Στο έλεος των τζιχαντιστών οι Έλληνες της Συρίας

19

Η ελληνική και ελληνορθόδοξη παρουσία στη Συρία αποτελεί μία από τις αρχαιότερες και βαθύτερα ριζωμένες εκφάνσεις του Ελληνισμού εκτός ελλαδικού χώρου. Και όμως οι εξελίξεις των τελευταίων ετών την απειλούν άμεσα, καθώς ο αριθμός της μειώνεται με δραματικούς ρυθμούς και τα μέλη της είναι, αν μη τι άλλο, «φοβισμένα» από την τροπή που παίρνουν τα πράγματα. Ενας φόβος ο οποίος είναι σαφές ότι περιορίζει και πόσα μπορούν να πουν σχετικά με τις καταστάσεις που βιώνουν.

Από τα χρόνια της ελληνιστικής Ανατολής και της Αντιόχειας ως πνευματικής πρωτεύουσας, μέχρι τη σύγχρονη Δαμασκό, η Ορθοδοξία και το ελληνικό στοιχείο συνδέθηκαν άρρηκτα με την ιστορική ταυτότητα της περιοχής. Ωστόσο, οι συνεχείς πόλεμοι και οι πολιτικές ανακατατάξεις των τελευταίων ετών έχουν οδηγήσει αυτή την παρουσία σε υπαρξιακό κίνδυνο.

Σύμφωνα με τον αρχιμανδρίτη Μελέτιο Σατάχι, γενικό διευθυντή του GOPA-DERD, του ανθρωπιστικού δηλαδή βραχίονα της Ελληνικής Ορθόδοξης Πατριαρχίας Αντιοχείας και πάσης Ανατολής, που μίλησε στη «δημοκρατία», πριν από την κρίση οι χριστιανοί αποτελούσαν περίπου το 11% του πληθυσμού της Συρίας – περί τα 2,6 εκατ. ανθρώπους. Από αυτούς, σχεδόν το 80% ανήκε στην Ελληνορθόδοξη Εκκλησία του Πατριαρχείου Αντιοχείας. Σήμερα, όπως τονίζει σε αγγλόφωνες δηλώσεις του, ανεπίσημα στοιχεία ανεβάζουν το ποσοστό των χριστιανών μόλις στο 3,6% του πληθυσμού, δηλαδή περίπου 700.000 άτομα, εκ των οποίων 70% παραμένουν ελληνορθόδοξοι. Η συντριπτική πλειονότητά τους έχει συγκεντρωθεί στη Δαμασκό, στα περίχωρά της και στην περιοχή της Χριστιανικής Κοιλάδας (Wadi Nasara).

Ακόμη πιο δραματική είναι η συρρίκνωση της ελληνικής εθνικής κοινότητας. Οπως περιγράφει στη «δημοκρατία» ο αντιπρόεδρος της ελληνικής κοινότητας της Δαμασκού Ζαν Παξιμάδης, πριν από τον πόλεμο οι Ελληνες υπήκοοι στη Συρία έφταναν περίπου τους 2.000. Σήμερα, σε ολόκληρη τη χώρα δεν ξεπερνούν τους 300 με 400. «Οι νέοι έφυγαν, οι ηλικιωμένοι χάθηκαν, άλλοι μετανάστευσαν» εξηγεί. Η κοινότητα γερνά και συρρικνώνεται, ενώ η καθημερινή επιβίωση γίνεται ολοένα δυσκολότερη.

Εικόνα αβεβαιότητας

Ο Habib Shaloum, πρόεδρος της ελληνικής κοινότητας Δαμασκού μέχρι πριν από περίπου έναν χρόνο, περιγράφει μια εικόνα φόβου και αβεβαιότητας. Οι ορθόδοξοι χριστιανοί στη Δαμασκό -περίπου 100.000 άνθρωποι- αισθάνονται πλέον περιθωριοποιημένοι. Δεν εκπροσωπούνται ουσιαστικά στην κυβέρνηση, δεν υπάρχουν χριστιανοί στον στρατό, ενώ δημόσιοι υπάλληλοι χριστιανικού δόγματος απομακρύνονται σταδιακά. «Οι μουσουλμάνοι σήμερα είναι ικανοποιημένοι. Εμείς είμαστε στο περιθώριο» λέει χαρακτηριστικά.

Την καθημερινή πίεση περιγράφει με απτό τρόπο και ο Ζαν Παξιμάδης, αναφερόμενος στο περιστατικό όπου ο γιος του σταμάτησε στον δρόμο επειδή φορούσε σορτς. Του ζητήθηκε να καλύψει τα πόδια του, καθώς -όπως σημειώνει- πλέον επιβάλλονται άτυποι κανόνες ενδυμασίας όχι μόνο στις γυναίκες, αλλά και στους άνδρες. «Δεν είναι παντού, δεν είναι πάντα, αλλά συμβαίνει» λέει, αποτυπώνοντας το κλίμα μιας κοινωνίας που αλλάζει. Παρ’ όλα αυτά διευκρινίζει ότι οι δυνάμεις ασφαλείας του καθεστώτος προστατεύουν τις εκδηλώσεις της ελληνικής και της ελληνορθόδοξης κοινότητας.

Αυτή, βέβαια, είναι η κατάσταση στην πρωτεύουσα. Σε περιοχές όπως η Κοιλάδα των Χριστιανών τα πράγματα είναι χειρότερα. Πολλοί χριστιανοί έχουν σκοτωθεί, έχουν φυλακιστεί, ενώ δεν είναι λίγοι και αυτοί που εγκατέλειψαν την περιοχή, επιδιώκοντας ασφάλεια στις περιοχές των Δρούζων.

Ο Χαμπίμπ Σαλούμ, πρώην πρόεδρος ελληνικής κοινότητας Δαμασκού

Πλήρης περιθωριοποίηση

Ο αρχιμανδρίτης Μελέτιος είναι ακόμη πιο σαφής για το πολιτικό πλαίσιο: η βασική απειλή σήμερα δεν είναι μόνο η ανασφάλεια, οι απαγωγές και οι ληστείες, αλλά η πλήρης περιθωριοποίηση των μειονοτήτων από τη νέα εξουσία. Οπως τονίζει, η μεταβατική κυβέρνηση εκπροσωπεί «ένα μόνο χρώμα», ανθρώπους προερχόμενους από το Ιντλίμπ, που αντιμετωπίζουν τη χώρα ως «λάφυρο πολέμου», ως ένα νέο κόμμα «Μπάαθ». Η ανακήρυξη της σαρίας ως βασικής πηγής δικαίου, υπογραμμίζει, είναι ασύμβατη με μια πολυθρησκευτική κοινωνία όπως η συριακή.

Η ιστορία της Μέσης Ανατολής, όμως, δείχνει πού οδηγεί αυτός ο δρόμος. Από το Ιράκ έως τον Λίβανο η επιβολή θρησκευτικού δικαίου και η εξαφάνιση θεσμικών εγγυήσεων οδήγησαν στη μαζική έξοδο ή στον αφανισμό ιστορικών χριστιανικών κοινοτήτων. Αν η Συρία ακολουθήσει την ίδια πορεία, η ελληνική και ελληνορθόδοξη παρουσία -μια παρουσία χιλιετιών- κινδυνεύει να απομείνει μόνο ως μια μακρινή ανάμνηση.

Οπως προειδοποιούν όλοι οι συνομιλητές, το ζήτημα δεν είναι κάποιου είδους προνόμιααλλά ασφάλειαισονομία και μέλλον. Χωρίς αυτά ο Ελληνισμός και η Ορθοδοξία στη Συρία βαδίζουν νομοτελειακά προς την εξαφάνιση.

Ζητούν να διασωθεί η ελληνική γλώσσα

Ενα ιδιαίτερα ανησυχητικό στοιχείο είναι και η υποχώρηση της γλωσσικής συνέχειας. Οταν μια κοινότητα δεν έχει ούτε καν δάσκαλο Ελληνικών, τα παιδιά χάνουν τη γλώσσα – κι όταν χαθεί η γλώσσα, αρχίζει να χάνεται η ταυτότητα. «Αυτό δεν είναι λεπτομέρεια», εξηγεί ο Νικόλας Φαραντούρης, «είναι στρατηγικό ζήτημα πολιτιστικής επιβίωσης. Το ελληνικό κράτος σπαταλά ποσά εδώ κι εκεί, αλλά δεν σκέφτηκε να στείλει έναν δάσκαλο στη Συρία να κρατήσει τη γλώσσα ζωντανή. Αυτό πρέπει να αλλάξει».

Οπως σημείωσε και ο Χαμπίμπ Σαλούμ, η κοινότητα επί της ουσίας ελπίζει να ανοίξει πρεσβεία στη Δαμασκό, να πάνε εμπορικοί και στρατιωτικοί ακόλουθοι με τις οικογένειές τους μήπως και πάει και κάποιος δάσκαλος γι’ αυτά, έτσι ώστε να μάθουν ελληνικά και τα δικά τους παιδιά.

Εχουν τα δικά τους πολιτιστικά κέντρα, όπου κάνουν κάθε είδους εκδηλώσεις, εορτάζουν έξω από τους ιερούς ναούς όλες τις εορτές και ιδιαίτερο ρόλο στην οργάνωση των κοινοτήτων έχουν οι οργανώσεις των προσκόπων που φέρουν το κύριο βάρος της οργάνωσης της νεολαίας. Ακόμη και αν όλα αυτά χρειάζεται να γίνονται πίσω από ένα «τείχος» δυνάμεων ασφαλείας, οι οποίες ελέγχουν εξονυχιστικά κάθε αυτοκίνητο, υπό τον φόβο νέων επιθέσεων.

Η οικονομική κατάρρευση οδηγεί σε φυγή

Μια κοινότητα χωρίς νέους: η δημογραφική κατάρρευση των ελληνορθοδόξων στη Συρία.
Πέρα από την πολιτική πίεση και την ανασφάλεια, ο πιο αμείλικτος παράγοντας για το μέλλον της ελληνορθόδοξης παρουσίας στη Συρία είναι η φυγή της νεολαίας. Οπως περιγράφουν τόσο ο Ζαν Παξιμάδης όσο και ο Χαμπίμπ Σαλούμ, οι νέοι έφυγαν σχεδόν όλοι τα χρόνια του πολέμου – όχι μόνο από φόβο, αλλά κυρίως επειδή δεν υπάρχει πλέον προοπτική ζωής.

Στη Δαμασκό οι μισθοί δεν επαρκούν για αξιοπρεπή διαβίωση, οι δουλειές είναι ελάχιστες και η οικονομία παραμένει καθηλωμένη. Οι οικογένειες έστειλαν τα παιδιά τους στο εξωτερικό για σπουδές ή εργασία, γνωρίζοντας ότι η επιστροφή είναι όλο και λιγότερο πιθανή. «Οι νέοι έφυγαν και δεν αντικαταστάθηκαν ποτέ» λέει χαρακτηριστικά ο Shaloum. Το αποτέλεσμα είναι μια κοινότητα γερασμένη, χωρίς φυσική ανανέωση. Οι γάμοι λιγοστεύουν, τα παιδιά μειώνονται, οι ενορίες αδειάζουν σταδιακά.

Ακόμη κι όσοι δηλώνουν ότι θέλουν να μείνουν, γνωρίζουν πως αν αποκτήσουν οικογένεια δύσκολα θα μπορέσουν να της προσφέρουν μέλλον στη Συρία. Ετσι, η ελληνορθόδοξη παρουσία δεν απειλείται μόνο από εξωτερικούς παράγοντες, αλλά και από μια αργή, αθόρυβη δημογραφική εξαφάνιση, όχι με εκρήξεις, αλλά με αναχωρήσεις χωρίς επιστροφή.

Το «τραύμα» της βομβιστικής επίθεσης και η στάση της Ε.Ε.

Η προσωπική (όχι μέσω αποστολής) επίσκεψη του Ελληνα ευρωβουλευτή Νικόλα Φαραντούρη στη Συρία, στις 8-9 Μαρτίου 2025, συνέπεσε με μια από τις πιο σκοτεινές στιγμές για τις εθνικές και θρησκευτικές κοινότητες της Συρίας και ειδικά για τους ελληνορθόδοξους αντιοχειανούς υπό το Πατριαρχείο Αντιοχείας. Ηταν οι μέρες των μεγάλων επιθέσεων και σφαγών από το καθεστώς του Τζολάνι.

«Εζησα κι εγώ, μαζί με τους ομόδοξους και τους ομογενείς μας, την αγωνία των απλών ανθρώπων που ζουν με επίγνωση πως η επιβίωσή τους δεν είναι πλέον δεδομένη» λέει στη «δημοκρατία» ο Νικόλας Φαραντούρης. Τότε, σύμφωνα με τον Ζαν Παξιμάδες, για κάποιους μήνες τα πάντα «πάγωσαν». Σταμάτησαν οι εκδηλώσεις, οι δημόσιες παρουσίες, τα πάντα. Πέρασε καιρός μέχρι οι χριστιανοί να ξαναεμφανιστούν δημοσίως.

«Η ελληνική και ελληνορθόδοξη παρουσία στη Συρία είναι ιστορική, βαθιά ριζωμένη και συνεχής. Επισκέφτηκα το ελληνικό κέντρο της Δαμασκού, όπου τα μέλη του με υποδέχτηκαν με μεγάλο ενθουσιασμό και μου μίλησαν για την κοινότητά τους, η ίδρυση της οποίας ανάγεται στον 19ο αιώνα. Με συγκίνηση είδα ελληνικές σημαίες, τις μορφές των ηρώων του ’21 στους τοίχους, τη βιβλιοθήκη τους και πάνω απ’ όλα τη ζεστασιά και τη φιλοξενία τους» σημειώνει ο Ελληνας ευρωβουλευτής.

Μετά την επίσκεψη ο Νικόλας Φαραντούρης διατήρησε την επαφή με την ελληνορθόδοξη κοινότητα. «Το θεωρώ χρέος για κάθε δημόσιο πρόσωπο με θέση ευθύνης να μεριμνά και για τον εκτός συνόρων Ελληνισμό. Από αυτά που μαθαίνω, μπορώ να πω ότι η εικόνα που σχηματίζεται μετά τις αναταραχές στη Συρία δεν επιτρέπει εφησυχασμό σε κανέναν. Το καθεστώς της Δαμασκού -που μέχρι πρότινος ήταν τμήμα της Αλ Κάιντα- απειλεί τις μειονότητες με αφανισμό: πέρυσι ήταν οι Αλαουίτες, μετά οι χριστιανοί, μετά οι Δρούζοι και τώρα οι Κούρδοι».

Ο Φαραντούρης στέκεται επικριτικός απέναντι στη στάση της Ευρώπης και της Δύσης. «Ως ευρωβουλευτής, θεωρώ ότι η Ε.Ε. δεν μπορεί να στηρίζει πολιτικά ένα καθεστώς χωρίς αυστηρές αιρεσιμότητες. Η πολιτική σύνδεση και η οικονομική βοήθεια από την Ευρώπη θα πέσει στο κενό εάν δεν συνοδεύεται από μηχανισμούς επιτήρησης και ουσιαστικές εγγυήσεις εφαρμογής.

Για τις τελευταίες εξελίξεις στη Συρία με την ύψωση της σημαίας του ISIS, ο Ελληνας ευρωβουλευτής παρατηρεί: «Η Συρία κινδυνεύει υπαρξιακά. Οι Ελληνορθόδοξοι κινδυνεύουν υπαρξιακά. Αν επικρατήσει το χάος, η Ευρώπη θα βρεθεί αντιμέτωπη με νέες ανθρωπιστικές τραγωδίες και γεωπολιτικές αναταράξεις. Και τότε θα είναι αργά για δηλώσεις. Γι’ αυτό χρειάζονται πράξεις τώρα! Αιρεσιμότητες και αυστηρές κυρώσεις στο καθεστώς, τακτική παρουσία (πρώτα και κύρια ελληνική), συνδρομή του Πατριαρχείου Αντιοχείας και της διπλωματικής μας αποστολής, και ενεργή προάσπιση των δικαιωμάτων των υπό διωγμό κοινοτήτων. Τώρα! Προτού είναι πια αργά».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας