Η αποφασιστική κίνηση του Παναγιώτη Λαφαζάνη και των συντρόφων του, να διαδηλώσουν με τις φωτογραφίες
του ύπουλα δολοφονημένου Ιρανού θρησκευτικού και πολιτικού ηγέτη Σεγιέντ Αλί Χαμενεΐ, ηλέκτρισε ξαφνικά
το πολιτικό πεδίο στη χώρα μας με ποικίλες αντιδράσεις. Έχει σημασία να προσδιορίσουμε και να
αξιολογήσουμε το πολιτικό στίγμα αυτών των αντιδράσεων:
Οι αρνητικές αντιδράσεις προέρχονται φυσικά από όλο το φάσμα των συστημικών κομμάτων και βέβαια δεν θα
περίμενε κανείς κάτι διαφορετικό, αλλά όλες αυτές οι αρνητικές αντιδράσεις είχαν σαν ψυχολογικό υπόβαθρο
μιαν αμηχανία απέναντι σε μία πρωτοφανή – απ’ όσο γνωρίζω – πολιτική πράξη, που έχει σαφή προκλητικό
χαρακτήρα. Η προκλητικότητα αυτής της συμβολικής πράξης είναι που ανάγκασε τους απολογητές του άθλιου
πολιτικού μας συστήματος, να προσπαθούν να κρύψουν, πίσω από σαχλές ειρωνείες και αήθεις διαστρεβλώσεις
της πολιτικής πορείας του Π. Λαφαζάνη, το ξεγύμνωμα της επίσημης πολιτικής της χώρας μας από κάθε ίχνος
εθνικής ανεξαρτησίας και αξιοπρέπειας. Οι συζητήσεις που προκλήθηκαν στα κοινωνικά δίκτυα
αντικατοπτρίζουν ακριβώς το αν και πόσο οι λαϊκοί άνθρωποι κατανοούν το ξεπούλημα της εθνικής μας
ανεξαρτησίας, που γίνεται όχι μόνο από τη σημερινή κυβέρνηση, αλλά από όλες τις κυβερνήσεις από τότε που ο
Π. Λαφαζάνης διαχώρισε τη θέση του από την προδοτική πολιτική του Τσίπρα και μετά. Δύο ήταν – κατά τη δική
μου αντίληψη – οι κύριοι άξονες των αντιθέσεων σε αυτές τις συζητήσεις: α) το θεοκρατικό καθεστώς του Ιράν
και β) η ενεργειακή και γενικότερα η οικονομική προσέγγιση Ελλάδας και Ρωσίας επί υπουργικής θητείας του Π.
Λαφαζάνη. Το σημαντικό στοιχείο των σχολιασμών σε αυτές τις συζητήσεις δεν ήταν η ποσότητα των υπέρ και
των κατά απόψεων, αλλά η ποιότητα των επιχειρημάτων.
Όλοι όσοι κατέκριναν την κίνηση του Π. Λαφαζάνη είχαν σαν μοναδικό επιχείρημα τον – υποτιθέμενο –
δικτατορικό χαρακτήρα διακυβέρνησης τόσο στο Ιράν όσο και στη Ρωσία ………του Πούτιν. Είναι το
χαρακτηριστικό ‘’επιχείρημα’’ όλων των υποκινούμενων από τους G7 ‘’επαναστάσεων’’, όπως τις είδαμε στο
Ιράκ, στη Λιβύη, στη Συρία, στην Ουκρανία κ.λπ. Τα ‘’ανθρώπινα δικαιώματα’’ έχουν – επιλεκτικά βέβαια – την
τιμητική τους. Σε όλη αυτή την αρνητική για τον Λαφαζάνη επιχειρηματολογία δεν θα δείτε πουθενά την εθνική
ανεξαρτησία ως κοινωνική αξία για την οποία αξίζει να παλέψουν οι λαοί. Το χέρι βοήθειας που μας πρόσφερε –
μέσω του Λαφαζάνη – η Ρωσία …..του Πούτιν, για να ανακτήσουμε την εθνική μας κυριαρχία μέσα απ’ τη
φυλακή της ΕΕ το πολεμάνε ακόμα και σήμερα με λύσσα οι G7 και το υπηρετικό τους προσωπικό στην ΕΕ
συμπεριλαμβανομένου του τυχάρπαστου Τσίπρα. Η προσπάθεια του Λαφαζάνη για την ενεργειακή και
οικονομική βοήθεια από τη Ρωσία εκείνη την εποχή έκφραζε τη λαϊκή θέληση, που εκδηλώθηκε αργότερα με το
δημοψήφισμα υπέρ του «Όχι». Και μόνο η πραξικοπηματική μετατροπή του «Όχι» σε «Ναι» αποδεικνύει σε
κάθε καλόπιστο, ότι τα παραπάνω φιλοδυτικά επιχειρήματα είναι απλά γελοία προπαγάνδα, την οποία
δυστυχώς ένα μέρος της κοινής γνώμης την καταπίνει αμάσητη, παρασυρόμενο από εγωπαθή συστημικά
εξαρτήματα προπαγάνδας του διαδικτύου τύπου Έλενας Ακρίτα.
Αντίθετα στους θετικούς για τον Λαφαζάνη σχολιασμούς ο αγώνας για εθνική ανεξαρτησία ήταν η βάση της όλης
επιχειρηματολογίας. Σε πολλές περιπτώσεις διατυπώνεται, αλλά μένει αναπάντητο το εξής ερώτημα: ‘’γιατί οι
ΗΠΑ πολεμάνε την ισλαμική δημοκρατία στο Ιράν, που βγήκε μέσα από μια λαϊκοθρησκευτική επανάσταση και
δεν πολεμάνε τη θεοκρατική βασιλεία της Σαουδικής Αραβίας, που έχει τον λαό της (και ιδιαίτερα τις γυναίκες)
μέσα στη φτώχια και την αγραμματοσύνη;’’. Κάθε προσπάθεια απάντησης σε αυτό το ερώτημα θα αποκαλύψει
εύκολα την αλήθεια, ότι οι ΗΠΑ και οι G7 γενικότερα πολεμάνε μόνο εκείνους τους λαούς που υπερασπίζονται
την εθνική τους ανεξαρτησία και όχι τα υποτελή τους καθεστώτα.
Συνεπώς η κοινωνική αξία της εθνικής ανεξαρτησίας είναι το διακύβευμα στη διογκούμενη σήμερα παγκόσμια
διαμάχη και αυτό πρέπει να είναι το κριτήριο σε μια σωστή πολιτική ζύμωση. Ακριβώς αυτό είναι και το νόημα
της πολιτικά προκλητικής κίνησης του Π. Λαφαζάνη, που πολύ σωστά στοχεύει να ανάψει τον λαϊκό
προβληματισμό, αγνοώντας – για άλλη μια φορά – τη λάσπη των συστημικών φερέφωνων.
Όμως το «ιδεο-σοκ» της κίνησης Λαφαζάνη δεν διαπέρασε μόνο τις λαϊκές συνειδήσεις, αλλά προκάλεσε
προβληματισμό και αντιδράσεις – θετικές και αρνητικές – στην κομμουνιστική Αριστερά. Δεν θα αναφερθώ σε
συγκεκριμένες αντιδράσεις, αλλά απλά θέλω να υπογραμμίσω το πολύ θετικό γεγονός, ότι αυτός ο
προβληματισμός ενίσχυσε τόσο τις ιδεολογικές συγκλίσεις, όσο και αποκλίσεις μεταξύ των οργανωμένων
ομάδων. Η πολυδιάσπαση, που μαστίζει το κομμουνιστικό κίνημα δεν μπορεί παρά να ξεκαθαρίσει μέσα από
τέτοιες συμπλεύσεις ή διαχωρισμούς αρχικά σε άμεσα πρακτικά θέματα, όπως ο πόλεμος στο Ιράν, στην
Ουκρανία κ.λπ. Η σοκαριστική κίνηση του Π. Λαφαζάνη θέτει άμεσα θεωρητικά ερωτήματα, που πρέπει να
αναμετρηθούν με την σκληρή πραγματικότητα , όπως:
1) Πώς αντιμετωπίζουμε τον λαϊκό συνειδησιακό παράγοντα, όταν δεν συμφωνεί με την υλιστική ιδεολογία;
2) Ποια είναι η βασική και ποια η επικρατούσα σήμερα κοινωνική αντίφαση;
3) Πώς αντιλαμβανόμαστε την αντίθεση μεταξύ του αναδυόμενου πολυπολικού κόσμου (όπου πρωτοστατούν η
Κίνα και η Ρωσία) και της ομάδας των G7, εφ’ όσον σε όλες αυτές τις χώρες ισχύουν οι καπιταλιστικές σχέσεις
παραγωγής;
4) Η οικονομική διείσδυση της Κίνας και της Ρωσίας στην Αφρικανική ήπειρο θα πρέπει να κριθεί με βάση τα
κριτήρια περί ιμπεριαλισμού, ή αυτά τα κριτήρια σε αυτή τουλάχιστον την περίπτωση θα πρέπει να θεωρηθούν
ανεπαρκή;
Αυτά και πολλά άλλα προβλήματα υπάρχουν στο σύγχρονο κόσμο, τα οποία, για να γίνουν αντικείμενο
συζήτησης, θα χρειαστούν κι άλλες επιθέσεις «ιδεο-σοκ», όπως – για παράδειγμα – η συμμετοχή μας σε
διαδηλώσεις με σημαίες της Ρωσίας και της Κίνας, καθώς και συνθήματα υπέρ των BRICS. Έτσι μόνο στην κοινή
γνώμη του λαού μας, αλλά και στις οργανωμένες δυνάμεις της κομμουνιστικής Αριστεράς θα ωριμάσουν τα
στοιχεία εκείνα της κοινωνικής συνείδησης, που θα δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις της κοινωνικής αλλαγής.
Τάσος Μαυρομμάτης.














































