Βιβλιοκριτική: “Μοντέστ Μινιόν” του Ονορέ ντε Μπαλζάκ

641
μινιόν

Συνεχώς μας εκπλήσσει ο μεγάλος Γάλλος συγγραφέας Ονορέ ντε Μπαλζάκ, κάθε φορά που παρουσιάζονται και άλλα έργα του, που δεν ήταν γνωστά ως τώρα στο ευρύ αναγνωστικό κοινό. Τελευταία εκδόθηκε το “Μοντέστ Μινιόν” (1844) από τις καλές εκδόσεις Gutenberg με εξαιρετική μετάφραση της Έφης Κορομηλά, με πολλά σχόλια και ενημερωτικό Επίμετρο με κριτικές για το έργο, όπως θα έπρεπε να γίνεται για κάθε ποιοτικό βιβλίο.

Το συγκεκριμένο, σε πρώτο επίπεδο, δίνει τον έρωτα μίας νεαρής κοπέλας που ζει απομονωμένη στην ταχέως αναπτυσσόμενη Χάβρη. Ο πατέρας της, κατεστραμμένος οικονομικά από την οικονομική κρίση του 1826, προσπαθεί να περισώσει την περιουσία του σε μακρινά ταξίδια και έτσι αφήνει την κόρη του στην εποπτεία της φιλάσθενης και ευαίσθητης μητέρας της και στον αγαπημένο του υπασπιστή κατά τους Ναπολεόντειους πολέμους, γιατί φοβάται να μην ερωτευθεί και πληγωθεί. Αλλά η χαρισματική Μοντέστ, πανέμορφη και ευφυής, επιρρεπής στον ρομαντισμό και με πάθος για τα λογοτεχνικά αναγνώσματα, δεν έχει σκοπό να γνωρίσει κάποιον εραστή, που θα την πλησιάσει για την περιουσία της. Αντιθέτως αυτό που την ελκύει είναι ένας άντρας καλλιεργημένος, με τα δικά της λογοτεχνικά ενδιαφέροντα και γι αυτό επιλέγει έναν Παριζιάνο ποιητή του συρμού, που θέλει όμως πρώτα να τον γνωρίσει μέσω αλληλογραφίας, για να τον εκτιμήσει. Ο Μελκιόρ Καναλίς όμως μπουχτισμένος από τις πάμπολλες επιστολές νεαρών γυναικών δεν θέλει να απαντήσει στο γράμμα της, αλλά επιτρέπει στον εντυπωσιασμένο γραμματέα του να αναλάβει αυτός πρωτοβουλία. Έτσι κυλά το μυθιστόρημα με συνεχείς παρεξηγήσεις, εφόσον το ζευγάρι υποδύεται άλλα πρόσωπα, Αυτές συνεχίζονται με το μέγεθος της περιουσίας, που τελικά αποκτάται από τον πολυταξιδεμένο έμπορο πατέρα, αλλά και από την εμφάνιση στην Χάβρη τριών υποψηφίων μνηστήρων, του ποιητή, δεσμευμένου όμως και εξαρτημένου από μία κυρία της αριστοκρατίας, του ερωτευμένου γραμματέα και ενός ευγενή που επιθυμεί να διασώσει την περιουσία του με έναν καλό γάμο.

Εντούτοις το βιβλίο δεν μας μαγεύει μόνο γι αυτό το ρομαντικό ερωτικό γαϊτανάκι. Είναι οι θαυμάσιες περιγραφές των ηρώων του, η ψυχαναλυτική διείσδυση στους χαρακτήρες τους, η παρουσίαση του ελκυστικού τόπου, της φύσης που τον περιβάλλει, αλλά και των εσωτερικών χώρων με σκηνές, όπως την Μοντέστ που κεντά, ενώ η ομήγυρης παίζει ουίστ, το σπίτι του ποιητή, την κυνηγετική εξόρμηση. Και κυρίως είναι οι σκέψεις του συγγραφέα που φιλοσοφεί για διάφορα θέματα, όπως τον έρωτα, τον γάμο, την θέση της γυναίκας, την ποίηση και την σημασία της, την πολιτικοκοινωνική κατάσταση της εποχής του. Δεν αφήνει τίποτα ανέγγιχτο από την κοινωνική ζωή στην Γαλλία της εποχής του, μετά τους Ναπολεόντειους πολέμους (το έργο διαδραματίζεται το 1827-9), την ανάπτυξη του εμπορίου, ακόμη και του παρανόμου, όπως του οπίου, που όμως δεν διωκόταν, την πτώση των αριστοκρατών παρά τα υπέρογκα πλούτη τους, την άνοδο των μεγαλοαστών, των τραπεζιτών, ακόμη και των αστών της επαρχίας, τις εξυπηρετήσεις με θέσεις, πλούτη και τιμές από κυρίες της αριστοκρατίας με αντάλλαγμα τον έρωτα.

Μέσω της αλληλογραφίας των δύο νέων , αλλά και τις συζητήσεις του ποιητή αντιλαμβανόμαστε και τις εκλεκτικές προτιμήσεις του συγγραφέα για τους μεγάλους συγγραφείς του καιρού του, που η έρευνα της καλής μεταφράστριας το επιβεβαιώνει. Τέλος ο περίτεχνος καλοδουλεμένος λόγος του Μπαλζάκ προσφέρει μεγάλη ικανοποίηση στον αναγνώστη, που γυρνά πίσω στις σελίδες, για να τον απολαύσει καλύτερα, κάτι δυστυχώς που σπάνια γίνεται ε τέτοιο βαθμό στη σύγχρονη λογοτεχνία.

Το έργο είναι αυτοβιογραφικό, περισσότερο από όλα τα άλλα του συγγραφέα. Απηχεί τον έρωτά του για την Πολωνή κόμισσα κυρία Χάνσκα με την οποία είχε εκτενή αλληλογραφία, πριν την παντρευτεί, και σ’ αυτό το βιβλίο είναι η μούσα του. Άλλωστε πολλά από τα χαρακτηριστικά της ευφυούς, καλλιεργημένης και ανεξάρτητης Μοντέστ σκιαγραφούν χαρακτηριστικά της αγαπημένης του. Γι αυτό άλλωστε, όπως αναφέρεται από την κριτική υπάρχει το ευτυχές τέλος του μυθιστορήματος, αφού ο Μπαλζάκ είχε σκοπό να ολοκληρώσει την σχέση του με την “Ξένη” . Και έτσι ανασταίνει τον ρομαντισμό της νιότης του και ανακαλεί αγαπημένους του ποιητές, για να παρουσιάσει τον αιώνιο έρωτα και την συζυγική αφοσίωση.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας