Αντιφατική, αλλοπρόσαλλη και ανόητη η πολιτική Μπάϊντεν με τη Ρωσία

30
πολιτική Μπάϊντεν με τη Ρωσία

Πωλ Ρόμπινσον , R T,15 Απρ, 2021

[Η δημοσίευση του  κατωτέρω άρθρου του Ρωσολόγου καθηγητού της Οτάβας από  το έντυπο ρωσικό όργανο ενημέρωσης Σημερινή Ρωσία προφανώς σηματοδοτεί την επικύρωση  ως ορθής της  ερμηνείας των ρωσικών αντιδράσεων στις δηλώσεις και ενέργειες της αμερικανικής κυβέρνησης.]

Μετάφραση: Μ.Στυλιανού

Μόλις πριν από ένα μήνα, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν ανέφερε ότι πιστεύει πως ο Ρώσος ομόλογός του, Βλαντιμίρ Πούτιν, είναι «δολοφόνος». Αλλά την Τρίτη, μίλησε στο τηλέφωνο με τον «δολοφόνο» και πρότεινε να συναντηθούν οι δυο τους για μια συζήτηση πρόσωπο με πρόσωπο.

Μερικές εβδομάδες είναι σαφώς πολύς καιρός στην πολιτική.

Αλλά το ίδιο φαίνεται να είναι μια-δυο μέρες.

Γιατί την Πέμπτη, ο εκπρόσωπος Τύπου του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ δήλωσε ότι μια συνάντηση κορυφής μεταξύ Μπάιντεν και Πούτιν δεν πρόκειται να γίνει στο εγγύς μέλλον. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Μόσχα απέρριψε οριστικά μια συνάντηση κάποια στιγμή αργότερα, αλλά είναι σαφές ότι το Κρεμλίνο δεν είναι διατεθειμένο να ευχαριστήσει τον Μπάιντεν προς το παρόν.

Η δήλωση του Πεσκόφ έγινε μετά την είδηση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επρόκειτο να ανακοινώσουν νέα σειρά κυρώσεων εναντίον της Ρωσίας, συμπεριλαμβανομένων μέτρων για να αποτρέψουν αμερικανικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα από το να αγοράσουν τραπεζικά ομόλογα της Μόσχας. Οι ΗΠΑ επίσης απέλασαν δέκα Ρώσους διπλωμάτες.

Η συνέπεια είναι γενικά καλό πράγμα. Δυστυχώς, η πολιτική των ΗΠΑ έναντι της Ρωσίας φαίνεται να είναι σαφώς ασυνεπής, προσφέροντας ένα κλαδί ελιάς τη μία μέρα και στη συνέχεια να υψώνουν ένα μεγάλο ραβδί την επόμενη. Από ρωσικής πλευράς, η αμερικανική πολιτική πρέπει να φαίνεται διπρόσωπη, και συνεπώς ίσως ακόμη χειρότερη από ό,τι αν ήταν ξεκάθαρα εχθρική. Τι εξηγεί τα ανάμεικτα σήματα που έρχονται από την Ουάσιγκτον;

Το βασικό σημείο εκκίνησης είναι ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ θεωρεί τη Ρωσία ως επιθετικό αμφισβητία της αμερικανοκρατούμενης  παγκόσμιας τάξης. Επιπλέον, το Δημοκρατικό κόμμα, το οποίο κατέχει πλέον τόσο την προεδρία όσο και το Κογκρέσο, είναι πεπεισμένο ότι η Ρωσία, και συγκεκριμένα ο Βλαντιμίρ Πούτιν, ευθύνεται για την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ το 2016. Η εσωτερική αμερικανική πολιτική δεν επιτρέπει τίποτα άλλο από μιαν εχθρική πολιτική έναντι της Ρωσίας. Αυτή είναι η νέα προεπιλεγμένη θέση.

Έτσι, η τελευταία ετήσια αξιολόγηση απειλών από την αμερικανική κοινότητα υπηρεσιών πληροφοριών αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο στις «ρωσικές προκλητικές ενέργειες». Αναφέρει ότι, «η Μόσχα θα χρησιμοποιήσει μια σειρά εργαλείων – ειδικώτερα να επηρεάσει εκστρατείες, συνεργασία πληροφοριών και αντιτρομοκρατίας, στρατιωτική βοήθεια και συνδυασμένες ασκήσεις, μισθοφορικές επιχειρήσεις και πωλήσεις όπλων – για να προωθήσει τα συμφέροντά της ή να υπονομεύσει τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών και των συμμάχων τους».

Από αυτό προκύπτει ότι οι ΗΠΑ πρέπει να αντεπιτεθούν στη Ρωσία προκειμένου να την τιμωρήσουν για την επιθετικότητά της και να την αποτρέψουν από περαιτέρω ενέργειες.

Σε αυτό το πλαίσιο, το τηλεφώνημα και η προσφορά του Μπάιντεν για εξομάλυνση των σχέσεων ήταν μάλλον εκτός τόπου. Μια πιθανή εξήγηση γι’ αυτό είναι η Ουκρανία.

Ο πόλεμος στο Ντονμπάς μεταξύ της ουκρανικής κυβέρνησης και των  Λαϊκών Δημοκρατιών Ντονέτσκ και  Λουγκάνσκ έχει γίνει σημαντικά θερμότερος από τις αρχές του έτους, με τις δύο πλευρές να παραβιάζουν την κατάπαυση του πυρός σε τακτική βάση. Η Ουκρανία φέρεται να έχει μετακινήσει πρόσθετο βαρύ εξοπλισμό κοντά στην πρώτη γραμμή. Εν τω μεταξύ, η Μόσχα διεξάγει στρατιωτικές ασκήσεις κοντά στα ουκρανικά σύνορα, πιθανώς για να αποτρέψει την Ουκρανία από του να εξαπολύσει ολοσχερή επίθεση κατά της πολιτοφυλακής του Ντονμπάς.

Ως αποτέλεσμα, δυτικά μέσα ενημέρωσης και πολιτικοί δηλώνουν ότι η Μόσχα μπορεί να προετοιμάζει τη δική της αιφνιδιαστική επίθεση στην Ουκρανία, ενώ σχολιαστές από τη ρωσική πλευρά  κατηγορούν τις ΗΠΑ, ότι εξωθούν τους Ουκρανούς. Το τηλεφώνημα της Τρίτης μπορεί να υποδηλώνει ότι ο Μπάιντεν  έκανε μεταβολή.

Μπορεί να βλέπει τη Ρωσία ως απειλή, αλλά δεν θέλει πόλεμο. Έχοντας πιέσει, όπως λέγεται, τους Ουκρανούς να πάρουν σκληρή γραμμή εναντίον της Μόσχας, οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετώπισαν την πραγματικότητα μιας σκληρής ρωσικής απάντησης και αποφάσισαν να υποχωρήσουν για να ηρεμήσουν τα πράγματα.

Με άλλα λόγια, ο Μπάιντεν βλέπει τη Ρωσία ως εχθρό και είναι αποφασισμένος να ακολουθήσει μια σκληρή στάση απέναντί της. Αλλά δεν θέλει πόλεμο. Ούτε υπάρχουν στοιχεία ότι ήθελε ποτέ να ωθήσει την Ουκρανία σε πόλεμο με τη Ρωσία – αυτό είναι περισσότερο μια φαντασίωση των Ρώσων σχολιαστών στις τηλεοπτικές συζητήσεις παρά οποιοδήποτε είδος πραγματικότητας.

Η τηλεφωνική κλήση και η προσφορά συνάντησης κορυφής μπορούν να θεωρηθούν ως μια μορφή διαχείρισης κρίσεως, που επαναφέρει τον κόσμο πίσω από το χείλος του γκρεμού, αλλά δεν αποτελεί ένδειξη οιασδήποτε σημαντικής αλλαγής στη συνολική πολιτική.

Η απροθυμία του Κρεμλίνου να αποδεχθεί αμέσως την προσφορά της συνάντησης κορυφής είναι κατανοητή. Η Μόσχα θα χαρεί αναμφίβολα που ο Μπάιντεν φαίνεται να προσπαθεί να αποκλιμακώσει την κατάσταση, αλλά είναι πιθανώς επίσης βαθιά επιφυλακτική σχετικά με τις προοπτικές μιας συνόδου κορυφής που θα παραγάγει απτά αποτελέσματα. Εάν ο Μπάιντεν μπορέσει να πείσει το Κρεμλίνο ότι σοβαρολογεί για την επίτευξη συμφωνίας σε συγκεκριμένα ζητήματα, τότε η στάση του αναμφίβολα θα αλλάξει. Προς το παρόν, όμως, δεν μπορούν να κερδηθούν πολλά από την προοπτική μιας συζήτησης με αντιμετώπιση απειλών και απαιτήσεων.

Σε κάθε περίπτωση, αν και η ρωσική κυβέρνηση θα προτιμούσε αναμφίβολα έναν πραγματικό διάλογο, δεν είναι διψασμένη γι’ αυτόν. Οι Ηνωμένες Πολιτείες φαίνεται να μην εκτιμούν πλήρως τον τρόπο με τον οποίο ο κόσμος έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια και τον βαθμό στον οποίο οι προηγούμενοι μοχλοί ισχύος τους δεν λειτουργούν πλέον. Οι προτεινόμενες κυρώσεις κατά του ρωσικού δημόσιου χρέους αποτελούν ένα παράδειγμα. Υπήρξε μια εποχή που η Ρωσία θα φοβόταν αν έχανε την προοπτική πρόσβασης σε αμερικανικά χρήματα. Τώρα όμως δεν τα χρειάζεται πλέον. Όχι μόνο δεν έχει σχεδόν κανένα χρέος, αλλά έχει και πρόσβαση σε άλλους δανειστές, συμπεριλαμβανομένων τόσο των διεθνών όσο και των εγχωρίων.

Η απάντηση της Ρωσίας στην προσφορά της συνάντησης κορυφής υποδηλώνει ότι η Ρωσία είναι πρόθυμη να συζητήσει, αλλά μόνο στην βάση της ισότητας. Η Αμερική, ωστόσο, φαίνεται να πιστεύει ότι μπορεί να αναγκάσει τη Ρωσία να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τους δικούς της όρους. Αυτό είναι ένα βαρύ λάθος. Το μόνο ερώτημα είναι πόσο καιρό θα πάρει στους Αμερικανούς να το συνειδητοποιήσουν.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας