγμάτευσης.
Παράλληλα, Πακιστάν και Τουρκία αποκτούν περιφερειακό βάρος. Το Πακιστάν
βρίσκεται ήδη ανάμεσα στη διαμεσολάβηση προς την Τεχεράνη και στην αμυντική σχέση
του με το Ριάντ, ενώ η Τουρκία παρέχει drones και αποτελεί έναν ακόμη περιφερειακό
παράγοντα που μπορεί να επηρεάσει την εξέλιξη της ισορροπίας στην Υεμένη. Ωστόσο, το
διαθέσιμο υλικό δεν καταγράφει άμεση τουρκική ή πακιστανική συμμετοχή σε μάχες στην
Υεμένη.
Έτσι, η κρίση δεν εξελίσσεται μόνο ανάμεσα σε Ιράν, ΗΠΑ και Σαουδική Αραβία. Γύρω
από αυτά τα τρία κέντρα δημιουργείται ένα ευρύτερο πλέγμα κρατών που μπορούν να
λειτουργήσουν είτε ως δίαυλοι αποκλιμάκωσης είτε, εφόσον εμπλακούν περισσότερο, ως
παράγοντες διεύρυνσης της σύγκρουσης.
Τα δύο ρολόγια συναντώνται
Το Ορμούζ και το Bab el-Mandeb δεν αποτελούν το ίδιο επιχειρησιακό μέτωπο, αλλά η
ταυτόχρονη πίεση στα δύο σημεία δημιουργεί ένα ενιαίο στρατηγικό πρόβλημα. Το πρώτο
επηρεάζει άμεσα τις ενεργειακές ροές του Περσικού Κόλπου, ενώ το δεύτερο επηρεάζει
την κίνηση μέσω της Ερυθράς Θάλασσας. Η διατάραξη και των δύο θαλάσσιων
διαδρομών αυξάνει το κόστος μεταφοράς, την αβεβαιότητα και τον κίνδυνο για την
περιφερειακή και διεθνή ναυσιπλοΐα.
Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, το πρόβλημα είναι ότι τα δύο μέτωπα απαιτούν διαφορετικές
στρατιωτικές και πολιτικές απαντήσεις. Στο Ορμούζ, η προτεραιότητα είναι η προστασία
της ναυσιπλοΐας και η αντιμετώπιση της ιρανικής απειλής. Στην Υεμένη, η εξέλιξη
εξαρτάται περισσότερο από την προέλαση της Ansar Allah, τη σαουδαραβική αντίδραση
και την τύχη της παράκτιας ζώνης. Η συγκέντρωση δυνάμεων στο ένα μέτωπο δεν λύνει
αυτομάτως το πρόβλημα στο άλλο.
Την ίδια στιγμή, το Ιράν δεν χρειάζεται να επιδιώξει ταυτόχρονη άμεση σύγκρουση με
όλους τους αντιπάλους του. Η διατήρηση πίεσης στο Ορμούζ, σε συνδυασμό με την
εξέλιξη της κατάστασης στην Υεμένη, μπορεί να περιορίσει τις επιλογές της αντίπαλης
πλευράς χωρίς να απαιτείται πλήρης και άμεση ιρανική εμπλοκή σε κάθε σημείο. Το ίδιο
το briefing επισημαίνει ότι η Τεχεράνη μπορεί να επιδιώκει την επικράτηση της Ansar
Allah στην Υεμένη, ενώ παράλληλα να προσπαθεί να αποφύγει έναν γενικευμένο πόλεμο
με τη Σαουδική Αραβία.
Έτσι, τα δύο ρολόγια αρχίζουν να συναντώνται: το αμερικανικό στρατιωτικό ρολόι με την
άφιξη νέων δυνάμεων και το ιρανικό οικονομικό ρολόι που πιέζει την Τεχεράνη να
διατηρήσει διαπραγματευτική ισχύ πριν το κόστος γίνει μεγαλύτερο. Αν στο ενδιάμεσο
προστεθεί μια σαουδαραβική επιχείρηση στην Υεμένη ή νέο ιρανικό πλήγμα εναντίον
αμερικανικών πλοίων, το περιθώριο ελεγχόμενης διαχείρισης της κρίσης περιορίζεται
αισθητά.
Τι πρέπει να παρακολουθούμε
Η εξέλιξη της κρίσης θα κριθεί από ορισμένες συγκεκριμένες κινήσεις. Πρώτος δείκτης
είναι η επίσημη απάντηση του Ιράν στην αμερικανική πρόταση και η τελική απόφαση της
Ουάσιγκτον για το επόμενο βήμα στο Ορμούζ. Όσο παραμένει ανοικτό το ζήτημα της
σειράς των ενεργειών, η διαπραγμάτευση μπορεί να συνεχιστεί, αλλά η στρατιωτική πίεση
παραμένει ενεργή.
Δεύτερος δείκτης είναι η επανάληψη πυρών κοντά σε αμερικανικά πλοία, μαζί με νέες
επιθέσεις ή παρεμβάσεις σε δεξαμενόπλοια. Το Ιράν έχει ήδη δείξει ότι μπορεί να αυξήσει
το ρίσκο στη θάλασσα, ενώ στις 29–30 Σεπτεμβρίου καταγράφηκαν πλήγματα σε τρία
δεξαμενόπλοια με σημαία Λιβερίας. Μια νέα τέτοια εξέλιξη θα αύξανε την πιθανότητα
αμερικανικής στρατιωτικής αντίδρασης.
Τρίτος και ίσως σημαντικότερος δείκτης είναι η έναρξη της σαουδαραβικής παράκτιας
επιχείρησης στην Υεμένη. Σε συνδυασμό με πιθανή προέλαση της Ansar Allah προς Taiz ή
Marib, ή με νέες επιθέσεις εναντίον σαουδαραβικών ενεργειακών εγκαταστάσεων και
μεγάλων πόλεων, θα μπορούσε να αλλάξει γρήγορα τη δυναμική της κρίσης. Στους
υπόλοιπους κρίσιμους δείκτες περιλαμβάνονται η εξέλιξη της επιτροπής του Makkah
Agreement, η μετακίνηση αμερικανικών δυνάμεων, οι εξελίξεις γύρω από Abu Musa,
Tunbs, Larak και Qeshm και οποιαδήποτε νέα ιρανική κινητοποίηση στα νησιά του
Ορμούζ.
Το σημαντικό είναι ότι κανένας από αυτούς τους δείκτες, μόνος του, δεν αρκεί για να
προβλέψει την εξέλιξη. Η πραγματική αλλαγή θα προκύψει από τον συνδυασμό τους.
Τα τέσσερα πιθανά σενάρια
Μέχρι τις αρχές Νοεμβρίου, το διαθέσιμο υλικό διαμορφώνει τέσσερα βασικά σενάρια. Το
πρώτο είναι ένα διαχειριζόμενο αδιέξοδο, στο οποίο η πίεση στο Ορμούζ συνεχίζεται,
αλλά η κατάσταση στην Υεμένη παραμένει σχετικά περιορισμένη. Το δεύτερο είναι μια
ελεγχόμενη ιρανική πρόκληση στη θάλασσα, με την Τεχεράνη να διατηρεί την πίεση χωρίς
να οδηγεί τη σύγκρουση σε γενικευμένο πόλεμο. Το τρίτο είναι μια περιορισμένη
στρατιωτική σύγκρουση ΗΠΑ–Ιράν, ενώ το τέταρτο είναι μια ευρύτερη περιφερειακή
κρίση, στην οποία εμπλέκονται περισσότερα μέτωπα και κράτη.
Στην πρώτη εκτίμηση του briefing, το διαχειριζόμενο αδιέξοδο τοποθετείται στο 35–40%,
η ελεγχόμενη θαλάσσια πρόκληση στο 20–25%, η άμεση στρατιωτική ανταλλαγή ΗΠΑ–
Ιράν στο 15–20% και η ευρύτερη περιφερειακή κρίση στο 20–25%. Σε μεταγενέστερη
αναθεώρηση, το πρώτο σενάριο αυξάνεται στο 40–45%, ενώ το τέταρτο παραμένει στο
15–20%. Τα ποσοστά αυτά είναι εκτιμήσεις του συγκεκριμένου briefing και όχι γεγονότα.
Το ίδιο υλικό προσδιορίζει και τι θα μπορούσε να ανατρέψει αυτές τις εκτιμήσεις: μια
συμφωνία, πραγματική αποκλιμάκωση στα σύνορα, περιορισμός της ιρανικής δράσης στη
θάλασσα ή, αντίθετα, μια αναγκαστική αμερικανική απάντηση σε νέο ιρανικό πλήγμα,
γρήγορη κατάρρευση του υεμενίτικου μετώπου ή νέα διεύρυνση της σύγκρουσης.
Το κρίσιμο, επομένως, δεν είναι ποιο σενάριο θα «κερδίσει», αλλά ποιο γεγονός θα
αλλάξει τη δυναμική από τη διαχειριζόμενη πίεση στην ανεξέλεγκτη κλιμάκωση.
Τι μπορεί να ανατρέψει αυτές τις εκτιμήσεις.
Οι παραπάνω εκτιμήσεις δεν αποτελούν σταθερές προβλέψεις. Μπορούν να αλλάξουν
γρήγορα εάν ένα γεγονός μετατρέψει τη διαχειρίσιμη πίεση σε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση.
Το πρώτο στοιχείο που μπορεί να αλλάξει την εικόνα είναι μια νέα σοβαρή στρατιωτική
εμπλοκή στη θάλασσα, ιδιαίτερα εάν υπάρξει νέο ιρανικό πλήγμα εναντίον αμερικανικού
πλοίου ή επίθεση σε εμπορική ναυσιπλοΐα με σημαντικές συνέπειες.
Το δεύτερο είναι μια σαουδαραβική στρατιωτική επιχείρηση στην Υεμένη. Εάν το Ριάντ
περάσει από τον σχεδιασμό στην πράξη, ενώ ταυτόχρονα η Ansar Allah ενισχύει τη θέση
της στη δυτική ακτή, η κρίση μπορεί να μεταφερθεί από το τοπικό επίπεδο σε ευρύτερη
περιφερειακή αντιπαράθεση.
Το τρίτο είναι η περαιτέρω αμερικανική στρατιωτική ανάπτυξη. Η άφιξη πρόσθετων
δυνάμεων μπορεί να αυξήσει την αποτρεπτική ικανότητα των ΗΠΑ, αλλά ταυτόχρονα να
περιορίσει τα περιθώρια υποχώρησης και να αυξήσει τον κίνδυνο άμεσης σύγκρουσης.
Τέλος, ιδιαίτερη σημασία θα έχει η τύχη των διπλωματικών διαύλων, κυρίως μέσω
Πακιστάν, Κατάρ και Ομάν. Εάν αυτοί παραμείνουν ενεργοί, μπορούν να λειτουργήσουν
ως μηχανισμός περιορισμού της κλιμάκωσης. Εάν κλείσουν ταυτόχρονα με νέα
στρατιωτικά πλήγματα, η κρίση θα περάσει σε πολύ πιο δύσκολα διαχειρίσιμο στάδιο.
Όταν η θάλασσα συναντά την ξηρά
Το Ορμούζ και η Υεμένη αποτελούν δύο διαφορετικά γεωγραφικά μέτωπα, αλλά
συνδέονται από την ίδια στρατηγική πραγματικότητα: τη ναυσιπλοΐα, τις ενεργειακές ροές
και την πίεση στις περιφερειακές επιλογές των ΗΠΑ και της Σαουδικής Αραβίας.
Το Ιράν δεν χρειάζεται να αποκτήσει πλήρη και μόνιμο έλεγχο του Ορμούζ, ούτε η Ansar
Allah να ελέγξει ολόκληρη την Υεμένη, για να δημιουργηθεί στρατηγική πίεση. Η
ικανότητα αύξησης του κόστους στη θάλασσα, σε συνδυασμό με την πίεση στη δυτική
ακτή της Υεμένης και στο Bab el-Mandeb, αρκεί για να περιορίσει τις επιλογές των
αντιπάλων. Η ιρανική επιρροή είναι πραγματική, αλλά επιρροή δεν σημαίνει έλεγχος.
Αυτό είναι το ουσιαστικό γεωπολιτικό διακύβευμα. Ισχύς δεν σημαίνει έλεγχος. Οι
Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν σαφώς μεγαλύτερη συμβατική στρατιωτική ισχύ. Το Ιράν
διαθέτει μικρότερο αλλά διαφορετικό φάσμα δυνατοτήτων: γεωγραφικό πλεονέκτημα στο
Ορμούζ, πυραυλική και ασύμμετρη αποτροπή, δυνατότητα αύξησης του κόστους στη
ναυσιπλοΐα και περιφερειακές σχέσεις που περιορίζουν τις επιλογές μιας άμεσης
στρατιωτικής αντιπαράθεσης. Η Σαουδική Αραβία, από την άλλη, πρέπει να αντιμετωπίσει
την Ansar Allah χωρίς να μετατρέψει την Υεμένη σε έναν ακόμη μεγαλύτερο πόλεμο.
Το επόμενο διάστημα θα δείξει ποιο από τα δύο ρολόγια θα επικρατήσει: το οικονομικό
ρολόι που πιέζει την Τεχεράνη ή το στρατιωτικό και πολιτικό ρολόι που περιορίζει τα
περιθώρια της Ουάσιγκτον. Αν η διπλωματία διατηρήσει ανοικτούς τους διαύλους, η κρίση
μπορεί να παραμείνει υπό διαχείριση. Αν όμως συμπέσουν νέο ιρανικό πλήγμα στη
θάλασσα, σαουδαραβική επίθεση στην Υεμένη και περαιτέρω αμερικανική στρατιωτική
ανάπτυξη, τότε το περιθώριο ελέγχου της κλιμάκωσης θα περιοριστεί απότομα.
Το Ορμούζ και η Υεμένη δείχνουν τελικά κάτι ευρύτερο: στη σύγχρονη γεωπολιτική, η
ισχύς δεν μετριέται μόνο από τον αριθμό των πλοίων, των πυραύλων ή των στρατιωτών.
Μετριέται από την ικανότητα ενός κράτους να διατηρεί επιλογές, ελευθερία κινήσεων και
διαπραγματευτική ικανότητα μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η γεωγραφία μπορεί να
μετατρέψει ένα τοπικό μέτωπο σε περιφερειακή κρίση.
**Ισχύς δεν σημαίνει έλεγχος. Ισχύς σημαίνει επιλογές.**
Φίλιππος Μπουράτογλου – Ιστορικός ερευνητής – Εκπαιδευτής πολεμικών τεχνών
















































