Σεπτεμβριανά 1955(Γ΄): Το Πατριαρχείο αναζητεί στηρίγματα σε Δύση-καθολική Εκκλησία

313
σεπτεμβριανά

Τα Σεπτεμβριανά του 55 στην Πόλη δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία για το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Μήνες πριν, οι ηγετικοί κύκλοι του Φαναρίου ελάμβαναν τα μηνύματα της όξυνσης της κατάστασης λόγω των εξελίξεων στο Κυπριακό ζήτημα και κυρίως την προσπάθεια των τουρκικών εφημερίδων να εμπλέξουν το Οικουμενικό Πατριαρχείο στην ελληνοτουρκική διαμάχη για τη Μεγαλόνησο. Κι όλα αυτά σε συνδυασμό με την έξαρση φαινομένων θρησκευτικού φανατισμού σε πολλές πόλεις της Τουρκίας. Η εκστρατεία που άρχισε  την Άνοιξη κορυφώθηκε στις αρχές του καλοκαιριού. Στις 2 Ιουλίου  1955 η εφημερίδα «Tercuman» στο κύριο άρθρο της ζητά τελεσιγραφικά από τον Πατριάρχη Αθηναγόρα να ανακαλέσει στην τάξη και να «καταγγείλει δημόσια» τον αρχιεπίσκοπο Κύπρου Μακάριο ο οποίος, κατά τον αρθρογράφο, ήταν «ιεραρχικά υφιστάμενός του». Ο πατριάρχης ήταν ιδιαίτερα προσεκτικός στο θέμα της Κύπρου. Όχι μόνο δεν είχε εκκλησιαστική δικαιοδοσία για να «συνετίσει» τον Μακάριο, αλλά και σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λωζάνης δεν μπορούσε να κάνει πολιτικές δηλώσεις.

Αθηναγόρας-Μακάριος

Έτσι παρά τις πιέσεις και τις κατηγορίες των τουρκικών εφημερίδων που τον εμφάνιζαν ως ενισχυτή της ΕΟΚΑ δεν μίλησε. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι συμφωνούσε με την πολιτική του Μακαρίου. «Δεν μπορώ να καταλάβω» έλεγε σε συνομιλητές που τον επισκέπτονταν στο Φανάρι και τον ρωτούσαν για τον Μακάριο, «αρχιεπίσκοπο που φοράει κουμπούρια και γίνεται αφορμή αφαιρέσεως του πολυτιμοτέρου αγαθού, της ζωής των ανθρώπων». Την ίδια στάση τήρησε ο Πατριάρχης και τα κατοπινά χρόνια. Είναι χαρακτηριστικό πως όταν ο Μακάριος εξελέγη πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας κι επισκέφθηκε την Κωνσταντινούπολη, ο Αθηναγόρας δεν τον δέχθηκε στο Φανάρι .

Όσο το Πατριαρχείο σιωπούσε τόσο δυνάμωναν οι επιθέσεις του τουρκικού Τύπου. Στις 24 Αυγούστου ο δημοσιογράφος και βουλευτής του Δημοκρατικού Κόμματος του Αντνάν Μεντερές , Τσιχάν Μπαχάν, σε άρθρο του στην «Tercuman» χαρακτηρίζει το Πατριαρχείο ιστορικό κατάλοιπο του Βυζαντίου, «προγεφύρωμα μελλοντικών κινδύνων» και ζητά την απομάκρυνσή του από την Τουρκία. Τέσσερις μέρες μετά, η εφημερίδα «Cumhuriyet» γράφει ότι στο Φανάρι στεγάζονταν «πράκτορες» οι οποίοι χρηματοδοτούσαν την ΕΟΚΑ. Ιδιαίτερα ανησυχούν τους πατριαρχικούς κύκλους και φαινόμενα  μεμονωμένων  προκλήσεων σε βάρος μελών της πατριαρχικής Αυλής στους δρόμους της Πόλης.

Οι καταστροφές των εκκλησιών

Η πλέον ευδιάκριτη εικόνα των καταστροφών που προκάλεσε ο όχλος ο οποίος ξεχύθηκε στους δρόμους της Πόλης τη «νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου» για την ελληνική αλλά και τις άλλες χριστιανικές μειονότητες της Πόλης ήταν τα ερείπια των δεκάδων εκκλησιών, μοναστηριών και νεκροταφείων που είχαν ξεθεμελιωθεί και βεβηλωθεί.

Η πρώτη σελίδα της «Ελευθερίας» το Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 1955.

 Σε έγγραφο του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών προς όλες τις διπλωματικές αποστολές στο εξωτερικό περιγράφονται με το ύφος της εποχής οι  δολοφονίες κληρικών και οι καταστροφές σε ναούς :

«Άπασαι αι ιστορικαί εκκλησίαι της Βασιλίδος των Πόλεων κατεστράφησαν, τα ιερά άμφια και τα σκεύη εβεβηλώθησαν κατά τον αισχρότερον τρόπον, του όχλου μολύναντος κτηνωδώς και αυτά τα Άγια Θυσιαστήρια, οι ιερείς διαπομπεύθηκαν και εκακοποιήθησαν, ο επίσκοπος Παμφίλου ερίφθη εις την πυράν, είς υπερενενηντακοντούτης μοναχός εκάη ζών, οι τάφοι των νεκρών εσυλήθησαν , τα οστά τούτων διεσκορπίσθησαν…» (34)

 

Η στάση του Πατριάρχη

Όταν ο όχλος βγήκε στους δρόμους της Πόλης ο Αθηναγόρας βρισκόταν στο Φανάρι το οποίο, σε αντίθεση με τα άλλα εκκλησιαστικά ιδρύματα φυλλάσονταν από ισχυρές δυνάμεις της τουρκικής αστυνομίας. Σε μεταγενέστερο χρόνο ρωτήθηκε για την προσωπική του στάση εκείνη τη νύχτα. Στην εφημερίδα «Ελεύθερος Κόσμος», στις 23 Ιανουαρίου 1973 και μετά τον θάνατο του Αθηναγόρα   δημοσιεύθηκε σημείωμα του Δ. Τσάκωνα ο οποίος αναφέρει ότι ο εκλιπών πατριάρχης  είχε πεί: « Είμαι γέρος κι είναι εύκολο για μένα να γίνω μάρτυρας. Κι όποιος ενδιαφέρεται για την υστεροφημία του αναζητά την ευκολία του μαρτυρίου. Μάρτυρας είναι το πιό εύκολο να γίνη κανείς στην ηλικία μου, αλλά η ευθύνη μου το απαγορεύει. Αυτοί που ζητούσαν να μαρτυρήσω (υπονοώντας την τότε ηγεσία της  Αθήνας) επιζητούσαν με την δική μου θυσία  να ξεπλύνουν τις αδυναμίες τους και τα ανομήματά τους» .

Ο Πατριάρχης Αθηναγόρας περίμενε μεγαλύτερη στήριξη από την κυβέρνηση των Αθηνών.

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης περίμενε μεγαλύτερη συμπαράσταση από την Αθήνα. Δεν την βρήκε όμως. Και μπορεί να μην μίλησε ποτέ δημοσίως για τη στάση της Αθήνας και της Εκκλησίας της Ελλάδος εκείνες τις τραγικές ώρες, όμως σε συζητήσεις με συνεργάτες του ήταν αποκαλυπτικός: « Ο Αθηναγόρας ήταν ολότελα απογοητευμένος από την Αθήνα. Μου είπε ότι ο Έλληνας επιτετραμένος παρέδωσε με χαμόγελο στο υπουργείο Εξωτερικών τη νότα διαμαρτυρίας που είχε συντάξει ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος εκ μέρους της κυβερνήσεως των Αθηνών…». Όσο για τη στάση της Εκκλησίας της Ελλάδος ο ίδιος συνομιλητής του Πατριάρχη σημειώνει : «μ’ όλο που υπήρχε Εκκλησία της Ελλάδος και θρησκευτικές οργανώσεις και ορθόδοξο πλήρωμα, δεν έγινε ούτε μία ουσιώδης διαμαρτυρία δια την καταστροφήν των χριστιανικών ναών και των λειψάνων, ούτε μία αγρυπνία, έστω σ’ έναν ναό της Ελληνικής Πρωτευούσης, πράγμα που περιέργως συνέβη αργότερα κατά την συνάντηση Πάπα Παύλου ΣΤ’ και Οικουμενικού Πατριάρχου Αθηναγόρα Α’ στα Ιεροσόλυμα (σ.σ. όπως είναι γνωστό η Εκκλησία της Ελλάδος αντέδρασε έντονα στα οικουμενικά ανοίγματα του Αθηναγόρα)…» .

Διαμαρτυρίες σε «ελεγχόμενο επίπεδο»

Είναι γεγονός ότι ο τότε αρχιεπίσκοπος Σπυρίδων δέχθηκε ισχυρές πιέσεις από την ελληνική κυβέρνηση να κρατήσει σε «ελεγχόμενο επίπεδο» τις διαμαρτυρίες. Ακόμη και στις 20 Σεπτεμβρίου που είχε οριστεί ημέρα πένθους για το πογκρόμ των ελλήνων της Πόλης, η ραδιοφωνική μετάδοση του αρχιεπισκοπικού μηνύματος καθυστέρησε είκοσι πέντε λεπτά, γιατί οι εκπρόσωποι της κυβέρνησης πίεζαν τον αρχιεπίσκοπο να αποφύγει τις επιθέσεις κατά των συμμάχων. Κι αυτός περιορίστηκε σε μιά γενικόλογη καταδίκη:  «…ενώπιον του ανοσιουργήματος οι ισχυροί σιωπούν, οι φίλοι υποκρίνονται και οι δράσται μας εμπαίζουν».

Ο Αθηναγόρας, πρόσωπο με εξαιρετική πολιτική διαίσθηση που είχε πλήρη επίγνωση της «αιχμαλωσίας» του Πατριαρχείου και  με δεδομένη  την έλλειψη ουσιαστικής συμπαράστασης από την κυβέρνηση των Αθηνών αλλά και την «για τα μάτια του κόσμου» αποδοκιμασία των γεγονότων από την Ουάσινγκτον (σ.σ. που όπως είναι γνωστό είχε επιβάλει την εκλογή του στον πατριαρχικό θρόνο) και το Λονδίνο, απέφυγε να έρθει σε ευθεία σύγκρουση με την τουρκική κυβέρνηση. Έστειλε ένα  έντονο υπόμνημα διαμαρτυρίας στον πρωθυπουργό Μεντερές το οποίο κατέληγε ως εξής : « Εάν κύριε πρωθυπουργέ δεν επανορθώσετε τας προσγενομένας ημίν ζημίας εντός τεταγμένης προθεσμίας, τότε αυτό σημαίνει ότι σεις προσωπικώς κηρύσσετε την Εκκλησίαν εν διωγμώ». Γενικότερα όμως απέφυγε τους υψηλούς τόνους στο εσωτερικό της Τουρκίας. Ενδεικτική για την προσεκτική στάση του είναι και η κατάθεσή του στη δίκη των Μεντερές, Μπαγιάρ και του υπουργού Εξωτερικών Ζορλού στο νησί της Πλάτης. Στις κατηγορίες περιλαμβάνονταν και η ηθική αυτουργία για τα Σεπτεμβριανά .

Ο Πατριάρχης  Αθηναγόρας στα ερείπια εκκλησίας που κατέστρεψε ο όχλος.

 Ο πρόεδρος του Στρατοδικείου τον ρώτησε: «Μπορείτε να μας διηγηθείτε ποιός ευθύνεται και πώς έλαβαν χώραν τα γεγονότα της 6ης Σεπτεμβρίου 1955;». Και ο πατριάρχης αποφεύγοντας να κατηγορήσει ευθέως τον Μεντερές που εξακολουθούσε να υποστηρίζεται από την μεγάλη πλειοψηφία των μουσουλμάνων της Τουρκίας απάντησε: «Σεις θα μου πείτε διότι εγώ τα υπέστην, δεν τα οργάνωσα».

«Έξοδος εκτός των τειχών»

Σύμφωνα με συνεργάτες αλλά και βιογράφους του Αθηναγόρα,  μετά την απογοήτευση από τα Σεπτεμβριανά και την κατάρρευση των ονείρων για μια σταθερή ελληνοτουρκική φιλία, που θα επέτρεπε στο Πατριαρχείο να «αναπνεύσει» ελεύθερα, ο Αθηναγόρας αποφάσισε να στραφεί προς την Δύση με γοργότερους ρυθμούς και να βγει «εκτός των τειχών» του Φαναρίου. Η πολιτική αυτή θα οδηγήσει στα Οικουμενικά ανοίγματα της δεκαετίας του ’60, την άρση του σχίσματος και τις ιστορικές συναντήσεις με τον Πάπα Παύλο τον ΣΤ’.

Τα ανοίγματα αυτά συνέπιπταν και με τις επιδιώξεις των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ για στήριξη στην προσπάθεια για «Ένωση των Εκκλησιών» ως ένα ισχυρότατο όπλο στην αντιπαράθεση με το Σύμφωνο της Βαρσοβίας και το Κομμουνιστικό Κίνημα. Οι ελληνικές κυβερνήσεις άσκησαν έντονες πιέσεις  στην Εκκλησία της Ελλάδος που ηρνείτο να στηρίξει τον διάλογο Φαναρίου – Βατικανού. Ο αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος «συντηρητικός» στα θεολογικά ζητήματα με βαθειά ριζωμένη  την ιδέα του «παπικού κινδύνου» μαζί με αντιπροσωπεία μητροπολιτών είχαν, στις 23 Ιουνίου 1966 , μια έντονη συζήτηση  για τις σχέσεις Φαναρίου- Βατικανού με τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης Στεφανόπουλου, Γ. Νόβα, και τον υπουργό Παιδείας Στ. Αλλαμανή που καταγράφηκε από στελέχη της Εκκλησίας

-Στ. Αλλαμανής: …Η κυβέρνησις βαρέως φέρει την αντίθεσιν της Εκκλησίας της Ελλάδος προς τον Οικουμενικό Πατριάρχην και το Πατριαρχείον, διότι η αντίθεσις αύτη ενθαρρύνει τας Σλαυικάς Εκκλησίας εναντίον του Οικουμενικού Πατριαρχείου και δεν πρέπει να δίδεται η αφορμή αύτη από την Εκκλησία της Ελλάδος…

-Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος: Όχι. Δεν είμεθα διατεθειμένοι να εγκαταλείψωμεν την Ορθοδοξίαν μας, η οποία είναι από αιώνων  συνυφασμένη με την Ιστορίαν του Έθνους. Είμεθα πρόθυμοι να υποστώμεν και θυσίαν χάριν της ορθοδόξου πίστεώς μας. Εις το Βιετνάμ θυσιάζονται εις την πυράν Βουδισταί μοναχοί χάριν της πίστεώς των…

-Γ. Αθανασιάδης- Νόβας: Μη δίδωμεν όπλα και αφορμάς εις τους Σλαύους δια τα ζητήματα αυτά, διότι αυτοί εποφθαλμιούν το Πατριαρχείον και ημάς ως Έθνος. Σήμερον μάλιστα, πολύ περισσότερον από άλλοτε, κινδυνεύομεν εξ αυτών και ως Έθνος και ως άτομα…

Οι πιέσεις συνεχίζονται

Η επιδείνωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων λόγω του Κυπριακού, τα χρόνια μετά τα Σεπτεμβριανά,  είχε άμεσο αντίκτυπο τόσο στην ελληνική μειονότητα όσο και στο Πατριαρχείο, η ύπαρξη του οποίου βρισκόταν συνεχώς υπό αμφισβήτηση. Το 1957-1958 σε μια περίοδο που έλληνες της Πόλης συλλαμβάνονται για κατασκοπεία και ενίσχυση της ΕΟΚΑ και αρχίζει ένα νέο κύμα φυγής, η αμερικανική πρεσβεία στην Άγκυρα διαπιστώνει: « Η λαϊκή απαίτηση για πράξεις αντιποίνων εναντίον του πατριαρχείου εκδηλώθηκε σε ιδιαίτερα υψηλούς τόνους τις τελευταίες ημέρες, ιδιαίτερα στον κωνσταντινοπουλίτικο  Τύπο». Μάλιστα ο  Αμερικανός γενικός πρόξενος στην Πόλη, Ρ. Μάινερ, έκανε δυο σημαντικές επισημάνσεις. Η πρώτη: «Το Πατριαρχείο είναι τώρα λιγότερο ασφαλές από κάθε άλλη περίοδο μετά το 1925. Και η δεύτερη: « Ο κύριος στόχος της διογκούμενης εχθρότητας ήταν το Πατριαρχείο. Μιά ευρύτατη και επίμονη εκστρατεία απαιτούσε τη μεταφορά του στην Ελλάδα» .

Συλλημένοι  τάφοι πατριαρχών και κορυφαίων προσώπων του Πατριαρχείου

 Οι εκβιασμοί και οι απειλές συνεχίστηκαν και τα επόμενα χρόνια παρά την προσωρινή ηρεμία στην Κύπρο μετά τις συμφωνίες της Ζυρίχης και του Λονδίνου και την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας.

1964: Το τελειωτικό χτύπημα στη μειονότητα

Το στρατιωτικό καθεστώς που προέκυψε από το πραξικόπημα του 1960 όχι μόνο αρνήθηκε να υιοθετήσει τα πορίσματα της «έκθεσης Μπίτσιου –Kuneralp» (ενίσχυση του πατριαρχείου, απομάκρυνση του Παπα Ευθύμ κ.λπ.) αλλά κατήργησε και τις τρεις κεντρικές ελληνορθόδοξες εφορίες που διοικούσαν τα ομογενειακά ιδρύματα κάθε ενορίας. Αρνητική ήταν και η απάντηση στο αίτημα του πατριαρχείου για ανοικοδόμηση του πατριαρχικού μεγάρου που είχε καταστραφεί από τη μεγάλη πυρκαγιά του 1941. Οι εκβιασμοί για απομάκρυνση του πατριαρχείου πολλαπλασιάστηκαν  μετά την όξυνση της κατάστασης στην Κύπρο το 1963. Αποκορύφωμα όλων αυτών ήταν οι μαζικές απελάσεις Ελλήνων υπηκόων κατοίκων της Πόλης  που άρχισαν το 1964 και ολοκληρώθηκαν το 1966.

Ρωμιοί απελαθέντες από την Τουρκία το 1964.

Μέσα σε τρία χρόνια από το 1964 έως το 1967 οι τουρκικές αρχές εφάρμοσαν ένα πρόγραμμα απαγορευτικών μέτρων που κατέστησε αφόρητη την κατάσταση της μειονότητας και του πατριαρχείου. Μητροπολίτες απελάθηκαν, οι κληρικοί  δεν μπορούσαν να εισέλθουν ούτε στα μειονοτικά σχολεία. Οι εξευτελιστικοί έλεγχοι στο Φανάρι με την απειλή απαγγελίας κατηγοριών και  οι  προειδοποιήσεις για αναθεώρηση της συνθήκης της Λωζάνης,  ήταν συνεχώς στην ημερησία διάταξη . Για να φτάσουμε έτσι στο 1971 και το κλείσιμο της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης που στέρησε το πατριαρχείο από το βασικό φυτώριο των στελεχών του.

Διαβάστε το πρώτο και το δεύτερο μέρος του αφιερώματος: 

“Tα Σεπτεμβριανά του 1955 στην Κωνσταντινούπολη – Η τελευταία πράξη του δράματος του ελληνισμού της Πόλης

Προσπάθεια να αποδοθεί το πογκρόμ σε «κομμουνιστικό δάκτυλο» – Οι ΗΠΑ εξομοιώνουν τους θύτες με τα θύματα και συνιστούν «αυτοσυγκράτηση» – Η Αθήνα διαβεβαιώνει πως επιμένει στη διατήρηση των καλών σχέσεων με τη «σύμμαχο» Τουρκία”.

*Οι απόψεις του κειμένου δεν εκφράζουν κατ’ ανάγκη τις θέσεις της Iskra

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας