Ο λογαριασμός του Τραμπ και η πολεμική ζώνη του Κόλπου

33

Στο μεγάλο παζάρι της Μέσης Ανατολής, η ασφάλεια είχε πάντα ακριβό τίμημα, όμως ποτέ άλλοτε στην πρόσφατη ιστορία οι αγοραστές δεν την πλήρωσαν τόσο ακριβά. Τη στιγμή που 14 χώρες έχουν ήδη εμπλακεί στον πόλεμο μεταξύ Ισραήλ/ΗΠΑ Και Ιράν, με τους νεκρούς να ξεπερνούν τους 1.000 μόνο στην ιρανική επικράτεια, ένα Boeing 747, αξίας 400 εκατομμυρίων δολαρίων, ετοιμάζεται να παραδοθεί στον Ντόναλντ Τραμπ. Το «ιπτάμενο παλάτι» ήταν ένα προσωπικό δώρο της βασιλικής οικογένειας του Κατάρ από προηγούμενη επίσκεψή του, το οποίο τώρα ανακατασκευάζεται για να λειτουργήσει ως το νέο Air Force One.

Αυτή η εικόνα, της απόλυτης χλιδής εν μέσω γενικευμένης σύρραξης, φανερώνει μια στρατηγική της Ουάσινγκτον, κατά την οποία η ομπρέλα ασφαλείας των ΗΠΑ έχει μετατραπεί σε μια VIP, συναλλακτική υπηρεσία, η οποία παρά τον κομφορμισμό της Μέσης Ανατολής, φέρεται εν τέλει να τις παρέσυρε, εν αγνοία τους, σε μια σύρραξη που απειλεί να αφανίσει τα επενδυτικά τους ταμεία.

Οι σύμμαχοι πλήρωσαν αδρά για να μείνουν στο απυρόβλητο, αλλά τώρα βλέπουν τα επενδυτικά τους ταμεία να απειλούνται και τις υποδομές τους να γίνονται στόχοι.

Η ψευδαίσθηση του «απόλυτου deal»

Τα τελευταία χρόνια, η αμερικανική εξωτερική πολιτική συνδέθηκε άμεσα με τις ροές αραβικού κεφαλαίου, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση στις χώρες του Κόλπου πως η οικονομική προσφορά εξασφαλίζει και στρατιωτική ασυλία.

-1,4 τρισεκατομμύρια δολάρια προέρχονται αποκλειστικά από τα ΗΑΕ σε βάθος δεκαετίας, με έμφαση στην ενέργεια και την Τεχνητή Νοημοσύνη (με συμφωνίες μαμούθ που εμπλέκουν εταιρείες όπως η OpenAI).

-Το κρατικό ταμείο του Άμπου Ντάμπι, MGX, προχώρησε στην εξαγορά μεριδίου 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων στο ανταλλακτήριο κρυπτονομισμάτων Binance, χρησιμοποιώντας, μάλιστα, ένα ψηφιακό νόμισμα (stablecoin) που συνδέεται άμεσα με την οικογένεια Τραμπ.

-Ο όμιλος Trump Organization εξασφάλισε έργα εκατομμυρίων: από το πολυτελές θέρετρο γκολφ και τις παραθαλάσσιες βίλες στο Κατάρ, μέχρι αντίστοιχες κατασκευές σε Ομάν και Σαουδική Αραβία, με διαχειριστές τους γιους του προέδρου, Έρικ και Ντόναλντ Τζούνιορ.

Ως αντάλλαγμα, ο Τραμπ πρόσφερε εντυπωσιακές διπλωματικές «ασπίδες». Τον Οκτώβριο του 2025, υπέγραψε ένα εκτελεστικό διάταγμα για το Κατάρ -παρακάμπτοντας το Κογκρέσο- που δεσμεύει νομικά τις ΗΠΑ να προστατεύσουν το εμιράτο σε περίπτωση επίθεσης, στα πρότυπα του Άρθρου 5 του ΝΑΤΟ. Ήταν μια κίνηση που προκάλεσε διεθνή αμηχανία. Το Κατάρ φιλοξενεί τη μεγαλύτερη αμερικανική βάση στην περιοχή (Al Udeid), αλλά ταυτόχρονα και την πολιτική ηγεσία της Χαμάς. Όπως σημείωσε τότε ο πρώην πρέσβης των ΗΠΑ, Νταν Σαπίρο, ένα τέτοιο δώρο είχε νόημα μόνο αν η Ντόχα ασκούσε πιέσεις στη Χαμάς για συμφωνία, ενώ Ισραηλινοί αναλυτές θεώρησαν πως ο Τραμπ πρακτικά παραχώρησε «ασυλία» στους ηγέτες της παλαιστινιακής οργάνωσης. Αυτό το “deal” οδήγησε και άλλες δυνάμεις, όπως η Σαουδική Αραβία, να αναζητήσουν παρόμοιες αμερικανικές εγγυήσεις.

Το «δώρον άδωρον» και η εξέγερση του κεφαλαίου

Οι ηγέτες του Κόλπου πίστεψαν ότι, αγοράζοντας την εύνοια του Αμερικανού προέδρου, θα θωράκιζαν τα εδάφη τους από τις περιφερειακές εντάσεις. Η πραγματικότητα στο πεδίο, ωστόσο, διέψευσε αυτές τις προσδοκίες, καθώς η σύγκρουση επεκτάθηκε ραγδαία και με σκληρό κόστος για όλες τις πλευρές.

Από τη μία πλευρά, οι αμερικανο-ισραηλινοί βομβαρδισμοί στο Ιράν στοχεύουν στην εξάρθρωση της ηγεσίας και των υποδομών του, αφήνοντας πίσω τους τουλάχιστον 1.168 άμαχους νεκρούς, εκ των οποίων 194 παιδιά, σύμφωνα με οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, και βυθίζοντας στο πένθος τοποθεσίες όπως η Μινάμπ. Από την άλλη, οι ιρανικές δυνάμεις απαντούν στοχεύοντας κρίσιμες εγκαταστάσεις. Στο Ισραήλ, πύραυλοι που διέφυγαν της αεράμυνας σκότωσαν δέκα άτομα στο Μπέιτ Σεμές, ενώ ένα αμερικανικό υποβρύχιο βύθισε την ιρανική φρεγάτα Iris Dena ανοιχτά της Σρι Λάνκα, προκαλώντας τον θάνατο 87 ανθρώπων.

Ο πόλεμος έφτασε στην αυλή όσων πλήρωσαν για να τον αποφύγουν. Διυλιστήρια της Aramco στη Σαουδική Αραβία τυλίχθηκαν στις φλόγες, εγκαταστάσεις υγροποιημένου φυσικού αερίου στο φιλικό προς το Ιράν Κατάρ ανέστειλαν τη λειτουργία τους, το αεροδρόμιο Zayed στα ΗΑΕ δέχτηκε επίθεση αφήνοντας έναν νεκρό, ενώ χτυπήθηκε ακόμα και το εμπορικό λιμάνι του ουδέτερου Ομάν. Στο Κουβέιτ, οι καπνοί πάνω από την αμερικανική πρεσβεία οδήγησαν την Ουάσιγκτον στο άμεσο κλείσιμό της. Παράλληλα, το Στενό του Ορμούζ, αρτηρία για το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου, έχει ουσιαστικά νεκρώσει, με την εμπορική κίνηση να μειώνεται κατά 70% έπειτα από χτυπήματα σε τουλάχιστον 10 τάνκερ.

Αυτή η συνθήκη έχει σημάνει συναγερμό. Αραβικά κεφάλαια τεράστιας κλίμακας εξετάζουν την ενεργοποίηση ρητρών ανωτέρας βίας (force majeure) για να αποσυρθούν από τις αμερικανικές επενδύσεις. Η οργή του επιχειρηματικού κόσμου, όπως εκφράστηκε δημόσια από τον δισεκατομμυριούχο του Ντουμπάι, Χαλάφ Αλ Χαμπτούρ («Ποιος σας έδωσε το δικαίωμα να μας σύρετε σε πόλεμο;»), αποτελεί τη συνειδητοποίηση πως οι αμερικανικές βάσεις στα εδάφη τους δεν αποτελούν εγγύηση ασφαλείας, αλλά μαγνήτη επιθέσεων. Η προστασία που αγόρασαν αποδείχθηκε μια επικίνδυνη οφθαλμαπάτη.

Μέχρι πρότινος, οι ηγέτες του Κόλπου πίστευαν ότι είχαν απομονώσει τα κράτη τους από τις περιφερειακές συγκρούσεις, χτίζοντας μια όαση πλούτου. Είχαν μάλιστα προχωρήσει, το 2023, σε εξομάλυνση των σχέσεών τους με το Ιράν υπό κινεζική διαμεσολάβηση, βάζοντας την οικονομία πάνω από τις παλιές έχθρες. Όμως, η αμερικανο-ισραηλινή εκστρατεία διέλυσε αυτή τη λεπτή ισορροπία.

Γνωρίζοντας ότι απειλείται υπαρξιακά, η Τεχεράνη επέλεξε την τακτική του μέγιστου οικονομικού πόνου. Στοχεύοντας τα εμπορικά κέντρα των συμμάχων της Αμερικής με σμήνη από φθηνά drones (όπως τα ιρανικά Shahed), το Ιράν επιχειρεί να εξαντλήσει τα ακριβά αμερικανικά συστήματα αεράμυνας και να εκβιάσει μια εκεχειρία, εκτοξεύοντας τις τιμές της ενέργειας. Το ωστικό κύμα έφτασε γρήγορα μέχρι την Ευρώπη: το πρόσφατο χτύπημα στη βρετανική αεροπορική βάση στο Ακρωτήρι της Κύπρου ανάγκασε το Λονδίνο να αναπτύξει άμεσα αντιτορπιλικό, ενώ η Γαλλία στέλνει το αεροπλανοφόρο Charles de Gaulle στη Μεσόγειο.

Η διάψευση μιας ακριβής συμμαχίας

Οι αραβικές ηγεσίες ένιωθαν ότι είχαν επενδύσει στη σωστή πλευρά. Εκτιμούσαν τον Τραμπ, τη γλώσσα του χρήματος που μιλούσε και το προσωποπαγές στυλ του, που ταίριαζε με το δικό τους. Πίστεψαν πως τα δισεκατομμύριά τους εξασφάλιζαν όχι μόνο προστασία, αλλά και λόγο στις αποφάσεις του Λευκού Οίκου.

Σήμερα, η αίσθηση της προδοσίας στο Ριάντ και το Άμπου Ντάμπι είναι συντριπτική. Οι σύμμαχοι των ΗΠΑ παρακολουθούν την Ουάσινγκτον να τους σέρνει σε έναν πόλεμο χωρίς καμία ουσιαστική διαβούλευση. Συνειδητοποιούν με τον πιο σκληρό τρόπο πως η Αμερική αδυνατεί να αναπληρώσει άμεσα τα εξαντλημένα αποθέματα των αναχαιτιστικών πυραύλων τους και πως το αραβικό κεφάλαιο δεν αγοράζει τελικά δικαίωμα βέτο στο Οβάλ Γραφείο. Οι μοναρχίες που πλήρωσαν αδρά για να παραμείνουν ένα πολυτελές καταφύγιο, ανακαλύπτουν πως οι αμερικανικές βάσεις στα εδάφη τους δεν είναι η ασπίδα τους, αλλά ο βασικός στόχος.

 

 

ΠΗΓΗ Documento

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας