Η νεοφιλελεύθερη διάβρωση του Εργατικού Δικαίου και το μέλλον του

404

1.Ο τίτλος τού Συνεδρίου περιέχει ένα προσχηματικό δίλημμα (ψευτοδίλημμα) που για όλους τους ασχολούμενους με το Εργατικό Δίκαιο και με το άμεσα συναρτώμενο Ασφαλιστικό Δίκαιο, και το Κοινωνικό Κράτος Δικαίου ευρύτερα, έχει αυτονόητα απαντηθεί.

Δεν πρέπει όμως να υποτιμούμε ότι το ένα σκέλος τού τίτλου τού Συνεδρίου επισημαίνει τη νέα αντίληψη της ύστερης νεωτερικότητας που κερδίζει έδαφος σε διεθνή συνέδρια, πανεπιστημιακές διδασκαλίες και δημόσιες παρεμβάσεις των φορέων τής επιχειρηματικής δράσης. Ότι δηλαδή, το Συλλογικό κυρίως Εργατικό Δίκαιο, ως πεμπτουσία του Κοινωνικού Κράτους Δικαίου και κατ’επέκταση της Δημοκρατίας, αποτελεί εμπόδιο στην ανάπτυξη της οικονομίας και της αυξανόμενης κερδοφορίας των κυρίαρχων -συστημικών ή νομαδικών- χρηματοπιστωτικών  ομίλων.

Γι’αυτό ο θεσμός της ΣΣΕ, ως μηχανισμός καθορισμού και διατίμησης της τιμής τής εργατικής δύναμης στα καπιταλιστικά συστήματα και γενικά στο σύστημα των μισθών, βρίσκεται στο στόχαστρο των διεθνών και ευρωπαϊκών χρηματοπιστωτικών θεσμών.

Αυτό το διαπιστώσαμε και από τους πανηγυρισμούς τού ακραία νεοφιλελεύθερου Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, που πρόσφατα στην Έκθεσή του (σύμφωνα με το άρθρο 4 του Καταστατικού του), συγχαίροντας τον υπουργό Εργασίας κ.Ιωάννη Βρούτση για τις πρόσφατες νομοθετικές του πρωτοβουλίες (τους ν. 4611, 4623 και 4635/2019), αναφέρει χαρακτηριστικά:

«Το προσωπικό (του ΔΝΤ) στηρίζει την πρόσφατη νομοθεσία για την άρση των νέων περιορισμών στις απολύσεις και την πρόθεση να περιοριστεί η μονομερής προσφυγή στη διαιτησία. Τα σχέδια αναφορικά με την εισαγωγή ενός μηχανισμού εξαίρεσης από τις συλλογικές διαπραγματεύσεις (opt-out) είναι προς τη σωστή κατεύθυνση αλλά θα έπρεπε να στοχεύουν στην πλήρη αποκατάσταση των μεταρρυθμίσεων-ορόσημο που εισήχθησαν κατά την περίοδο 2011-2013.[1] Η μείωση του μη μισθολογικού κόστους, η διασύνδεση της προσαρμογής των κατώτατων μισθών με το επίπεδο παραγωγικότητας, η ενίσχυση των ενεργών πολιτικών απασχόλησης και η απομάκρυνση εμποδίων στη γυναικεία συμμετοχή στην αγορά εργασίας θα είναι καίριας σημασίας για την αντιμετώπιση της υστέρησης, της φτώχειας (συμπεριλαμβανομένης της φτώχειας στην εργασία) και του κοινωνικού αποκλεισμού.».

Πρόσφατα διεθνή συνέδρια στην Κίνα, τη Γερμανία και αλλού, σχετικοποιούν την απαξία των απολυταρχικών και φασιστικών καθεστώτων τού περασμένου αιώνα, αναστοχάζονται επί των αναπτυξιακών αποτελεσμάτων των ταχύτατων (ελλείψει δημοκρατικών δομών) αποφάσεων και αποβλέποντας στους ρυθμούς τής οικονομικής -όχι ανθρώπινης, κοινωνικής και δημοκρατικής- ανάπτυξης, δίνουν προτεραιότητα στην οικονομική αποτελεσματικότητα και ταχύτητα των μέτρων μέσα στην αδυσώπητα ανταγωνιστική οικονομία τού παγκοσμιοποιημένου νεοφιλελευθερισμού.

Όλοι γνωρίζουμε άλλωστε ότι το Εργατικό Δίκαιο ουδέποτε σε μια οικονομία, οιασδήποτε δομής, διαδραμάτισε κομβικό-διλημματικό ρόλο που του αποδίδει ο τίτλος.

Τα υποκείμενα όμως του Εργατικού Δικαίου, οι εργαζόμενοι, με την εργατική τους δύναμη και την αξία που δημιουργούν, αλλά και οι εργοδότες με τις φιλικές για τους εργαζομένους παραγωγικές τους πρωτοπορίες και μεθόδους, αποτέλεσαν αναλόγως μοχλό ανάπτυξης και προόδου ή οπισθοδρόμησης σε διάφορες κοινωνίες.

2.Σήμερα η συζήτηση για τον ρόλο τού Εργατικού Δικαίου, ως μηχανισμού προστασίας του ασθενέστερου μέρους στα πλαίσια της εργασιακής σχέσης, διεξάγεται σε εντελώς νέες οικονομικές, παραγωγικές και κοινωνικές συνθήκες από εκείνες τής πρώτης εμφάνισής του  ή της μεγάλης ανάπτυξής του, κυρίως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά περισσότερο μετά τον Μάη του ’68:

-Η απόλυτη κυριαρχία των οικονομικών δυνάμεων με τη συγκέντρωση και τον έλεγχο των μέσων παραγωγής και του χρηματιστικού πλούτου, επιβάλλουν όχι μόνο συγκεκριμένα παραγωγικά μοντέλα και καταναλωτικά πρότυπα, αλλά και τις αξίες τής πολιτιστικής, ιδεολογικής και πολιτικής δράσης.

-Η απαξίωση των κοινωνικών αγώνων και της συνδικαλιστικής δράσης, η κρίση των Συνδικάτων, η ενσωμάτωση του πολιτικού προσωπικού και η ουσιαστική απαγόρευση κάθε εναλλακτικής κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης, αποστερούν από τη Δημοκρατία και τους κοινωνικούς αγώνες την ελπίδα και τη διαλεκτική τής εναλλακτικής πρότασης.

-Αυτό, σε συνδυασμό με την τεχνολογική εξέλιξη και την κυριαρχία τής οικονομίας του Διαδικτύου και της τεχνητής νοημοσύνης -(όπου κάποιοι τεχνολογικοί κολοσσοί, ιδιοποιούμενοι την ανθρώπινη γνώση γενεών και γενεών, επικυριαρχούν όχι μόνο στην παραγωγική διαδικασία αλλά και στη μέθοδο διακυβέρνησης ισχυροτέρων κρατών με τα συστήματα αυτοματοποίησης και ρομποτοποίησης που τα προμηθεύουν)-, αλλάζουν ραγδαία τα παραγωγικά μέσα και τις μεθόδους τους. Τα ανθρώπινα χέρια και μυαλά υποκαθίστανται μαζικά από τις μηχανές.

Η υποβάθμιση του οικονομικού, κοινωνικού, παραγωγικού -κατά συνέπεια και νομικού-  ρόλου τής ανθρώπινης εργασίας, η αλλαγή της φύσης της, η προϊούσα μείωση (έως μηδενισμού) της αξίας της, σηματοδοτούν το επερχόμενο τέλος τής συμβολής της στην παραγωγή τού εθνικού, περιφερειακού και παγκόσμιου πλούτου.

Πριν σχεδόν 30 χρόνια γράφαμε στο βιβλίο μας «Νεοφιλελευθερισμός και Υποβάθμιση της Εργασίας»[2] ότι:  «Προϊόντος του τεχνολογικού χρόνου, η υποβάθμιση του κοινωνικού-οικονομικού-νομικού φαινομένου τής εργασίας, που αποτέλεσε την ισχυρή νομιμοποιητική βάση της κοινωνικής συνύπαρξης, είναι διαρκής και αυξανόμενη και η οικονομική-κοινωνική απαξίωση δεδομένη. Η εξέλιξη αυτή είναι νομοτελειακή συνάρτηση κυρίως της αλλαγής και τελειοποίησης των παραγωγικών μεθόδων. Η πεμπτουσία της υπεραξίας γενεών και γενεών εργαζομένων, ερευνητών και επιστημόνων, η νέα τεχνολογία, κτήμα τού παγκόσμιου πολιτισμού και του κοινωνικού συνόλου, επί της οποίας πολλοί στήριξαν τις ελπίδες τους για την κατάργηση της εκμετάλλευσης, την εξάλειψη της ανισότητας και της φτώχειας και την ποιοτική και πνευματική αναβάθμιση του ανθρώπου, μεταβάλλεται σταδιακά, στα χέρια της υπερεθνικής οικονομικής ολιγαρχίας, που την εξειδικεύει και την αναπαράγει στα άδυτα εργαστήριά της με τη βοήθεια της συμμάχου της «τεχνοδομής», σε έναν μηχανισμό που, όχι μόνο εκμεταλλεύεται την ασθενή θέση των ανήμπορων να αντιδράσουν καταναλωτών, αλλά που καθιστά εντελώς περιττή την εργασία των πολλών, δηλαδή αρνείται την ένταξή τους στην παραγωγική διαδικασία και άρα αμφισβητεί την κοινωνική τους ύπαρξη.».

Και καταλήγαμε τότε γράφοντας ότι: «Το συνταρακτικό αυτό δεδομένο, η νέα αυτή αναζωογονητική και αποτελεσματική μέθοδος υπερσυσσώρευσης του καπιταλιστικού συστήματος θέτει επί τάπητος το μείζον θέμα τής ίσης κατανομής τού παραγόμενου άφθονου πλούτου σε νέες βάσεις, οι οποίες δεν μπορούν να στεριώσουν στα κλασικά επιχειρήματα και νομικά σχήματα, αλλά απαιτούν μια νέα θεωρητική, κοινωνική, νομική και γενικά θεσμική τεκμηρίωση».

Επίσης, την ίδια χρονική περίοδο στο βιβλίο μας «Εργασία και Συνδικάτα στη Μεταβιομηχανική Κοινωνία. Ο εφιάλτης της δυαδικής κοινωνίας»[3]  γράφαμε: «Άμεσα συναρτημένη με το διογκούμενο και πολύπλευρο ως προς τις συνέπειές του φαινόμενο, με τις ποικίλες κοινωνικές και ανθρώπινες προεκτάσεις, είναι και η διευρυνόμενη πλέον απορρύθμιση του συστήματος της κοινωνικής προστασίας, με την κατάργηση ή αδρανοποίηση της κοινωνικοασφαλιστικής νομοθεσίας και της αποδόμησης ολόκληρου του πλέγματος θεσμικής (νομικής) προστασίας της εξαρτημένης εργασίας. Οι συνέπειες αυτού του φαινομένου είναι μεγάλες και συνταρακτικές. Οι ραγδαία γενικευόμενες μορφές της «άτυπης» και «ευέλικτης» μορφής απασχόλησης, σε αντίθεση με την πλήρη, σταθερή και εγγυημένη, που υπήρχε κατά κανόνα σε όλη τη βιομηχανική περίοδο, μέχρι των ημερών μας, δεν ανατρέπει μόνο «εκ των έσω» τις συνθήκες τής νομικής και πραγματικής θέσης των εργαζομένων αλλά επιπλέον απωθεί και περιθωριοποιεί όλο το προστατευτικό πλέγμα που υπήρχε στο καπιταλιστικό σύστημα και γενικώς αποκαλούσαμε «ασφάλεια της εργασίας» (από την έμμεση αναίρεση και αφυδάτωση των συνταγματικών προβλέψεων μέχρι την έλλειψη συνδικαλιστικής βάσης).».

3.Υπ’αυτές τις νέες συνθήκες, η νεοκαπιταλιστική κοινωνία θα πορευθεί, πρώτα στις προηγμένες χώρες και ύστερα στις υπόλοιπες, χωρίς το Εργατικό Δίκαιο, ή, τουλάχιστον, χωρίς το Εργατικό Δίκαιο όπως το γνωρίζαμε μέχρι σήμερα.

Γιατί στις εντελώς νέες συνθήκες, το Εργατικό Δίκαιο μάχεται να «διασωθεί» ως παράρτημα του Δικαίου τού Επιχειρείν, στο οποίο ενσωματώνεται προϊόντος του τεχνολογικού χρόνου και μεταλλάσσεται ως συνιστώσα, υποβοηθητική τής επιχειρηματικής δράσης και υποστηρικτική τής κερδοφορίας της.

Συνεπώς, στα πλαίσια του απόλυτου νεοφιλελευθερισμού, όπως τον είχαν οραματιστεί οι οικονομολόγοι τής Σχολής του Σικάγο, οι νεοκαπιταλιστικές κοινωνίες των νέων παραγωγικών μεθόδων θα αναπτύσσονται στο μέλλον χωρίς Σωματεία, χωρίς ΣΣΕ, χωρίς απεργίες, παρά μόνο με τη μειοψηφία των εργαζομένων με σταθερή και προστατευμένη εργασία και τη μεγάλη πλειοψηφία με ευμετάβολες και εξατομικευμένες συμβάσεις των «mini jobbers», των «part timers» και των «baggers», της απόλυτης δηλαδή κυριαρχίας τής προσωρινής και εποχικής απασχόλησης, καθώς και της φθηνής πλήρους απασχόλησης.

Σε όσες μονιμότερες θέσεις εργασίας διασωθούν, υπάρχει ο «εργαζόμενος-χταπόδι», ο «εργαζόμενος-πολυεργαλείο», των πολλών ειδικοτήτων τής διαρκούς επανεκπαίδευσης και εξειδίκευσης, της αέναης κινητικότητας, που ήδη εξαγγέλλεται  ως πρότυπο εργαζομένου τού μέλλοντος από τους εκπροσώπους και των μεγάλων ελληνικών επιχειρήσεων.

Η καταλυτική υποβάθμιση του ρόλου τού Εργατικού Δικαίου και του Εργασιακού Πολιτισμού θα οδηγήσει σε φτωχοποίηση ευρύτερα κοινωνικά στρώματα με πρώτα θύματα τους ανειδίκευτους, τους μερικώς εξειδικευμένους, αλλά και ορισμένα στρώματα υψηλής μόρφωσης, εμπειρίας και εξειδίκευσης που όμως δεν είναι «χρήσιμα» στις νέες παραγωγικές συνθήκες.

Η κοινωνία μας θα βιώσει αμεσότερα την υποβάθμιση του Εργατικού Δικαίου και κυρίως του Συλλογικού, λόγω του μνημονιακού θεσμικού πλαισίου που θα κατισχύσει και θα ενισχυθεί τα επόμενα χρόνια με τις κυβερνήσεις τής «μνημονιακής κανονικότητας», με τη συνδρομή τής νεοφιλελεύθερης πανεπιστημιακής διανόησης.

Η καθολική επικράτηση άλλωστε νεοφιλελεύθερων ιδεών και στην Επιστήμη τού Εργατικού Δικαίου, η θεωρητική υποστήριξη του μνημονιακού,  «φριντμαν-ικού», οικονομικού-νομικού πλαισίου, η έλλειψη αντίστασης σε επίπεδο κυρίαρχης θεωρίας, η νεοφιλελεύθερη -δημοσιονομικής φύσης-  ερμηνεία των βασικών μνημονιακών νόμων, θα επιταχύνει την απαξίωση των συλλογικών διαδικασιών και του ρόλου τού Εργατικού Δικαίου στην Ελλάδα.

Βαδίζουμε πλέον σε έναν μονόδρομο. Στο βάθος του ορίζοντα φαίνεται να κλείνει ο κύκλος τού κοινωνικότερου για δεκαετίες κλάδου τού Αστικού Δικαίου.

Και αντί να βαυκαλιζόμαστε με δήθεν σύγχρονες αντιλήψεις και δήθεν εκσυγχρονισμούς τού νέου ρόλου τού Εργατικού Δικαίου, θα πρέπει να συνεννοηθούμε με ειλικρίνεια και εντιμότητα, αλλά ταυτόχρονα και αυτοκριτική, για αυτά που έπρεπε, ως επιστήμονες, να διαβλέψουμε ως επερχόμενα γεγονότα και να πράξουμε.[4]

Γιατί ήδη πολλοί από εμάς, που εν τέλει δεν αποτελέσαμε την κυρίαρχη αντίληψη στο Πανεπιστήμιο και την πολιτική, από τη δημοσίευση του προσχεδίου του Μάαστριχτ[5] είχαμε διατυπώσει σοβαρές επιφυλάξεις για το μέλλον τού Κοινωνικού Κράτους και της Μισθωτής Εργασίας[6], για τη θέση που επιφυλάσσουν στο Εργατικό Δίκαιο και εν τέλει για το είδος, την ποιότητα και το εύρος τής Δημοκρατίας που σχεδιάζουν, αφού από το πεδίο των ιδεολογικών και πολιτικών διακυβευμάτων απαγορεύουν ουσιαστικά τις εναλλακτικές προτάσεις κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης και διακυβέρνησης της κοινωνίας.

Δεν πρέπει άλλωστε να μας διαφεύγει ότι αυτό που είχε διακηρύξει «urbi et orbi» ο τέως Πρόεδρος της Κομισιόν και νυν πλούσια αμειβόμενος Σύμβουλος μεγάλου τραπεζικού και χρηματιστικού ομίλου κ.Εμμανουέλ Μπαρόζο, ότι «τα δημοψηφίσματα των ευρωπαίων πολιτών πρέπει να αποφεύγονται γιατί εγκυμονούν κινδύνους για την πορεία τής οικονομικής ολοκλήρωσης», μετά την έκφραση του γαλλικού, του ολλανδικού και άλλων ευρωπαϊκών λαών επί των θεμελιακών οργανωτικών της ΕΕ κειμένων, πριν ορισμένα χρόνια, έχει γίνει αναντίρρητο δόγμα, έχει αναγορευθεί σε απόλυτη αλήθεια με τις εντεύθεν καταστροφικές συνέπειες για την ποιότητα και το εύρος τής Δημοκρατίας.

Γιατί δεν πρέπει να λησμονούμε ότι η νεοφιλελεύθερη ακύρωση του πυρήνα τού Εργατικού Δικαίου και η καθολική διάβρωσή του μέσω της απαξίωσης των πιο βασικών θεσμών του, καθώς και η χρησιμοποίησή του στο μέλλον αποκλειστικά υπέρ της κυρίαρχης οικονομικής τάξης και των κερδών της, συνιστούν απίσχναση των θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών και εν τέλει ακύρωση του δημοκρατικού πολιτεύματος.-

[1] Προφανώς αναφερόμενο στις μεταρρυθμίσεις-ορόσημο των ετών 2011-2013, το ΔΝΤ εννοεί κυρίως τη «ρήτρα βουλγαροποίησης» μισθών και εισφορών (ν. 4046/2012, σελ. 713), την απαγόρευση στη ΓΣΕΕ να διαπραγματεύεται το ύψος τού κατώτατου μισθού, την κατάργηση των τριετιών για προϋπηρεσία μετά το 2012 και την απόλυτη κατάργηση της επεκτασιμότητας των ΣΣΕ (ν. 4093/2012).

[2] Εκδόσεις Τολίδη, Αθήνα 1991, σελ. 14-15.

[3] Εκδόσεις Νέα Σύνορα-Α.Α. Λιβάνης, Αθήνα 1993, σελ. 32.

[4] «Το Τέλος του Κοινωνικού Κράτους; Αριστερά και Συνδικάτα Μπροστά στην Απορρύθμιση», Εκδόσεις Λιβάνη, Αθήνα, α’ έκδοση Μάρτιος 2008, β’ έκδοση Μάιος 2008.

[5] Βλ. το  βιβλίο μας «Το 1992 και το Εργατικό Κίνημα», Εκδόσεις Αφοι Τολίδη, Αθήνα 1989.

[6] Βλ. το βιβλίο μας «Θεωρητικά Ζητήματα του Συνδικαλιστικού Κινήματος», Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή 1989.

 

*Ομιλία τού καθηγητή-Προέδρου της ΕΝΥΠΕΚΚ κ.Αλέξη Μητρόπουλου στο Συνέδριο που διοργάνωσε η Ολομέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδας στις 29-30/11/2019 στον Βόλο, με θέμα «ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ: Μοχλός ανάπτυξης ή οπισθοδρόμησης της ελληνικής κοινωνίας;»

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας