«Ψυχρός Πόλεμος» του Πάβελ Παβλικόφσκι

Παβλικόφσκι

Οι προηγούμενες ταινίες του Πάβελ Παβλικόφσκι, η περίφημη “Ίντα” και “Το Καλοκαίρι του έρωτά μου” δεν μου άρεσαν για το ιδεολογικό τους περιεχόμενο. Ούτε η πρώτη με την καλόγρια, που, αν και γνωρίζει τον έρωτα, πάει στο μοναστήρι, για να απομονωθεί, μετά τα κακουργήματα των συμπολιτών της, ούτε το δυστοπικό “καλοκαίρι”, ειδικά στην τελική σκηνή με τον τεράστιο ξύλινο σταυρό που αγωνίζονται να τον υψώσουν σε … αγγλικό λόφο. Ήμουν λοιπόν επιφυλακτική και για τον “Ψυχρό Πόλεμο”, παρά το βραβείο σκηνοθεσίας στις Κάννες του πολυβραβευμένου σκηνοθέτη.

Η ταινία παρουσιάζοντας τον μεγάλο έρωτα δύο μουσικών, μίας τραγουδίστριας και ενός πιανίστα και συνθέτη, έχει ως στόχο την Ιστορία της Πολωνίας από το 1949 μέχρι το 1964, (οπότε αρχίζουν οι αντιτιθέμενες φωνές προς το σοσιαλιστικό καθεστώς), ώστε να φανεί το καταπιεστικό πολιτικό σύστημα της χώρας αυτής. Γεγονός που έχω και άλλη φορά επισημάνει, την εμμονή δηλαδή σκηνοθετών, κυρίως, με τον υποβιβασμό του σοσιαλισμού, παρά τις κατακτήσεις του, τριάντα χρόνια περίπου μετά την πτώση του, και μάλιστα σε χώρες που έχουν κατάφωρα συντηρητικοποιηθεί. Τόσο τον φοβούνται ακόμη;

Η ιστορία είναι η εξής. Ο Βίκτωρ με μία συνεργάτιδά του, μετά από τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, που άφησε ερείπια, ψάχνουν, με εντολή της κυβέρνησης, λαϊκούς τραγουδιστές στα χωριά και στις αγροτικές περιοχές, για να τονώσουν την πολωνική παράδοση. Μεταξύ όλων των νέων βρίσκουν και την Ζούλα, που δεν ήταν η πιο καλλίφωνη, αλλά είχε το εκρηκτικότερο ταμπεραμέντο και προσείλκυσε τον μουσουργό με την ατίθαση προσωπικότητά της. Αλλά αυτός δεν άντεχε το καθεστώς, που εμπόδιζε την καλλιτεχνική του έκφραση και διέφυγε στο Παρίσι, με αφορμή μία περιοδεία του μουσικοχορευτικού συγκροτήματός τους στο Βερολίνο. Η Ζούλα δεν τον ακολούθησε, παρά τον έρωτά της, γιατί σωστά πίστευε ότι στο εξωτερικό δεν θα μπορούσε να αναδειχθεί, όπως στην χώρα της. Το ίδιο φυσικά συνέβη και με τον εραστή της. Έτσι η ερωτική τους ζωή κυλά ανάμεσα σε ταξίδια και θυσίες, κυρίως της Ζούλα, της θετικής ηρωίδας της ταινίας, για να βρεθεί με τον διωγμένο από το καθεστώς Βίκτωρ, που κάποτε όμως επιστρέφει για τον έρωτά του και λόγω της επαγγελματικής του αποτυχίας.

Στο έργο υπάρχει η νοσταλγία για την πατρίδα με την μαγευτική μουσική μέσω των περίφημων χορωδιών, με τον αγώνα ανόρθωσης της χώρας, με την χαρά της επιτυχίας των Πολωνών. Από την άλλη υπάρχουν τα επαγγελματικά αδιέξοδα στην Γαλλία, η εκμετάλλευση του ξένου καλλιτέχνη, πιθανόν ως αυτοβιογραφικό στοιχείο του εγκατεστημένου για χρόνια στην Αγγλία Παβλικόφσκι. Επίσης δεν διαφεύγει ο φόρος τιμής προς τον συμπατριώτη του Αντρέι Βάϊντα με την σκηνή στην ερειπωμένη εκκλησία, στην αρχή και στο τέλος της ταινίας, “δανεισμένη” από το “Στάχτες και διαμάντια” .

Η ασπρόμαυρη φωτογραφία είναι εξαιρετική και μεγάλο πλεονέκτημα για το φιλμ, όπως και η μουσική, ειδικά στο πρώτο μέρος με τα φολκλορικά τραγούδια. Οι δύο πρωταγωνιστές, Γιοχάνα Κούλικ και Τόμας Κοτ, ιδανικοί για το ζευγάρι των πολύπαθων εραστών.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας