Ιστορικός αναθεωρητισμός στη γερμανική Δεξιά

910
γερμανία

Ποιος φταίει για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο; Ο διεθνής μπολσεβικισμός, οι Εβραίοι, οι Πολωνοί, οι πλουτοκράτες της Αγγλίας και της Αμερικής. Αυτήν την απάντηση θα πάρει κάποιος αν συνομιλήσει με έναν Γερμανό ακροδεξιό. Αυτή είναι η θέση της ακροδεξιάς όπου γης σχετικά με την ευθύνη για τη μεγαλύτερη σφαγή που γνώρισε ποτέ ο κόσμος και εκφράζεται στην επιχειρηματολογία των ίδιων των ηγετών του Άξονα σε εκείνο το μακρινό πρώτο μισό της δεκαετίας του ’40. “Μας αναγκάζουν να κάνουμε τον πόλεμο, γιατί δε μας αφήνουν να αναπνεύσουμε, να ζήσουμε, να επεκταθούμε”. Με αυτά τα λόγια θα συνόψιζε κανείς την αιτιολόγηση του πολέμου από τους ναζί της Γερμανίας, τους Ιταλούς φασίστες και την κυρίαρχη τάξη στην αυτοκρατορική Ιαπωνία.

Οι αιτίες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου υπήρξαν πολλές. Αν τις συνοψίσουμε μπορούμε να πούμε πως η Γερμανία, ο γερμανικός ιμπεριαλισμός, έκανε μια τελική εξόρμηση χρησιμοποιώντας τα στρατηγικά της πλεονεκτήματα, τις παραγωγικές της δυνατότητες, εκμεταλλευόμενη την πολιτική κατάσταση στην Ευρώπη της δεκαετίας του ’30 και συνδιαμορφώνοντάς την, προκειμένου να ανατρέψει το καθεστώς που επιβλήθηκε από του νικητές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η εξόρμηση αυτή πραγματοποιήθηκε από το ναζιστικό καθεστώς, το οποίο κατάφερε να ανελιχθεί στην εξουσία το 1933, προβάλλοντας ως εγγυητής ενάντια σε τέσσερις χοντρικά εχθρούς της Γερμανίας, όπως τους περιέγραφε: Τους κομμουνιστές που απειλούσαν την κοινωνική τάξη, τους Αγγλογάλλους που είχαν ταπεινώσει τη χώρα το 1918-19 με τους όρους που επέβαλαν για την ειρήνη, τους Πολωνούς και Τσέχους που καταπίεζαν τις γερμανόφωνες μειονότητες στο εσωτερικό των κρατών τους και τους Εβραίους, που από τη μια μόλυναν το γερμανικό έθνος φυλετικά, ενώ από την άλλη, είτε σε συνεργασία με τις δυτικές καπιταλιστικές χώρες είτε ελέγχοντας το μπολσεβίκικο κίνημα, όπως διατείνονταν οι Ναζί, απεργάζονταν την συνέχιση της ταπεινωτικής μεταπολεμικής συνθήκης για τη Γερμανία. Όλοι αυτοί τελικό σκοπό είχαν να διαλύσουν το γερμανικό έθνος, μέσα από τη συνέχιση της ταπείνωσης του 1918 ή και τον κομμουνιστικό διεθνισμό και την υπαγωγή στην εξουσία της Μόσχας. Όμως το γερμανικό έθνος ήταν, σύμφωνα με τη θεωρία περί άριας φυλής, προορισμένο μαζί με τους βορειοευρωπαίους συγγενείς του, να κυριαρχήσει στον κόσμο. Το ναζιστικό κόμμα προετοίμασε λοιπόν τη χώρα για την εξόρμηση.

Ο Χίτλερ εκμεταλλεύτηκε την απροθυμία των Δυτικοευρωπαίων να πολεμήσουν εναντίον της Γερμανίας και βήμα-βήμα ακύρωσε τους όρους της ειρήνης, επέκτεινε τα σύνορα του κράτους του, εμπλέχτηκε με επιτυχία στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο, όπου δοκίμασε στρατιωτικά μέσα και μεθόδους και ζύγισε πολιτικές αντιδράσεις των αντιπάλων του.

Η απροθυμία των Αγγλογάλλων να τον πολεμήσουν έχει σύνθετη εξήγηση. Σίγουρα έχει να κάνει με την απροθυμία των ίδιων των πληθυσμών σε αυτές τις δύο χώρες να εμπλακούν εκ νέου σε μια πολεμική περιπέτεια. Το τραύμα από τη φρίκη των χαρακωμάτων του 1914-18 ήταν νωπό, όπως και οι μνήμες. Άλλος λόγος είναι οπωσδήποτε, ειδικά μετά την έκβαση του ισπανικού εμφυλίου, ο υπολογισμός ότι η Γερμανία θα χτυπήσει την ΕΣΣΔ και έτσι θα εμπλακεί σε έναν αγώνα φθοράς, που στην καλύτερη περίπτωση θα οδηγήσει σε πτώση το σοβιετικό καθεστώς ή τουλάχιστον θα αδυνατίσει και τους ναζί και τους μπολσεβίκους. Με τη στάση τους απέναντι στην προσάρτηση από τη Γερμανία της Αυστρίας και της Τσεχίας το 1938, έδειξαν να πιστεύουν πως η Γερμανία στρέφεται προς ανατολάς.

Αυτό φαίνεται πως ήταν και το μεγάλο τους σφάλμα. Ακόμα και όταν η Γερμανία εισέβαλε και κατέλαβε την Πολωνία και ενώ είχε υπογράψει σύμφωνο μη επίθεσης με την ΕΣΣΔ, οι Αγγλογάλλοι δεν προχώρησαν σε επίθεση εναντίον της Γερμανίας. Η Γερμανία έχοντας πλέον υλικά μέσα και εμπειρία κατέλαβε με ευκολία την άνοιξη του 1940 Δανία, Νορβηγία, Ολλανδία, Βέλγιο και τελικά την ίδια τη Γαλλία. Η Γερμανία πλέον κατείχε όλες σχεδόν τις βιομηχανικές ευρωπαϊκές χώρες και την Πολωνία, είχε άριστες σχέσεις με τις χώρες της ανατολικής και νοτιοανατολικής Ευρώπης που την προμήθευαν με αγροτικά προϊόντα. Η κίνηση του Μουσολίνι να επιτεθεί στην Ελλάδα και η απρόσμενη επιτυχής αντίσταση των Ελλήνων οδήγησε τη Γερμανία να αλλάξει σχέδια, να επιτεθεί και να καταλάβει τη χώρα μας και τη Γιουγκοσλαβία και είχε έρθει πλέον η ώρα να γίνει το μοιραίο βήμα: η επίθεση στην ΕΣΣΔ.

Η φιλόδοξη “επιχείρηση Μπαρμπαρόσα” δεν πέτυχε κανέναν από τους στόχους της εντός των χρονοδιαγραμμάτων, οι δυτικές χώρες συμμάχησαν με την ΕΣΣΔ και μέσα από τέσσερα χρόνια ανείπωτης φρίκης, με κεντρικό σημείο τη Μάχη του Στάλινγκραντ, το ναζιστικό σχέδιο οδηγήθηκε στην πλήρη αποτυχία. Η Γερμανία βρέθηκε υπό κατοχή, κατεστραμμένη όπως και όλη η Ευρώπη, μετά από αυτή τη μάχη του πολιτισμού ενάντια στη χιτλερική και φασιστική θηριωδία και βαρβαρότητα.

Αν πέτυχε κάτι, και αυτό όχι ολοκληρωμένα, ήταν το ξεκλήρισμα του εβραϊκού στοιχείου από την Ευρώπη. Με εκατομμύρια νεκρούς Εβραίους, η Ευρώπη είχε χάσει ένα σημαντικό συστατικό της κομμάτι. Ο ξεριζωμός ολοκληρώθηκε με την μετάβαση της πλειοψηφίας των επιζώντων στην Παλαιστίνη, όπου μέσα από μια άλλη ματoβαμένη διαδικασία ιδρύθηκε το κράτος του Ισραήλ.

“Φταίνε οι Μπολσεβίκοι”

Στη μεταπολεμική Γερμανία μπορούσε μεν κάποιος να συζητά στην απογευματινή μπίρα σχετικά με την ιστορία, μπορούσε να παραπονιέται για την έκβαση του πολέμου όσον αφορά τις συνέπειες, για τον χωρισμό σε δυο κράτη, για την παρουσία στρατών κατοχής, για τη βίαιη μετατόπιση 14 εκατομμυρίων γερμανόφωνων στη Δυτική Γερμανία από την Ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια. Όμως σε επίπεδο δημοσίου λόγου ήταν αδιανόητο να εκφραστεί άποψη που να αμφισβητεί την ευθύνη της χιτλερικής Γερμανίας σχετικά με την έκρηξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ένα πρώτο βήμα έγινε το 1986 με την περίφημη “Διαμάχη των Ιστορικών”. Η διαμάχη έλαβε χώρα σε εφημερίδες και περιοδικά καθ’ όλη τη διάρκεια της χρονιάς και είχε τη μορφή άρθρων και σχολίων που δημοσίευαν ιστορικοί, φιλόσοφοι και αρθρογράφοι, όπου τοποθετούνταν σχετικά ή και απαντούσαν σε προηγούμενα δημοσιεύματα.

Ο ιστορικός Ερνστ Νόλτε δημοσίευσε στην εφημερίδα Frankfurter Allgemeine Zeitung ένα κείμενο σχετικά με το Ολοκαύτωμα των Εβραίων της Ευρώπης με τίτλο “Παρελθόν, το οποίο δε θέλει να παρέλθει”. Η θέση του Νόλτε δεν έχει να κάνει ευθέως με την έναρξη του πολέμου, αλλά με το Ολοκαύτωμα. Σχετικοποιεί λοιπόν το Ολοκαύτωμα υποστηρίζοντας ότι προοίμιο της γενοκτονίας ήταν η βιολογική εξαφάνιση μιας τάξης, την οποία υποστηρίζει ότι διέπραξαν οι μπολσεβίκοι. Προοίμιο του Άουσβιτς ήταν το Γκουλάγκ, προοίμιο της βαρβαρότητας το βασανιστήριο που λέγεται ότι εφάρμοζαν οι Σοβιετικοί, με το να τοποθετούν το θύμα τους σε ένα κλουβί γεμάτο με αρουραίους προκειμένου να αποσπάσουν πληροφορίες και ομολογίες. Με αυτό το σκεπτικό δεν είναι δύσκολο να καταλήξει κανείς στο συμπέρασμα ότι ο ναζισμός υπήρξε μια αντίδραση, μια απάντηση στην κομμουνιστική απειλή και άρα χωρίς την ΕΣΣΔ δεν θα είχε υπάρξει ούτε ο ναζισμός, ούτε ο πόλεμος, ούτε και τα εγκλήματα. Ο φιλόσοφος Γιούργκεν Χάμπερμας σήκωσε το γάντι και απάντησε στον Νόλτε ότι υποβαθμίζει τα εγκλήματα του Τρίτου Ράιχ και ουσιαστικά αμφισβητεί τη μοναδικότητα του Ολοκαυτώματος, άρα προχωρά σε ιστορικό αναθεωρητισμό που δίνει τροφή στην άκρα δεξιά.

Πάνω σε αυτήν την αντιπαράθεση αναπτύχθηκε ένας ευρύτατος διάλογος. Ο Νόλτε υποστηρίχθηκε από σειρά συντηρητικών, ενώ απέναντί τους τάχθηκε πλειάδα σειρά προοδευτικών. Ήταν η τελευταία φάση της αντιπαράθεσης ΗΠΑ-ΕΣΣΔ, Δύσης-Ανατολής, ο Χέλμουτ Κολ ήταν ήδη 4 χρόνια καγκελάριος μετά από 15 χρόνια σοσιαλδημοκρατικής διακυβέρνησης της Δυτικής Γερμανίας και η χώρα του ήταν η εμπροσθοφυλακή του δυτικού κόσμου. Ο Κολ είχε διακηρύξει ήδη από την αρχή της διακυβέρνησής του τη θέληση για μια πνευματική και ηθική αλλαγή της δυτικογερμανικής κοινωνίας και στο πλαίσιο αυτό οι κύκλοι που τον υποστήριζαν προσπαθούσαν δειλά να εκφράσουν έναν σοβαρό αντίλογο στις θέσεις του προοδευτικού στρατοπέδου.

Η “Διαμάχη των Ιστορικών” προσπαθούσε να δώσει μια απάντηση στο θέμα της ιστορικής ταυτότητας. Ο Κολ είχε δηλώσει στο Τελ Αβίβ το 1984 ότι όσοι δεν είχαν γεννηθεί πριν το 1940 δε φέρουν ευθύνη για ότι συνέβη, ενώ το 1985 επισκέφτηκε μαζί με τον τότε Αμερικανό πρόεδρο Ρήγκαν ένα στρατιωτικό νεκροταφείο στο Mπίτμπουργκ, όπου βρίσκονταν θαμμένοι άνδρες των Ες-Ες. Η Δεξιά έθετε το ζήτημα της εθνικής ταυτότητας, η οποία πρέπει να απαλλαγεί από το κρίμα του παρελθόντος ενώ η Αριστερά τόνιζε ότι η νέα γερμανική ταυτότητα πρέπει να πηγάζει από τη συνταγματική νομιμότητα της Ομοσπονδιακής Γερμανίας και να συντηρεί τη μνήμη του τι ήταν ο ναζισμός.

“Φταίνε οι Αγγλογάλοι και οι Πολωνοί”

Ο υποστράτηγος ε.α. της Μπούντεσβερ, Γκερντ Σούλτσε-Ρόνχοφ δημοσίευσε το 2003 το βιβλίο του με τίτλο “Ένας πόλεμος που είχε πολλούς πατεράδες”. Στο βιβλίο του αυτό, που αποτελεί αγαπημένο ανάγνωσμα στους κόλπους των Γερμανών υπερσυντηρητικών και ακροδεξιών υποστηρίζει ότι ουσιαστικά την ευθύνη φέρουν όλοι οι άλλοι πλην της Γερμανίας. Η Πολωνία ευθύνεται γιατί δεν έκατσε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τον Χίτλερ, ενώ οι Δυτικοί ήταν δεσμευμένοι να διατηρήσουν την ειρήνη, αφού δεν επιτέθηκαν στη Γερμανία, όταν αυτή εισέβαλε και κατέλυσε το κράτος της Τσεχοσλοβακίας. Ο Ρόνχοφ δέχεται ότι η εισβολή στην Τσεχοσλοβακία θα μπορούσε να είναι νόμιμη αιτία πολέμου εναντίον της Γερμανίας. Αφού όμως οι Δυτικοί την δέχτηκαν, έδειξαν ότι αναγνωρίζουν το νέο καθεστώς. Όταν όμως η Γερμανία ζήτησε διαπραγματεύσεις με την Πολωνία, οι Αγγλογάλλοι, οι ΗΠΑ και η ΕΣΣΔ έπεισαν την Πολωνία να μη δεχτεί, υποχρεώνοντας τον Χίτλερ να κάνει πόλεμο – πάντα κατά τον στρατηγό. Η ευθύνη της Γερμανίας είναι λοιπόν μύθος και όταν η χώρα αναγνωρίζει την ευθύνη της για την κήρυξη πολέμου στην Πολωνία ασκεί “επιδειξιομανία ενοχής”.

Ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι τις απόψεις του Ρόνχοφ ενστερνίζεται ο Μίχαελ Κλονόβσκι, στενός συνεργάτης του συμπροέδρου της ακροδεξιάς “Εναλλακτικής για τη Γερμανία” (AfD), Αλεξάντερ Γκάουλαντ. Ο Κλονόβκσι έγραφε τον Σεπτέμβρη του 2019 ότι “από το 1968 πραγματοποιείται μια δίκη, όπου επιτρέπεται να μιλήσουν μόνο μάρτυρες κατηγορίας. Τι προηγήθηκε της επίθεσης στην Πολωνία και γιατί αρνούνται οι Γερμανοί επίσημοι να μιλήσουν για αυτό;” Ο Κλονόβσκι κατηγορεί λοιπόν για μονομέρεια τη γενιά των νέων Γερμανών και Γερμανίδων που από τα μέσα και της δεκαετίας του ’60 ήρθαν σε σύγκρουση με την προηγούμενη γενιά, τους ίδιους τους γονείς τους, κατηγορώντας τους ότι συνέπραξαν με το ναζιστικό καθεστώς ή ότι σιώπησαν έστω μπροστά στα εγκλήματα του χιτλερισμού. Πρόκειται για τη γενιά του “γερμανικού 1968” με την οποία η γερμανική Δεξιά και άκρα Δεξιά έχει ανοιχτούς λογαριασμούς σε επίπεδο ιδεών και τρόπου σκέψης. Το πολύπλευρο κίνημα της νεολαίας όπως σε όλο τον κόσμο τότε, έτσι και στη Γερμανία άσκησε πολύ σκληρή κριτική στην προηγούμενη γενιά για πολλά θέματα και το ναζιστικό παρελθόν στη Δυτική Γερμανία ήταν κατεξοχήν πεδίο έκφρασης αυτού του λεγόμενου “χάσματος γενεών”.

Μια κουτσουλιά και η λατρεία της ενοχής

Η AfD θέλει να εκφράσει όλους αυτούς που βλέπουν την 8η και 9η Μάη ως μια μέρα ήττας της Γερμανίας. Σε αυτό στέκεται απέναντι στον επίσημο λόγο του πολιτικού στερεώματος της χώρας, ο οποίος το αργότερο από το 1986 ονομάζει τη σημερινή επέτειο “Μέρα της Απελευθέρωσης”, εννοείται από τον ναζισμό. Την επίσημη εισαγωγή του όρου είχε κάνει στο λόγο του ο ομοσπονδιακός πρόεδρος Ρίχαρντ φον Βάιτσέκερ εκείνη τη χρονιά. Ο Κλονόβσκι κατηγορήθηκε πολιτικά για αυτά που έγραψε και παρότρυνε τα μέλη του κόμματός του να μην αγγίζουν καθόλου το θέμα του Τρίτου Ράιχ και, αν το κάνουν, να χειρίζονται τα σχετικά θέματα “με την ακρίβεια και τη λεπτότητα ενός χειρουργού που επεμβαίνει σε εγκέφαλο”. Στη Γερμανία, προσθέτει “η ιστορία έχει αντικαταστήσει την κρατική θρησκεία και ισχύουν οι κανόνες της Ιεράς Εξέτασης”.

Ο ίδιος ο Γκάουλαντ το καλοκαίρι του 2018 είχε προκαλέσει σάλο, λέγοντας ότι ο ναζισμός είναι μια “κουτσουλιά στη χιλιόχρονη ιστορία του γερμανικού έθνους” για να δηλώσει στη συνέχεια ότι η φράση παρεξηγήθηκε. Πάντως σε μια τελετή το 2017 είχε υποστηρίξει πως οι Γερμανοί έχουν το δικαίωμα να είναι περήφανοι “για κατορθώματα Γερμανών στρατιωτών στους δύο παγκοσμίους πολέμους”.

Οι ακροδεξιοί ονομάζουν την παραδοχή της ευθύνης της χώρας τους για εκείνον τον πόλεμο “λατρεία της ενοχής”. Σε αυτό το πλαίσιο, ο επικεφαλής της AfD στη Θουριγγία, Μπγιορν Χέκε είχε ονομάσει τον Γενάρη του 2017 το επιβλητικό μνημείο για τους δολοφονημένους Εβραίους Βερολίνο ως “μνημείο ντροπής”. Ο Χέκε ανήκει στην ανοιχτά ακροδεξιά πτέρυγα του κόμματός του και παρακολουθείται από την Υπηρεσία Προστασίας του Συντάγματος.

(Ο ιστορικός Νόλτε έχει επισημάνει ότι ο σιωνιστής ηγέτης Χαΐμ Βάισμαν το 1939 είχε αναφέρει πως σε έναν γερμανο-βρετανικό πόλεμο οι Εβραίοι θα ήταν με το μέρος της Βρετανίας. Κατά τον Νόλτε, αυτό θα μπορούσε να κάνει κατανοητούς τους διωγμούς κατά των Εβραίων και τον εγκλεισμό τους, καθώς ήταν εχθρικοί απέναντι στο Τρίτο Ράιχ. Εξάλλου, δεν έκλεισαν και οι ΗΠΑ σε στρατόπεδα τους ιαπωνικής καταγωγής πολίτες τους;).

Ο Χέκε πάντως είναι επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας της AfD που τον Φλεβάρη φέτος προσπάθησε να στηρίξει στη Θουριγγία Φιλελεύθερο κρατιδιακό πρωθυπουργό, μαζί με τους Χριστιανοδημοκράτες, ενάντια στον υποψήφιο του κόμματος της Αριστεράς, που στηριζόταν από τους Πράσινους και τους Σοσιαλδημοκράτες. Προκλήθηκε σάλος και το εγχείρημα απέτυχε. Όμως η γερμανική κεντροδεξιά έδειξε μέχρι πού μπορεί να φτάσει, δηλαδή μέχρι την έμμεση συνεργασία με ιστορικούς αναθεωρητές. Όταν δεν προάγει η ίδια ιστορικό αναθεωρητισμό, όπως 34 χρόνια πριν.

πηγή: kosmodromio.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας