Παρισινή Κομμούνα: Από το “πατριώτες στα όπλα!” στην “έφοδο στον ουρανό”!

1554
1975

«Το Παρίσι των εργατών με την Κομμούνα του θα γιορτάζεται πάντα σαν δοξασμένος προάγγελος μιας νέας κοινωνίας. Τους μάρτυρές του τους έχει κλείσει στη μεγάλη της καρδιά η εργατική τάξη. Τους εξολοθρευτές τους τούς κάρφωσε κιόλας στον πάσσαλο της ατίμωσης, απ’ όπου δεν μπορούν να τους λυτρώσουν μήτε οι προσευχές των παπάδων τους».

Καρλ Μαρξ 

Η Α΄ Διεθνής και το εργατικό και σοσιαλιστικό κίνημα στη Γαλλία

Το παλιό όραμα της συγκρότησης μιας οργάνωσης που να συσπειρώνει τους εργάτες, ανεξαρτήτως χώρας και εθνικότητας, η υλοποίηση του συνθήματος του «Κομμουνιστικού Μανιφέστου», «Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε!», τίθεται με όρους άμεσης αναγκαιότητας, κατά τη διάρκεια των μεγάλων απεργιακών κινητοποιήσεων των Άγγλων εργατών, στα 1859-62. Οι διαδικασίες συζήτησης καταλήγουν στη σύσκεψη εκπροσώπων από πέντε χώρες, στις 28 Σεπτεμβρίου 1864, που αποφασίζει την ίδρυση της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών.

Η Διακήρυξη της Α΄ Διεθνούς γράφτηκε από τον Μαρξ, που, όπως ο ίδιος έλεγε, θέλησε να είναι «δυναμική στο βάθος, μαλακή στη μορφή», ώστε να καλύπτει το σύνολο των ρευμάτων του σοσιαλιστικού κινήματος της εποχής. Από τους αναρχικούς του Προυντόν, μέχρι τους Άγγλους τρεϊντγιουνιονιστές, ακόμη και τους Ιταλούς ριζοσπάστες του Ματσίνι, που εντάσσονταν περισσότερο στην αριστερή πτέρυγα του αστικού ριζοσπαστισμού, παρά στη δεξιά πτέρυγα του σοσιαλιστικού κινήματος.

Η Διεθνής απευθύνεται στους εργάτες των «προχωρημένων χωρών», όπου κυριαρχούσε ήδη ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής. Μιλάμε για μια εποχή στην οποία το μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη είτε είχε αποικιοποιηθεί είτε παρέμενε υπό την κυριαρχία προκαπιταλιστικών τρόπων παραγωγής. Ήταν στις καπιταλιστικά αναπτυγμένες χώρες που συγκροτούνταν μια, λίγο ως πολύ, μαζική εργατική τάξη.

Έτσι, στα δώδεκα χρόνια της ύπαρξής της, η Διεθνής απέκτησε τμήματα ή ερείσματα σε μια σειρά ευρωπαϊκές χώρες, αφήνοντας απ’ έξω πολλές, μεταξύ των οποίων και το σύνολο των Βαλκανίων, καθώς και τις ΗΠΑ.

Οι μαρξιστές, όσοι έβλεπαν το εργατικό και σοσιαλιστικό κίνημα σε συμφωνία με τις επεξεργασίες που είχαν κάνει και συνέχιζαν να κάνουν οι Μαρξ και Ένγκελς, αποτελούσαν μειοψηφικό κομμάτι της Διεθνούς. Ο Ένγκελς, μάλιστα, εξέφραζε και τη δυσφορία του για την ενεργητική συμμετοχή του Μαρξ στις δραστηριότητες της Διεθνούς, θεωρώντας πως τον αποσπούσε από τη δουλειά που έπρεπε να κάνει για την ολοκλήρωση του «Κεφαλαίου».

Οι αντιπαραθέσεις μεταξύ τόσο διαφορετικών τάσεων, η παρεμβολή εθνικών ζητημάτων, η ύπαρξη τόσο διαφορετικών ταχυτήτων και διαφορετικού βαθμού ανάπτυξης της εργατικής τάξης και του σοσιαλιστικού κινήματος χωρών όπως, π.χ., η Αγγλία και η Πολωνία ή η Ισπανία, ήταν επόμενο να προκαλούν συνεχείς κρίσεις στην οργάνωση, με αποκορύφωμα την αντιπαράθεση μεταξύ των μαρξιστών και των αναρχικών του Μπακούνιν, που προσχώρησαν στη Διεθνή το 1868.

Παρ’ όλα αυτά, η Διεθνής συνέβαλε καθοριστικά και στη συγκρότηση ή την ανάπτυξη κινημάτων στις χώρες που δρούσε, και στην εμπέδωση στη συνείδηση των πρωτοπόρων εργατών και των σοσιαλιστών διανοουμένων, της σημασίας της διεθνιστικής ενότητας και αλληλεγγύης.

Στη Γαλλία τμήματα της Διεθνούς ιδρύθηκαν από το 1864 στο Παρίσι, τη Λυών και τη Ρουέν. Επρόκειτο, κυρίως, για οπαδούς του Πιέρ Ζοζέφ Προυντόν –που πέθανε το 1865– του αναρχικού επαναστάτη, που οραματιζόταν μια κοινωνία ελεύθερων κοινοτήτων συνδεδεμένων σε ομοσπονδιακή βάση μεταξύ τους, στην οποία θα κυριαρχούσαν σχέσεις συνεταιριστικής οργάνωσης των ανεξάρτητων μικροπαραγωγών.

Εκτός Διεθνούς έμειναν οι μπλανκιστές, το άλλο σημαντικό ρεύμα του επαναστατικού κινήματος της εποχής στη Γαλλία, υποστηρίζοντας πως η Διεθνής θα έπρεπε να βάλει ως άμεσο στόχο την κοινωνική επανάσταση. Οι οπαδοί του Λουί Μπλανκί, που επί δεκαετίες υποστήριζε πως μια εξέγερση οργανωμένη από την επαναστατική πρωτοπορία θα μπορούσε να ανατρέψει το καθεστώς, να διαλύσει τον αστικό κρατικό μηχανισμό και να εγκαθιδρύσει επαναστατική εξουσία βασισμένη στην ένοπλη δύναμη των εργατών. Ο όρος «δικτατορία του προλεταριάτου» ανήκει στον ίδιο, που πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του στις φυλακές, μετά από αποτυχημένες απόπειρες εφαρμογής του σχεδίου του για εξέγερση.

Το 1868 και ενώ τμήματα της Διεθνούς έχουν δημιουργηθεί σε πολλές πόλεις, η δράση της απαγορεύτηκε. Η απαγόρευση απέβλεπε στην αποκοπή της γαλλικής εργατικής τάξης από τις διεθνείς επαφές της, καθώς ο Αυτοκράτορας Λουδοβίκος Βοναπάρτης επιδίωκε τον προσεταιρισμό της, έχοντας αναγνωρίσει μάλιστα, το 1864, το δικαίωμα στην απεργία και επιτρέποντας την ελεύθερη λειτουργία των συνδικαλιστικών οργανώσεων.

Η Γαλλία είχε γνωρίσει σημαντική βιομηχανική ανάπτυξη από τις αρχές της δεκαετίας του 1860, η οποία επιβραδύνθηκε μετά την οικονομική κρίση του 1866. Οι εργάτες του Παρισιού αποτελούσαν το 57% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού της πόλης των 1.800.000 κατοίκων. Εντούτοις, στη μεγάλη τους πλειονότητα δεν πρόκειται για βιομηχανικό προλεταριάτο, καθώς μόνο 200 εργοστάσια απασχολούσαν περισσότερους από είκοσι εργάτες το καθένα, ενώ ο κύριος όγκος των εργατών απασχολούνταν σε μικρές βιοτεχνίες και εργαστήρια.

Οι συνθήκες ζωής και εργασίας δεν ήταν καθόλου αξιοζήλευτες. Δουλειά 12 ή και 14 ωρών επί έξι και συνήθως εφτά ημέρες την εβδομάδα, πενιχρά μεροκάματα που ίσα που κάλυπταν τις ανάγκες μιας φτωχικής διατροφής, ανθυγιεινές συνθήκες εργασίας και στέγασης, και πάνω απ’ όλα ανασφάλεια. Μια απόλυση, μια ασθένεια, ένα ατύχημα, μια αναπηρία αρκούσε για να ξεπέσει ο εργάτης στη θέση των ρακένδυτων φτωχών που περιπλανιόνταν στους δρόμους ζητιανεύοντας. Συνήθως, μετά τα πενήντα ήταν, ήδη, ανίκανοι για εργασία και φυσικά ούτε λόγος για σύνταξη.

Όπως, ούτε λόγος για εκπαίδευση των εργατόπαιδων, που συχνά άρχιζαν να εργάζονται από τα πέντε ή τα έξι τους χρόνια, ενώ στρατιές ορφανών πύκνωναν τις γραμμές του κοινωνικού περιθωρίου. Είναι χαρακτηριστικό ότι, το 1865, από τα σχολεία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης αποφοίτησε μόλις ένας ανά εξήντα έφηβους. Θα ήταν απίθανο αυτός ο ένας να προερχόταν από εργατική οικογένεια.

Στην εργατική τάξη της εποχής διακρίνονταν δυο κατηγορίες. Την πρώτη την αποτελούσαν οι ειδικευμένοι τεχνίτες, πρώην ανεξάρτητοι μικροπαραγωγοί, που τους χαρακτήριζε η περηφάνια για τη δεξιοτεχνία τους. Σίγουροι για τις ικανότητές τους, δεν ανέχονταν εύκολα παρατηρήσεις, ελέγχους και αντιστέκονταν σε κάθε τεχνολογική καινοτομία. Αποτέλεσαν τη μαζική βάση του προυντονικού αναρχισμού. Τις ηθικές τους αρχές τις θεμελίωναν στην αξιοπρέπεια και την εντιμότητα, όρους αναγκαίους για την επιβίωση και την κοινωνική τους αναγνώριση.

Η δεύτερη κατηγορία αποτελούνταν από τους ανειδίκευτους, κυρίως νέους εργάτες, που συχνά η κοινωνική τους θέση συγχεόταν μ’ αυτήν του λούμπεν υποπρολεταριάτου.

Το 1870 υπήρχαν στο Παρίσι 70 εργατικά συνδικάτα, ενώ η Διεθνής Ένωση των Εργατών, αν και λειτουργούσε στην παρανομία, είχε 200.000 μέλη σε ολόκληρη τη Γαλλία.

 

Ο γαλλοπρωσικός πόλεμος

 Αντιμέτωπο με τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης του 1866, έχοντας χάσει μια σειρά διπλωματικών μαχών στον ανταγωνισμό με τις άλλες Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής, βαλτωμένο σε προβλήματα διοικητικής κακοδιαχείρισης, το καθεστώς του Αυτοκράτορα Λουδοβίκου Βοναπάρτη επιχείρησε μια αγωνιώδη προσπάθεια παρεμπόδισης των διαδικασιών της γερμανικής ενοποίησης, που προωθούσε με επιτυχία η Πρωσία του καγκελάριου Ότο Φον Μπίσμαρκ. Η ενοποίηση της Γερμανίας, που μέχρι πριν λίγα χρόνια αποτελούνταν από ένα μωσαϊκό ανίσχυρων κρατιδίων, θα πρόσθετε έναν σοβαρό και επικίνδυνο οικονομικό ανταγωνιστή της Γαλλίας στην ευρωπαϊκή ήπειρο και θα ανέτρεπε την πολιτική ισορροπία δυνάμεων. Με αφορμή τη διαφωνία στη στέψη του Γερμανού πρίγκιπα Λεοπόλδου ως βασιλιά της Ισπανίας, η Γαλλία κήρυξε τον πόλεμο στην Πρωσία, στις 9 Ιουλίου 1970.

Τα γαλλικά τμήματα της Διεθνούς αντιτάχθηκαν στην κήρυξη του πολέμου και απευθύνθηκαν στους Γερμανούς εργάτες:

«Αδέλφια, εμείς θέλουμε την ειρήνη, την εργασία, την ελευθερία, διαμαρτυρόμαστε ενάντια στον πόλεμο. Μην ακούτε τις αργυρώνητες φωνές, που προσπαθούν να σας εξαπατήσουν σχετικά με το αληθινό πνεύμα της Γαλλίας».

Και τα γερμανικά τμήματα απάντησαν:

«Κι εμείς επιθυμούμε ειρήνη, εργασία και ελευθερία. Ξέρουμε ότι και στις δυο πλευρές του Ρήνου υπάρχουν αδέλφια, μαζί με τα οποία είμαστε έτοιμοι να πεθάνουμε για την παγκόσμια Δημοκρατία».

Ταυτόχρονα, και οι μεν και οι δε, δεσμεύονται να ταχθούν στο πλευρό εκείνου που θα υποστεί την εισβολή στρατευμάτων στη χώρα του και υποστηρίζουν την ειρήνη χωρίς προσαρτήσεις και αλλαγές συνόρων.

Η ανταλλαγή αυτών των μηνυμάτων ενθουσίασε τον Μαρξ, που έγραψε στο Γενικό Συμβούλιο της Διεθνούς ότι «το μεγάλο αυτό γεγονός, που όμοιό του δεν υπάρχει στην ιστορία (…) αποδεικνύει ότι αντίθετα από την παλιά κοινωνία, με την οικονομική αθλιότητα και την πολιτική παραφροσύνη, ξεπηδάει μια νέα κοινωνία, που διεθνής της κανόνας θα είναι η ειρήνη, γιατί σε όλα τα έθνη θα κυριαρχήσει η ίδια αρχή: η εργασία».

Πολύ σύντομα φάνηκε η αδυναμία του γαλλικού στρατού να αντιμετωπίσει τις γερμανικές δυνάμεις. Στη μάχη του Σεντάν, στις δύο πρώτες μέρες του Σεπτεμβρίου, οι Γάλλοι κατατροπώνονται, με συνέπεια την αιχμαλωσία 90.000 στρατιωτών και αξιωματικών. Ανάμεσα στους αιχμαλώτους ήταν κι ο ίδιος ο Αυτοκράτορας Λουδοβίκος Βοναπάρτης, το καθεστώς του οποίου σωριάστηκε σε ερείπια.

Η ήττα στο Σεντάν προκαλεί εξέγερση του γαλλικού λαού, που βρίσκεται αντιμέτωπος με τον κίνδυνο υποδούλωσης στα προελαύνοντα γερμανικά στρατεύματα. Στις 4 Σεπτεμβρίου ανακηρύσσεται η Δημοκρατία και σχηματίζεται Κυβέρνηση Εθνικής Σωτηρίας. Πλάι στον στρατό, συγκροτείται Εθνοφρουρά από πολίτες, όπου στο Παρίσι εντάσσονται εργάτες, όχι μόνο γιατί το 1,5 φράγκο που δινόταν ημερησίως αποτελούσε για πολλούς απ’ αυτούς και το μοναδικό τους εισόδημα, αλλά και γιατί βρίσκονται μπροστά στον κίνδυνο της υποδούλωσης στους προελαύνοντες Γερμανούς. Ταυτόχρονα, στο Παρίσι συγκροτείται Κεντρική Επιτροπή των είκοσι Διαμερισμάτων της πόλης, στην οποία επικρατούν οι μπλανκιστές, και στις 29 Σεπτεμβρίου διακηρύσσει πως «η Κομμούνα (η αυτόνομη πολιτική συγκρότηση του Δήμου του Παρισιού, Γ.Α.), όπως το 1792, θα σώσει την πόλη και την πατρίδα!».

Η συνθηκολόγηση που επιδιώκει η νέα κυβέρνηση και η άρνησή της να αποδεχτεί τα λαϊκά αιτήματα για διεύρυνση των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ενίσχυση της άμυνας του Παρισιού, φοβούμενη πως θα μπορούσαν βαρέα όπλα να περάσουν στα χέρια του λαού, προκαλεί στην πρωτεύουσα δύο λαϊκές εξεγέρσεις, οργανωμένες από τους μπλανκιστές, στις 31 Οκτωβρίου 1870 και στις 19-22 Ιανουαρίου 1871, που όμως καταστέλλονται.

Το Φεβρουάριο αποδεικνύεται η πλήρης αδυναμία της νέας κυβέρνησης να υπερασπιστεί τη χώρα. Στη μάχη του Μετς οι Πρώσοι διαλύουν τον γαλλικό στρατό, συλλαμβάνοντας άλλους 180.000 αιχμαλώτους.

Καθώς οι Πρώσοι έχουν καταλάβει ολόκληρη, σχεδόν, τη βόρεια και δυτική Γαλλία, στη νέα Εθνοσυνέλευση, που εκλέγεται αμέσως μετά, αντιπροσωπεύονται περιοχές στις οποίες υπερτερούν οι συντηρητικές δυνάμεις. Στην πρώτη, μάλιστα, συνεδρίασή της, στο Μπορντό, κακοποιούνται οι ριζοσπάστες και σοσιαλιστές αντιπρόσωποι του Παρισιού, μεταξύ των οποίων ο συγγραφέας Βίκτορ Ουγκό, ο Ιταλός επαναστάτης Τζουζέπε Γκαριμπάλντι κι ο μελλοντικός πρωθυπουργός Ζωρζ Κλεμανσό.

Η νέα συντηρητική κυβέρνηση που σχηματίζεται, με επικεφαλής τον Αδόλφο Θιέρσο,  υπογράφει στις Βερσαλλίες Συνθήκη Ειρήνης, αναγνωρίζοντας τη γερμανική κυριαρχία στις επαρχίες της Αλσατίας και της Λωραίνης. Συνάμα, δίνει στους Πρώσους το –εξευτελιστικό για τους Παριζιάνους- δικαίωμα, να παρελάσουν στα Ηλύσια Πεδία. Κόβει την αποζημίωση των εθνοφρουρών, που είχε περιοριστεί στις 60 δεκάρες και απαιτεί από το Παρίσι να παραδώσει τα κανόνια του στον στρατό. Επιπλέον, παίρνει οικονομικά μέτρα που εξοργίζουν τα μικροϊδιοκτητικά στρώματα.

Η πόλη, που πολιορκούνταν επί έξι μήνες, είχε περάσει τον χειρότερο χειμώνα της ιστορίας της. Οι νεκροί από την πείνα ανέρχονταν σε 3.600. Η αδυναμία εφοδιασμού με τρόφιμα και καύσιμα για τη θέρμανση (ξύλα και κάρβουνο), αντιμετωπίστηκε με την οργάνωση της λαϊκής αλληλεγγύης, με συγκρότηση δικτύων διανομής των πενιχρών μέσων διατροφής και θέρμανσης σε όλο τον πληθυσμό, ενώ και η άμυνα της πόλης στηρίχτηκε στην Εθνοφρουρά.

Τη νύχτα 17 προς 18 Μαρτίου ο κυβερνητικός στρατός επιχειρεί να πάρει κρυφά από το Παρίσι τα κανόνια, πολλά από τα οποία είχαν αγοραστεί με λαϊκό έρανο. Την ενέργεια αυτή ανακαλύπτουν οι γυναίκες, που είχαν σχηματίσει ομάδες επαγρύπνησης και κινητοποιούν τους εθνοφρουρούς.

Ο λοχίας Βερταγκέρ απευθύνεται προς τους στρατιώτες του κυβερνητικού στρατού, προσφωνώντας τους «συντρόφους» και καλώντας τους να καταθέσουν τα όπλα. Η συναδέλφωση λαού και στρατού ματαιώνει τα κυβερνητικά σχέδια. Οι στρατηγοί Λεκόντ και Τομά, γνωστοί για την αγριότητα που επέδειξαν στην καταστολή της Επανάστασης του 1848, εκτελούνται.

Το Παρίσι περνάει υπό τον πλήρη έλεγχο του λαού του, ενώ η κυβέρνηση του Θιέρσου και η αντιδραστική Εθνοσυνέλευση έχουν εγκατασταθεί, ήδη από τις 10 Μαρτίου, στην αριστοκρατική συνοικία των Βερσαλλιών, 17 χιλιόμετρα από την πόλη.

 

Η ανακήρυξη της Κομμούνας

 Μέσα σε κλίμα ενθουσιασμού, ο εξεγερμένος λαός συνέρχεται σε συνελεύσεις, αυθόρμητες ή οργανωμένες από τις πολυάριθμες πολιτικές λέσχες, που είχαν δημιουργηθεί μετά την ανακήρυξη της Δημοκρατίας τον προηγούμενο Σεπτέμβριο.

«Δεν γνωρίζω κανέναν», γράφει ο σοσιαλιστής δημοσιογράφος και συγγραφέας Ζυλ Βαλλές. «Μου λένε τα ονόματά τους, δεν τα έχω ξανακούσει… Κέρδισαν την επιτυχία με το λόγο και με την πράξη τους, στις, συχνά ταραχώδεις, συνελεύσεις…. Αγόρια με χοντροπάπουτσα, με μάλλινους σκούφους, χωρίς επωμίδες και αορτήρες, είναι η κυβέρνηση».

Στις συζητήσεις τίθεται το ζήτημα της ανάδειξης αντιπροσωπευτικού σώματος για τη διαχείριση της λαϊκής εξουσίας. Την απόφαση διεξαγωγής εκλογών είχαν ανακοινώσει και οι προυντονικοί εθνοφρουροί, όταν τη νύχτα της 17ης προς 18η Μαρτίου κατέλαβαν το Δημαρχείο.

Οι μπλανκιστές υποστηρίζουν πως πρωταρχικό ζήτημα είναι η συγκρότηση Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας και η επίθεση ενάντια στις Βερσαλλίες, όπου βρίσκεται κρατούμενος (για μια ακόμα φορά) ο ηγέτης τους, με στόχο την ανατροπή της κυβέρνησης και την κατοχύρωση της λαϊκής κυριαρχίας. Τις μέρες εκείνες, ενώ η Εθνοφρουρά είχε 40.000 ένοπλους, ο στρατός των Βερσαλλιών δεν ξεπερνούσε τους 12.000 άντρες.

Επικρατεί η άποψη διεξαγωγής εκλογών, που πραγματοποιούνται στις 26 Μαρτίου, με τη συμμετοχή 240.000 από τους 450.000 ψηφοφόρους. Ψηφίζουν, κυρίως, οι εργατικές λαϊκές συνοικίες, ενώ 80.000 αστοί, μεσοαστοί, δημόσιοι υπάλληλοι, αστυνομικοί, παπάδες, πόρνες πολυτελείας, νταβατζήδες και κάθε είδους μεγαλοαπατεώνες, έχουν εγκαταλείψει την πόλη.

Στις 28 Μαρτίου συνέρχονται οι 92 εκλεγμένοι εκπρόσωποι του παρισινού λαού, που συγκροτούν το Συμβούλιο της Κομμούνας. Ανάμεσά τους, ως μικρή μειοψηφία, και δεκαπέντε εκλεγμένοι στις αστικές συνοικίες, που παραιτούνται, με το αιτιολογικό πως εκλέχτηκαν για την ανάληψη, απλώς, δημοτικών καθηκόντων.

Με την ανακήρυξη της Κομμούνας, η Κεντρική Επιτροπή της Εθνοφρουράς παραδίδει την εξουσία. «Οι κατάσκοποι που έχουν γλιστρήσει μέσα στις γραμμές μας», γράφει η ανακοίνωση, «ας πάνε να τους περιγράψουν το μεγαλειώδες θέαμα ενός λαού που ανακτά την κυριαρχία του και –υπέρτατη φιλοδοξία- την ανακτά κραυγάζοντας: “Τη ζωή μας για την πατρίδα!”».

Η Κομμούνα συγκροτείται ως σώμα που νομοθετεί και ταυτόχρονα κυβερνάει, καταργώντας την αστική διάκριση νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας. Δημεύεται η εκκλησιαστική περιουσία, καθώς και τα εργοστάσια όσων είχαν εγκαταλείψει την πόλη, που θα μετατρέπονταν σε συνεργατικές επιχειρήσεις. Αυξάνονται οι μισθοί των εργατών, ενώ ορίζεται ανώτατο όριο στους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων. Καταργείται ο τόκος και χαρίζονται τα απλήρωτα ενοίκια της περιόδου Οκτωβρίου-Απριλίου. Αποφασίζεται η υποχρεωτική δημόσια και δωρεάν εκπαίδευση, μέτρο ιστορικά πρωτοφανές, όπως και η ίδρυση επαγγελματικών σχολείων για τα κορίτσια, ενώ απαγορεύεται κάθε ανάμιξη της Εκκλησίας στην εκπαίδευση. Επιτρέπεται η ελεύθερη σύναψη πολιτικού γάμου στις γυναίκες από τα 16, στους άντρες από τα 18.

Ρίγη αγανάκτησης προκάλεσε στις κυρίες της άρχουσας τάξης η απόφαση να καταργηθεί η νυχτερινή εργασία στα αρτοποιεία. Μα, είναι δυνατόν; Και πώς θα έβρισκαν, πλέον, ζεστά ψωμάκια για το πρωινό τους;

Στις 30 Μαρτίου καταργείται η στρατιωτική θητεία. Ένας λαός που υπερασπίστηκε ο ίδιος, με την Εθνοφρουρά του, την πόλη του, έχει πειστεί πως δεν υπάρχει κανένας λόγος να διατηρείται επαγγελματικό σώμα αξιωματικών. Κάθε άντρας από 18 έως 40 ετών θεωρείται υπερασπιστής της πατρίδας. Αφαιρείται κάθε πολιτική εξουσία από την αστυνομία και αποφασίζεται η εκλογή των δικαστών από τον λαό.

«Για πρώτη φορά, από τις μέρες του Φεβρουαρίου του 1848», έγραφε ο Μαρξ, «οι δρόμοι του Παρισιού ήταν και πάλι ασφαλείς, κι αυτό χωρίς κανενός είδους αστυνομία. “Δεν ακούμε πια να γίνεται λόγος”, είπε ένα μέλος της Κομμούνας, “για φόνους, ληστείες και επιθέσεις σε πρόσωπα. Φαίνεται, πράγματι, σαν να τράβηξε μαζί της στις Βερσαλλίες η αστυνομία όλους τους σταθερούς της φίλους”».

Στις 7 Απριλίου η κόκκινη σημαία αναγνωρίζεται επίσημα, αντικαθιστώντας την τρίχρωμη. Τις προηγούμενες μέρες είχε καεί δημοσίως η λαιμητόμος, το όργανο εκτέλεσης των καταδικασμένων σε θάνατο, είχε κατεδαφιστεί το παρεκκλήσι στη μνήμη του εκτελεσμένου από τη Γαλλική Επανάσταση Λουδοβίκου 16ου, όπως επίσης και η Στήλη Βαντόμ, που συμβόλιζε τη δόξα της Γαλλίας στους κατακτητικούς της πολέμους.

Ο διεθνισμός των κομμουνάρων εκφράστηκε και με τη συμμετοχή ξένων στο Συμβούλιο της Κομμούνας, ακόμη και με την ανάθεση υπεύθυνων αρμοδιοτήτων σε πολλούς απ’ αυτούς, καθώς, όπως διακήρυξαν, «η σημαία της Κομμούνας είναι σημαία της παγκόσμιας δημοκρατίας».

Μεταξύ των αγωνιστών της Κομμούνας περιλαμβανόταν και ο νεαρός τότε Έλληνας σοσιαλιστής Παύλος Αργυριάδης, που εξελίχθηκε σε στέλεχος του γαλλικού σοσιαλιστικού κινήματος.

Από εργάτριες, κυρίως, συγκροτείται η Ένωση Γυναικών για την άμυνα του Παρισιού και τη βοήθεια των τραυματιών, που κάνει σαφή τον επαναστατικό της προσανατολισμό, διακηρύσσοντας ως στόχο την «υπεύθυνη υπεράσπιση της υπόθεσης του λαού, της Επανάστασης και της Κομμούνας, για την ολοκληρωτική κοινωνική επανάσταση, για την κατάργηση των υπαρχουσών κοινωνικών και νομικών δομών».

Η Ελιζαμπέτ Ντμιτρίεφ, στέλεχος της Ένωσης, θα θέσει το ζήτημα της απάλειψης «κάθε ανταγωνισμού μεταξύ των εργατών διαφορετικών φύλων, μιας και παλεύουν στον αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό, μιας και τα συμφέροντά τους ταυτίζονται. Οι μισθοί θα πρέπει να είναι ίσοι για ίση εργασία».

Ιδιαίτερη σημασία είχε η απόφαση για πάγωμα των ληξιπρόθεσμων χρεών, που αφορούσε τα μικροϊδιοκτητικά στρώματα. Την απόφαση επικροτεί ο Μαρξ, εκτιμώντας πως  έφερνε αυτά τα στρώματα κοντά στο προλεταριάτο. Ο ίδιος, άλλωστε, θα χαρακτηρίσει την Κομμούνα «λαϊκή επανάσταση», φράση που οι μετέπειτα αστέρες της σοσιαλδημοκρατίας θα ισχυριστούν πως μπήκε εκ παραδρομής, για να υποστούν σκληρή κριτική από τον Λένιν. Ο Μαρξ εννοούσε αυτό που έγραφε. Επρόκειτο για λαϊκή επανάσταση, ακριβώς γιατί συσπείρωνε, εκτός απ’ την εργατική τάξη, και άλλα εργαζόμενα λαϊκά στρώματα. Αλλά οι πατέρες της μαρξιστικής «ορθοδοξίας» μόνο την «καθαρή προλεταριακή επανάσταση» αναγνώριζαν. Όταν το προλεταριάτο θα γινόταν κοινωνικά πλειοψηφικό και μέχρι τότε… βλέπουμε!

Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης και το καταπληκτικό γεγονός ότι οι κομμουνάροι αρνούνται να παραβιάσουν τα χρηματοκιβώτια του υπουργείου Οικονομικών, όπου φυλάσσονταν 4.600.000 φράγκα, ποσό τεράστιο. Δεν τους το επιτρέπει η εντιμότητά τους! Πρόκειται για εκδήλωση της ηθικής των ειδικευμένων τεχνιτών, στην οποία αναφερθήκαμε πιο πάνω.

Ο ίδιος κώδικας ηθικών αξιών δεν τους επιτρέπει, επίσης, να εκτελέσουν ομήρους που βρίσκονται στα χέρια τους, μεταξύ των οποίων ο Αρχιεπίσκοπος Νταρμπουά, ο τραπεζίτης Ζεκόρ κ.ά. Πρότειναν, μάλιστα, την ανταλλαγή του Αρχιεπισκόπου με τον Μπλανκί, που φυσικά απορρίφτηκε. Ο Θιέρσος σκέφτηκε, και πολύ σωστά απ’ τη μεριά του, πως δεν είχε κανένα συμφέρον να δώσει στο λαό τον θρυλικό επαναστάτη, κι αν  τελικά οι κομμουνάροι εκτελούσαν τον Αρχιεπίσκοπο θα καταγγέλλονταν σαν δολοφόνοι.

Με πρωτοβουλία του προυντονικού ζωγράφου Γκυστάβ Κουρμπέ, ιδρύεται η Ομοσπονδία Καλλιτεχνών με 400 μέλη, ενώ λειτουργεί και η Καλλιτεχνική Ομοσπονδία με άλλα 600. Βιβλιοθήκες και μουσεία ανοίγουν για όλο τον κόσμο. Διοργανώνονται θεατρικές παραστάσεις και μαθήματα για την τέχνη στα λαϊκά σχολεία.

Στις 2 Απριλίου επίθεση μονάδας του στρατού των Βερσαλλιών, που καταλήγει στη σύλληψη και εκτέλεση εθνοφρουρών, ξεσηκώνει το λαό, που φωνάζει το σύνθημα «στις Βερσαλλίες!».

Στις 3 Απριλίου οι κομμουνάροι αντεπιτέθηκαν. Μόνο που οι κυβερνητικοί είχαν ανασυγκροτήσει τις δυνάμεις τους, συγκεντρώνοντας ισχυρό στρατό, και απέκρουσαν την επίθεση, αιχμαλωτίζοντας και τη μονάδα του επαναστάτη Ντυβάλ. Ο ηρωισμός και το ηθικό μεγαλείο των επαναστατών εντυπωσίασε τον συνταγματάρχη Λαμπέρ, που αφηγούνταν:

«Όταν πιάστηκε η μονάδα του Ντυβάλ, ο στρατηγός Βιναί ρώτησε: “Υπάρχει κάποιος αρχηγός εδώ;” Βγήκε κάποιος από τις γραμμές και είπε: “Εγώ είμαι αρχηγός. Είμαι ο Ντυβάλ”. Τότε ο Βιναί είπε: “Τουφεκίστε τον!” Πέθανε γενναία. Παρουσιάστηκε ένας άλλος και είπε: “Είμαι ο αρχηγός του επιτελείου του Ντυβάλ”. Τουφεκίστηκε κι αυτός».

Ο στρατός εκτέλεσε όλους τους αιχμαλώτους, ανάμεσά τους και τον Γκυστάβ Φλουράνς, που είχε συμμετάσχει και στην Επανάσταση της Κρήτης, το 1866. Οι εκτελέσεις προκάλεσαν οργή στον παρισινό λαό, που μόνο τότε προχώρησε στην εκτέλεση των 68 ομήρων που κρατούσε.

Ανήσυχος ο Μαρξ, γράφει σε επιστολή του προς τον Κούγκελμαν, στις 6 Απριλίου:

«Οι Παριζιάνοι κάμπτονται, είναι φανερό, κι από δικό τους λάθος, αλλά ένα λάθος που στο κάτω κάτω οφείλεται στην υπερβολική τους τιμιότητα. Η Κεντρική Επιτροπή και έπειτα η Κομμούνα άφησαν σ’ αυτό το άθλιο έκτρωμα, τον Θιέρσο, τον χρόνο να συγκεντρώσει τις εχθρικές δυνάμεις, 1) γιατί, από βλακεία, δεν θέλησαν να αρχίσουν τον εμφύλιο πόλεμο, λες και δεν τον είχε αρχίσει πρώτος ο Θιέρσος όταν πήγε να αφοπλίσει με τη βία το Παρίσι, λες κι η Εθνοσυνέλευση, που κλήθηκε να αποφασίσει για πόλεμο ή ειρήνη με τους Πρώσους, δεν είχε κιόλας κηρύξει τον πόλεμο στη δημοκρατία! 2) για να μην κατηγορηθούν ότι σφετερίστηκαν την εξουσία, έχασαν πολύτιμο χρόνο με τις εκλογές της Κομμούνας, της οποίας η οργάνωση κ.λπ. χρειάστηκε κι άλλο χρόνο, αντί να βαδίσουν στις Βερσαλλίες αμέσως μετά την ήττα της αντίδρασης στο Παρίσι».

Στις 19 Απριλίου η Κομμούνα απευθύνεται προς το γαλλικό λαό, καλώντας τον σε γενικό ξεσηκωμό:

«Πρέπει το Παρίσι και ολόκληρη η χώρα να ξέρουν ποιος είναι ο χαρακτήρας, ο λόγος, ο σκοπός της Επανάστασης που συντελείται. Πρέπει, επιτέλους, η ευθύνη για τα πένθη, τα βάσανα και τις δυστυχίες που θύματά τους είμαστε, να πέσει σ’ αυτούς που, αφού πρόδωσαν τη Γαλλία και παραδώσανε το Παρίσι στον ξένο, συνεχίζουν με τυφλό και ανελέητο πείσμα την καταστροφή της Πρωτεύουσας για να θάψουν, κάτω από τα ερείπια της Δημοκρατίας και της Ελευθερίας, τη διπλή μαρτυρία για την προδοσία τους και το έγκλημά τους».

Είναι πια πολύ αργά, καθώς ήδη έχουν κατασταλεί οι εξεγέρσεις, που είχαν ξεσπάσει στα τέλη Μαρτίου, σε μια σειρά επαρχιακές πόλεις. Στην Λυόν, το Σεντ Ετιέν, τη Μασσαλία, το Μπορντό κ.ά.

Πολιορκούμενο, πλέον, το Παρίσι, αποφασίζει τη συγκρότηση 5μελούς Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας, στην οποία και πάλι αντιτίθενται οι οπαδοί του Προυντόν, οι οποίοι συνεχίζουν τον αγώνα ως απλοί ένοπλοι πολίτες.

 

Η Ματωμένη Εβδομάδα

Έχοντας ενισχυθεί από 60.000 αιχμαλώτους που απελευθέρωσαν οι Πρώσοι, οι κυβερνητικές δυνάμεις περνώντας και μέσα από τις γερμανικές γραμμές, καταλαμβάνουν, στις 21 Μαΐου, τα τείχη του Παρισιού. Η πόλη, επί μια εβδομάδα,  βομβαρδίζεται συστηματικά. 40.000 ένοπλοι κομμουνάροι αντιμετωπίζουν 130.000 κυβερνητικούς.

Στην πόλη στήνονται περί τα εννιακόσια οδοφράγματα, ενώ ξηλώνεται το λιθόστρωτο των δρόμων και για να χρησιμοποιηθούν οι πέτρες για τα οδοφράγματα και για να περιορίζεται η αποτελεσματικότητα των οβίδων που έπεφταν καταιγιστικά. Μόνο που και τα οδοφράγματα έχουν στηθεί χωρίς κανένα σχεδιασμό και χωρίς καμιά μέριμνα για τον ανεφοδιασμό τους.

Με την εισβολή και καθώς τα στρατεύματα του Θιέρσου καταλαμβάνουν τις συνοικίες, μία μετά την άλλη, αλλά και μετά από σκληρές μάχες, δρόμο τον δρόμο και σπίτι το σπίτι, η λαϊκή οργή ξεχειλίζει. Οι γυναίκες κυρίως, οι περίφημες «Πυρπολήτριες» που ύμνησε ο Ρεμπό, πρωτοστατούν στον εμπρησμό δημοσίων κτιρίων, μεταξύ των οποίων τα Ανάκτορα του Κεραμεικού, το υπουργείο Οικονομικών, το Δημαρχείο, το Μέγαρο της Λεγεώνας της Τιμής, το Μέγαρο Δικαιοσύνης, το κτίριο της Αστυνομίας κ.ά.

Την Κυριακή 28 Μαΐου δίνεται η τελευταία μάχη, στο νεκροταφείο Περ Λασέζ, όπου είχαν οχυρωθεί οι τελευταίοι μαχητές της Κομμούνας. Οι 147 κομμουνάροι που αιχμαλωτίστηκαν στη μάχη εκτελούνται επί τόπου. Ο «Τοίχος των Κομμουνάρων» αποτελεί και σήμερα σημείο όπου τιμάται η μνήμη τους από χιλιάδες επισκέπτες κάθε χρόνο.

Οι νεκροί από τις μάχες υπολογίζονται σε 3-4.000, έναντι 1.000 που ήταν οι απώλειες των κυβερνητικών. Οι εκτελέσεις συνεχίστηκαν μέχρι και τα μέσα Ιουνίου και υπολογίζονται συνολικά σε 30.000. Το όργιο της σφαγής γίνεται πιο ανατριχιαστικό, αν πάρουμε υπόψη ότι στην Επανάσταση του 1848 οι νεκροί ήταν 3.000.

Ο ηρωισμός των κομμουνάρων εκφράζεται και στη στάση τους στα στρατοδικεία που στήθηκαν εκείνες τις μέρες. Χαρακτηριστική η δήλωση της Λουίζ Μισέλ, στελέχους της Ένωσης Γυναικών για την Άμυνα του Παρισιού:

«Φαίνεται πως κάθε καρδιά που πάλλεται για την ελευθερία δεν δικαιούται παρά λίγο μολύβι. Ε, λοιπόν, διεκδικώ λίγο για μένα! Εάν με αφήσετε ζωντανή, δεν θα πάψω να φωνάζω για εκδίκηση».

Οι γυναίκες, που είχαν συγκροτήσει και Γυναικείο Τάγμα Εθνοφρουράς, διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο από την αρχή μέχρι το τέλος της Κομμούνας. Όπως έγραψε ο κομμουνάρος Προσπέρ-Ολιβιέ Λισαγκαρέ, μετά την φυγή των πορνών στις Βερσαλλίες, «εκείνη που κρατάει το πεζοδρόμιο τώρα, είναι η δυνατή, αφοσιωμένη τραγική γυναίκα, που ξέρει να πεθαίνει όπως αγαπάει, απ’ αυτή την καθαρή και γενναιόφρονη φλέβα που από το 1789 ρέει ζωντανή στα λαϊκά στρώματα. Η συντρόφισσα στη δουλειά θέλει να είναι μαζί και στον θάνατο».

Αναφέρει, μάλιστα, την περίπτωση κομμουνάρου που απευθυνόμενος σε κυβερνητικούς στρατιώτες φώναξε: «Πιστέψτε με, δεν μπορείτε να κρατήσετε. Οι γυναίκες σας κλαίνε, ενώ οι δικές μας δεν κλαίνε». Οι κυβερνητικοί στρατιώτες αποχώρησαν.

Στην εντυπωσιακή δραστηριότητα των γυναικών του Παρισιού αναφέρεται ο αρθρογράφος των «Τάιμς» του Λονδίνου: «Τι φοβερός λαός θα ήταν ο γαλλικός, αν αποτελούνταν μόνο από γυναίκες!».

Τις ηρωικές εργάτριες του Παρισιού υμνεί ο Ρεμπό, στο περίφημη ποίημά του «Τα χέρια της Ζαν Μαρί», αναφερόμενος στην επιδεξιότητα και την αποφασιστικότητα με την οποία χρησιμοποιούσε το όπλο η νεαρή πλύστρα.

Δεν είναι τυχαίο το ταξικό μίσος που συγκέντρωσαν πάνω τους οι ηρωικές αυτές γυναίκες. Κάθε φτωχοντυμένη ή απεριποίητη γυναίκα χαρακτηριζόταν «πυρπολήτρια» και συλλαμβανόταν ή εκτελούνταν αμέσως. Ο Βίκτορ Ουγκό περιγράφει τη φρικτή και απάνθρωπη συμπεριφορά των καλοντυμένων κυριών των Βερσαλλιών, που βρήκαν διασκεδαστική απασχόληση, ανοίγοντας με την άκρη της ομπρέλας που κρατούσαν τις πληγές των τραυματισμένων γυναικών.

Αλλά ούτε και τα εργατόπαιδα ξέφυγαν απ’ την οργή της αντεπανάστασης. Αυτά τα πεινασμένα παιδιά, που ο ρόλος τους στις μάχες των οδοφραγμάτων ήταν εξαιρετικά σημαντικός, πλήρωσαν εξίσου το ταξικό μίσος της «καλής κοινωνίας» των χορτάτων. Ηρωικά μέχρι τέλους, όπως γράφει ο Λισαγκαρέ:

«Σ’ ένα οδόφραγμα της συνοικίας Ταμπλ ο φοβερότερος σκοπευτής ήταν ένα παιδί. Όταν κατελήφθη το οδόφραγμα, όλοι οι υπερασπιστές του στήθηκαν στον τοίχο. Το παιδί ζητάει τρία λεπτά αναστολή. Η μητέρα του μένει απέναντι. Να της δώσει το ασημένιο του ρολόι, για να μην τα χάσει όλα. Ο αξιωματικός, άθελά του συγκινημένος, τον άφησε να φύγει, πιστεύοντας πως δεν θα τον ξαναδεί. Τρία λεπτά μετά, ένα “Να ‘μαι κι εγώ!” Ήταν το παιδί που πήδηξε στο πεζοδρόμιο κι ανάλαφρα ακούμπησε στον τοίχο, δίπλα από τα πτώματα των τουφεκισμένων συντρόφων του».

Περίπου 700 παιδιά κλείστηκαν σε αναμορφωτήρια, δεκάδες χιλιάδες έμειναν ορφανά. Συνολικά, συνελήφθησαν 43.000 κομμουνάροι, το 75% των οποίων ήταν εργάτες και οι υπόλοιποι μικροϊδιοκτήτες και υπάλληλοι. 5.000 φυλακίστηκαν και άλλοι τόσοι εξορίστηκαν στη Νέα Καληδονία, στον Ειρηνικό Ωκεανό. Στην πόλη επιβλήθηκε στρατιωτικός νόμος επί πέντε χρόνια. Η αμνηστία στους φυλακισμένους, εξόριστους και φυγόδικους κομμουνάρους δεν δόθηκε, παρά το 1879.

Η Κομμούνα, η ηρωική «έφοδος στον ουρανό» του παρισινού προλεταριάτου, ηττήθηκε. Η νίκη της θα ήταν εξαιρετικά απίθανη, όχι μόνο λόγω των καθυστερήσεων που διαπιστώθηκαν στην επίθεση κατά των Βερσαλλιών, αλλά και εξαιτίας της απομόνωσης της πόλης από την αγροτική ενδοχώρα.

Εντούτοις, αποτέλεσε την πρώτη απόπειρα του προλεταριάτου να πάρει την εξουσία επικεφαλής μιας, έστω περιορισμένης, λαϊκής συμμαχίας, και να δώσει το μεγάλο μάθημα, που θα αξιοποιούσαν αργότερα οι μπολσεβίκοι, κατά την «έφοδο στον ουρανό» του ρώσικου προλεταριάτου, αλλά και το σύνολο των νικηφόρων επαναστατικών κινημάτων του 20ού αιώνα:

Η κοινωνική επανάσταση προϋποθέτει μια ευρύτατη λαϊκή συμμαχία υπό εργατική ηγεμονία και συνεπάγεται την αντικατάσταση του αστικού κρατικού μηχανισμού από τους νέους θεσμούς της εργατικής – λαϊκής εξουσίας.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας