Τα τελευταία 10 χρόνια, οι όροι της πολιτικής συζήτησης έχουν αλλάξει εντελώς – και κάθε εβδομάδα φαίνεται να χειροτερεύουν.
Η έννοια του virtue signalling – δηλαδή η δημόσια επίδειξη ηθικής αρετής χωρίς πραγματικό κόστος – εμφανίστηκε ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 για να περιγράψει μια συγκεκριμένη πολιτισμική και πολιτική συμπεριφορά.
Αφορούσε κυρίως προοδευτικούς κύκλους, όπου η ηθική τοποθέτηση γινόταν όχι μόνο πράξη, αλλά και θέαμα: συμμετοχή στις «σωστές» διαδηλώσεις, ετοιμότητα να εντοπιστεί κάθε ίχνος μισαλλοδοξίας, δημόσια δήλωση συμπαράστασης σε κάθε κοινωνική ομάδα που βρισκόταν στο περιθώριο.
Ακόμη κι αν οι αξίες αυτές ήταν – και παραμένουν – θεμελιωδώς σωστές, το φαινόμενο συχνά έγινε αντικείμενο σάτιρας.
Όχι επειδή η ευγένεια, η συμπερίληψη ή η ισότητα ήταν προβληματικές, αλλά επειδή η επιδεικτική τους εκφορά έμοιαζε επιτηδευμένη, εύθραυστη και υπερευαίσθητη στην κριτική.
Η πολιτική ευγένεια και η πολιτική ορθότητα έγιναν στόχος χλευασμού.
Όμως, αυτό που ακολούθησε δεν ήταν το «αντίθετό» του.
Η ανάδυση του vice signalling – της δημόσιας επίδειξης κακίας, μισαλλοδοξίας και παραβίασης κάθε ταμπού – δεν αποτελεί καθρέφτη του virtue signalling.
Δεν πρόκειται για μια συμμετρική αντίδραση, σύμφωνα με τον Guardian.
Όπως η απανθρωπιά δεν είναι το αντίθετο της ευπρέπειας, έτσι και το vice signalling δεν είναι απλώς μια υπερβολή από την άλλη πλευρά.
Ανήκει σε εντελώς διαφορετική ρητορική και πολιτική κατηγορία.
Η γέννηση του vice signalling στη σύγχρονη πολιτική
Ο όρος vice signalling δεν «ζωντανεύει» από μόνος του, γράφει ο Guardian.
Χρειάζεται μια φιγούρα με τεράστια επικοινωνιακή ισχύ για να αποκτήσει πολιτικό βάρος. Και αυτή η φιγούρα, αναμφίβολα, ήταν ο Ντόναλντ Τραμπ.
Το 2015, στην ανακοίνωση της πρώτης του προεκλογικής εκστρατείας στο Trump Tower, ο Τραμπ δήλωσε ότι σκοπεύει να χτίσει τείχος στα σύνορα ΗΠΑ–Μεξικού.
Σε μια ομιλία που έμοιαζε αυθόρμητη αλλά ήταν στρατηγικά ωμή – με λανθασμένη γραμματική, ασαφή δομή και επαναλαμβανόμενο λεξιλόγιο – είπε τη φράση που έμελλε να αλλάξει το πολιτικό τοπίο:
«Το Μεξικό στέλνει ανθρώπους με πολλά προβλήματα. Φέρνουν ναρκωτικά, φέρνουν εγκληματικότητα, είναι βιαστές».
Η δήλωση αυτή παραβίαζε ταυτόχρονα γενικά και ειδικά ταμπού: τη ρητορική μίσους, τη συλλογική ενοχοποίηση, τον ρατσιστικό συσχετισμό εγκλήματος και εθνότητας. Και ακριβώς γι’ αυτό λειτούργησε.
Ο Τραμπ έστειλε ένα ξεκάθαρο μήνυμα: είμαι διατεθειμένος να πω αυτό που «δεν επιτρέπεται».
Η παραβίαση των κανόνων έγινε απόδειξη αυθεντικότητας και θάρρους.
Η στρατηγική της πρόκλησης και η κλιμάκωση
Το vice signalling δεν είναι απλώς αγένεια ή αυθόρμητη αγριότητα.
Είναι στρατηγική.
Όπως εξηγεί η Ruth Wodak, ομότιμη καθηγήτρια γλωσσολογίας και ειδική στον πολιτικό λόγο, πρόκειται για μια τακτική της ακροδεξιάς: συνεχή παραβίαση ταμπού ώστε να κλιμακώνεται η ένταση της δημόσιας συζήτησης και να μονοπωλείται η προσοχή των μέσων ενημέρωσης.
Κάθε πρόκληση ανοίγει τον δρόμο για την επόμενη, πιο ακραία.
Το πρόσφατο ρατσιστικό βίντεο με τους Ομπάμα να απεικονίζονται ως πίθηκοι δεν είναι μια «παρέκκλιση».
Είναι το λογικό επόμενο βήμα μιας δεκαετούς πορείας όπου το φυλετικό μίσος εκπέμπεται όλο και πιο απροκάλυπτα.
Όταν η εξουσία δεν μετριάζει, αλλά ενισχύει την πρόκληση
Κάποτε πιστεύαμε ότι η κατάκτηση της εξουσίας θα περιόριζε τέτοιες συμπεριφορές.
Ότι ο θεσμικός ρόλος επιβάλλει αυτοσυγκράτηση. Η πραγματικότητα αποδείχθηκε διαφορετική.
Ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι, πρωθυπουργός της Ιταλίας για σχεδόν μία δεκαετία, συνέχιζε να κάνει ρατσιστικά σχόλια για τον Μπαράκ Ομπάμα ως «νέο, όμορφο και μαυρισμένο».
Ο Νάιτζελ Φάρατζ, παρά τις επανειλημμένες κατηγορίες για αντισημιτισμό, διατηρεί θετική εικόνα στα μέσα.
Η εξουσία όχι μόνο δεν σταματά τους προκλητικούς· συχνά τους θωρακίζει.
Ο ριζοσπαστικός σεξισμός και η λογική της αλληλουχίας
Οι μισογυνιστικές δηλώσεις ήταν πάντα υψηλού εκλογικού κινδύνου, καθώς ακόμη και αν δεχτούμε ότι οι γυναίκες θα ψηφίσουν υποψηφίους που τις χλευάζουν και τιςμειώνουν ανοιχτά (πράγμα που δυστυχώς πρέπει να δεχτούμε), είμαστε πάρα πολλές.
Παρ’ όλα αυτά, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια ανησυχητική έξαρση ριζοσπαστικού σεξισμού.
Η λογική εδώ δεν είναι η άμεση προσέλκυση ψήφων, αλλά το «άνοιγμα του δρόμου».
Οι δηλώσεις του Τραμπ για σεξουαλική κακοποίηση, η υποτίμηση από τον Τζέι Ντι Βανς των άτεκνων γυναικών δεν είναι μεμονωμένα περιστατικά. Είναι μια αλληλουχία που μετατοπίζει τα όρια του αποδεκτού.
Όταν χριστιανοί εθνικιστές αρχίζουν να μιλούν ανοιχτά για κατάργηση της γυναικείας ψήφου, και υπουργοί αναδημοσιεύουν τέτοιες απόψεις, δεν πρόκειται πλέον για ρητορική.
Πρόκειται για προειδοποίηση.
Η κόπωση της αγανάκτησης και η κανονικοποίηση του μίσους
Ένα από τα πιο επικίνδυνα αποτελέσματα του vice signalling είναι αυτό που η Wodak ονομάζει Empörung Müdigkeit – κόπωση από την αγανάκτηση.
Όταν η πρόκληση γίνεται καθημερινότητα, η αντίδραση ατονεί.
Το μίσος παύει να σοκάρει και γίνεται μέρος της καθημερινής συνομιλίας.
Αυτή είναι η θεωρία των σπασμένων παραθύρων – όσο περισσότερο βανδαλίζεται το περιβάλλον σου, τόσο λιγότερο το φροντίζεις – εφαρμοσμένη στη ρητορική μίσους.
Η κατάρρευση του «τείχους προστασίας» των μέσων και του κατεστημένου
Ιστορικά, τα κεντρώα και κεντροδεξιά mainstream μέσα λειτουργούσαν ως φίλτρο.
Απέκλειαν τον ανοιχτό ρατσισμό, τη μισογυνία, τα κατάφωρα ψέματα. Σήμερα, αυτό το φίλτρο καταρρέει. Τα δεξιά μέσα ανταγωνίζονται το διαδίκτυο για προσοχή, υιοθετώντας όλο και πιο ακραία ρητορική.
Όπως παρατηρεί ο Tim Bale, καθηγητής πολιτικής στο Queen Mary University του Λονδίνου, πράγματα που θα ήταν αδιανόητα πριν από 10 χρόνια, σήμερα θεωρούνται κανονικά.
Κάθε φορά που ένας πολιτικός εκφράζει ανοιχτά τη μισογυνία του χωρίς καμία συνέπεια εκτός από περισσότερη προσοχή, ενθαρρύνει τους συμμάχους του. Και κάθε σήμα που έχει αντίκτυπο αλλάζει το κλίμα.
Και εδώ μπαίνει και ο ρόλος του ίδιου του κοινού.
Η επίδειξη κακίας δεν θα είχε καμία πολιτική αξία αν δεν επιβραβευόταν – έστω σιωπηρά – από ψηφοφόρους, τηλεθεατές και χρήστες των κοινωνικών δικτύων.
Κάθε κλικ, κάθε κοινοποίηση «για να δούμε πόσο χυδαίος είναι», κάθε τηλεοπτικό πάνελ που συζητά επί ώρες μια προσβλητική δήλωση αντί για τις υλικές της συνέπειες, λειτουργεί ως ενισχυτής.
Η παθητική κατανάλωση της πρόκλησης μετατρέπεται σε συνενοχή, όχι επειδή όλοι συμφωνούν με το περιεχόμενο, αλλά επειδή αποδέχονται το πλαίσιο: ότι η πολιτική είναι θέαμα και ότι η χυδαιότητα αξίζει περισσότερη προσοχή από τη σοβαρή διακυβέρνηση.
Εν τέλει, δυστυχώς, λειτουργεί
Από τη μονοπώληση της προσοχής και την αποδόμηση της δημόσιας συζήτησης, μέχρι τη δημιουργία πιστής βάσης οπαδών και την κανονικοποίηση της βίας, τα «κέρδη» του vice signalling είναι πολλά.
Μετατοπίζει το κέντρο βάρους της πολιτικής, εξουθενώνει τους αντιπάλους και αλλάζει το τι θεωρείται αποδεκτό.
Κάθε πολιτικός που εκπέμπει σήματα σάς λέει το ίδιο πράγμα: οι κανόνες τελείωσαν.
Αν δεν τον πιστέψετε την πρώτη φορά, ίσως θα πρέπει να τον πιστέψετε την εκατοστή.
ΠΗΓΗ in.gr














































