Τζώρτζης Ρούσσος
Οταν μια κυβερνητική εγκύκλιος καταγράφει αυξήσεις άνω του 100% σε βασικά τρόφιμα μέσα σε πέντε χρόνια, τότε το πρόβλημα δεν είναι τεχνικό ούτε συγκυριακό. Είναι πολιτικό. Τα συγκριτικά στοιχεία της γενικής γραμματείας Εμπορίου για την περίοδο 2021-2025 αποτυπώνουν με αριθμούς αυτό που τα ελληνικά νοικοκυριά βιώνουν καθημερινά: μια ανεξέλεγκτη πορεία ακρίβειας, την οποία η κυβέρνηση όχι μόνο δεν ανέκοψε, αλλά ουσιαστικά παρακολούθησε παθητικά.
Η εγκύκλιος εκδόθηκε για έναν φαινομενικά τεχνικό σκοπό: τον υπολογισμό ανατιμήσεων σε δημόσιες συμβάσεις βάσει του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή. Ωστόσο η σύγκριση των στοιχείων από το 2021 έως το 2025 μετατρέπει το έγγραφο σε πλήρη απολογισμό της αισχροκέρδειας που σάρωσε την αγορά και φούσκωσε φορομπηχτικά το ΑΕΠ μέσω της υπεραπόδοσης ΦΠΑ. Το κρίσιμο σημείο δεν είναι μόνο οι υψηλές ετήσιες αυξήσεις των πρώτων ετών, αλλά το γεγονός ότι οι τιμές δεν επανήλθαν ποτέ. Αντίθετα παγιώθηκαν σε πολλαπλάσια επίπεδα, μετατρέποντας την ακρίβεια από «κρίση» σε μόνιμο καθεστώς.
Υπερδιπλασιασμός τιμών
Η εικόνα στα τρόφιμα είναι αποκαλυπτική. Η εγκύκλιος δείχνει ότι οι αλλεπάλληλες αυξήσεις των πρώτων ετών σε βασικά είδη διατροφής συσσωρεύτηκαν οδηγώντας σε εκρηκτικά αποτελέσματα. Το μοσχάρι αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα: οι πολύ υψηλές αυξήσεις του 2021 και του 2022, σε συνδυασμό με διατήρηση υψηλών τιμών τα επόμενα χρόνια, οδηγούν σε σωρευτική ανατίμηση που υπερβαίνει το 100% την περίοδο 2021-2025. Με απλά λόγια, η τιμή του υπερδιπλασιάστηκε. Αντίστοιχα το χοιρινό και άλλα κρέατα καταγράφουν έντονες αυξήσεις στην αρχή της περιόδου και καμία ουσιαστική αποκλιμάκωση στη συνέχεια. Το αποτέλεσμα είναι μόνιμα ακριβότερο καθημερινό τραπέζι. Στο ψωμί και στα δημητριακά οι διψήφιες αυξήσεις των πρώτων ετών ενσωματώθηκαν στις τελικές τιμές. Η σωρευτική επιβάρυνση για τα νοικοκυριά υπερβαίνει το 50%, καθιστώντας βασικά είδη διατροφής δυσανάλογα ακριβά σε σχέση με το 2021.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν τα στοιχεία στον τομέα της υγείας. Τα φαρμακευτικά προϊόντα εμφανίζουν έντονες αυξήσεις το 2021 και το 2022, οι οποίες δεν αντιστράφηκαν τα επόμενα χρόνια. Σωρευτικά η επιβάρυνση ξεπερνά το 40% στην πενταετία. Σε αντίθεση με άλλα αγαθά, εδώ δεν υπάρχει δυνατότητα περιορισμού κατανάλωσης. Η ακρίβεια μεταφράζεται άμεσα σε κοινωνικό κόστος, πλήττοντας περισσότερο τους οικονομικά ασθενέστερους.
Η εγκύκλιος καταγράφει επίσης μεγάλες αυξήσεις σε υπηρεσίες κοινωνικής φροντίδας. Οίκοι ευγηρίας, δομές για άτομα με αναπηρία και υπηρεσίες βοήθειας στο σπίτι παρουσιάζουν αυξήσεις άνω του 20% ήδη από το 2021, οι οποίες παραμένουν ενσωματωμένες στις τιμές έως το 2025. Η σωρευτική επιβάρυνση καθιστά τη φροντίδα ηλικιωμένων και ευάλωτων ομάδων ολοένα και πιο ακριβή, μεταφέροντας το κόστος στις οικογένειες.
Το συμπέρασμα είναι σαφές: οι σωρευτικές αυξήσεις δεν είναι αποτέλεσμα ενός κακού έτους, αλλά μιας πενταετούς αδράνειας. Η κυβέρνηση διέθετε τα στοιχεία, όπως αποδεικνύει η ίδια η εγκύκλιος, αλλά δεν χρησιμοποίησε κανένα αποτελεσματικό εργαλείο για να αναχαιτίσει την αισχροκέρδεια. Οι αριθμοί είναι επίσημοι και αδιαμφισβήτητοι. Ακριβώς γι’ αυτό μετατρέπονται σε πολιτικό κατηγορώ στα πεπραγμένα της κυβέρνησης Μητσοτάκη.












































