“Καλύβα με καλύβα, σπίτι με σπίτι”!

μέτρα

 Ήταν 27 Απρίλη 1941, σαν σήμερα, στις 8 το πρωί, ημέρα Κυριακή, όταν τα γερμανικά  στρατιωτικά τμήματα μπαίνουν στην Αθήνα. Ο λαός «υποδέχεται» τους ναζί κατακτητές παραμένοντας  ερμητικά κλεισμένος στα σπίτια του. Η πρωτεύουσα είναι μια έρημη πόλη.

  Ηδη από τις 23 Απρίλη, πριν πέσει η Αθήνα στα χέρια των Γερμανών και επιβληθεί στη χώρα η στυγνή τριπλή (γερμανική, ιταλική, βουλγάρικη) κατοχή, ο Τσολάκογλου είχε υπογράψει στη Θεσσαλονίκη το οριστικό πρωτόκολλο της συνθηκολόγησης. Οι Γερμανοί αναγνωρίζοντας τον «πατριωτισμό» του τον διόρισαν πρώτο «πρωθυπουργό» της κατεχόμενης Ελλάδας.

Στην πρωτεύουσα οι «κεφαλές του έθνους» είχαν ολοκληρώσει τις προετοιμασίες για να… λακίσουν, αφήνοντας οπισθοφυλακή τον υφυπουργό Ασφαλείας του μεταξικού καθεστώτος και κατοπινό βουλευτή της ΕΡΕ, τον διαβόητο Κ. Μανιαδάκη.

Ο Μανιαδάκης – και οι όμοιοί του υπουργοί και παρακεντέδες του φασίστα Μεταξά, όλη εκείνη η συνομοταξία των “θα ρίψωμεν μερικές τουφεκιές δια την τιμήν των όπλων” (Λιναρδάτος) – ήταν από αυτούς που αν στις 28 Οκτώβρη ο δικτάτορας δεν είχε υποστεί την “προσωπική προσβολή και την απιστία που του είχε κάνει η τροφός του η Γερμανία” (Σεφέρης – Χειρόγραφο Σεπτέμβρης ’41 ) και τους έλεγε ότι αποδέχτηκε το τελεσίγραφο, τότε “όλοι αυτοί οι κύριοι θα πήγαιναν να του φιλήσουν το χέρι και να τον συγχαρούν για το πατριωτικό του σθένος με πολύ μεγαλύτερη ειλικρίνεια παρά όταν άκουσαν το περιλάλητο όχι” (στο ίδιο).

Βασική φροντίδα του Μανιαδάκη ήταν να παραδοθούν δέσμιοι στους Γερμανούς οι 2.000 περίπου φυλακισμένοι και εξόριστοι αγωνιστές, κυρίως κομμουνιστές, που από τα κάτεργα της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου περνούσαν (από… τα ελληνικά χέρια) στα χέρια της Γκεστάπο.

Η είσοδος των Γερμανών επιφέρει και τον απόλυτο εξευτελισμό του αστικού πολιτικού κόσμου. «…ο Παπανδρέου – περιγράφει ο Σεφέρης – έλεγε: “Οι Γερμανοί δε θα μας πειράξουν” ή ο Καφαντάρης ομολογούσε: “Επίστευσα στην νίκη του Αξονος”…».

Ένα μέρος του αστικού πολιτικού συρφετού προχωρά στην ανοιχτή συνεργασία με τους κατακτητές και στον δωσιλογισμό. Ένα δεύτερο παρέμεινε στην Ελλάδα απέχοντας από τον αγώνα και αναμένοντας τις εξελίξεις. Η πλειοψηφία του υπό βρετανική επιρροή τμήματος, φρόντισε η αντικατοχική δράση του να μην αποκόπτει τις επαφές του και τις σχέσεις “κατανόησης” με τους κατακτητές. Όσο για την πλειονότητα των αστών “ταγών”, μαζί με το Παλάτι, λιποτάκτησαν στο εξωτερικό αρπάζοντας μαζί του και τις τεράστιες ποσότητες των κρατικών αποθεμάτων σε χρυσό…  

Η φυγή τους αποτελεί εκδήλωση παροιμιώδους… λεβεντιάς και «εθνικού φρονήματος»: Ανήμερα της συνθηκολόγησης ο βασιλιάς Γεώργιος με τον πρωθυπουργό Εμμ. Τσουδερό, τον πρίγκιπα Πέτρο και τον Άγγλο πρεσβευτή Μάικλ Πάλαιρετ επιβιβάζονται σ’ ένα βρετανικό υδροπλάνο με πρώτο σταθμό την Κρήτη και κατόπιν Κάιρο. Είχε προηγηθεί το φευγιό του εξαίρετου ζεύγους των διαδόχων του θρόνου, ο Παύλος με τη Φρειδερίκη. Τη, δε, νύχτα 22 προς 23 Απριλίου με τα αντιτορπιλικά  «Πάνθηρ», «Β. Ολγα» και «Ιέραξ» την… κοπάνησαν άπαντες:

Ο υποναύαρχος Σακελλαρίου γράφει χαρακτηριστικά:

«(…) άπαντες οι υπουργοί, ο Διοικητής και ο Υποδιοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος και μερικοί κρατικοί επίσημοι και μη λειτουργοί, οι πλείστοι με τας οικογενείας των- γυναίκες, τέκνα, πεθερές, κουβερνάντες και τας αποσκευάς των μπαούλα, βαλίτσες και τουαλέτες, τσάντες με ρουχισμό, μερικοί με παιχνίδια των παιδιών των και κάποιοι με τα χρυσαφικά των. Ο Βασιλεύς και ο κ. Τσουδερός ανεχώρησαν αεροπορικώς περί τα ξημερώματα της 23ης Απριλίου, αφού αφήκαν και από μίαν προκήρυξιν προς τον Λαόν διά να του εξηγήσουν την προς την Κρήτην απομάκρυσίν των. Φαίνεται όμως ότι η θέα τοσούτον ασυνηθίστου διά πολεμικά πλοία φορτίου, και δη εν καιρώ πολέμου, εξερέθισε τα πληρώματα εις τοιούτον βαθμόν, ώστε εις την Σούδαν εξεδηλώθη μικρά στάσις επί του “Βασίλισσα Ολγα”, του προσωπικού απαιτήσαντος να μην επιβή κανείς πλέον. Αντιλαμβάνεται ο καθείς την ψυχολογία όλων αυτών των αξιωματικών, υπαξιωματικών και ναυτών που κανένας τους δεν εγνώριζε πού και πώς άφηναν τα σπίτια τους, όταν έβλεπαν ότι υπήρχαν προνομιούχοι Έλληνες και Ελληνίδες ή Ελληνόπουλα που μπορούσαν ανέτως να μεταφέρονται με τα πολύτιμα των υπαρχόντων των προς άλλας ασφαλείς κατευθύνσεις μέχρις ότου παρέλθει η συμφορά ή όταν έβλεπαν ότι η οικογένεια του Πρωθυπουργού της Ελλάδος συνωδεύετο και από το απαραίτητο σκυλάκι της, χωρίς τη συντροφιά του οποίου φαίνεται ότι δεν ήτο δυνατόν να σωθεί η Ελλάς»…

Ανάλογη εικόνα με τον Σακελλαρίου δίνει και ο έφεδρος πλοίαρχος Πετρόπουλος, που την επομένη του βομβαρδισμού του Πειραιά (6 Απρίλη) ορίζεται Ανώτερος Διοικητής Πειραιώς. Γράφει:

«Το ίδιο βράδυ, μου έκανε εντύπωσι και ένα άλλο θέαμα, που με επηρέασε κατά κάποιο ποσοστό για να μη φύγω από την Ελλάδα: Μεταξύ των Ελλήνων ιδιωτών επιβατών ήταν κι ένα ζευγάρι – όχι πρώτης νεότητος- που το συνώδευε η μητέρα της συζύγου. Η ηλικιωμένη πεθερά κρατούσε ένα βαλιτσάκι που, όπως επρόδιδαν οι μεταξύ των τριών τους κουβέντες, περιείχε και τιμαλφή της οικογενείας. Χωρίς να θέλω, με κατέλαβε αηδία από το γεγονός, ότι δεν διαθέταμε τα πλοία για να σώσουμε έστω και λίγους στρατιώτες μας από τις χιτλερικές ορδές, αλλά καταλαμβανόταν η πολύτιμη χωρητικότης για να δοθεί ευκαιρία στα μπιζού και στα εξαντλημένα σαρκία της ευπόρου οικογενείας να… συνεχίσουν και εκτός της Ελλάδος τον αγώνα κατά του κατακτητού!».

Παρακάτω ο ίδιος σημειώνει:

“Δέκα ημέρες μετά την εισβολήν ήρχιζεν η κατάρρευσις (…) η Ανώτατη Ηγεσία επιθυμούσε να ξεχασθή το γεγονός ότι η διαταγή της παραδόσεως μπορούσε να διατυπωθή κατά πολύ διαφορετικό τρόπο, αφού σύμφωνα και με το “Σχέδιο Θ”, είχαν ήδη διατεθή τα πλωτά μέσα για τις ακτές της Θράκης και της Μακεδονίας, από όπου θα παρελάμβαναν και θα έσωζαν το μεγαλύτερο μέρος των στρατιωτών μας, αντί να τους εγκαταλείψουν στο έλεος των Γερμανών”.     

Ταυτόχρονα με την κατοχή της χώρας και την φυγή των «προυχόντων» ξεκίνησε και η προπαγάνδα του ραγιαδισμού, της υποτέλειας και της υποταγής. Το μήνυμα του οικονομικού και πολιτικού κατεστημένου προς τον λαό ήταν να… κάτσει ήσυχος.

Στις 29 Απρίλη 1941, δύο μέρες μετά την κατάληψη της Αθήνας η εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΒΗΜΑ», έγραφε στο κύριο θέμα της:

«Εντός εικοσιτετραώρων η κατάληψις της χώρας μας θα έχει συμπληρωθή. Έτσι η Ελλάς βγαίνει από τον πόλεμο – και βγαίνει οριστικώς από τον πόλεμον, καθ’ ον τρόπον εβγήκαν όλαι σχεδόν αι χώραι της ηπειρωτικής Ευρώπης (…). Αυτό δεν το λέγομεν προς παρηγορίαν μας. Τα λέγομεν διά να τονίσωμεν τη βασικήν κατά τη γνώμην μας αλήθειαν που δεν πρέπει ποτέ να φεύγη από τα μάτια μας, ότι δηλαδή τα ελληνικά προβλήματα που εδημιουργήθησαν από της 27ης Απριλίου δεν ημπορούν να αντιμετωπισθούν παρά εις το πλαίσιο της Νέας Ευρωπαϊκής πραγματικότητος. Πρέπει να καταλάβουμε ότι εφεξής αποτελούμεν μέρος ενός εκτεταμένου ηπειρωτικού συνόλου του οποίου όλα τα τμήματα θα έχουν αναποφεύκτως κοινότητα κατευθύνσεων και προπαντός κοινότητα συμφερόντων, οικονομικών και άλλων. Αυτή η ηπειρωτική σύλληψις της υποστάσεώς μας πρέπει να αποτελέση το πλαίσιον μέσα εις το οποίον θα κινηθούμε. Η τύχη μας είναι εφεξής αρρήκτως συνδεδεμένη προς την τύχη της γηραιάς Ηπείρου της οποίας αποτελούμεν τη νοτιοανατολικήν εσχατιάν».

Αντίστοιχο και το μήνυμα της εφημερίδας «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ»:

«Ο αθηναϊκός λαός αντιμετωπίζει τα γεγονότα με σταθεράν πεποίθησιν ότι όλα βαίνουν προς το καλύτερον, ότι λήξαντος του πολέμου, διά την Ελλάδα τουλάχιστον, ανοίγεται η περίοδος της ειρήνης και της εντός των πλαισίων της ειρήνης αυτής παραγωγικής δραστηριότητος. Η θέλησις των Ελλήνων, όπως εντός του ειρηνικού πλαισίου, το οποίο εξασφαλίζει εις αυτούς ο τερματισμός του πολέμου, αναπτύξουν όλας των τας ικανότητας και όλας των τας πρωτοβουλίας, θα δώση ασφαλώς αφορμήν διά να εκδηλωθούν όλαι εκείναι αι κεκρυμμέναι αρεταί της φυλής μας, αι οποίαι είτε εξ αδιαφορίας, είτε εξ αισθημάτων ηλαττωμένης αλληλεγγύης δεν είχον ανέλθει εις την επιφάνειαν τους τελευταίους καιρούς. Αι γερμανικαί αρχαί εμφορούμεναι από τας φιλικωτέρας των διαθέσεων απέναντι του ελληνικού πληθυσμού, τας αρετάς και τα προτερήματα του οποίου δεν ήργησαν να γνωρίσουν, θα τον συντρέξουν -περί τούτου δεν υπάρχει αμφιβολία- εις πάσαν θετικήν και οικοδομητικήν του προσπάθειαν».

Κόντρα στα κηρύγματα της υποταγής, στην προπαγάνδα της συνθηκολόγησης που διατεινόταν ότι η κατοχή σήμαινε το… τέλος του πολέμου και ότι οι Γερμανοί κατακτητές εμφορούντο από «τας φιλικωτέρας των διαθέσεων απέναντι του ελληνικού πληθυσμού», ο λαός μας ακολούθησε τον άλλο δρόμο.

Ο λαός ακολούθησε το δικό του μεγαλειώδη δρόμο, τον αγώνα της εθνικής και κοινωνικής απελευθέρωσης, όπως τον είχε περιγράψει ήδη από την έναρξη του ιμπεριαλιστικού πολέμου – μέσα από τα μπουντρούμια της Ασφάλειας – ο Νίκος Ζαχαριάδης στο ιστορικό του πρώτο γράμμα της 31 Οκτώβρη 1940:

«Προς το λαό της Ελλάδας

Ο φασισμός του Μουσσολίνι χτύπησε την Ελλάδα πισώπλατα, δολοφονικά και ξετσίπωτα με σκοπό να την υποδουλώσει και εξανδραποδίσει. Σήμερα όλοι οι έλληνες παλαίβουμε για τη λευτεριά, την τιμή, την εθνική μας ανεξαρτησία. Η πάλη θα είναι πολύ δύσκολη και πολύ σκληρή. Μα ένα έθνος που θέλει να ζήσει πρέπει να παλεύει, αψηφώντας τους κινδύνους και τις θυσίες. Ο λαός της Ελλάδας διεξάγει σήμερα έναν πόλεμο εθνικοαπελευθερωτικό, ενάντια στο φασισμό του Μουσσολίνι. Δίπλα στο κύριο μέτωπο και Ο ΚΑΘΕ ΒΡΑΧΟΣ, Η ΚΑΘΕ ΡΕΜΑΤΙΑ, ΤΟ ΚΑΘΕ ΧΩΡΙΟ, ΚΑΛΥΒΑ ΜΕ ΚΑΛΥΒΑ, Η ΚΑΘΕ ΠΟΛΗ, ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΣΠΙΤΙ, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΦΡΟΥΡΙΟ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ.

Κάθε πράκτορας του φασισμού πρέπει να εξοντωθεί αλύπητα (…)»

Και το γράμμα του Γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ κατέληγε:

«Έπαθλο για τον εργαζόμενο λαό και επιστέγασμα για το σημερινό του αγώνα, πρέπει να είναι και θα είναι, μια καινούργια Ελλάδα της δουλιάς, της λευτεριάς, λυτρωμένη από κάθε ξενική ιμπεριαλιστική εξάρτηση και από κάθε εκμετάλλευση, μ’ ένα πραγματικά παλλαϊκό πολιτισμό.

Όλοι στον αγώνα, ο καθένας στη θέση του και η νίκη θάναι νίκη της Ελλάδας και του λαού της. Οι εργαζόμενοι όλου του κόσμου στέκουν στο πλευρό μας».

Ο λαός μας, αρνούμενος την καταχνιά της κατοχής που πλάκωσε τη χώρα τον Απρίλη του ’41, πιάνοντας το νήμα του ‘21, απειθαρχώντας στα κελεύσματα της συνθηκολόγησης, χωρίς να διαπραγματευτεί τίποτα από την τιμή και την Ιστορία του, τράβηξε το δρόμο του μεγαλείου και της θυσίας, όπως ακριβώς περιγραφόταν σε εκείνο το πανό του ΕΑΜ:

«Όταν ο λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα»

***

Πηγές:

– Σπύρος Λιναρδάτος “Ο Ιωάννης Μεταξάς και οι μεγάλες δυνάμεις (1936-1940)”, εκδ. Προσκήνιο-Β’ έκδοση, σελ.184

– Γιώργος Σεφέρης “Χειρόγραφο Σεπ.’41”, εκδόσεις Ικαρος, σελ. 45,47

– ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ Ε. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ (ΥΠΟΝΑΥΑΡΧΟΥ): «Η ΘΕΣΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΝ ΠΟΛΕΜΟΝ», Εκδόσεις Cosmos Greek-American Printing Company, Νέα Υόρκη 1944, σελ. 222- 223

– Ν.Δ.ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΥ: «Αναμνήσεις Παλαιού Ναυτικού – ΤΡΑΓΙΚΕΣ ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ‘41», To Βήμα, 11/3/1970

– ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΒΗΜΑ, 29/4/1941

– ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 29/4/1941

– «Το ΚΚΕ – Επίσημα Κείμενα», εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, τόμος 5ος, σελ. 9- 10

– Νίκος Ζαχαριάδης: «Ιστορικά Διλήμματα- Ιστορικές Απαντήσεις- Άπαντα τα δημοσιευμένα 1940- 1945», εκδόσεις Καστανιώτη, Πετρόπουλος – Χατζηδημητράκος, σελ. 31.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας