Περί της Συμφωνίας Λιβύης–Τουρκίας για την οριοθέτηση ΑΟΖ-Υφαλοκρηπίδας στη Μεσόγειο

μνημόνιο

Η  από 27-11-2019 διμερής Συμφωνία για την χάραξη των ορίων (θαλασσίων συνόρων) των θαλασσίων ζωνών, δηλαδή της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης και της Υφαλοκρηπίδας, μεταξύ των δύο κρατών της Λιβύης και της Τουρκίας, περιλαμβάνει διατάξεις που:
α) δημιουργούν νέα διεθνή πρακτική, αντίθετη προς το διεθνές δίκαιο της θάλασσας και την κύρια τάση από το 1982 της διεθνούς σχετικής νομολογίας, καθώς και
β) προσβάλλουν τα εθνικά μας θαλάσσια σύνορα και την άσκηση των προβλεπομένων ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων – αρμοδιοτήτων σε αυτές τις θαλάσσιες ζώνες, δηλαδή σε αυτό το θαλάσσιο ελληνικό έδαφος.
Άλλωστε η σύναψη Συμφωνίας οριοθέτησης ΑΟΖ και Υφαλοκρηπίδας «μεταξύ παρακτίων κρατών με αντικείμενες (opposite) ή παρακείμενες (or adjacent coasts) ακτές», προβλέπεται στις διατάξεις 83(1) και 74(1) της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας 1982 και η νομιμότητά της εξαρτάται από την εφαρμογή των ισχυόντων κανόνων, συμβατικών και εθιμικών, και των αρχών του διεθνούς δικαίου agreement on the basis of international law»). Η νομιμότητα των ενεργειών οριοθέτησης της Τουρκίας-Λιβύης, εξαρτάται από την αποδοχή τους και από την Ελλάδα.

Για όλους αυτούς τους λόγους, η νομιμότητα αυτής της Συμφωνίας ενδιαφέρει το ελληνικό κράτος και ιδιαίτερα τον ελληνικό λαό.

Θα αναφερθούμε, στο περιορισμένο πλαίσιο ενός άρθρου, στα θέματα που οι διατάξεις αυτής της Συμφωνίας περιλαμβάνουν, τόσο στο κείμενο όσο και στο σκεπτικό, σε σύγκριση με τις σχετικές διατάξεις των κανόνων, των αρχών του διεθνούς δίκαιου της θάλασσας και την πρόσφατη κύρια τάση της διεθνούς σχετικής νομολογίας.

Ειδικότερα 

Ι. Κατά τις διατάξεις του κειμένου της Συμφωνίας τα παραπάνω δύο κράτη-μέρη

1. Συμφώνησαν «στα σύνορα <boundaries> της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης και της Υφαλοκρηπίδας στη Μεσόγειο» όπως εμφανίζονται στον αναφερόμενο Διεθνή Ναυτικού Χάρτη της Μεσογείου, με γεωγραφικές Συντεταγμένες με συγκεκριμένο προσδιορισμό Γεωδαιτικού συστήματος, όπως απαιτούν οι διατάξεις του άρθρου 16 παράγραφος 2 της ΣΔΘ. Έτσι εκπληρώνεται η διεθνής υποχρέωση κάθε παράκτιου κράτους για ενημέρωση της διεθνούς κοινότητας για τα όρια των θαλασσίων ζωνών του στις οποίες ασκεί τα προβλεπόμενα, κατά το διεθνές δίκαιο της θάλασσας, αποκλειστικά κυριαρχικά δικαιώματα – αρμοδιότητες.

Όμως το ελληνικό κράτος έχει την ευθύνη να ελέγξει την εγκυρότητα αυτού του ναυτικού χάρτη, σύμφωνα με τις διατάξεις της ΔΣ/ΔΝΟ για την ασφάλεια της ζωής στη θάλασσα (SOLAS). Παράλληλα είναι αξιοσημείωτο ότι το ελληνικό κράτος έχει «αποφύγει» μέχρι σήμερα να καταθέσει στον Γενικό Γραμματέα ΟΗΕ Χάρτη με γεωγραφικές συντεταγμένες σε αυτό το θαλάσσιο χώρο, ενώ η Τουρκία έχει καταθέσει(!).

2. Επέλεξαν τη μέθοδο χάραξης γραμμών βάσης από τις ακτές της Λιβύης και της Τουρκίας. Η διεθνής διαδικασία της οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών, δηλαδή η μέτρηση της έκτασης αιγιαλίτιδας, ΑΟΖ και Υφαλοκρηπίδας γειτονικών παράκτιων κρατών, διενεργείται με τη χάραξη φυσικών ή νοητών θαλάσσιων ή υποθαλάσσιων μεθοριακών γραμμών βάσης, κατά τους κανόνες 4 και 33 σε συνδ με 57 για αιγιαλίτιδα ζώνη, 76 (1) για ΑΟΖ και 76(6) ΣΔΘ για την Υφαλοκρηπίδα.

Γραμμή βάσης είναι ο νομικός όρος της ακτής του χερσαίου εδάφους του παράκτιου κράτους, που αποτελεί το οριοθετικό σημείο. Επίσης οριοθετικό σημείο αποτελούν, κατά το διεθνές δίκαιο, τα νησιά, οι βράχοι ή οι σκόπελοι.

Οι προβλεπόμενοι μέθοδοι χάραξης των γραμμών βάσης είναι (α) της φυσικής ακτογραμμής κατ’ άρθρο 5 ΣΔΘ, και (β) των ευθειών γραμμών βάσης κατ’ άρθρο 7 παρ.1 ΣΔΘ, όταν η φυσική ακτογραμμή του παράκτιου κράτους διακόπτεται με πληθώρα – συστάδα νησιών κατά μήκος των ακτών του χερσαίου εδάφους  του παράκτιου κράτους.

Όμως οι παραπάνω διατάξεις του άρθρου 7 ΣΔΘ έχουν γενική διατύπωση διότι δεν καθορίζουν κριτήρια για τον καθορισμό του ανώτατου ορίου μήκους ευθειών γραμμών βάσης και της μέγιστης επιτρεπτής απόστασης, τόσο από την ακτή όσο και μεταξύ των νησιών που αποτελούν συστάδα, κατ’ άρθρο 7 παρ. 1 ΣΔΘ. Τα κριτήρια που προτείνονται από την επιστήμη είναι πολυποίκιλα και ελαστικά, ιδιαίτερα των ΗΠΑ.

Συνεπώς η ελληνική κυβέρνηση έχει ευθύνη να ελέγξει τη μέθοδο που επέλεξαν η Λιβύη και η Τουρκία για τη χάραξη των γραμμών βάσης, ιδιαίτερα από τις τουρκικές ακτές, εφόσον η φυσική ηπειρωτική ακτογραμμή της Τουρκίας διακόπτεται από συστάδα ελληνικών νησιών και βραχονησίδων. Ιδιαίτερα η επιλογή της μεθόδου χάραξης των γραμμών βάσης της αιγιαλίτιδας ζώνης της Τουρκίας έχει συνέπειες για ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα, διότι αυτή αποτελεί προϋπόθεση για τη χάραξη των εξωτερικών ορίων και τον υπολογισμό της έκτασης της ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας της Τουρκίας κατά την πιο πάνω Συμφωνία. Αυτός ο έλεγχος είναι σημαντικός διότι (α) η ΑΟΖ είναι η παρακείμενη της τουρκικής αιγιαλίτιδας ζώνης θαλάσσια ζώνη και (β) η υφαλοκρηπίδα είναι το τμήμα του βυθού που αρχίζει από το εξωτερικό όριο της αιγιαλίτιδας ζώνης της Τουρκίας.

Η Τουρκία έχει και κατά το παρελθόν χαράξει ευθείες γραμμές βάσης σε πίνακες γεωγραφικών συντεταγμένων κατατεθειμένες στον ΟΗΕ. Όμως η Ελλάδα δεν  έχει προβεί μέχρι σήμερα σε χάραξη γραμμών βάσης  με οποιαδήποτε προβλεπόμενη  μέθοδο χάραξης γραμμών βάσης κατά τη ΣΔΘ 1982, την οποία έχει κυρώσει από το 1995 και η εφαρμογή των σχετικών διατάξεων ευνοούν τα εθνικά συμφέροντα.

Ο ισχύων ΑΝ.230/1936 για καθορισμό εύρους αιγιαλίτιδας ζώνης 6 ναυτικών μιλίων (ν.μ.), μη θιγομένων των ειδικών περιστάσεων για μεγαλύτερο ή μικρότερο εύρος με τη χρησιμοποίηση κανονικής γραμμής κατά το ΠΔ 5017/1931, το εύρος χωρικών υδάτων είναι 10ν.μ. από τις ακτές της επικράτειας. Επίσης το ΝΔ 1182/1972 (κυρωτικός νόμος για την Σύμβαση της Γενεύης του 1958 για την υφαλοκρηπίδα), περιλαμβάνει ότι κατά τον καθορισμό ορίων υφαλοκρηπίδας θα εφαρμοσθεί το σύστημα φυσικής γραμμής βάσης. Αυτό το ΝΔ θα έπρεπε να είχε καταργηθεί διότι υπερισχύουν οι διατάξεις της ΣΔΘ 1982 κατά το άρθρο 311(1)ΣΔΘ 1982. Ο Ν.4001/2011 δεν περιλαμβάνει χάρτη που να απεικονίζονται γραμμές βάσης. Επίσης η Ελλάδα δεν έχει αναγνωρίσει ευθείες γραμμές βάσης 24ν.μ. σε οποιοδήποτε κόλπο, με αποτέλεσμα την μείωση του εύρους των εσωτερικών υδάτων εκτός της περιπτώσεως σε 20 ν.μ. σε καιρό πολέμου κατά το Ν.ΔΡΜΑ (4141)26-3-1913.

3. Τα συμβαλλόμενα κράτη καθόρισαν «τα όρια θαλάσσιας δικαιοδοσίας, κατά την αρχή της ίσης κατανομής για την ενίσχυση της πολιτικής και νομικής θέσης σε σχέση με περιοχές θαλάσσιας δικαιοδοσίας στην Ανατολική Μεσόγειο».

Καταρχήν θα πρέπει να υπογραμμισθεί ότι η αρχή της ίσης κατανομής δεν περιλαμβάνεται στους συμβατικούς και εθιμικούς κανόνες του δικαίου της θάλασσας μεταξύ των προβλεπόμενων γενικών κανόνων και αρχών οριοθέτησης αλλά ούτε και στη διεθνή νομολογία. Eίναι προφανές ότι δημιουργείται αυθαίρετα μία «καινοφανής τουρκική αρχή οριοθέτησης» παρερμηνεύοντας μεμονωμένη νομολογία πρίν από την ισχύ της ΔΣΔΘ 1982, κατά την οποία το δικαστήριο κατανέμει («sharing out») την περιοχή ως συνέπεια της οριοθέτησης .

Ειδικότερα η Απόφαση ΔΔ 14-6-1993 για την οριοθέτηση θαλάσσιας περιοχής μεταξύ Γροιλανδίας και Ν. Jan Μeyen, η Απόφαση ΔΔΧ για την υπόθεση καθορισμού υφαλοκρηπίδας Βόρειας Θάλασσας (1969) περί καθορισμού υφαλοκρηπίδας κατ’ ίσα μέρη -κοινής δικαιοδοσίας – χρήσεως – εκμεταλλεύσεως μεταξύ γειτονικών κρατών με εφαρμογή της αρχής της επιείκειας (δηλαδή αρνήθηκε μεν την εφαρμογή της ίσης απόστασης αλλά την δέχθηκε για κράτη με αντικρυστές ακτές). Περαιτέρω η απόφαση  του 1977 του Διαιτητικού. Δικαστηρίου, δηλαδή που συνέστησαν οι διάδικοι για τη χάραξη ορίων υφαλοκρηπίδας της Μ. Βρετανίας και Γαλλίας, όπου υπάρχουν νησιά στις γαλλικές ακτές και γαλλικά και αγγλικά-αγγλονορμανδικά νησιά στον Ατλαντικό, όπου ερμηνεύοντας το άρθρο 6 της Σύμβασης Γενεύης για την υφαλοκρηπίδα 1958, διατυπώνει ότι α) αυτό συνδυάζει την εφαρμογή της αρχής της ίσης απόστασης με τις ειδικές περιστάσεις αλλά χωρίς να παραβιάζονται οι ισχύοντες κανόνες και β) ότι η μέση γραμμή είναι ο μόνος τρόπος οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας μεταξύ κρατών με αντικρυστές ακτές.

Κατά την πρόσφατη διεθνή νομολογία, δηλαδή από την υιοθέτηση της ΔΣΔΘ 1982 αλλά και κατά τη διεθνή πρακτική οριοθετήσεως Αιγιαλίτιδας ζώνης, ΑΟΖ, Υφαλοκρηπίδας των περισσοτέρων παράκτιων κρατών, κατά συντριπτική πλειοψηφία των διαφορών, εφαρμόζεται η αρχή της ίσης απόστασης/μέσης γραμμής, ενώ μία μικρή μειοψηφία εφαρμόζει τις αρχές της δικαιοσύνης.

Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι κατά τη νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, έχει αναγνωρισθεί η εφαρμογή της αρχής της μέσης γραμμής για παράκτια κράτη που οι ακτές τους είναι αντικρυστές καθώς και ο ο κανονιστικό χαρακτήρας της διότι εξασφαλίζει ένα δίκαιο αποτέλεσμα. Βλ. Απόφαση (1985) οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας Λιβύης-Μάλτας, Απόφαση(1982) οριοθέτησης Υφαλοκρηπίδας Τυνησίας-Λιβύης,  Απόφαση (1981) Κατάρ-Μπαχρέιν.
Αντίθετη άποψη για τον νομικό χαρακτήρα της αρχής ίσης απόστασης/μέσης γραμμής έχει διατυπώσει ο καθηγητής Ροζάκης. 

Είναι γνωστό ότι η Τουρκία ήδη από τη Τρίτη συνδιάσκεψη για το δίκαιο της θάλασσας, υποστηρίζει την εφαρμογή της νομικής αρχής της επιεικείας – ευθιδικίας (αόριστες έννοιες στη κρίση των δικαστών), ενώ η Ελλάδα με την πλειοψηφία των κρατών υποστηρίζει την εφαρμογή της νομικής αρχής της ίσης απόστασης-μέσης γραμμής για την οριοθέτηση όλων των θαλάσσιων ζωνών, διότι εξασφαλίζει δίκαιο αποτέλεσμα. Βλ. A/CONF.62/C.2/L.25(1974), A/CONF.62/C.2/L.23 (1974).

Ο Ν.4001/2011 περιλαμβάνει την εφαρμογή της νομικής αρχής της μέσης γραμμής αλλά χωρίς απεικόνιση γραμμών βάσης σε ναυτικό χάρτη ή πίνακες γεωγραφικών συντεταγμένων των σημείων χάραξης των γραμμών βάσης.

ΙΙ. Κατά τις διατάξεις του σκεπτικού της Συμφωνίας

1. Σχετικοί παράγοντες και κριτήριο φυσικής προέκτασης του εδάφους της ξηράς στο έδαφος της θάλασσας.

Επαναλαμβάνεται η εφαρμογή για την οριοθέτηση της καινοφανούς «τουρκικής αρχής της ίσης κατανομής λαμβάνοντας υπόψη σχετικούς παράγοντες, όπως θέση των νησιών, μήκος των ακτών, περιοχή που ευρίσκονται οι ακτές». Οι διατυπούμενοι αυτοί σχετικοί παράγοντες, προφανώς αναφέρονται στον όρο «σχετικές περιστάσεις» που συνιστούν την εξαίρεση της εφαρμογής της αρχής της μέσης γραμμής. Επίσης περιλαμβάνεται η εφαρμογή «της φυσικής υποθαλάσσιας προέκτασης» της ακτογραμμής της Τουρκίας χωρίς τα ελληνικά νησιά να αποτελούν εμπόδιο στην υφαλοκρηπίδα της και χωρίς τα νησιά να έχουν αυτόματα δικαίωμα σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ. Τα θαλάσσια σύνορα της Τουρκίας εκτείνονται «μέχρι την υφαλοκρηπίδα που κοιτάνε τα νησιά». Τέλος συμπεριλαμβάνεται η διάταξη ότι η Τουρκία έχει ενημερώσει τον Γεν. Γραμματέα του ΟΗΕ για τη θέση της σχετικά με την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας στη Μεσόγειο.

Είναι προφανές ότι σε αυτή τη συμφωνία εκφράζεται η πάγια άποψη της Τουρκίας από το 1974, όπως έχει διατυπωθεί στις συνδιασκέψεις για το δίκαιο της θάλασσας, με σκοπό να μην συνυπολογισθούν τα ελληνικά νησιά στην οριοθέτηση ΑΟΖ-Υφαλοκρηπίδας και αυτή να συντελεσθεί σύμφωνα με τις αρχές ευθυδικίας-επιείκειας .

Όμως αυτή η μειοψηφούσα άποψη της Τουρκίας τόσο στις συνδιασκέψεις όσο και στη πρόσφατη διεθνή πρακτική και νομολογία, δεν έχει γενικά γίνει αποδεκτή εκτός εξαιρέσεων.
Ειδικότερα,  κατά τη  διεθνή νομολογία, απορρίφθηκε το κριτήριο της φυσικής προέκτασης ως καθοριστικό κριτήριο για την οριοθέτηση. Η υφαλοκρηπίδα ως φυσική προέκταση του εδάφους της ηπειρωτικής ακτής κάτω από τη θάλασσα, εγκαταλείφθηκε από το ΔΔΧ από το 1982 καθώς και από Δαιτητικό Δικαστήριο (βλ. ΔΔΧ/Υποθέσεις οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας Τυνησίας-Λιβύης 1982, Λιβύης-Μάλτας 1985, Υπόθεση οριοθέτησης της θαλάσσιας περιοχής μεταξύ Γροιλανδίας και Ν. JAN MEYEN ,Διαιτητικό Δικαστήριο 1977 ΑγγλοΝορμανδικά Νησιά, Επιτροπή Συνδιαλλαγής 1981 για οριοθέτηση  υφαλοκρηπίδας  Ισλανδίας-νορβηγικού νησιού MAYEN).

2. Καθεστώς νησιών.

Το τουρκικό επιχείρημα περί γεωφυσικής σχέσης ξηράς βυθού κατά το οποίο α) τα ελληνικά νησιά Αιγαίου δεν έχουν δική τους υφαλοκρηπίδα αλλά ευρίσκονται πάνω στην υφαλοκρηπίδα Ανατολίας, και β) είναι απλές εξαιρέσεις βυθού, δεν είναι νομικά βάσιμο.

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 121 ΣΔΘ 1982, όλα τα νησιά έχουν όλες τις θαλάσσιες ζώνες με εξαίρεση ορισμένη κατηγορία βράχων κατά την παρ.3 του 121 ΣΔΘ 1982. Επίσης στο διεθνές δίκαιο της θάλασσας δεν καθορίζεται κριτήριο μεγάλων και μικρών νησιών, το οποίο απορρίφθηκε κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες της Συνδιάσκεψης για το δίκαιο της θάλασσας.

Συνεπώς κατά τη ΣΔΘ 1982, όλα τα ελληνικά νησιά, όλοι οι νησιωτικοί σχηματισμοί συμπεριλαμβανομένων και των βράχων, που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 121 ΣΔΘ 1982, 1) έχουν όλες τις θαλάσσιες ζώνες και πλήρη όλα τα προβλεπόμενα δικαιώματα σε όλες, και 2) μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως σημεία για τη χάραξη ευθειών γραμμών βάσης.

Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι η νομολογία  του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης: α) αναγνώρισε πλήρη δικαιώματα σε ακατοίκητο νορβηγικό νησί JAN MEYE με δύο μετεωρολογικούς σταθμούς στην Υπόθεση (1977) οριοθέτησης της θαλάσσιας περιοχής μεταξύ Γροιλανδίας και Ν. JAN MEYEN, β) δέχθηκε στην Υπόθεση (1992) Γαλλίας – Καναδά για τις θαλάσσιες ζώνες νησιών, ότι τα νησιά έχουν τα ίδια δικαιώματα με ηπειρωτική ακτή  και οριοθετική γραμμή για όλες τις θαλάσσιες ζώνες επί των οποίων το δίκαιο αναγνωρίζει δικαιώματα και δικαιοδοσία, γ) το δε Ad hoc Διαιτητικό Δικστήριο στην υπόθεση των ΑγγλοΝορμανδικών Νησιών, διατύπωσε στην απόφαση του ότι «τα αγγλονορμανδικά νησιά θα είχαν πλήρη υφαλοκρηπίδα εάν ήταν πολυάριθμα και εκτείνονταν το ένα μετά το άλλο σε σειρά (σ.σ.: αυτό που συμβαίνει με τα ελληνικά νησιά) έστω και σε μεγάλη απόσταση από τις ηπειρωτικές ακτές».

Απ’ όλα τα πιο πάνω αναφερόμενα, είναι πρόδηλο ότι η εν λόγω Συμφωνία Τουρκίας – Λιβύης, έγινε με προφανή σκοπό να εξυπηρετήσει την πάγια θέση της Τουρκίας σε σχέση με τις αρχές και τις μεθόδους οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών και το καθεστώς των ελληνικών νησιών.

Οι ελληνικές κυβερνήσεις από το 1974 έως σήμερα, γνώριζαν ή είχαν υποχρέωση να  γνωρίζουν και να αναλάβουν την ευθύνη από το 1995, δηλαδή από την κύρωση της ΔΣ ΔΘ 1982:
α) της μονομερούς επέκτασης με εσωτερικό Νόμο (κατ’ άρθρο 27.1 Σ, σε συνδυασμό με 72.1 Σ και 43.5 Σ) της αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12 ν.μ. για όλες τις περιοχές της Ελλάδας παρά την τουρκική απειλή χρήσης βίας (διεθνές αδίκημα), και
β) υιοθέτησης αποκλειστικής οικονομικής ζώνης με ρητή διακήρυξη, ιδιαίτερα κατά την ευνοϊκή χρονική περίοδο 2000-2002 όπου τα όργανα της Ε.Ε. αναλάμβαναν έντονη νομοθετική δράση για προστασία θαλασσίου περιβάλλοντος και ιδιαίτερα για τη προστασία της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης των κρατών-μελών.

Τώρα η Ελλάδα έχει νόμιμο δικαίωμα: 

  • Να αποφασίσει με ρητή διακήρυξη την υιοθέτηση ΑΟΖ με αιτιολογικό την προστασία θαλασσίου περιβάλλοντος και την καταστολή παρανόμων πράξεων κατά της ασφάλειας ναυσιπλοΐας (όπως είναι η παράνομη θαλάσσια μεταφορά μεταναστών και προσφύγων), καθώς και την προστασία – διατήρηση -εκμετάλλευση ζώντων φυσικών πόρων – αλιευτικών πόρων και των οικονομικών αναγκών των νησιωτικών κοινοτήτων, όπως και την άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων για εξερεύνηση και εκμετάλλευση μη φυσικών πόρων. Ο Ν. 2289/1995 αναφέρεται σε ελληνική ΑΟΖ την οποία αποκαλεί στα άρθρα 12.17 – 19 ως θαλάσσια οικονομική ζώνη. Η χορήγηση αδειών έρευνας και εκμετάλλευσης πετρελαίου σε πολυεθνικές εταιρείες λαμβάνεται υπόψη από το ΔΔΧ, βλ. Υπόθεση Τυνησίας-Λιβύης (1982).
  • Να χαράξει γραμμές βάσης από σημεία ηπειρωτικής και νησιωτικής ακτογραμμής (ενότητα νησιωτικού-ηπειρωτικού εδάφους) με γεωγραφικές συντεταμένες, να τις απεικονίσει σε Χάρτη μεγάλης κλίμακας και να καταθέσει αντίγραφο στον Γεν. Γραμματέα του ΟΗΕ. Είναι απαραίτητη-συμφέρουσα τώρα, πρίν από τη σύναψη οιασδήποτε συμφωνίας οριοθέτησης με γειτονικά κράτη (Ιταλία, Αλβανία, Κύπρο, Αίγυπτο, Λιβύη ,Τουρκία).
  • Εάν η ελληνική κυβέρνηση επιλέξει ελεύθερα από το ισχύον σύστημα ειρηνικής επίλυσης διαφορών: Α) μια από τις ενδεικτικά αναφερόμενες μεθόδους στο άρθρο 33 παρ. 2 ΧΗΕ ή Β) μια από τις προβλεπόμενες στη ΣΔΘ 1982, δηλαδή προσφυγή σε α) Διεθνές Δικαστήριο για το δίκαιο της Θάλασσας, ή β) τοΔ.Δ. Χάγης ή γ) το Διαιτητικό  δικαστήριο ή δ) την Ειδική διαιτησία του Παραρτήματος της Σύμβασης, τότε θα έχει να αντιμετωπίσει:

ι. Ζήτημα  παράλληλης αρμοδιότητας του Διεθνές Δικαστήριο για το Δίκαιο της Θάλασσας και της γενικής δικαιοδοσίας του Δ.Δ. Χάγης, καθώς και το ζήτημα της  νομολογίας του πρώτου  έναντι της νομολογίας του δευτέρου, που είναι «ανακόλουθη – κρυπτογραφική και δεν δέχεται ότι κάθε περίπτωση οριοθέτησης είναι ειδική sui generis».

ιι. Την ερμηνεία  των κανόνων και των αρχών των οριοθετήσεων και ιδιαίτερα των αρχών της ευθυδικίας και της επιείκειας καθώς και της έννοιας των ειδικών/σχετικών περιστάσεων με ελευθεριότητες των δικαστών που μπορούν να δώσουν πλήρη η μερική ή καθόλου υφαλοκρηπίδα ή ΑΟΖ στα ελληνικά νησιά.

ιιι. Τη σχέση οριοθέτησης με εδαφικό καθεστώς, δηλαδή κτήση ή απώλεια εθνικού εδάφους. Το ΔΔΧ τόνισε στην Απόφαση 19-12-1978 για την Υπόθεση  Ελλάδας – Τουρκίας για τον καθορισμό της Υφαλοκρηπίδας Αιγαίου 1976-1978, ότι Α) «η αναγνώριση κυριαρχικών δικαιωμάτων υπέρ ενός κράτους σε Περιοχές, που ευρίσκονται έξω από το έδαφος του, ΑΟΖ και Υφαλοκρηπίδα και συνορεύουσα ζώνη, επηρεάζει ή μπορεί να επηρεάσει εδαφικό καθεστώς», και, Β) «η οριοθέτηση δεν είναι ολοκληρωτικά ξένη με την έννοια του εδαφικού καθεστώτος. Κάθε οριοθέτηση αμφισβητούμενης μεθορίου υποχρεώνει μέχρις ενός σημείου να ορισθούν τίτλοι περιοχών που πρέπει να οριοθετηθούν».Στην δε υπόθεση Κατάρ-Μπαχρειν (1981), το Δικαστήριο για την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών εξέτασε τίτλους κυριαρχίας στα νησιά και άλλα αποδεικτικά στοιχεία.

  • Τέλος η ελληνική κυβέρνηση θα μπορούσε να αναλάβει διπλωματική δράση Διπλωματικών Επαφών με τα περισσότερα κράτη μέλη του ΟΗΕ, που υποστηρίζουν την αρχή της ίσης απόστασης/μέσης γραμμής και εφήρμοσαν αυτή την αρχή σε οριοθετήσεις θαλασσίων ζωνών ή διεκδικούν οριοθέτηση σύμφωνα με αυτή την αρχή και τους κανόνες ΔΣΔΘ 1982, κατά τον Πίνακα εθνικών διεκδικήσεων θαλασσίων ζωνών παγκοσμίως, όπως καταγράφονται στο Γραφείο Νομικών υποθέσεων της Δ/νσης Θαλασσίων Υποθέσεων και Δικαίου της Θάλασσας ΟΗΕ σε σχετικό Πίνακα εθνικών διεκδικήσεων θαλασσίων ζωνών.

Είναι γεγονός ότι η κυβερνητική διαρκής αποφυγή επεκτάσεως της αιγιαλίτιδας ζώνης σε 12ν.μ., υιοθέτησης ΑΟΖ και χάραξης γραμμών βάσης με γεωγραφικές συντεταγμένες – κατάθεσης Πίνακα στον Γ.Γ. του ΟΗΕ και της αποτελεσματικής ασκήσεως των προβλεπομένων κυριαρχικών δικαιωμάτων μας σε αυτές τις θαλάσσιες ζώνες από το 1995, που κυρώσαμε τη ΣΔΘ 1982, δημιουργεί σήμερα την ευθύνη όλων των κυβερνήσεων από το 1995 έως σήμερα για τυχόν απώλεια εδάφους και των προβλεπομένων σχετικών κυριαρχικών δικαιωμάτων μας.

*Η Δρ. Κέρη Π. Μαυρομμάτη είναι Δικηγόρος, διδάκτωρ Διεθνούς Δικαίου και μέλος του ΕΠΑΜ Βόλου.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας