Ορμούζ, Ιράν, Ομάν και Κίνα και η μετάβαση από την εξωπεριφερειακή ηγεμονία στην
πολυπολική αρχιτεκτονική.
Για δεκαετίες, η διεθνής τάξη οργανώθηκε γύρω από μια απλή υπόθεση: ότι ένας
κυρίαρχος γεωπολιτικός πόλος μπορούσε να καθορίζει τους βασικούς όρους λειτουργίας
ολόκληρων περιοχών του κόσμου. Η στρατιωτική παρουσία, ο έλεγχος των θαλάσσιων
διαδρομών, οι οικονομικοί μηχανισμοί και ένα εκτεταμένο δίκτυο συμμαχιών
δημιούργησαν την εικόνα ενός κόσμου όπου η ισχύς μπορούσε να ασκείται από ένα
κέντρο και να επιβάλλεται προς την περιφέρεια.
Η εικόνα αυτή όμως δεν αντιστοιχεί πλέον πλήρως στην πραγματικότητα.
Η σημερινή κρίση στον Περσικό Κόλπο αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο από μια ακόμη
αντιπαράθεση μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Ορμούζ, το Ομάν, η Κίνα και οι
περιφερειακές δυνάμεις που παρεμβαίνουν γύρω από την κρίση δείχνουν ότι η
γεωπολιτική επιστρέφει σε ένα σύστημα όπου κανένας παράγοντας δεν μπορεί να θεωρεί
δεδομένο ότι θα καθορίζει μόνος του τους όρους ενός ολόκληρου χώρου.
Το ζήτημα επομένως δεν είναι εάν η αμερικανική ισχύς εξαφανίζεται. Δεν εξαφανίζεται.
Το πραγματικό ερώτημα είναι διαφορετικό: μπορεί ακόμη μία εξωπεριφερειακή δύναμη να
μετατρέπει τη στρατιωτική της υπεροχή σε πολιτικό έλεγχο ενός γεωπολιτικού χώρου
χωρίς να χρειάζεται να διαπραγματεύεται με τις δυνάμεις που κατοικούν, ελέγχουν και
οργανώνουν τον ίδιο τον χώρο;
Στον Ορμούζ, η απάντηση αρχίζει να γίνεται πιο σύνθετη.
Το Ιράν συνδέει την επαναλειτουργία του περάσματος με συγκεκριμένους πολιτικούς
όρους. Το Ομάν εμφανίζεται ως περιφερειακός δίαυλος για τη διαχείριση της ναυσιπλοΐας.
Η Κίνα προωθεί την ιδέα μιας διαφορετικής αρχιτεκτονικής ασφαλείας για τη Μέση
Ανατολή. Και πίσω από όλα αυτά βρίσκεται μια ευρύτερη μεταβολή: η γεωγραφία παύει
να αντιμετωπίζεται ως παθητικό υπόβαθρο της διεθνούς πολιτικής και επανέρχεται ως
αυτόνομη πηγή ισχύος.
Αυτό είναι το ουσιαστικό περιεχόμενο της πολυπολικότητας.
Πολυπολικός κόσμος δεν σημαίνει απλώς περισσότερες ισχυρές χώρες. Σημαίνει ότι
περισσότεροι γεωπολιτικοί χώροι αποκτούν την ικανότητα να επηρεάζουν τους όρους με
τους οποίους λειτουργεί το διεθνές σύστημα. Η ισχύς δεν συγκεντρώνεται πλέον
αποκλειστικά σε ένα κέντρο, αλλά κατανέμεται ανάμεσα σε κράτη, περιφέρειες και
πολιτισμικούς χώρους που διαθέτουν διαφορετικά εργαλεία επιρροής.
Ο Ορμούζ είναι επομένως κάτι περισσότερο από ένα στενό. Είναι ένα παράδειγμα της
μετάβασης από έναν κόσμο όπου οι θαλάσσιες αρτηρίες θεωρούνταν μέρος μιας
δεδομένης παγκόσμιας τάξης, σε έναν κόσμο όπου οι ίδιες οι αρτηρίες μετατρέπονται σε
αντικείμενα διαπραγμάτευσης μεταξύ διαφορετικών πόλων.
Και όταν κανείς δεν μπορεί πλέον να αποφασίζει μόνος του για έναν ολόκληρο
γεωπολιτικό χώρο, τότε δεν αλλάζει απλώς η ισορροπία ισχύος.
Αλλάζει η ίδια η μορφή του κόσμου.
Η Μονοπολικότητα και η ψευδαίσθηση του απόλυτου ελέγχου.
Η μονοπολική τάξη στηρίχθηκε σε μια συγκεκριμένη αντίληψη της ισχύος: όποιος
διαθέτει την υπέρτερη στρατιωτική και οικονομική δυνατότητα μπορεί, σε μεγάλο βαθμό,
να καθορίζει τους κανόνες μέσα στους οποίους κινούνται οι υπόλοιποι. Η λογική αυτή δεν
περιορίστηκε στην άσκηση επιρροής. Μετατράπηκε σταδιακά σε αντίληψη δικαιώματος
διαχείρισης ολόκληρων γεωπολιτικών χώρων.
Η παρουσία αμερικανικών δυνάμεων σε κρίσιμες περιοχές της Ευρασίας και της Μέσης
Ανατολής υπήρξε βασικό εργαλείο αυτής της αρχιτεκτονικής. Βάσεις, στόλοι, αεροπορικές
υποδομές και δίκτυα συμμαχιών επέτρεψαν στην Ουάσιγκτον να επιχειρεί μακριά από την
αμερικανική επικράτεια και να παρεμβαίνει στις ισορροπίες περιοχών που βρίσκονται
χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τη Βόρεια Αμερική.
Όμως η στρατιωτική παρουσία δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με γεωπολιτική κυριαρχία.
Ένας στόλος μπορεί να βρίσκεται έξω από ένα στενό. Μια αεροπορική βάση μπορεί να
βρίσκεται λίγα χιλιόμετρα από μια κρίσιμη θαλάσσια αρτηρία. Ένα κράτος μπορεί να
διαθέτει τεράστια οικονομική και στρατιωτική ισχύ. Τίποτε από αυτά δεν καταργεί τη
γεωγραφία.
Η γεωγραφία παραμένει εκεί.
Και μαζί της παραμένουν τα κράτη, οι κοινωνίες, οι περιφερειακές δυνάμεις και οι
πολιτικοί χώροι που έχουν άμεσο συμφέρον από τον έλεγχο και τη λειτουργία της.
Αυτό είναι το σημείο στο οποίο αρχίζει να διαρρηγνύεται η λογική της μονοπολικότητας.
Όσο περισσότερο η εξωπεριφερειακή δύναμη χρειάζεται να διαπραγματεύεται με τις
δυνάμεις που βρίσκονται μέσα στον ίδιο τον γεωπολιτικό χώρο, τόσο περισσότερο η
στρατιωτική υπεροχή μετατρέπεται από εργαλείο απόλυτης επιβολής σε ένα από τα πολλά
εργαλεία της διαπραγμάτευσης.
Ο Ορμούζ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να διαθέτουν ναυτικές δυνάμεις στην περιοχή. Μπορούν
να επιχειρούν, να προστατεύουν πλοία και να ασκούν στρατιωτική πίεση. Δεν μπορούν
όμως να μεταφέρουν τον Ορμούζ αλλού. Δεν μπορούν να αφαιρέσουν από το Ιράν τη
γεωγραφική του θέση. Και δεν μπορούν να μετατρέψουν μονομερώς ένα περιφερειακό
ζήτημα σε καθαρά αμερικανικό ζήτημα.
Εδώ βρίσκεται η βαθύτερη αδυναμία κάθε απόλυτα μονοπολικής αντίληψης της διεθνούς
πολιτικής: θεωρεί ότι η υπεροχή ενός πόλου μπορεί να αντικαταστήσει τη γεωγραφία.
Δεν μπορεί.
Η νέα πραγματικότητα δεν είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έπαψαν να διαθέτουν ισχύ.
Είναι ότι η ισχύς τους συναντά πλέον περισσότερες αυτόνομες πηγές αντίστασης και
διαπραγματευτικής ικανότητας. Το Ιράν διαθέτει τη γεωγραφία του Ορμούζ. Το Ομάν
διαθέτει τη θέση και τον ρόλο του ως περιφερειακού διαύλου. Η Κίνα διαθέτει οικονομικό
βάρος, διπλωματική παρουσία και διαφορετική αντίληψη για την περιφερειακή
αρχιτεκτονική ασφαλείας.
Κανένας από αυτούς τους παράγοντες δεν χρειάζεται να γίνει παγκόσμιος ηγεμόνας.
Αρκεί να μπορεί να εμποδίσει έναν άλλο πόλο από το να είναι ο μοναδικός καθοριστής
των εξελίξεων.
Αυτό είναι το πρώτο θεμέλιο της πολυπολικότητας.
Ο Πόλος δεν είναι απλώς ένα Ισχυρό Κράτος.
Η πολυπολικότητα συχνά παρερμηνεύεται ως μια απλή αριθμητική μεταβολή της διεθνούς
ισχύος. Σαν να αρκεί να υπάρχουν δύο, τρεις ή πέντε ισχυρές χώρες για να μπορούμε να
μιλήσουμε για πολυπολικό κόσμο. Η πραγματικότητα είναι βαθύτερη.
Ένας γεωπολιτικός πόλος δεν είναι απλώς ένα κράτος με μεγάλο στρατό, μεγάλο ΑΕΠ ή
πυρηνικά όπλα. Είναι ένα κέντρο ισχύος που μπορεί να οργανώνει, να επηρεάζει ή να
προστατεύει έναν ευρύτερο γεωπολιτικό χώρο.
Ο πόλος επομένως βρίσκεται σε διαφορετικό επίπεδο από το κράτος.
Το κράτος διαθέτει κυριαρχία πάνω σε συγκεκριμένη επικράτεια. Ο πόλος διαθέτει τη
δυνατότητα να υπερβαίνει τα όρια αυτής της επικράτειας και να διαμορφώνει τις σχέσεις
γύρω του. Δεν χρειάζεται να κυβερνά άμεσα τις γειτονικές χώρες. Αρκεί να μπορεί να
επηρεάζει τους στρατηγικούς, οικονομικούς και πολιτικούς όρους με τους οποίους
λειτουργεί η περιοχή.
Αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη για την κατανόηση της σημερινής μετάβασης.
Το Ιράν, για παράδειγμα, δεν χρειάζεται να διαθέτει παγκόσμια στρατιωτική ισχύ για να
αποτελεί σημαντικό γεωπολιτικό παράγοντα. Η θέση του στον Περσικό Κόλπο, η
γειτνίασή του με τον Ορμούζ και η δυνατότητά του να επηρεάζει τις θαλάσσιες ροές
προσδίδουν στη χώρα δυνατότητες πολύ μεγαλύτερες από εκείνες που θα προέκυπταν αν
εξετάζαμε μόνο το μέγεθος της οικονομίας ή των ενόπλων δυνάμεών της.
Το ίδιο ισχύει με διαφορετικό τρόπο για την Κίνα.
Η κινεζική ισχύς δεν περιορίζεται στη στρατιωτική της παρουσία. Η οικονομία, το
εμπόριο, οι υποδομές, οι επενδύσεις, η διπλωματία και η δυνατότητα συμμετοχής στη
διαμόρφωση περιφερειακών θεσμών αποτελούν διαφορετικές μορφές ισχύος. Όταν αυτές
λειτουργούν ταυτόχρονα, δημιουργούν έναν πόλο που μπορεί να επηρεάζει πολύ
μεγαλύτερο χώρο από την ίδια την κινεζική επικράτεια.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της νέας πολυπολικότητας.
Δεν δημιουργείται απαραίτητα ένας νέος παγκόσμιος ηγεμόνας. Δημιουργούνται
πολλαπλά κέντρα ικανά να οργανώνουν διαφορετικούς χώρους και να επηρεάζουν ο ένας
τους όρους δράσης του άλλου.
Γι’ αυτό η πολυπολικότητα δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένας νέος διπολισμός με
διαφορετικούς πρωταγωνιστές. Η λογική της είναι διαφορετική. Ένας κόσμος πολλών
πόλων μπορεί να περιλαμβάνει συνεργασία σε έναν τομέα, ανταγωνισμό σε έναν δεύτερο
και ουδετερότητα σε έναν τρίτο. Οι σχέσεις δεν χρειάζεται να καταλήγουν σε δύο σταθερά
στρατόπεδα.
Η περίπτωση του Ορμούζ το δείχνει καθαρά.
Το Ιράν διαθέτει τη γεωγραφία. Το Ομάν διαθέτει τη δυνατότητα διαμεσολάβησης και
βρίσκεται ακριβώς πάνω στη γεωγραφία του περάσματος. Η Κίνα διαθέτει οικονομικό και
διπλωματικό βάρος και προωθεί την ιδέα μιας διαφορετικής περιφερειακής αρχιτεκτονικής
ασφαλείας.
Δεν αποτελούν έναν ενιαίο πόλο.
Αποτελούν όμως ένα παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο διαφορετικές πηγές ισχύος
μπορούν να αλληλεπιδρούν μέσα σε έναν χώρο χωρίς να υπάγονται όλες σε ένα μοναδικό
κέντρο.
Αυτό είναι το σημείο όπου η γεωπολιτική μετατρέπεται σε πολυπολική πολιτική.
Ο κόσμος δεν χρειάζεται να αποκτήσει έναν νέο ηγεμόνα για να αλλάξει. Αρκεί να
αποκτήσει αρκετούς αυτόνομους πόλους ώστε κανένας από αυτούς να μην μπορεί να
θεωρεί δεδομένη τη δυνατότητα μονομερούς καθορισμού των εξελίξεων.
Η ιστορική σημασία της σημερινής περιόδου βρίσκεται ακριβώς εδώ: όχι στην
αντικατάσταση μιας αυτοκρατορικής δύναμης από μια άλλη, αλλά στην επιστροφή της
πολλαπλότητας ως αρχής οργάνωσης του διεθνούς συστήματος.
Η Επιστροφή της Περιφέρειας
Η μονοπολική αντίληψη του κόσμου αντιμετώπισε για μεγάλο διάστημα τις περιφέρειες
ως χώρους στους οποίους εφαρμόζονταν αποφάσεις που λαμβάνονταν αλλού. Η Μέση
Ανατολή, η Ανατολική Ευρώπη, η Κεντρική Ασία και άλλες στρατηγικές περιοχές
μπορούσαν να θεωρούνται πεδία ανταγωνισμού μεγάλων δυνάμεων, χωρίς οι ίδιες οι
περιφερειακές δυνάμεις να αντιμετωπίζονται πάντοτε ως αυτόνομα κέντρα διαμόρφωσης
της τάξης.
Η πολυπολικότητα αλλάζει αυτή τη σχέση.
Η περιφέρεια παύει να είναι απλώς το αντικείμενο της γεωπολιτικής και αρχίζει να γίνεται
υποκείμενο. Οι χώρες που βρίσκονται μέσα σε έναν γεωγραφικό χώρο δεν διαθέτουν μόνο
τη δυνατότητα να αντιδρούν στις αποφάσεις των εξωτερικών δυνάμεων. Διαθέτουν και τη
δυνατότητα να καθορίζουν το κόστος, τους περιορισμούς και τις προϋποθέσεις με τις
οποίες αυτές οι δυνάμεις μπορούν να επιχειρούν.
Ο Περσικός Κόλπος είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Η σημασία του δεν προκύπτει μόνο από την παρουσία ξένων στρατιωτικών δυνάμεων ή
από τον όγκο της ενέργειας που διέρχεται από την περιοχή. Προκύπτει από το γεγονός ότι
η ίδια η γεωγραφία του Κόλπου δημιουργεί συγκεκριμένες σχέσεις ισχύος. Ο Ορμούζ
αποτελεί το σημείο όπου ο εσωτερικός χώρος του Κόλπου συναντά τον ανοιχτό θαλάσσιο
χώρο του Ινδικού Ωκεανού. Όποιος βρίσκεται μέσα σε αυτή τη γεωγραφία δεν μπορεί να
αντιμετωπιστεί απλώς ως παρατηρητής των εξελίξεων.
Το Ιράν βρίσκεται ακριβώς πάνω σε αυτή τη γεωγραφική πραγματικότητα.
Η σημασία του επομένως δεν εξαντλείται στο εάν διαθέτει μεγαλύτερη ή μικρότερη
στρατιωτική ισχύ από μια εξωπεριφερειακή δύναμη. Η γεωγραφική του θέση δημιουργεί
μια μορφή ισχύος που δεν μπορεί να μεταφερθεί αλλού ούτε να ακυρωθεί με μια απλή
στρατιωτική ανάπτυξη.
Αυτό είναι το βασικό χαρακτηριστικό της περιφερειακής αυτονομίας.
Μια περιφερειακή δύναμη δεν χρειάζεται να είναι ισχυρότερη από την παγκόσμια δύναμη
για να αποκτήσει στρατηγική αυτονομία. Χρειάζεται να διαθέτει μέσα με τα οποία μπορεί
να επηρεάζει το αποτέλεσμα μιας σύγκρουσης μέσα στον δικό της χώρο.
Η διαφορά είναι θεμελιώδης.
Στον μονοπολικό κόσμο, η ισχύς του εξωτερικού παράγοντα θεωρείται συχνά δεδομένη
και η περιφέρεια καλείται να προσαρμοστεί. Στον πολυπολικό κόσμο, ο εξωτερικός
παράγοντας εισέρχεται σε έναν χώρο όπου υπάρχουν ήδη άλλες πηγές ισχύος και
αναγκάζεται να συνυπολογίσει τη βούλησή τους.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η περιφέρεια γίνεται αυτόματα κυρίαρχη ούτε ότι οι εξωτερικές
δυνάμεις εξαφανίζονται. Σημαίνει ότι η σχέση μετατρέπεται από μονόδρομο σε
διαπραγμάτευση.
Το Ομάν αποκτά εδώ ιδιαίτερη σημασία. Η θέση του πάνω στον Ορμούζ και η ιστορική
του ικανότητα να διατηρεί διαύλους επικοινωνίας του επιτρέπουν να λειτουργεί
διαφορετικά από μια δύναμη που επιδιώκει να κυριαρχήσει στην περιοχή. Η
διαμεσολάβηση αποτελεί και αυτή μορφή γεωπολιτικής ισχύος.
Έτσι, μέσα σε έναν περιορισμένο γεωγραφικό χώρο μπορούμε να δούμε διαφορετικές
μορφές ισχύος να συνυπάρχουν:
το Ιράν διαθέτει τη γεωγραφική και στρατηγική θέση,
το Ομάν διαθέτει τον δίαυλο και τη δυνατότητα διαμεσολάβησης,
η Κίνα διαθέτει οικονομικό και διπλωματικό βάρος,
ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν σημαντικές στρατιωτικές δυνατότητες και δίκτυα
παρουσίας.
Το ενδιαφέρον βρίσκεται ακριβώς στο γεγονός ότι καμία από αυτές τις μορφές ισχύος δεν
ακυρώνει αυτομάτως τις υπόλοιπες.
Αυτό είναι το περιβάλλον μέσα στο οποίο γεννιέται η πολυπολική αρχιτεκτονική.
Η νέα τάξη δεν χρειάζεται να καταργήσει την ισχύ των παλαιών κέντρων. Χρειάζεται να
περιορίσει τη δυνατότητά τους να μετατρέπουν αυτή την ισχύ σε μονομερή πολιτική
απόφαση.
Η επιστροφή της περιφέρειας επομένως δεν είναι επιστροφή στην απομόνωση. Είναι
επιστροφή της γεωγραφίας ως πολιτικού υποκειμένου.
Και όταν οι περιφέρειες αποκτούν ξανά τη δυνατότητα να καθορίζουν τους όρους με τους
οποίους οι μεγάλες δυνάμεις εισέρχονται στον χώρο τους, τότε η διεθνής τάξη παύει να
είναι πραγματικά μονοκεντρική.
Η πολυπολικότητα αρχίζει από εκεί όπου η περιφέρεια παύει να θεωρεί τον εαυτό της
περιφέρεια.
Η Κίνα και η Νέα Αρχιτεκτονική της Ισχύος
Εάν η επιστροφή της περιφέρειας αποτελεί ένα από τα θεμέλια της πολυπολικότητας, το
επόμενο ερώτημα είναι ποιος μπορεί να στηρίξει αυτή την περιφερειακή αυτονομία χωρίς
να την μετατρέψει σε μια νέα μορφή εξάρτησης.
Εδώ εμφανίζεται η Κίνα.
Η κινεζική παρουσία στη Μέση Ανατολή δεν ακολουθεί ακριβώς το πρότυπο της
αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας. Το Πεκίνο διαθέτει στρατιωτικές δυνατότητες και
διατηρεί στρατιωτική εγκατάσταση στο Τζιμπουτί, όμως το βασικό βάρος της κινεζικής
ισχύος στην περιοχή βρίσκεται αλλού: στο εμπόριο, στις επενδύσεις, στις υποδομές, στην
ενέργεια και στη διπλωματία.
Η διαφορά δεν είναι απλώς ποσοτική. Είναι και γεωπολιτική.
Η αμερικανική αντίληψη ασφαλείας στη Μέση Ανατολή οικοδομήθηκε σε μεγάλο βαθμό
γύρω από την εξωπεριφερειακή στρατιωτική παρουσία και τα δίκτυα συμμαχιών. Η
κινεζική προσέγγιση επιχειρεί να συνδέσει την ασφάλεια με την οικονομική και πολιτική
διασύνδεση των ίδιων των περιφερειακών κρατών.
Αυτό αποτυπώθηκε και στις πρόσφατες κινεζικές τοποθετήσεις. Ο Wang Yi, μετά τη
συνάντησή του με τον Ιρανό υπουργό Εξωτερικών Abbas Araghchi, υποστήριξε ότι η
υπάρχουσα αρχιτεκτονική ασφαλείας στη Μέση Ανατολή δεν είναι πλέον επαρκής και ότι
απαιτείται μια νέα αρχιτεκτονική βασισμένη στην κοινή, συνολική, συνεργατική και
βιώσιμη ασφάλεια. Παράλληλα, το Πεκίνο ζήτησε την ασφαλή και απρόσκοπτη
ναυσιπλοΐα στον Ορμούζ.
Η θέση αυτή έχει σημασία όχι επειδή αποδεικνύει κάποια κινεζοϊρανική συμμαχία. Δεν
την αποδεικνύει.
Έχει σημασία επειδή αποκαλύπτει μια διαφορετική αντίληψη για το ποιος πρέπει να
συμμετέχει στη διαμόρφωση της περιφερειακής τάξης.
Το ζήτημα επομένως δεν είναι εάν η Κίνα πρόκειται να αντικαταστήσει τις Ηνωμένες
Πολιτείες ως νέος ηγεμόνας της Μέσης Ανατολής. Μια τέτοια ανάγνωση θα μετέφερε
απλώς τη μονοπολική λογική από έναν πόλο σε έναν άλλο.
Το πραγματικό ενδιαφέρον βρίσκεται στο εάν το Πεκίνο συμβάλλει στη δημιουργία ενός
περιβάλλοντος όπου οι περιφερειακές δυνάμεις μπορούν να διαπραγματεύονται τους
όρους ασφαλείας και οικονομικής λειτουργίας του χώρου τους με μεγαλύτερη αυτονομία.
Η διαφορά είναι θεμελιώδης.
Η Κίνα δεν χρειάζεται να ελέγχει τον Ορμούζ για να αποκτήσει γεωπολιτική επιρροή
πάνω στο ζήτημα. Αρκεί να αποτελεί έναν οικονομικό και διπλωματικό παράγοντα του
οποίου τα συμφέροντα συνδέονται άμεσα με την ομαλή λειτουργία των θαλάσσιων
διαδρομών από τον Περσικό Κόλπο προς τον Ινδικό Ωκεανό και την Ερυθρά Θάλασσα.
Το ίδιο ισχύει και για το Ιράν. Η Τεχεράνη δεν χρειάζεται την κινεζική στρατιωτική
προστασία για να αξιοποιήσει τη γεωγραφική της θέση. Μπορεί να χρησιμοποιεί τον
Ορμούζ ως δικό της στρατηγικό εργαλείο, ενώ παράλληλα η Κίνα μπορεί να επιδιώκει την
αποφυγή μιας γενικευμένης αποσταθεροποίησης που θα έπληττε τα δικά της οικονομικά
συμφέροντα.
Εδώ πρέπει να γίνει μια κρίσιμη διάκριση.
Η σύγκλιση συμφερόντων δεν είναι ταυτόσημη με τον συντονισμό.
Το γεγονός ότι το Πεκίνο υποστηρίζει το άνοιγμα του Ορμούζ, ζητά περιφερειακή
ασφάλεια και διατηρεί στενές σχέσεις με την Τεχεράνη δεν αποδεικνύει ότι οι ιρανικοί
όροι διαμορφώθηκαν από την Κίνα. Ούτε αποδεικνύει ότι υπάρχει ένας ενιαίος
σχεδιασμός μεταξύ Πεκίνου και Τεχεράνης.
Αυτό που μπορούμε να διαπιστώσουμε είναι κάτι πιο συγκεκριμένο: οι δύο χώρες
μπορούν να έχουν διαφορετικούς λόγους για να αντιτίθενται σε μια αποκλειστικά
εξωπεριφερειακή διαχείριση της ασφάλειας του Κόλπου.
Και ακριβώς αυτή η δυνατότητα παράλληλης δράσης χωρίς πλήρη ενοποίηση αποτελεί
χαρακτηριστικό μιας πολυπολικής τάξης.
Στον παλιό κόσμο των μπλοκ, η συνεργασία απαιτούσε συχνά στρατόπεδα. Στον
αναδυόμενο πολυπολικό κόσμο, οι σχέσεις μπορούν να είναι πιο σύνθετες. Ένα κράτος
μπορεί να συνεργάζεται οικονομικά με μια δύναμη, να διαπραγματεύεται πολιτικά με μια
δεύτερη και να διατηρεί ανταγωνιστικές σχέσεις με μια τρίτη.
Αυτό δεν δημιουργεί χάος.
Δημιουργεί πολλαπλότητα.
Η Κίνα επομένως δεν χρειάζεται να γίνει η νέα Αμερική για να συμβάλει στο τέλος της
αμερικανικής μονοπολικότητας. Αρκεί να ενισχύει ένα σύστημα στο οποίο η περιφερειακή
ασφάλεια δεν καθορίζεται αποκ
Οι Θαλάσσιες Πύλες και η Πολυπολική Γεωγραφία
Η νέα γεωπολιτική πραγματικότητα γίνεται ακόμη πιο καθαρή όταν εξετάσουμε τους
θαλάσσιους κόμβους που συνδέουν τον Περσικό Κόλπο με τον υπόλοιπο κόσμο.
Ο Ορμούζ και το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ δεν είναι δύο απομονωμένα σημεία στον χάρτη.
Αποτελούν διαδοχικούς κρίκους μιας μεγάλης θαλάσσιας αλυσίδας που συνδέει τον
Περσικό Κόλπο με την Αραβική Θάλασσα, τον Κόλπο του Άντεν, την Ερυθρά Θάλασσα
και τελικά τη Μεσόγειο.
Η ακολουθία είναι απλή:
Ορμούζ → Αραβική Θάλασσα → Κόλπος του Άντεν → Μπαμπ ελ-Μαντέμπ → Ερυθρά
Θάλασσα → Σουέζ → Μεσόγειος.
Ακριβώς γι’ αυτό η γεωπολιτική σημασία αυτών των περασμάτων είναι μεγαλύτερη από τα
φυσικά τους όρια. Όποιος μπορεί να επηρεάσει τη λειτουργία ενός κρίσιμου κόμβου δεν
χρειάζεται να ελέγχει ολόκληρη τη θαλάσσια διαδρομή για να αποκτήσει στρατηγική
επιρροή.
Στον Ορμούζ, η γεωγραφική θέση του Ιράν δημιουργεί μια μορφή ισχύος που δεν μπορεί
να μεταφερθεί αλλού. Στο Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, η δράση της Ansar Allah δημιουργεί
διαφορετικού τύπου πίεση πάνω στη θαλάσσια κυκλοφορία. Και στο Τζιμπουτί, στην
αφρικανική πλευρά του περάσματος, συγκεντρώνονται υποδομές και στρατιωτικές
παρουσίες που αποκτούν αξία ακριβώς επειδή βρίσκονται δίπλα σε έναν από τους
σημαντικότερους θαλάσσιους κόμβους του κόσμου.
Οι τρεις περιπτώσεις δεν αποτελούν έναν ενιαίο μηχανισμό.
Αποτελούν όμως ένα ενιαίο γεωγραφικό πρόβλημα για οποιαδήποτε δύναμη επιχειρεί να
διατηρήσει απρόσκοπτη πρόσβαση σε ολόκληρη την αλυσίδα.
Αυτό είναι το σημείο όπου η γεωγραφία μετατρέπεται σε πολιτική.
Μια παγκόσμια δύναμη μπορεί να διαθέτει βάσεις, στόλους και αεροπορικές δυνατότητες.
Μπορεί να επιχειρεί ταυτόχρονα σε διαφορετικές περιοχές. Όμως κάθε επιπλέον
γεωγραφικός κόμβος που απαιτεί προστασία αυξάνει την πολυπλοκότητα της παρουσίας
της.
Η διασπορά της ισχύος έχει επομένως και μια αντίστροφη πλευρά: όσο περισσότερους
χώρους πρέπει να ασφαλίσει μια εξωπεριφερειακή δύναμη, τόσο περισσότερους
παράγοντες πρέπει να υπολογίζει.
Το Τζιμπουτί αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Η αξία του δεν προέρχεται από το μέγεθος της χώρας ούτε από την οικονομική της ισχύ.
Προέρχεται από τη θέση της. Βρίσκεται δίπλα στο Μπαμπ ελ-Μαντέμπ και απέναντι από
την Υεμένη, σε ένα σημείο όπου η Αφρική, η Αραβική Χερσόνησος και οι θαλάσσιες οδοί
μεταξύ Ινδικού Ωκεανού και Ερυθράς Θάλασσας συναντώνται.
Επομένως, η στρατηγική σημασία του Τζιμπουτί είναι παράγωγο της γεωγραφίας.
Το ίδιο ισχύει για τις ξένες στρατιωτικές εγκαταστάσεις που βρίσκονται εκεί. Η παρουσία
τους αυξάνει τη δυνατότητα προβολής ισχύος στην περιοχή, αλλά ταυτόχρονα
αποκαλύπτει και την εξάρτηση της εξωπεριφερειακής στρατηγικής από συγκεκριμένα
γεωγραφικά σημεία.
Εδώ βρίσκεται μια από τις αντιφάσεις της μονοπολικής ισχύος.
Για να ελέγξει έναν μεγάλο χώρο, χρειάζεται βάσεις.
Για να προστατεύσει τις βάσεις, χρειάζεται πρόσβαση.
Για να διατηρήσει την πρόσβαση, χρειάζεται σταθερότητα.
Και για να εξασφαλίσει τη σταθερότητα, πρέπει να διαπραγματεύεται με τους παράγοντες
που μπορούν να επηρεάσουν τη γεωγραφία.
Η απόλυτη στρατιωτική ισχύς επομένως μετατρέπεται σταδιακά σε ανάγκη διαχείρισης
ενός ολοένα πιο σύνθετου δικτύου γεωπολιτικών σχέσεων.
Αυτό ακριβώς διαφοροποιεί τον πολυπολικό κόσμο από τον μονοπολικό.
Στον μονοπολικό κόσμο, οι γεωγραφικοί κόμβοι θεωρούνται τμήματα ενός συστήματος
που οργανώνεται από το κέντρο. Στον πολυπολικό κόσμο, οι ίδιοι κόμβοι αποκτούν
πολιτική αξία επειδή διαφορετικές δυνάμεις μπορούν να επηρεάζουν τη λειτουργία τους.
Ο Ορμούζ γίνεται αντικείμενο διαπραγμάτευσης.
Το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ γίνεται πεδίο περιφερειακής πίεσης.
Το Τζιμπουτί γίνεται στρατηγικός κόμβος για περισσότερες από μία μεγάλες δυνάμεις.
Και έτσι η παγκόσμια θαλάσσια γεωγραφία παύει να είναι ένας ενιαίος χώρος που
λειτουργεί σύμφωνα με τους κανόνες ενός κέντρου.
Μετατρέπεται σε μωσαϊκό γεωπολιτικών χώρων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε περιφερειακή δύναμη μπορεί να ελέγξει τον κόσμο. Σημαίνει
κάτι πολύ πιο σημαντικό: ότι μπορεί να επηρεάσει ένα τμήμα του κόσμου αρκετά ώστε οι
υπόλοιποι να αναγκάζονται να την υπολογίζουν.
Και όταν αυτό συμβαίνει ταυτόχρονα σε πολλούς γεωγραφικούς κόμβους, η
πολυπολικότητα παύει να είναι θεωρητική υπόθεση.
Γίνεται γεωγραφική πραγματικότητα.
Από την Ηγεμονία στη Διαπραγμάτευση
Η μεγαλύτερη αλλαγή που φέρνει η πολυπολικότητα δεν είναι η αντικατάσταση μιας
μεγάλης δύναμης από μια άλλη. Είναι η αλλαγή του τρόπου με τον οποίο ασκείται η ισχύς.
Στη μονοπολική λογική, η ισχύς τείνει να λειτουργεί κάθετα. Ένα κέντρο διαθέτει τα
μεγαλύτερα μέσα και οι υπόλοιποι παράγοντες καλούνται να προσαρμοστούν στους
κανόνες που αυτό θέτει. Η περιφέρεια μπορεί να αντιδρά, να διαπραγματεύεται ή να
αντιστέκεται, αλλά το βασικό πλαίσιο θεωρείται ότι καθορίζεται αλλού.
Η πολυπολικότητα μετατρέπει αυτή τη σχέση.
Όταν υπάρχουν περισσότεροι πόλοι, η ισχύς αποκτά οριζόντια διάσταση. Κάθε
παράγοντας πρέπει να υπολογίζει τις δυνατότητες των υπολοίπων. Η στρατιωτική υπεροχή
παραμένει σημαντική, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για να καθορίσει το αποτέλεσμα.
Αυτό φαίνεται καθαρά στον Ορμούζ.
Η Τεχεράνη δεν αντιμετωπίζει το πέρασμα απλώς ως στρατιωτικό σημείο. Το μετατρέπει
σε αντικείμενο πολιτικής διαπραγμάτευσης. Σύμφωνα με τις δημόσιες δηλώσεις του
Μοχσέν Ρεζαΐ, το Ιράν έχει συνδέσει την επαναλειτουργία του περάσματος με
συγκεκριμένες προϋποθέσεις και παράλληλα δηλώνει ότι βρίσκεται κοντά σε συμφωνία με
το Ομάν για τη διαχείριση της ναυσιπλοΐας.
Εδώ βρίσκεται η ουσία.
Το Ιράν δεν χρειάζεται να ελέγχει ολόκληρο τον Περσικό Κόλπο. Η γεωγραφική του θέση
αρκεί για να του δίνει τη δυνατότητα να μετατρέπει ένα παγκόσμια κρίσιμο πέρασμα σε
αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Η ισχύς του συγκεκριμένου χώρου προκύπτει από τη
συνάντηση γεωγραφίας, στρατηγικής θέσης και κρατικής ικανότητας.
Το Ομάν βρίσκεται σε διαφορετική κατηγορία. Δεν αποτελεί ισότιμο παγκόσμιο πόλο με
την Κίνα ή τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η σημασία του προέρχεται από τη γεωγραφική του
θέση και από τη δυνατότητα να λειτουργεί ως περιφερειακός δίαυλος και διαμεσολαβητής.
Είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα του ότι η γεωπολιτική επιρροή δεν ταυτίζεται πάντοτε
με το μέγεθος ενός κράτους.
Η Κίνα αποτελεί διαφορετικό επίπεδο ισχύος. Διαθέτει οικονομικό, εμπορικό και
διπλωματικό βάρος που εκτείνεται πολύ πέρα από την Ανατολική Ασία. Δεν χρειάζεται να
αναπτύξει έναν στόλο στον Ορμούζ για να επηρεάσει το αποτέλεσμα. Η οικονομική της
σχέση με την περιοχή και η πολιτική της παρουσία δημιουργούν έναν παγκόσμιο πόλο που
μπορεί να συμμετέχει στη διαμόρφωση της περιφερειακής αρχιτεκτονικής χωρίς να
χρειάζεται να την καταλάβει στρατιωτικά.
Απέναντί τους βρίσκονται οι Ηνωμένες Πολιτείες, ως η κυρίαρχη εξωπεριφερειακή
στρατιωτική δύναμη στην περιοχή, με εκτεταμένες στρατιωτικές υποδομές, ναυτικές και
αεροπορικές δυνατότητες και δίκτυο συμμαχιών.
Εδώ πρέπει να κάνουμε μια κρίσιμη διάκριση.
Δεν έχουμε τέσσερις ισότιμους πόλους.
Έχουμε διαφορετικές μορφές και επίπεδα ισχύος που συναντώνται στον ίδιο γεωπολιτικό
χώρο:
Ιράν → στρατηγική γεωγραφία και περιφερειακή ισχύς.
Ομάν → γεωγραφική θέση και διαμεσολαβητικός ρόλος.
Κίνα → οικονομικός, εμπορικός και διπλωματικός παγκόσμιος πόλος.
Ηνωμένες Πολιτείες → εξωπεριφερειακή στρατιωτική ισχύς και παγκόσμιο δίκτυο
προβολής ισχύος.
Κανένας από αυτούς τους παράγοντες δεν διαθέτει όλες τις μορφές ισχύος ταυτόχρονα.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία:
Η πολυπολικότητα δεν σημαίνει ότι όλοι έχουν την ίδια ισχύ. Σημαίνει ότι
κανείς δεν κατέχει όλες τις μορφές ισχύος που απαιτούνται για να ελέγξει μόνος
του έναν σύνθετο γεωπολιτικό χώρο.
Αυτό είναι που μετατρέπει την υπεροχή σε διαπραγμάτευση.
Η νέα τάξη δεν απαιτεί οι πόλοι να συμφωνούν. Μπορεί να λειτουργεί μέσα από
ανταγωνισμό, προσωρινές συμφωνίες, παράλληλες συνεργασίες και συγκρουόμενα
συμφέροντα. Η σταθερότητα δεν προκύπτει επειδή όλοι υπηρετούν τον ίδιο κανόνα, αλλά
επειδή κανένας παράγοντας δεν μπορεί να αγνοεί πλήρως τους υπόλοιπους.
Η διαφορά αυτή έχει μεγάλη ιστορική σημασία.
Όταν ένας γεωπολιτικός χώρος οργανώνεται από ένα εξωτερικό κέντρο, η σταθερότητα
εξαρτάται κυρίως από την ικανότητα του κέντρου να διατηρεί την παρουσία του. Όταν ο
ίδιος χώρος διαθέτει περισσότερες αυτόνομες πηγές ισχύος, η σταθερότητα μετατρέπεται
σε αποτέλεσμα συνεχούς διαπραγμάτευσης.
Αυτό βλέπουμε να διαμορφώνεται στον Περσικό Κόλπο.
Το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο ποιος διαθέτει τα περισσότερα πλοία ή τα περισσότερα
αεροσκάφη.
Το ερώτημα είναι ποιος μπορεί να επηρεάσει τους όρους με τους οποίους λειτουργεί ο
χώρος.
Και εδώ η γεωγραφία αποκτά ξανά την πολιτική της σημασία.
Η πολυπολικότητα επομένως δεν καταργεί την ισχύ. Τη διαχέει.
Δεν εξαφανίζει την ηγεμονική δύναμη. Περιορίζει τη δυνατότητά της να μετατρέπει
αυτομάτως την ισχύ σε πολιτική απόφαση.
Δεν καταργεί τον ανταγωνισμό. Τον μεταφέρει από την απόλυτη επιβολή στη διαρκή
διαπραγμάτευση.
Ο κόσμος δεν γίνεται απαραίτητα πιο ειρηνικός επειδή γίνεται πολυπολικός. Γίνεται όμως
περισσότερο σύνθετος. Και μέσα σε αυτή τη σύνθεση, η δυνατότητα ενός μόνο κέντρου να
αποφασίζει για όλους περιορίζεται.
Η εποχή της μονομερούς απόφασης δίνει σταδιακά τη θέση της στην εποχή της
διαπραγμάτευσης μεταξύ διαφορετικών κέντρων ισχύος.
Η Γεωγραφία ως Όριο της Ισχύος.
Για μεγάλο μέρος της μεταψυχροπολεμικής περιόδου, η γεωγραφία αντιμετωπίστηκε σαν
κάτι που μπορούσε να παρακαμφθεί από την τεχνολογία, την οικονομική ισχύ και την
παγκόσμια στρατιωτική παρουσία. Οι βάσεις, οι στόλοι, οι αεροπορικές υποδομές και τα
δίκτυα μεταφορών έδωσαν στις μεγάλες δυνάμεις τη δυνατότητα να επιχειρούν χιλιάδες
χιλιόμετρα μακριά από την επικράτειά τους.
Όμως η δυνατότητα παρουσίας δεν ταυτίζεται με τη δυνατότητα ελέγχου.
Το Ορμούζ είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ένα στενό θαλάσσιο πέρασμα δεν
χρειάζεται να ελέγχεται πλήρως από μία δύναμη για να αποκτήσει τεράστια γεωπολιτική
σημασία. Αρκεί η παρουσία μιας περιφερειακής δύναμης που μπορεί να επηρεάσει τη
λειτουργία του και να μετατρέψει τη διέλευση από αυτονόητη διαδικασία σε αντικείμενο
διαπραγμάτευσης.
Εδώ βρίσκεται μια κρίσιμη αλλαγή.
Η ισχύς δεν μετριέται μόνο από το πόσα πλοία, αεροσκάφη ή βάσεις διαθέτει ένας δρών.
Μετριέται και από το πού βρίσκεται, ποια γεωγραφικά σημεία επηρεάζει και πόσο
απαραίτητη είναι η συνεργασία του για τη λειτουργία ενός ευρύτερου συστήματος.
Το Ιράν δεν χρειάζεται να διαθέτει παγκόσμιο στρατιωτικό δίκτυο για να έχει βαρύτητα
στο Ορμούζ. Η γεωγραφική του θέση του παρέχει μια μορφή ισχύος που δεν μπορεί να
μεταφερθεί σε άλλη περιοχή ούτε να αντικατασταθεί εύκολα από μια μακρινή στρατιωτική
δύναμη.
Το ίδιο ισχύει, με διαφορετικό τρόπο, για το Ομάν. Η σημασία του δεν προκύπτει από το
μέγεθος της στρατιωτικής του ισχύος, αλλά από τη θέση του και από την ικανότητά του να
λειτουργεί ως δίαυλος επικοινωνίας μέσα σε έναν χώρο όπου οι άμεσες σχέσεις
αντιπαράθεσης δεν επαρκούν για να διασφαλίσουν τη σταθερότητα.
Και εδώ εμφανίζεται η ουσία της πολυπολικότητας.
Η γεωγραφία δημιουργεί μορφές ισχύος που δεν μπορούν να συγκεντρωθούν εύκολα σε
ένα μόνο κέντρο.
Μια παγκόσμια δύναμη μπορεί να έχει τη δυνατότητα να επιχειρεί παντού. Αυτό όμως δεν
σημαίνει ότι μπορεί να αποφασίζει παντού. Η απόσταση, οι τοπικές κοινωνίες, οι
περιφερειακές δυνάμεις, τα θαλάσσια περάσματα, οι ενεργειακές διαδρομές και οι
οικονομικές αλληλεξαρτήσεις δημιουργούν ένα πλέγμα περιορισμών.
Έτσι, ο σύγχρονος γεωπολιτικός χώρος γίνεται λιγότερο κάθετος.
Δεν υπάρχει πλέον μόνο το ερώτημα «ποιος είναι ισχυρότερος;».
Υπάρχει και το ερώτημα:
«Ποιος χρειάζεται ποιον, και σε ποιον χώρο;»
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο χαρακτηριστικό της μετάβασης από την ηγεμονική
λογική στην πολυπολική πραγματικότητα.
Η ισχύς δεν εξαφανίζεται. Κατακερματίζεται σε διαφορετικές μορφές, διαφορετικούς
χώρους και διαφορετικά επίπεδα.
Και όταν κανένα κράτος δεν συγκεντρώνει όλες αυτές τις μορφές ισχύος στο ίδιο
γεωπολιτικό σημείο, η απόλυτη επιβολή μετατρέπεται σταδιακά σε διαπραγμάτευση.
Η Πολυπολικότητα δεν Είναι Νέα Ισορροπία Δυνάμεων
Η πολυπολικότητα συχνά παρουσιάζεται ως μια απλή επιστροφή στον ανταγωνισμό των
μεγάλων δυνάμεων: περισσότερα ισχυρά κράτη, περισσότερες συμμαχίες, περισσότερα
κέντρα ισχύος.
Η εικόνα αυτή είναι ανεπαρκής.
Ένας πολυπολικός κόσμος δεν είναι απλώς ένας κόσμος στον οποίο υπάρχουν
περισσότερες μεγάλες δυνάμεις. Είναι ένας κόσμος στον οποίο η ισχύς οργανώνεται σε
διαφορετικούς γεωπολιτικούς χώρους και δεν συγκεντρώνεται πλήρως σε ένα μοναδικό
κέντρο.
Αυτό σημαίνει ότι ένας πόλος δεν πρέπει να ορίζεται μόνο από το μέγεθος του κράτους
που βρίσκεται στον πυρήνα του. Πρέπει να εξετάζεται η ικανότητά του να επηρεάζει έναν
ευρύτερο χώρο, να διαμορφώνει σχέσεις, να προστατεύει τα συμφέροντά του και να
δημιουργεί όρους που άλλοι δρώντες είναι υποχρεωμένοι να λάβουν υπόψη.
Γι’ αυτό το κράτος και ο γεωπολιτικός πόλος δεν είναι ταυτόσημες έννοιες.
Ένα κράτος μπορεί να είναι ισχυρό χωρίς να αποτελεί παγκόσμιο πόλο. Αντίστοιχα, ένας
γεωπολιτικός χώρος μπορεί να αποκτήσει ιδιαίτερη αυτονομία χωρίς να διαθέτει ένα
ενιαίο πολιτικό κέντρο.
Η σημερινή πραγματικότητα στη Μέση Ανατολή το αποκαλύπτει καθαρά.
Το Ιράν διαθέτει συγκεκριμένη στρατηγική γεωγραφία και σημαντική περιφερειακή
επιρροή. Το Ομάν διαθέτει διαφορετικό βάρος, που συνδέεται κυρίως με τη γεωγραφική
του θέση και τον διαμεσολαβητικό του ρόλο. Η Κίνα διαθέτει οικονομική, εμπορική και
διπλωματική ισχύ σε παγκόσμια κλίμακα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν ένα
εκτεταμένο στρατιωτικό και επιχειρησιακό δίκτυο.
Δεν πρόκειται για τέσσερις ισοδύναμους πόλους.
Πρόκειται για διαφορετικές μορφές ισχύος που τέμνονται μέσα στον ίδιο γεωπολιτικό
χώρο.
Αυτό ακριβώς είναι που διαφοροποιεί την πολυπολικότητα από την κλασική αντίληψη της
ισορροπίας δυνάμεων.
Η ισορροπία δυνάμεων μπορεί να περιγραφεί ως σχέση μεταξύ κρατών που
ανταγωνίζονται για σχετική ισχύ. Η πολυπολικότητα είναι ευρύτερη. Περιλαμβάνει κράτη,
περιφέρειες, πολιτισμικούς χώρους, οικονομικά δίκτυα, ενεργειακές διαδρομές και
στρατηγικά περάσματα.
Οι σχέσεις μεταξύ αυτών των κέντρων δεν χρειάζεται να είναι μόνιμα συμμαχικές.
Μπορούν να συνεργάζονται σε ένα ζήτημα και να ανταγωνίζονται σε ένα άλλο. Μπορούν
να διατηρούν διαφορετικές στρατηγικές και ταυτόχρονα να συγκλίνουν σε ένα
συγκεκριμένο συμφέρον. Μπορούν επίσης να αρνούνται την ένταξή τους σε ένα ενιαίο
μπλοκ.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την κατανόηση της σημερινής μετάβασης.
Η πολυπολικότητα δεν απαιτεί τη δημιουργία ενός νέου ενιαίου στρατοπέδου απέναντι
στη Δύση. Δεν απαιτεί μια ενιαία «αντιδυτική συμμαχία». Μια τέτοια αντίληψη θα
αναπαρήγαγε απλώς τη λογική των δύο στρατοπέδων με διαφορετικούς πρωταγωνιστές.
Η βαθύτερη αλλαγή βρίσκεται αλλού.
Όσο περισσότερα κέντρα μπορούν να ασκούν διαφορετικές μορφές ισχύος, τόσο
δυσκολότερο γίνεται για ένα μόνο κέντρο να μετατρέπει τη δική του ισχύ σε καθολικό
πολιτικό αποτέλεσμα.
Το Ορμούζ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της διαδικασίας.
Η στρατιωτική ισχύς μπορεί να βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό εκτός της περιοχής. Η
γεωγραφία όμως βρίσκεται μέσα στην περιοχή. Η οικονομική ισχύς μπορεί να είναι
παγκόσμια. Η ανάγκη για ασφαλείς εμπορικές διαδρομές όμως είναι συγκεκριμένη και
γεωγραφικά εντοπισμένη. Η διπλωματική ισχύς μπορεί να προέρχεται από μια άλλη
ήπειρο, αλλά η διαπραγμάτευση πραγματοποιείται μέσα σε έναν πραγματικό χώρο, με
πραγματικούς δρώντες και πραγματικούς περιορισμούς.
Έτσι δημιουργείται μια νέα μορφή παγκόσμιας τάξης.
Όχι ένας κόσμος όπου όλοι είναι ίσοι.
Αλλά ένας κόσμος όπου κανείς δεν διαθέτει όλες τις προϋποθέσεις της ισχύος σε όλους
τους χώρους ταυτόχρονα.
Αυτή είναι η ουσία της πολυπολικότητας.
Δεν είναι η κατάργηση της ισχύος. Είναι η κατάργηση της αυτονόητης μετατροπής της
ισχύος σε απόλυτο έλεγχο.
Από την Επιβολή των Κανόνων στη Συνύπαρξη των Χώρων
Κάθε διεθνής τάξη στηρίζεται σε μια συγκεκριμένη αντίληψη για το ποιος έχει το
δικαίωμα να καθορίζει τους κανόνες.
Στη μονοπολική λογική, η απάντηση είναι σχετικά απλή. Η ισχυρότερη δύναμη
διαμορφώνει σε μεγάλο βαθμό το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούνται οι υπόλοιποι. Οι
θεσμοί, οι συμμαχίες, οι οικονομικές σχέσεις και η στρατιωτική παρουσία λειτουργούν
μέσα σε ένα σύστημα όπου υπάρχει ένας σαφής πυρήνας ισχύος.
Η πολυπολικότητα μεταβάλλει αυτή τη σχέση.
Όταν εμφανίζονται περισσότερα κέντρα με δυνατότητα αυτόνομης δράσης, οι κανόνες δεν
μπορούν πλέον να λειτουργούν αποκλειστικά ως προέκταση ενός κέντρου. Πρέπει να
προκύπτουν από τη συνάντηση διαφορετικών συμφερόντων, διαφορετικών γεωγραφικών
χώρων και διαφορετικών αντιλήψεων για την ασφάλεια.
Αυτό δεν σημαίνει ότι εξαφανίζεται η σύγκρουση.
Σημαίνει ότι η σύγκρουση αποκτά διαφορετική μορφή.
Ένα κράτος μπορεί να απορρίπτει έναν κανόνα χωρίς να έχει τη δυνατότητα να επιβάλει
έναν δικό του παγκόσμιο κανόνα. Μπορεί όμως να διαθέτει αρκετή γεωγραφική,
οικονομική ή στρατηγική ισχύ ώστε να εμποδίζει την πλήρη εφαρμογή του κανόνα που
του επιβάλλεται.
Εδώ βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα στην ηγεμονία και στην πολυπολική διαπραγμάτευση.
Η ηγεμονία επιδιώκει να διαμορφώσει το πλαίσιο μέσα στο οποίο οι άλλοι θα κινηθούν.
Η πολυπολικότητα δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου το ίδιο το πλαίσιο αποτελεί
αντικείμενο διαπραγμάτευσης.
Το Ορμούζ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μετάβασης. Η διεθνής
ναυσιπλοΐα δεν είναι ένα αφηρημένο δικαίωμα που αιωρείται έξω από τη γεωγραφία.
Εξαρτάται από έναν συγκεκριμένο χώρο, από συγκεκριμένα κράτη και από συγκεκριμένες
συνθήκες ασφάλειας.
Όταν η λειτουργία αυτού του χώρου γίνεται αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ του
Ιράν, του Ομάν και άλλων περιφερειακών και εξωπεριφερειακών δρώντων, η ίδια η
γεωγραφία μετατρέπεται σε μέρος της διαδικασίας παραγωγής των κανόνων.
Αυτό είναι σημαντικότερο από το ίδιο το ερώτημα αν ένα συγκεκριμένο κράτος «κερδίζει»
ή «χάνει».
Το πραγματικό ζήτημα είναι ποιος συμμετέχει πλέον στη διαμόρφωση των όρων.
Η Κίνα, για παράδειγμα, δεν χρειάζεται να αποκτήσει τον έλεγχο του Ορμούζ για να
επηρεάσει τη συζήτηση γύρω από την ασφάλεια του Κόλπου. Η οικονομική της σχέση με
την περιοχή και η διπλωματική της παρουσία δημιουργούν διαφορετικό είδος βάρους.
Το Ομάν δεν χρειάζεται να διαθέτει παγκόσμια στρατιωτική ισχύ για να αποκτήσει
σημασία. Η γεωγραφία και η δυνατότητα διαμεσολάβησης αρκούν για να το καταστήσουν
χρήσιμο κρίκο.
Το Ιράν δεν χρειάζεται να διαθέτει παγκόσμιο δίκτυο βάσεων για να επηρεάσει μια
παγκόσμια θαλάσσια αρτηρία. Η θέση του στον χώρο αρκεί για να δημιουργήσει
στρατηγικό βάρος.
Και οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να διαθέτουν σημαντική στρατιωτική ισχύ και
δυνατότητα προβολής ισχύος. Αυτό όμως δεν σημαίνει αυτομάτως ότι κάθε στρατιωτική
δυνατότητα μετατρέπεται σε πολιτική επιβολή.
Έτσι, η νέα τάξη δεν είναι ένας κόσμος χωρίς ισχυρούς παίκτες.
Είναι ένας κόσμος όπου η ισχύς αποκτά όρια ανάλογα με τον χώρο στον οποίο επιχειρεί να
εφαρμοστεί.
Η μετάβαση αυτή δημιουργεί μια βαθύτερη αλλαγή στη διεθνή πολιτική.
Ο κόσμος παύει σταδιακά να μοιάζει με μια πυραμίδα, στην κορυφή της οποίας βρίσκεται
ένα μοναδικό κέντρο, και αρχίζει να μοιάζει περισσότερο με ένα δίκτυο γεωπολιτικών
χώρων που αλληλεπιδρούν, συγκρούονται, συνεργάζονται και διαπραγματεύονται.
Αυτό είναι το πραγματικό περιεχόμενο της πολυπολικότητας.
Όχι η αντικατάσταση ενός ηγεμόνα από έναν νέο ηγεμόνα, αλλά η μετάβαση από έναν
κόσμο όπου οι κανόνες επιβάλλονται ευκολότερα σε έναν κόσμο όπου οι κανόνες πρέπει
όλο και περισσότερο να συνδιαμορφώνονται.
Και όσο η διαδικασία αυτή επεκτείνεται πέρα από τον Περσικό Κόλπο, τόσο περισσότερο
αλλάζει όχι μόνο η ισορροπία της ισχύος, αλλά η ίδια η αρχιτεκτονική του διεθνούς
συστήματος.
Η Αυτονομία των Γεωπολιτικών Χώρων.
Η πολυπολικότητα δεν ολοκληρώνεται όταν εμφανίζονται περισσότερες ισχυρές χώρες.
Ολοκληρώνεται όταν οι γεωπολιτικοί χώροι αποκτούν ικανότητα αυτόνομης στρατηγικής
δράσης.
Όμως η αυτονομία δεν μπορεί να είναι απλώς ένας πολιτικός χαρακτηρισμός. Χρειάζεται
συγκεκριμένα κριτήρια.
Ένας γεωπολιτικός χώρος μπορεί να θεωρηθεί στρατηγικά αυτόνομος όταν διαθέτει, σε
επαρκή βαθμό, τουλάχιστον πέντε βασικές ικανότητες:
Πρώτον, γεωγραφικό έλεγχο ή ουσιαστική επιρροή στον κρίσιμο χώρο.
Πρέπει να μπορεί να επηρεάζει τη λειτουργία του γεωγραφικού χώρου στον οποίο
στηρίζεται η ισχύς του. Το Ορμούζ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα: η θέση του Ιράν
δημιουργεί στρατηγικό βάρος ακριβώς επειδή βρίσκεται πάνω στον συγκεκριμένο χώρο.
Δεύτερον, δυνατότητα άρνησης ή περιορισμού εξωτερικής επιβολής.
Αυτονομία δεν σημαίνει ότι ένας χώρος μπορεί να επιβάλει τη θέλησή του παντού.
Σημαίνει ότι μια εξωτερική δύναμη δεν μπορεί να επιβάλει απρόσκοπτα τις αποφάσεις της
χωρίς να υπολογίσει το κόστος και την αντίδραση των τοπικών δρώντων.
Τρίτον, εσωτερική πολιτική και στρατηγική ικανότητα.
Ο χώρος πρέπει να διαθέτει δρώντες που μπορούν να λαμβάνουν και να εφαρμόζουν
στρατηγικές αποφάσεις. Η γεωγραφία από μόνη της δεν αρκεί. Ένα στενό πέρασμα έχει
αξία, αλλά η πολιτική αξιοποίηση της γεωγραφίας απαιτεί οργανωμένη ισχύ.
Τέταρτον, οικονομική ή υλική βάση.
Η στρατηγική αυτονομία χρειάζεται πόρους. Ενέργεια, υποδομές, εμπόριο, παραγωγή,
οικονομικά δίκτυα και πρόσβαση σε κρίσιμες διαδρομές μπορούν να δημιουργήσουν τη
δυνατότητα ενός χώρου να αντέχει πιέσεις και να διατηρεί επιλογές.
Πέμπτον, ικανότητα δημιουργίας εξωτερικών σχέσεων χωρίς αποκλειστική εξάρτηση από
έναν προστάτη.
Ένας πραγματικά αυτόνομος χώρος δεν χρειάζεται να απομονώνεται. Αντίθετα, μπορεί να
αναπτύσσει πολλαπλές σχέσεις και να μετατρέπει τις διαφορετικές εξωτερικές δυνάμεις σε
διαθέσιμες επιλογές αντί να εξαρτάται από μία και μοναδική.
Αυτά τα κριτήρια δεν σημαίνουν ότι ένας γεωπολιτικός χώρος πρέπει να είναι αυτάρκης.
Αυτονομία δεν σημαίνει αυτάρκεια.
Κανένα σύγχρονο κράτος ή γεωπολιτικό σύστημα δεν λειτουργεί απολύτως ανεξάρτητα
από το διεθνές περιβάλλον. Η αυτονομία σημαίνει ότι υπάρχει επαρκές περιθώριο
επιλογών ώστε η εξωτερική πίεση να μην μετατρέπεται αυτόματα σε πολιτική
υπαγόρευση.
Αυτό είναι και το σημείο στο οποίο πρέπει να διαχωρίσουμε την περιφερειακή ισχύ από
την πολυπολικότητα.
Μια χώρα μπορεί να είναι ισχυρή περιφερειακά χωρίς να αποτελεί παγκόσμιο πόλο.
Αντίστοιχα, ένας γεωπολιτικός χώρος μπορεί να αποκτήσει μεγαλύτερη αυτονομία χωρίς
να μετατραπεί σε ενιαίο πολιτικό μπλοκ.
Στον χώρο του Περσικού Κόλπου, για παράδειγμα, το Ιράν διαθέτει στρατηγική
γεωγραφία και περιφερειακές δυνατότητες. Το Ομάν διαθέτει διαφορετικό πλεονέκτημα,
που συνδέεται με τη γεωγραφική του θέση και τον διαμεσολαβητικό του ρόλο. Η Κίνα
διαθέτει παγκόσμια οικονομική και διπλωματική εμβέλεια. Οι Ηνωμένες Πολιτείες
διαθέτουν εκτεταμένη στρατιωτική παρουσία και δυνατότητα προβολής ισχύος.
Δεν πρόκειται για ισοδύναμες μορφές ισχύος.
Ακριβώς όμως η αλληλεπίδρασή τους δημιουργεί το περιβάλλον μέσα στο οποίο κανένας
παράγοντας δεν μπορεί να αγνοήσει όλους τους υπόλοιπους.
Η γεωπολιτική αυτονομία, επομένως, δεν μετριέται με το ερώτημα «μπορεί αυτός ο χώρος
να κάνει τα πάντα μόνος του;».
Μετριέται με ένα διαφορετικό ερώτημα:
«Μπορεί να αρνηθεί, να διαπραγματευτεί και να επιλέξει χωρίς να υπαγορεύεται πλήρως
από ένα εξωτερικό κέντρο;»
Αν η απάντηση είναι θετική σε ουσιαστικό βαθμό, τότε έχουμε ένα κρίσιμο στοιχείο
πολυπολικότητας.
Και εδώ βρίσκεται ίσως η βαθύτερη αλλαγή.
Η πολυπολικότητα δεν δημιουργείται όταν όλοι γίνονται ισχυροί με τον ίδιο τρόπο.
Δημιουργείται όταν διαφορετικοί γεωπολιτικοί χώροι αποκτούν διαφορετικές, αλλά
πραγματικές, δυνατότητες αυτονομίας.
Το Ορμούζ είναι ένα μικρό αλλά χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μεγάλης αλλαγής.
Ένα στενό πέρασμα μπορεί να γίνει σημείο όπου συναντώνται η περιφερειακή γεωγραφία,
η παγκόσμια οικονομία, η ενεργειακή ασφάλεια, η στρατιωτική ισχύς και η διπλωματία.
Και όταν κανένας από αυτούς τους παράγοντες δεν μπορεί να λειτουργήσει απομονωμένα
από τους υπόλοιπους, τότε ο ίδιος ο γεωπολιτικός χώρος αποκτά πολιτική υπόσταση.
Από εκεί αρχίζει η πραγματική πολυπολικότητα: όχι από την ύπαρξη περισσότερων
ισχυρών κρατών, αλλά από την ύπαρξη περισσότερων χώρων με πραγματικό περιθώριο
στρατηγικής αυτονομίας.
Η Κρίση της Εξωπεριφερειακής Ηγεμονίας.
Η μετάβαση προς την πολυπολικότητα δεν σημαίνει ότι οι εξωπεριφερειακές δυνάμεις
παύουν να είναι ισχυρές.
Σημαίνει κάτι πιο συγκεκριμένο: η στρατιωτική παρουσία δεν εγγυάται πλέον από μόνη
της την πολιτική υπακοή του χώρου στον οποίο αναπτύσσεται.
Αυτό αποτελεί ίσως ένα από τα σημαντικότερα όρια της ηγεμονικής λογικής.
Μια δύναμη μπορεί να διαθέτει στόλους, αεροπορικές βάσεις, δίκτυα πληροφοριών,
οικονομικά εργαλεία και παγκόσμια δυνατότητα προβολής ισχύος. Όλα αυτά δημιουργούν
πραγματική ισχύ. Δεν δημιουργούν όμως αυτομάτως και τη δυνατότητα να καθορίζει το
τελικό πολιτικό αποτέλεσμα κάθε κρίσης.
Η διαφορά είναι θεμελιώδης.
Η προβολή ισχύος είναι ικανότητα. Ο πολιτικός έλεγχος είναι αποτέλεσμα.
Μεταξύ των δύο υπάρχει ο γεωπολιτικός χώρος.
Εκεί παρεμβάλλονται η τοπική γεωγραφία, οι περιφερειακές δυνάμεις, οι κοινωνίες, οι
οικονομικές εξαρτήσεις, οι εναλλακτικοί δίαυλοι συνεργασίας και η δυνατότητα των
τοπικών κρατών να αρνούνται ή να περιορίζουν την εξωτερική επιβολή.
Το Ορμούζ συμπυκνώνει αυτή την αντίφαση.
Μια εξωπεριφερειακή δύναμη μπορεί να διαθέτει τεράστια ναυτική ισχύ στην περιοχή.
Δεν μπορεί όμως να μεταφέρει το ίδιο το Ορμούζ αλλού. Δεν μπορεί να εξαφανίσει τη
γεωγραφική θέση του Ιράν. Και δεν μπορεί να μετατρέψει αυτομάτως μια στρατιωτική
παρουσία σε πολιτική συναίνεση.
Επομένως, η κρίση της ηγεμονίας δεν είναι απαραίτητα κρίση της στρατιωτικής ισχύος.
Είναι κρίση της ικανότητας μετατροπής της ισχύος σε καθολικό πολιτικό αποτέλεσμα.
Αυτό εξηγεί γιατί η διαπραγμάτευση αποκτά μεγαλύτερη σημασία.
Όσο περισσότερες μορφές ισχύος διασπώνται σε διαφορετικούς γεωπολιτικούς χώρους,
τόσο λιγότερο αποτελεσματική γίνεται η λογική σύμφωνα με την οποία ένα εξωτερικό
κέντρο μπορεί να καθορίζει μόνο του τους όρους.
Η οικονομική ισχύς δεν αντικαθιστά τη γεωγραφία.
Η στρατιωτική ισχύς δεν αντικαθιστά τη διπλωματία.
Η διπλωματία δεν αντικαθιστά την τοπική πολιτική νομιμοποίηση.
Και η γεωγραφία από μόνη της δεν δημιουργεί παγκόσμια ισχύ.
Καμία από αυτές τις μορφές δεν είναι απόλυτη.
Ακριβώς γι’ αυτό η πολυπολικότητα δεν πρέπει να περιγράφεται ως ένας απλός αγώνας για
το ποιος θα γίνει ο επόμενος ηγεμόνας.
Το βαθύτερο ζήτημα είναι αν είναι πλέον δυνατό να υπάρξει ένας μοναδικός ηγεμόνας που
να μετατρέπει συστηματικά την υπεροχή του σε καθολικό έλεγχο διαφορετικών
γεωπολιτικών χώρων.
Η απάντηση που διαμορφώνεται μέσα από τις εξελίξεις είναι περισσότερο σύνθετη.
Η ισχύς παραμένει άνισα κατανεμημένη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν σημαντικός
εξωπεριφερειακός στρατιωτικός παράγοντας. Η Κίνα διαθέτει διαφορετικού τύπου
παγκόσμια οικονομική και διπλωματική εμβέλεια. Το Ιράν διαθέτει συγκεκριμένα
στρατηγικά πλεονεκτήματα στον δικό του γεωπολιτικό χώρο. Το Ομάν διαθέτει ιδιαίτερη
γεωγραφική και διαμεσολαβητική αξία.
Αυτό που αλλάζει είναι η σχέση μεταξύ αυτών των μορφών ισχύος.
Και αυτή η αλλαγή είναι σημαντικότερη από οποιαδήποτε μεμονωμένη κρίση.
Γιατί όταν μια δύναμη χρειάζεται να διαπραγματευτεί εκεί όπου κάποτε μπορούσε απλώς
να επιβάλει, τότε δεν έχει απαραίτητα χάσει την ισχύ της.
Έχει όμως συναντήσει ένα νέο όριο στην εφαρμογή της.
Το όριο αυτό είναι η αυτονομία του γεωπολιτικού χώρου.
Και όσο περισσότεροι χώροι αποκτούν αυτή την αυτονομία, τόσο περισσότερο η
παγκόσμια τάξη μετακινείται από την ηγεμονία προς την πολυπολικότητα.
Από τους Πόλους στους Πολιτισμικούς Χώρους.
Η πολυπολικότητα δεν είναι μόνο ζήτημα στρατιωτικής ισορροπίας ή οικονομικής ισχύος.
Στον βαθύτερο πυρήνα της βρίσκεται ένα διαφορετικό ερώτημα:
Ποιος έχει το δικαίωμα να οργανώνει τον δικό του χώρο σύμφωνα με τη δική του
ιστορική, πολιτική και πολιτισμική λογική;
Γιατί ένας γεωπολιτικός χώρος δεν αποτελείται μόνο από σύνορα, δρόμους, λιμάνια και
ενεργειακές διαδρομές. Αποτελείται και από ανθρώπους, ιστορική μνήμη, πολιτισμικές
αντιλήψεις, θρησκευτικές παραδόσεις, πολιτικές ιδέες και μια συγκεκριμένη αντίληψη για
τη θέση της κοινότητας μέσα στον κόσμο.
Εδώ η γεωπολιτική συναντά τον πολιτισμό.
Η μονοπολική αντίληψη τείνει να αντιμετωπίζει τον κόσμο ως ένα ενιαίο σύστημα, στο
οποίο διαφορετικές κοινωνίες μπορούν να ενταχθούν σε ένα κοινό πολιτικό και οικονομικό
πλαίσιο.
Η πολυπολικότητα ξεκινά από διαφορετική αφετηρία.
Αναγνωρίζει ότι η ανθρωπότητα δεν αποτελεί ένα πολιτισμικά ομοιογενές σώμα και ότι η
πολιτική οργάνωση του κόσμου δεν είναι υποχρεωτικό να καταλήγει σε ένα μοναδικό
πρότυπο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε πολιτισμός πρέπει να απομονωθεί από τους υπόλοιπους.
Σημαίνει ότι η αλληλεπίδραση δεν απαιτεί ομοιομορφία.
Ένας πολιτισμικός χώρος μπορεί να συναλλάσσεται, να συνεργάζεται και να
διαπραγματεύεται με άλλους χώρους χωρίς να παύει να διαθέτει τη δική του ιστορική
ταυτότητα.
Αυτή η διάσταση είναι σημαντική για την κατανόηση της σύγχρονης πολυπολικότητας.
Το Ιράν, για παράδειγμα, δεν αποτελεί απλώς ένα κράτος που βρίσκεται δίπλα στο
Ορμούζ. Διαθέτει μια ιστορική και πολιτισμική συνέχεια που υπερβαίνει τα σύγχρονα
κρατικά σύνορα. Η Κίνα αντίστοιχα δεν είναι απλώς μια οικονομική δύναμη. Η εξωτερική
της πολιτική και η αντίληψή της για τη θέση της στην Ασία συνδέονται με μια πολύ
ευρύτερη ιστορική συνέχεια.
Το ίδιο αναλυτικό σχήμα μπορεί να εφαρμοστεί και στον ελληνικό ιστορικό χώρο.
Ο ελληνικός χώρος δεν ταυτίζεται αποκλειστικά με τα σημερινά κρατικά σύνορα. Η
ιστορική του γεωγραφία διαμορφώθηκε μέσα από το Αιγαίο, την ανατολική Μεσόγειο, τα
παράλια της Μικράς Ασίας, τον Εύξεινο Πόντο και τα δίκτυα των ελληνικών πόλεων και
κοινοτήτων που αναπτύχθηκαν επί αιώνες γύρω από αυτούς τους θαλάσσιους και
εμπορικούς άξονες.
Ο χώρος αυτός δεν υπήρξε πάντοτε ενιαίος πολιτικά. Υπήρξε όμως σε διαφορετικές
ιστορικές περιόδους φορέας γλώσσας, παιδείας, θρησκευτικών παραδόσεων, εμπορίου και
πολιτισμικών μορφών που ξεπερνούσαν τα όρια ενός συγκεκριμένου κράτους.
Αυτό είναι σημαντικό για τη γεωπολιτική θεωρία.
Ο πολιτισμικός χώρος μπορεί να έχει μεγαλύτερη ιστορική διάρκεια από το κράτος που
τον εκφράζει σε μια συγκεκριμένη εποχή.
Η διάκριση αυτή επιτρέπει να κατανοήσουμε γιατί δεν πρέπει να συγχέουμε το κράτος με
τον πολιτισμό, ούτε τη σημερινή κρατική ισχύ με το συνολικό ιστορικό βάθος ενός
πολιτισμικού χώρου.
Ο ελληνικός ιστορικός χώρος αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός πολιτισμού που
συνδέθηκε με τη θάλασσα, τις πόλεις, τα δίκτυα επικοινωνίας και την ανατολική
Μεσόγειο. Η γεωγραφία αυτή δεν αποτελεί απλώς παρελθόν. Αποτελεί μέρος της
ιστορικής μνήμης και της πολιτισμικής συγκρότησης του ελληνικού κόσμου.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο ελληνικός ιστορικός χώρος αποτελεί σήμερα έναν ενιαίο
γεωπολιτικό πόλο.
Ιστορικός χώρος, πολιτισμικός χώρος, κράτος και γεωπολιτικός πόλος είναι διαφορετικές
έννοιες.
Ακριβώς αυτή η διάκριση είναι απαραίτητη για μια σοβαρή θεωρία της πολυπολικότητας.
Ένας πολιτισμός μπορεί να διαθέτει ιστορικό βάθος χωρίς να διαθέτει αντίστοιχη
σύγχρονη γεωπολιτική ισχύ. Ένα κράτος μπορεί να διαθέτει σημαντική ισχύ χωρίς να
αποτελεί πολιτισμικό πόλο. Και ένας γεωπολιτικός πόλος μπορεί να συγκροτείται γύρω
από έναν ευρύτερο χώρο χωρίς να ταυτίζεται απόλυτα με ένα κράτος.
Έτσι μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα την έννοια του πόλου.
Ο πόλος δεν είναι απλώς ένα κράτος με μεγάλο στρατό.
Είναι ένα κέντρο γύρω από το οποίο μπορούν να οργανωθούν σχέσεις, συμφέροντα και
αντιλήψεις για έναν ευρύτερο χώρο.
Αυτός ο χώρος μπορεί να είναι πολιτικός, οικονομικός, γεωγραφικός ή και πολιτισμικός.
Συχνά είναι όλα αυτά μαζί, χωρίς όμως να ταυτίζονται απόλυτα.
Επομένως, η πολυπολικότητα δεν είναι απλώς η επιστροφή των μεγάλων κρατών.
Είναι η επιστροφή της πολλαπλότητας των ιστορικών χώρων.
Η ανθρωπότητα δεν κινείται αναγκαστικά προς ένα ενιαίο πολιτικό μοντέλο. Μπορεί να
κινηθεί προς ένα σύστημα όπου διαφορετικοί πολιτισμικοί και γεωπολιτικοί χώροι
συνυπάρχουν, ανταγωνίζονται, συνεργάζονται και διαπραγματεύονται.
Και εδώ βρίσκεται η βαθύτερη σημασία της νέας τάξης.
Η πολυπολικότητα δεν λέει ότι ένας πολιτισμός πρέπει να κυβερνήσει τους άλλους.
Λέει ότι κανένας πολιτισμός δεν χρειάζεται να γίνει καθολικό πρότυπο για να υπάρξει
μέσα στην παγκόσμια τάξη.
Από αυτή την άποψη, η μετάβαση από τη μονοπολικότητα στην πολυπολικότητα δεν είναι
μόνο αλλαγή συσχετισμών ισχύος.
Είναι αλλαγή αντίληψης για την ίδια την οργάνωση του κόσμου.
Από την ιδέα ενός κόσμου που πρέπει να οργανωθεί γύρω από ένα κέντρο, στην ιδέα ενός
κόσμου όπου μπορούν να συνυπάρχουν πολλαπλά κέντρα.
Από την ομοιομορφία στη διαφοροποίηση.
Από την επιβολή στη διαπραγμάτευση.
Και τελικά, από τον μοναδικό χώρο ισχύος στους πολλαπλούς γεωπολιτικούς και
πολιτισμικούς χώρους.
Εκεί η πολυπολικότητα παύει να είναι απλώς ένας όρος διεθνών σχέσεων.
Γίνεται διαφορετική αντίληψη για την ίδια την οργάνωση του κόσμου.
Ο Κόσμος μετά τη Μονοπολικότητα
Η μετάβαση από τη μονοπολικότητα στην πολυπολικότητα δεν σημαίνει απλώς ότι
εμφανίζονται περισσότερες ισχυρές χώρες.
Η βασική αλλαγή είναι βαθύτερη: το παγκόσμιο σύστημα μετακινείται από έναν κόσμο
όπου ένα κυρίαρχο κέντρο μπορούσε να μετατρέπει σχετικά εύκολα την υπεροχή του σε
πολιτικούς κανόνες, σε έναν κόσμο όπου διαφορετικοί γεωπολιτικοί χώροι διαθέτουν
πλέον αρκετή ισχύ και αυτονομία ώστε να επηρεάζουν, να περιορίζουν και να
διαπραγματεύονται αυτούς τους κανόνες.
Αυτό είναι το κεντρικό επιχείρημα.
Δεν χρειάζεται να υποστηρίξουμε ότι η αμερικανική ισχύς εξαφανίζεται. Δεν χρειάζεται
επίσης να υποστηρίξουμε ότι κάποια άλλη δύναμη την αντικαθιστά.
Η ουσία βρίσκεται ακριβώς ανάμεσα στα δύο.
Η μονοπολικότητα αποδυναμώνεται όταν η υπεροχή ενός κέντρου δεν αρκεί πλέον για να
παράγει μόνη της το επιθυμητό πολιτικό αποτέλεσμα.
Η στρατιωτική ισχύς μπορεί να παραμένει τεράστια. Η οικονομική ισχύς μπορεί να
παραμένει άνισα κατανεμημένη. Οι παγκόσμιες στρατιωτικές υποδομές μπορούν να
εξακολουθούν να παρέχουν τεράστια δυνατότητα προβολής ισχύος.
Αλλά η ισχύς πρέπει να περάσει μέσα από τον γεωπολιτικό χώρο για να μετατραπεί σε
αποτέλεσμα.
Και εκεί συναντά περιορισμούς.
Συναντά κράτη.
Συναντά περιφέρειες.
Συναντά στρατηγικά περάσματα.
Συναντά οικονομικά δίκτυα.
Συναντά πολιτισμικούς χώρους.
Συναντά άλλες δυνάμεις που διαθέτουν διαφορετικά είδη ισχύος.
Αυτό σημαίνει ότι ο κόσμος που διαμορφώνεται δεν είναι ένας κόσμος όπου όλοι γίνονται
ίσοι.
Είναι ένας κόσμος όπου κανείς δεν συγκεντρώνει όλες τις αναγκαίες μορφές ισχύος για να
ελέγξει μόνος του ολόκληρο το σύστημα.
Αυτή είναι η ουσία της πολυπολικότητας.
Η στρατιωτική ισχύς μπορεί να βρίσκεται σε ένα κέντρο.
Η παραγωγική ισχύς σε ένα άλλο.
Η ενεργειακή και γεωγραφική ισχύς σε έναν τρίτο χώρο.
Η οικονομική και εμπορική ισχύς σε έναν τέταρτο.
Η διαμεσολαβητική ή διπλωματική δυνατότητα σε έναν άλλο.
Και όταν αυτές οι μορφές ισχύος δεν συγκεντρώνονται όλες στα ίδια χέρια, δημιουργείται
ένα σύστημα αλληλεξαρτήσεων που περιορίζει την απόλυτη επιβολή.
Το Ορμούζ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της νέας πραγματικότητας.
Η στρατιωτική ισχύς δεν βρίσκεται αποκλειστικά στην περιοχή. Η γεωγραφία όμως
βρίσκεται εκεί. Η παγκόσμια οικονομία εξαρτάται από τη λειτουργία της θαλάσσιας οδού.
Το Ιράν διαθέτει τη συγκεκριμένη στρατηγική θέση. Το Ομάν διαθέτει τη δική του
γεωγραφική και διαμεσολαβητική σημασία. Η Κίνα έχει ισχυρά οικονομικά και
διπλωματικά συμφέροντα στην περιοχή.
Κανένας από αυτούς τους παράγοντες δεν ελέγχει μόνος του ολόκληρο το σύστημα.
Ακριβώς αυτή η αδυναμία του ενός να συγκεντρώσει όλες τις μορφές ισχύος είναι που
δημιουργεί χώρο για τους πολλούς.
Γι’ αυτό η πολυπολικότητα δεν πρέπει να περιγράφεται ως ένας νέος ανταγωνισμός για την
κατάκτηση της παγκόσμιας ηγεμονίας.
Αν γίνει αυτό, θα έχουμε απλώς αντικαταστήσει έναν ηγεμόνα με την προσδοκία ενός
άλλου.
Η βαθύτερη αλλαγή είναι διαφορετική.
Ο κόσμος μετακινείται από την κυριαρχία ενός κέντρου πάνω στους χώρους προς τη
διαπραγμάτευση μεταξύ διαφορετικών χώρων, κέντρων και μορφών ισχύος.
Και αυτή η μετάβαση δεν είναι στιγμιαία.
Πραγματοποιείται κάθε φορά που μια περιφέρεια αποκτά μεγαλύτερο περιθώριο επιλογών.
Κάθε φορά που ένα κράτος μπορεί να αρνηθεί μια εξωτερική επιβολή. Κάθε φορά που
δημιουργείται ένας εναλλακτικός οικονομικός ή διπλωματικός δίαυλος. Κάθε φορά που η
γεωγραφία μετατρέπεται από παθητικό σκηνικό σε ενεργό παράγοντα διαπραγμάτευσης.
Έτσι, η πολυπολικότητα δεν είναι απλώς πολλοί ισχυροί παίκτες.
Είναι πολλοί χώροι με διαφορετικές μορφές πραγματικής αυτονομίας.
Και όσο αυξάνεται αυτή η αυτονομία, τόσο μειώνεται η δυνατότητα οποιουδήποτε
εξωτερικού κέντρου να θεωρεί δεδομένο ότι η δική του απόφαση θα γίνει απόφαση
ολόκληρου του συστήματος.
Αυτό είναι το πραγματικό πέρασμα από τη μονοπολικότητα στην πολυπολικότητα:
από τον κόσμο όπου η ισχύς μπορούσε να καθορίζει μόνη της τους όρους, στον κόσμο
όπου η ισχύς πρέπει να συναντήσει τη γεωγραφία, την περιφέρεια, τον πολιτισμό και τις
επιλογές των άλλων.
Και όταν συμβαίνει αυτό, ο κόσμος δεν έχει πλέον ένα μόνο κέντρο.
Έχει πολλαπλά κέντρα, πολλαπλούς χώρους και πολλαπλές μορφές ισχύος.
Όταν κανείς δεν μπορεί να ελέγξει μόνος του τον κόσμο, τότε ο κόσμος έχει ήδη αρχίσει
να γίνεται πολυπολικός.
Όταν Κανείς Δεν Ελέγχει Μόνος του τον Κόσμο
Η ιστορία των διεθνών σχέσεων δεν είναι απλώς η ιστορία της ανόδου και της πτώσης των
μεγάλων δυνάμεων.
Είναι η ιστορία της σχέσης ανάμεσα στον άνθρωπο, την κοινότητα, τον πολιτισμό και τον
χώρο.
Από εκεί ξεκινά η γεωπολιτική.
Ο άνθρωπος οργανώνεται σε κοινότητες. Οι κοινότητες δημιουργούν πολιτισμούς. Οι
πολιτισμοί διαμορφώνουν χώρους. Οι χώροι δημιουργούν κράτη, περιφέρειες και
ευρύτερες γεωπολιτικές ενότητες. Και όταν περισσότεροι τέτοιοι χώροι αποκτούν τη
δυνατότητα να δρουν αυτόνομα, εμφανίζεται η πολυπολικότητα.
Άνθρωπος → Κοινότητα → Πολιτισμός → Χώρος → Κράτος → Περιφέρεια →
Γεωπολιτικός πόλος → Πολλαπλοί πόλοι → Πολυπολική τάξη.
Αυτός είναι ο βαθύτερος πυρήνας της μετάβασης που περιγράψαμε.
Η πολυπολικότητα δεν είναι η υπόσχεση ενός κόσμου χωρίς συγκρούσεις.
Δεν είναι η εξίσωση όλων των κρατών.
Δεν είναι η εξαφάνιση των μεγάλων δυνάμεων.
Και δεν είναι η απλή αντικατάσταση μιας ηγεμονίας από μια άλλη.
Είναι κάτι διαφορετικό.
Είναι η στιγμή κατά την οποία κανένα κέντρο δεν διαθέτει μόνο του όλες τις μορφές
ισχύος που απαιτούνται για να οργανώσει ολόκληρο τον κόσμο σύμφωνα με τη δική του
βούληση.
Η στρατιωτική ισχύς συναντά τη γεωγραφία.
Η οικονομική ισχύς συναντά τις ενεργειακές διαδρομές.
Η διπλωματία συναντά την περιφερειακή αυτονομία.
Η παγκόσμια στρατηγική συναντά τους ιστορικούς και πολιτισμικούς χώρους.
Και μέσα σε αυτή τη συνάντηση γεννιέται η διαπραγμάτευση.
Το Ορμούζ είναι μόνο ένα σημείο πάνω στον χάρτη.
Η σημασία του όμως βρίσκεται ακριβώς στο ότι αποκαλύπτει κάτι πολύ μεγαλύτερο από
μια κρίση στη Μέση Ανατολή.
Αποκαλύπτει ότι η γεωγραφία εξακολουθεί να έχει πολιτική δύναμη.
Ότι οι περιφέρειες μπορούν να αποκτούν αυτονομία.
Ότι τα κράτη μπορούν να διατηρούν επιλογές.
Ότι οι πολιτισμικοί χώροι δεν εξαφανίζονται επειδή το διεθνές σύστημα επιδιώκει
ομοιομορφία.
Και κυρίως, ότι η ισχύς δεν είναι πλέον αυτονόητο ότι μετατρέπεται σε έλεγχο.
Αυτό είναι το σημείο στο οποίο αλλάζει η εποχή.
Δεν γνωρίζουμε ποιοι θα είναι οι τελικοί πόλοι του κόσμου που διαμορφώνεται. Δεν
γνωρίζουμε ποια κράτη θα ενισχυθούν, ποια θα περιοριστούν και ποιοι νέοι γεωπολιτικοί
χώροι θα εμφανιστούν.
Μπορούμε όμως να διακρίνουμε την κατεύθυνση της αλλαγής:
από την επιβολή προς τη διαπραγμάτευση,
από την εξάρτηση προς την αυτονομία,
από τον ενιαίο χώρο προς τους πολλαπλούς χώρους,
από το ένα κέντρο προς τα πολλαπλά κέντρα.
Και ίσως αυτή είναι η πιο ουσιαστική σημασία της πολυπολικότητας.
Δεν υπόσχεται έναν καλύτερο ή έναν χειρότερο κόσμο.
Υπόσχεται έναν κόσμο διαφορετικό.
Έναν κόσμο στον οποίο η ιστορία δεν μπορεί πλέον να γραφτεί από ένα μόνο κέντρο.
Γιατί όταν κανείς δεν μπορεί να ελέγξει μόνος του τον κόσμο, τότε ο κόσμος έχει ήδη
αρχίσει να ανήκει ξανά στους πολλούς.
Φίλιππος Μπουράτογλου . Ιστορικός ερευνητής – Εκπαιδευτής πολεμικών τεχνών














































