Βιβλιοπαρουσίαση: «Έτσι αγαπάμε εμείς την Ελλάδα»

1788
greece

Εξήντα πέντε χρόνια σήμερα από την εκτέλεση του Νίκου Μπελογιάννη και των άλλων τριών συντρόφων του, με τα πρόσφατα εγκαίνια του Μουσείου Μπελογιάννη στην Αμαλιάδα να έχουν αναζωπυρώσει τη συζήτηση σχετικά με τα τραγικά γεγονότα εκείνης της εποχής. Τα οποία, συνάμα, ανέδειξαν και τον εκπληκτικό ηρωισμό προσώπων που έμειναν στην ιστορία ως αναμφισβήτητοι εκπρόσωποι του αγωνιστικού ήθους που χαρακτήριζε εκείνους που στρατεύονταν στην υπόθεση της εργατικής τάξης και της κοινωνικής απελευθέρωσης μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ.
Χάρη στις πολύχρονες ερευνητικές προσπάθειες του Γρηγόρη Σακελλαρόπουλου, που συνεχίζονταν από τη δεκαετία του 1980 μέχρι τον θάνατό του, το 2009, και την επιμέλεια του γιου του, πανεπιστημιακού και συγγραφέα, Σπύρου Σακελλαρόπουλου, η όποια συζήτηση σχετικά με την εποχή εκείνη μπορεί, πλέον, να διεξάγεται με τη γνώση που μας παρέχουν τα πρακτικά από τις δίκες για την υπόθεση Μπελογιάννη, τον Οκτώβριο-Νοέμβριο 1951 και τον Φεβρουάριο-Μάρτιο 1952.
Το βιβλίο «Έτσι αγαπάμε εμείς την Ελλάδα. Πλήρη πρακτικά και ιστορικό των δικών Μπελογιάννη. Τα σήματα Βαβούδη», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Τόπος», αποτελεί, κατά συνέπεια, πολύτιμο εργαλείο για τη μελέτη της κατάστασης που επικρατούσε τα πρώτα μετά τον Εμφύλιο χρόνια.
Αμέσως μετά την πρώτη δίκη, στα τέλη του 1951, το εκδοτικό της εγκατεστημένης στο Βουκουρέστι Κ.Ε. του ΚΚΕ, «Ελεύθερη Ελλάδα», εξέδωσε το βιβλίο «Η δίκη της αλήθειας», που κυκλοφόρησε, κυρίως, μεταξύ των πολιτικών προσφύγων και περιλάμβανε μέρος των πρακτικών της. Δεκαετίες μετά, το 1984, ο Τάσος Βουρνάς εξέδωσε, από τις εκδόσεις «Τολίδη», το βιβλίο «Υπόθεση Μπελογιάννη», με μέρος των πρακτικών και της δεύτερης δίκης. Και στα δύο αυτά βιβλία οι αναφορές γίνονται στη στάση που κράτησαν εκείνοι από τους δικαζόμενους που υπερασπίστηκαν τη σχέση τους με το παράνομο ΚΚΕ, σε μια πλήρως κατανοητή προσπάθεια να αναδειχθεί ο ηρωισμός τους και να μη θιγεί η μνήμη αγωνιστών που υποχώρησαν στις πιέσεις και τους εκβιασμούς των διωκτικών μηχανισμών.
Με την έκδοση των πλήρων πρακτικών, που συμπληρώνεται με την παράθεση των σημάτων ασυρμάτου με τα οποία ο Νίκος Βαβούδης κρατούσε την επαφή του παράνομου μηχανισμού της Αθήνας με την ηγεσία του κόμματος, είμαστε, πλέον, σε θέση να έχουμε μια συνολική εικόνα, που μας βοηθάει να καταλάβουμε βαθύτερα την εποχή εκείνη. Όχι μόνο από τη σκοπιά της ηρωικής αντίστασης στο αστυνομικό καθεστώς της ελεγχόμενης δημοκρατίας στην αμερικανοκρατούμενη μετεμφυλιακή Ελλάδα των «πέτρινων χρόνων», αλλά και από τη σκοπιά των συνεπειών της ήττας του κινήματος και των επιπτώσεων που είχε στον ψυχισμό και στη ζωή ανθρώπων που στρατεύτηκαν σ’ αυτό σε δύσκολους καιρούς, που απαιτούσαν ακόμη και ένοπλους αγώνες, αλλά λύγισαν όταν η ελπίδα της νίκης είχε, πια, διαψευστεί.
Όπως ανέφερε ο Σπύρος Σακελλαρόπουλος σε κάποια συνέντευξή του, αυτοί που ενόψει των δικών αποκήρυξαν το ΚΚΕ διακρίνονται σε τρεις κατηγορίες. Σ’ αυτούς που το αποκήρυξαν με αντάλλαγμα χαμηλές ποινές ή και την απαλλαγή από τις κατηγορίες για συμμετοχή στον παράνομο μηχανισμό του, σ’ αυτούς που (όπως ο Δημήτρης Μπάτσης) το αποκήρυξαν χωρίς «να δώσουν» ονόματα αγωνιστών που δεν είχαν γίνει γνωστά στην Ασφάλεια και σ’ εκείνους (όπως οι Ηλίας Αργυριάδης και Νίκος Καλούμενος) που δεν αναφέρθηκαν σε κανένα όνομα. Όπως φάνηκε, τελικά, με την εκτέλεση και των τριών μαζί με τον Μπελογιάννη, το μετεμφυλιακό καθεστώς δεν αρκούνταν σε αποκηρύξεις, επιδιώκοντας την πλήρη ηθική και πολιτική εξόντωση των αγωνιστών που λύγιζαν.
Η δημοσίευση των πλήρων πρακτικών αναδεικνύει για μια ακόμη φορά το μεγαλείο της στάσης του Νίκου Μπελογιάννη, μέλους της Κ.Ε. του ΚΚΕ, που επέστρεψε στην Ελλάδα για να συμβάλλει στην ανασυγκρότηση του παράνομου μηχανισμού, καθώς και όλων εκείνων που κράτησαν στάση ανάλογη με τη δική του. Της Έλλης Παππά, του Τάκη Λαζαρίδη (ανεξαρτήτως της εξέλιξής του, δεκαετίες μετά), του Στάθη Δρομάζου κ.ά.
Σε μια εποχή που η επίσημη ιδεολογία του καθεστώτος είναι η εθνικοφροσύνη και ο αντικομμουνισμός, και το ΚΚΕ επικρίνεται ως όργανο αντεθνικών (σλαβικών) συμφερόντων –εκεί απέβλεπε άλλωστε και η δεύτερη δίκη, μετά την ανακάλυψη των ασυρμάτων- η ανατροπή της συντελείται με την περίφημη τοποθέτηση του Μπελογιάννη κατά την απολογία του, στην οποία αναδεικνύει τον πατριωτικό χαρακτήρα του κόμματος:
«Αγαπάμε την Ελλάδα και το λαό της περισσότερο από τους κατηγόρους μας. Το δείξαμε όταν εκινδύνευε η ελευθερία, η ανεξαρτησία και η ακεραιότητά της και, ακριβώς, αγωνιζόμαστε για να ξημερώσουν στη χώρα μας καλύτερες μέρες χωρίς πείνα και πόλεμο. Για το σκοπό αυτό αγωνιζόμαστε και όταν χρειαστεί θυσιάζουμε και τη ζωή μας. Πιστεύω ότι δικάζοντάς μας σήμερα, δικάζετε τον αγώνα για την ειρήνη, δικάζετε την Ελλάδα».
Το βιβλίο των Γρηγόρη και Σπύρου Σακελλαρόπουλου, στο οποίο ο δεύτερος παραθέτει μια συνοπτική αλλά αρκετά διαφωτιστική αναφορά στη συνολικότερη πολιτικο-οικονομική κατάσταση της εποχής, συμβάλλει στη μελέτη της περιόδου στην οποία αναφέρεται και από πολλές άλλες απόψεις. Θέτοντας τα ερωτήματα της στάσης των αστικών πολιτικών δυνάμεων της εποχής έναντι της αμερικανικής επικυριαρχίας, του ρόλου των σκοτεινών μηχανισμών τύπου ΙΔΕΑ, αλλά και της συμπεριφοράς του ΚΚΕ, ενός κόμματος που μόλις έβγαινε ηττημένο από έναν μεγάλο αγώνα.
Ως προς το τελευταίο έχει ιδιαίτερη σημασία να ξαναδούμε την άποψη που πολύ συχνά διατυπώνεται, ως προς τη σκοπιμότητα της ανασυγκρότησης των παράνομων οργανώσεων, μετά την ήττα του 1949. Στ’ αλήθεια, θα μπορούσαμε να κάνουμε λόγο για συνέχιση της δράσης ή και της ύπαρξης ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος, αν αποφασιζόταν τότε η διάλυσή του στο εσωτερικό της χώρας; Υπήρχαν τότε οι όροι ώστε η δράση αυτή να περνάει από κάποιο νόμιμο πολιτικό σχηματισμό, όταν η ΕΔΑ που ιδρύθηκε τον Αύγουστο 1951 ήταν στην πραγματικότητα –και για κάμποσα χρόνια- μια συμπαράταξη κομμουνιστών και άλλων αριστερών πολιτικών παραγόντων, χωρίς γείωση σε μαζικά κινήματα και στην οργάνωση των καθημερινών λαϊκών αγώνων;
Και μια παρατήρηση που κάνουμε διαβάζοντας τα πρακτικά των δικών: ούτε στην πρώτη δίκη (για την παράνομη κομμουνιστική δραστηριότητα, με βάση τον εμφυλιοπολεμικό νόμο 509) ούτε στη δεύτερη (για κατασκοπεία, με βάση τον μεταξικό 375), στην υπεράσπιση των κατηγορουμένων δεν προσέτρεξε κανένας από τους αριστερούς δημοκράτες και σοσιαλιστές που συμμετείχαν στην ίδρυση της ΕΔΑ. Ήταν κι αυτό μια ακόμη εκδήλωση της αγωνιώδους προσπάθειας να μην ταυτιστεί η νόμιμη πολιτική έκφραση της Αριστεράς με το παράνομο και διωκόμενο ΚΚΕ. Ανάλογη με την άρνηση της πλειονότητάς τους να μη μπει στα ψηφοδέλτια της ΕΔΑ ο Μπελογιάννης, που η εκλογή του θα καθιστούσε εξαιρετικά δύσκολη την εκτέλεση. Κι από την άποψη αυτή, αλλά και από το σύνολο των ζητημάτων που τίθενται με τα πρακτικά των δικών, έχουμε, πλέον, στη διάθεσή μας πολύ περισσότερα ιστορικά στοιχεία για τη διερεύνηση και της τραγικής υπόθεσης Πλουμπίδη.
Ν. Μπελογιάννης

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας