Επέστρεψα από τα Γρεβενά και τη Σαμαρίνα στην Ξάνθη, κουβαλώντας μαζί τις εικόνες του τόπου μου. Εδώ και κάποια χρόνια προσπαθώ να βρίσκομαι στα ψηλά βουνά τις μέρες του Δεκαπενταύγουστου. Όπως κάθε χρόνο, έδωσα το παρών και στον Τρανό Χορό, στον Τσιάτσο, που αναβιώνει στην αυλή της Μεγάλης Παναγίας, στη μνήμη της γιαγιάς. Εκείνη την ημέρα έλαβε χώρα και το γνωστό περιστατικό που αναπαρήγαγαν πολλά ΜΜΕ και λογαριασμοί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Το ότι η Σαμαρίνα αποτελεί μια κοινότητα την οποία η Νέα Δημοκρατία θεωρεί παραδοσιακά προνομιακό της χώρο είναι γνωστό. Ακριβώς γι’ αυτό, η αποχώρηση των κορυφαίων στελεχών της από τον χορό, μετά τον αποκλεισμό τους, δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί μια απλή έκρηξη της στιγμής. Το να βγάζεις κάποιον από έναν κυκλωτικό χορό, και μάλιστα από έναν τόσο συμβολικό χορό, αποτελεί κοινωνική δήλωση. Έχει συνδηλώσεις που ξεπερνούν κατά πολύ το ίδιο το περιστατικό.
Η απομάκρυνση των κυβερνητικών στελεχών από τον χορό δεν έγινε ούτε με σαματά ούτε με «τραμπουκισμούς», όπως καταλαβαίνω ότι πολλοί θα ήθελαν. Για την ακρίβεια, όσοι βρισκόμασταν στον χώρο καταλάβαμε περισσότερο τι είχε συμβεί από τις συζητήσεις που ακολούθησαν, παρά από το ίδιο το περιστατικό.
Κι όμως, πίσω από αυτό το επεισόδιο υπάρχει κάτι πολύ μεγαλύτερο. Μιλάμε συχνά για τα χωριά και τους τόπους μας ως πηγή έμπνευσης και περηφάνειας, ως στοιχεία μιας ταυτότητας που πρέπει να διατηρηθεί. Αν είμαστε όμως ειλικρινείς, θα έπρεπε να γράφουμε τις νεκρολογίες τους.
Η ορεινή κτηνοτροφική κοινωνία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια βαθιά κρίση. Δεν πρόκειται μόνο για ένα οικονομικό ζήτημα, αλλά για ζήτημα κοινωνικής και πολιτισμικής συνέχειας. Για τους ανθρώπους των βουνών, και ιδιαίτερα για τους Βλάχους, τα ζώα και η κτηνοτροφία δεν αποτελούν απλώς ένα επάγγελμα. Αποτελούν συστατικό της ζωής, της οικογενειακής μνήμης και της ίδιας της συγκρότησης των κοινοτήτων τους.
Γι’ αυτό και το φετινό καλοκαίρι, η απουσία του ήχου των κουδουνιών των μετακινούμενων κοπαδιών στα βουνά της Πίνδου, λόγω των σχετικών απαγορεύσεων, αποτέλεσε για πολλούς ένα πολιτισμικό σοκ. Δεν είναι μόνο η διακοπή μιας υπεραιώνιας παράδοσης. Είναι και οι συνέπειες για οικογένειες που βλέπουν τις στάνες να κλείνουν και τα κοπάδια να λιγοστεύουν ή να εξαφανίζονται. Κοινότητες που συγκροτήθηκαν μέσα στους αιώνες γύρω από την κτηνοτροφία και τη μετακινούμενη ζωή βλέπουν να διαρρηγνύεται η σχέση τους με την ίδια τη βάση της ύπαρξής τους.
Εδώ προκύπτει μια πολύ ενδιαφέρουσα πολιτική εξέλιξη: Η παραδοσιακή Δεξιά είχε ισχυρούς ιδεολογικούς και κοινωνικούς δεσμούς με αυτές τις κοινότητες. Η σημερινή κυβερνητική Δεξιά, όμως, πόρρω απέχει από την ένταξη της υπαίθρου και της κτηνοτροφικής παραγωγής σε ένα συνεκτικό πολιτικό και παραγωγικό σχέδιο. Το αποτέλεσμα είναι ότι άνθρωποι που επί δεκαετίες θεωρούσαν τη Νέα Δημοκρατία φυσικό πολιτικό τους χώρο αισθάνονται σήμερα ότι δεν τους εκφράζει και ότι οι πολιτικές της απειλούν τον τρόπο ζωής τους.
Αυτή δεν είναι μια «αριστερή» ανάγνωση της πραγματικότητας. Καταθέτω, απλώς, όσα άκουσα από Σαμαριναίους και άλλους Γρεβενιώτες με τους οποίους μίλησα και οι οποίοι μόνο στην Αριστερά δεν τοποθετούνται. Άνθρωποι που ιδεολογικά βρίσκονται παραδοσιακά στη Δεξιά μιλούν σήμερα με οργή για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει ο τόπος και η παραγωγή τους.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα για την Αριστερά. Με εξαίρεση την Αριστερά του ΕΑΜ και του Βουνού, η σύγχρονη Αριστερά, τόσο ως ιδεολογικός χώρος όσο και στην κομματική της έκφραση, έχει απομακρυνθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό από την κοινωνική και πολιτισμική πραγματικότητα των ορεινών κτηνοτροφικών πληθυσμών. Δεν είναι μόνο ότι οι συγκεκριμένες κοινότητες απουσιάζουν από τις πολιτικές της προτεραιότητες. Είναι και ότι έχει χαθεί η γλώσσα με την οποία θα μπορούσε να συνομιλήσει μαζί τους.
Οι ορεινές κοινότητες έχουν έναν ιδιαίτερο τρόπο οργάνωσης, μια ιστορική μνήμη και μια σχέση με την παραγωγή, την οικογένεια, την κοινότητα και τον τόπο που δεν χωρούν εύκολα στις κυρίαρχες πολιτικές κατηγορίες μεγάλου μέρους της σημερινής Αριστεράς. Ποιος, αλήθεια, προβληματίζεται γι’ αυτό;
Η απομάκρυνση των στελεχών της Νέας Δημοκρατίας από τον χορό μπορεί λοιπόν να έχει ισχυρό πολιτικό συμβολισμό. Αυτό που δεν δικαιολογείται είναι η εργαλειοποίησή της. Ο αντικυβερνητισμός απέναντι στην ηγεσία της σημερινής κυβέρνησης και τα στελέχη της δεν παράγει από μόνος του το επιθυμητό πολιτικό αποτέλεσμα. Η κοινωνική οργή δεν έχει προκαθορισμένη κατεύθυνση και μπορεί να οδηγήσει σε επικίνδυνες πολιτικές διεξόδους, όπως συνέβη και στο παρελθόν.
Γι’ αυτό η οργή των δεξιών κτηνοτρόφων απέναντι στον παραδοσιακό πολιτικό τους χώρο δεν προσφέρεται για γραφικές αναρτήσεις εξ αριστερών στο διαδίκτυο ούτε για εύκολες πανηγυρικές διαπιστώσεις περί κατάρρευσης της κοινωνικής επιρροής της κυβέρνησης. Το πραγματικό ερώτημα είναι πολύ πιο δύσκολο.
Οι προοδευτικές και αριστερές δυνάμεις τι προτάσεις έχουν για τις ορεινές κοινότητες και την κτηνοτροφική παραγωγή; Τι έχουν να πουν στον άνθρωπο που βλέπει το κοπάδι του να χάνεται, τη στάνη του να κλείνει και μαζί της να τερματίζεται ένας ολόκληρος τρόπος ζωής;
Έχει σήμερα η Αριστερά κάτι να πει σε αυτόν τον οργισμένο κτηνοτρόφο που θα μπορούσε να τον στρέψει σε μια διαφορετική πολιτική επιλογή, αντί να τον αφήσει να εκφράσει τη διαμαρτυρία του μέσα από ακόμη δεξιότερα πολιτικά μορφώματα; Αυτό είναι το ερώτημα που θα έπρεπε να μας απασχολεί.
Γιατί το ζήτημα δεν είναι τελικά ποιος μπήκε ή ποιος βγήκε από έναν χορό στη Σαμαρίνα. Το ζήτημα είναι ποιος θα σταθεί δίπλα στους ανθρώπους που κρατούν ακόμη ζωντανά αυτά τα βουνά και την κτηνοτροφία, πριν τα βουνά σιωπήσουν. Όχι μόνο από τα κουδούνια των κοπαδιών, αλλά και από τους ανθρώπους.
ΠΗΓΗ ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΟΣΜΙΔΗΣ













































