Όταν η 4η Ιουλίου έγινε one man show- Οι ΗΠΑ γιορτάζουν έχοντας στο τιμόνι έναν πρόεδρο που κατηγορείται ότι κυβερνά σαν βασιλιάς.

68

Μαριάννα Κουτέλα

Η επέτειος των 250 χρόνων από τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας θα μπορούσε να αποτελέσει μια σπάνια στιγμή εθνικής ενότητας για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αντί γι’ αυτό, κατέληξε να αντικατοπτρίζει τον βαθύ πολιτικό διχασμό στη χώρα.

Οι ΗΠΑ βρέθηκαν αντιμέτωπες με ένα παράδοξο που πριν από δυόμισι αιώνες θα φάνταζε απίθανο. Η χώρα, που γεννήθηκε μέσα από την απόρριψη της μοναρχίας, γιόρτασε την ιστορική επέτειο από την 4η Ιουλίου 1776 έχοντας στο «τιμόνι» έναν πρόεδρο που κατηγορείται ότι αντιμετωπίζει την προεδρία ως προσωπική υπόθεση.

Η χρονική συγκυρία αποκτά ακόμη μεγαλύτερο συμβολισμό καθώς η εθνική επέτειος συμπίπτει με μια περίοδο κατά την οποία η αμερικανική δημοκρατία δοκιμάζεται έντονα τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Δεν είναι τυχαίο ότι τους τελευταίους μήνες χιλιάδες διαδηλωτές κατέκλυσαν τους δρόμους με το σύνθημα «No Kings», καταγγέλλοντας την ολοένα αυξανόμενη συγκέντρωση εξουσίας γύρω από τον Ντόναλντ Τραμπ.

Τραμπικό σόου

Η 4η Ιουλίου αποτελούσε διαχρονικά έναν από τους ελάχιστους υπερκομματικούς εορτασμούς των Ηνωμένων Πολιτειών. Ανεξάρτητα από το ποιος βρισκόταν στον Λευκό Οίκο, η Ημέρα της Ανεξαρτησίας λειτουργούσε ως υπενθύμιση ότι το κράτος υπερέβαινε το εκάστοτε κόμμα και τον εκάστοτε πρόεδρο. Ακόμη και σε περιόδους έντονου πολιτικού διχασμού, οι πρόεδροι απέφευγαν να μετατρέψουν την εθνική επέτειο σε προσωπική πολιτική εκδήλωση, αντιλαμβανόμενοι ότι εκπροσωπούσαν το σύνολο του αμερικανικού λαού και όχι μόνο τους ψηφοφόρους τους.

Αντίθετα, ο σημερινός ένοικος του Οβάλ Γραφείου είχε ανακοινώσει εδώ και ημέρες ότι η κεντρική εκδήλωση στην Ουάσινγκτον θα αποτελούσε «τη μεγαλύτερη συγκέντρωση Τραμπ», με πυροτεχνήματα, στρατιωτικές μπάντες, αεροπορικές επιδείξεις, υπερπτήσεις και την προσωπική ομιλία του στο επίκεντρο. «Στις 4 Ιουλίου η θερμοκρασία θα είναι περίπου 44°C και θα εκφωνήσω μια πολύ μεγάλη ομιλία απλώς για να δείξω ότι μπορώ να κάνω τα πάντα» είχε δηλώσει χαρακτηριστικά.

Η επιλογή της εν λόγω διατύπωσης προκάλεσε αντιδράσεις σε προοδευτικούς αλλά και συντηρητικούς σχολιαστές, οι οποίοι προειδοποίησαν ότι μια εθνική επέτειος μετατρέπεται σε κομματικό γεγονός όπου ένας πρόεδρος τοποθετεί τον εαυτό του στο επίκεντρο μιας ημέρας αφιερωμένης στην ιστορία του αμερικανικού κράτους.

«Δεν πιστεύω ότι οποιοσδήποτε άλλος πρώην πρόεδρος θα είχε αφιερώσει τον εορτασμό της ημιπεντακοσιοστής επετείου του έθνους αποκλειστικά στον εαυτό του ή θα ήταν αρκετά ανόητος ώστε να προωθήσει τον εγωκεντρικό του εορτασμό της 4ης Ιουλίου ως το μεγαλύτερο γεγονός στην Ιστορία, θέτοντας τις βάσεις για μια αναπόφευκτη αποτυχία. Μέχρι τον Τραμπ, οι πρόεδροί μας δεν ήταν ναρκισσιστές που κατέστρεφαν ό,τι άγγιζαν. Δεν είχαν διχάσει τη χώρα τόσο έντονα ούτε είχαν αγνοήσει παντελώς την αντιδημοτικότητά τους ενεργώντας σαν οι ίδιοι να είναι δώρο Θεού στην Αμερική» σχολίασε σε άρθρο του στην αμερικανική εφημερίδα «USA Today» ο αρθρογράφος Ρεξ Χάπκι.

«Μιλάς πάρα πολύ και όλα αυτά αφορούν πάρα πολύ εσένα». Ο συντηρητικός πολιτικός σχολιαστής Ντέιβιντ Φρουμ επέλεξε με αυτό το απόσπασμα από το βιβλίο του Ρέιμοντ Τσάντλερ «The long goodbye» να περιγράψει σε άρθρο του στον ειδησεογραφικό ιστότοπο Atlantic το «φιάσκο», όπως το χαρακτήρισε, που προκάλεσε ο Τραμπ στην 250ή επέτειο της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ.

Προεδρία χωρίς όρια

Οι αντιδράσεις δεν περιορίζονται στον τρόπο διεξαγωγής των εορτασμών. Στο επίκεντρο της κριτικής βρίσκεται η αντίληψη του Ντόναλντ Τραμπ για τον θεσμό της προεδρίας και τα όρια της εκτελεστικής εξουσίας. Στο αμερικανικό πολιτικό σύστημα ο πρόεδρος ασκεί ταυτόχρονα δύο ιδιότητες: είναι τόσο αρχηγός του κράτους όσο και επικεφαλής της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, ρόλοι που στις περισσότερες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες κατανέμονται σε διαφορετικά πρόσωπα. Επί της ουσίας, εκπροσωπεί το σύνολο του έθνους και όχι μόνο την εκλογική του βάση.

Διεθνείς αναλυτές υποστηρίζουν ότι επί Τραμπ 2.0 τα όρια αυτά γίνονται ολοένα πιο δυσδιάκριτα. Ο μεγιστάνας αντιμετωπίζει την προεδρία ως προέκταση της προσωπικής και πολιτικής του ταυτότητας, θολώνοντας τη διάκριση ανάμεσα στον αρχηγό του κράτους και τον ηγέτη του πολιτικού κινήματος που τον έφερε στην εξουσία.

Την ίδια στιγμή η αμερικανική ισχύς στο εξωτερικό παρουσιάζει εμφανή σημάδια φθοράς. Ο πόλεμος στο Ιράν και η κρίση στον Περσικό Κόλπο ανέδειξαν τα όριά της, αφήνοντας πολιτικά και στρατηγικά ερωτήματα για τον ρόλο της Ουάσινγκτον στη Μέση Ανατολή. Παρά την επίδειξη στρατιωτικής δύναμης, οι ΗΠΑ βρέθηκαν αντιμέτωπες με επιφυλάξεις από μακροχρόνιους συμμάχους, ενώ ακόμη και η ασφάλεια αμερικανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων στην περιοχή τέθηκε υπό δοκιμασία.

Μέσα σε αυτό το σκηνικό ιδιαίτερη σημασία απέκτησαν και οι πρόσφατες αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, οι οποίες ανέδειξαν τόσο τη διεύρυνση των προεδρικών εξουσιών όσο και τα θεσμικά όρια που εξακολουθούν να υφίστανται. Από τη μία πλευρά, η συντηρητική πλειοψηφία του δικαστηρίου χάρισε στον Τραμπ μια σημαντική νίκη, διευρύνοντας τις αρμοδιότητες του προέδρου έναντι των ανεξάρτητων ομοσπονδιακών αρχών και ανατρέποντας μια νομολογία σχεδόν ενός αιώνα. Από την άλλη, απέρριψε άλλες επιδιώξεις του, μεταξύ των οποίων την προσπάθεια αποπομπής μέλους της Ομοσπονδιακής Τράπεζας και την έφεσή του στην υπόθεση της συγγραφέα Ε. Τζιν Κάρολ, υποχρεώνοντάς τον να της καταβάλει αποζημίωση 5 εκατ. δολαρίων για σεξουαλική κακοποίηση και δυσφήμηση, όπως εκείνη είχε καταγγείλει.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας