Της Μαρίας Νεγρεπόντη-Δελιβάνη
Για χώρα, όπως η πατρίδα μας που:
* Έχει εξαθλιωθεί εξαιτίας των φονικών Μνημονίων.
*Βρίσκεται σε χειρότερη θέση το 2026 σε σύγκριση με το 2010, όταν της επιβλήθηκε το πρώτο Μνημόνιο.
* Οι ασθενικές της επενδύσεις αναφέρονται κυρίως στο ξεπούλημα του δημόσιου πλούτου της, καθώς και στην πώληση ακινήτων και γης σε περίοπτες, όσο και εθνικά ευαίσθητες γεωγραφικές περιοχές,
είναι όντως αδιανόητη, η πάγια προτίμηση των αρμοδίων να θεωρούν, χρόνος μπαίνει-χρόνος βγαίνει, ως ιδανική τοποθέτηση των πρωτογενών πλεονασμάτων, την πρόωρη εξόφληση δανείων μας.
Ι. Θεωρητικές επιδιώξεις μέσω υψηλών φόρων
Για το 2025 τα πρωτογενή πλεονάσματα ανήλθαν σε 8,1 δις. Ευρώ. Η αφαίμαξη αυτή των εισοδημάτων των Ελλήνων προήλθε από επιβολή φόρων αδικαιολόγητα υψηλών, και κυρίως άνισων. Και τούτο, διότι στην Ελλάδα, το ποσοστό των αυτοαπασχολούμενων, στη συνολική απασχόληση, που είναι ευκολότερα σε θέση να φοροδιαφεύγει, είναι διπλάσιο από τον αντίστοιχο Μ.Ο. των οικονομιών της Ευρώπης: 26% στην Ελλάδα και 13% στην ΕΕ. Με αποτέλεσμα, η συμβολή των μισθών στο συνολικό φόρο να είναι δυσβάσταχτη και άδικη.
Η προτίμηση αυτή των αρμοδίων, για την επιβολή ανώμαλα υψηλών φόρων θα μπορούσε, ενδεχομένως, να δικαιολογηθεί:
1.Από τυχόν πρόθεσή τους για δικαιότερη κατανομή του εισοδήματος, προκειμένου να περιοριστεί η ανισοκατανομή, σε δυσθεώρητα ύψη. Να είχαν, δηλαδή, χρησιμοποιηθεί αυτά τα πλεονάσματα, με τη μορφή επιδομάτων, σε οικογένειες με πολύ χαμηλό εισόδημα και σε παιδιά (34% των ελληνοπαίδων δεν καλύπτουν βασικές ανάγκες τους). Θα είχε, έτσι, σίγουρα αυξηθεί η υποτονική ενεργός μας ζήτηση (υπολείπεται κατά 14% της μέσης ευρωπαϊκής). Αλλά, υπάρχει η απειλή ότι η αύξηση της κατανάλωσης θα κατέληγε σε αύξηση εισαγωγών, που θα διεύρυνε το έλλειμμα του εξωτερικού μας ισοζυγίου. Ιδίως, και μετά την είσοδό μας στη συμφωνία Mercosur, που προβλέπει με σιγουριά την εξαφάνιση από ό,τι απέμεινε από την πρωτογενή μας παραγωγή.
2.Από τυχόν απόφαση ανασυγκρότησης της βιομηχανίας μας, η οποία πραγματοποιούσε θετικά βήματα πριν από την είσοδό μας στην ΕΕ και πριν από την επιβολή της παγκοσμιοποίησης. Όμως, για μια τέτοια προσπάθεια θα ήταν απαραίτητη η ύπαρξη προγράμματος, που να καθόριζε τις προτεραιότητες και τους τρόπους υλοποίησής τους. Δυστυχώς, όμως, στην Ελλάδα, δεν υπάρχει ίχνος προγραμματισμού για το τι μπορούμε και για το τι μας συμφέρει να επιλέξουμε. Τραγικό παράδειγμα, με απελπιστικές συνέπειες ήταν η άφρων απόφασή μας κατάργησης του λιγνίτη, και εναγκαλισμού της «πράσινης ανάπτυξης». Όταν, ταυτόχρονα, οι εταίροι μας στην ΕΕ, όχι μόνο δεν εγκατέλειψαν τον δικό τους λιγνίτη, αλλά και προχώρησαν σε επενδύσεις επέκτασης του.
Με τις συνθήκες αυτές αναμενόμενη ήταν και η αδυναμία μας χρησιμοποίησης των διαθεσίμων μας από το Ταμείο Ανάκαμψης. 12 δις. ευρώ είναι στον αέρα, ενόσω οι μικρές βιομηχανίες, που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του δευτερογενούς, φυτοζωούν.
ΙΙ. Οι συνέπειες
Η πρώτη και, σίγουρα, τραγικότερη συνέπεια, αυτής της έμμεσης αλλά διαυγούς ομολογίας μας είναι ότι, «δεν έχουμε τι να κάνουμε με τα δρακόντεια πλεονάσματά μας», και γι’ αυτό τα περνούμε στους δανειστές, πριν της ώρας τους. Που αποκτά ακόμη τραγικότερο περιεχόμενο, μετά τις αποκαλύψεις Επστάιν, που επιβάλουν απαίτησή μας, περί ριζικής αναθεώρησης του περιεχομένου των Μνημονίων. Να προσθέσω, φυσικά, στο σημείο αυτό, και την άρνηση των εκάστοτε αρμοδίων, επειδή «ντρέπονται», επειδή «διστάζουν» να απαιτήσουν τα κατοχικά γερμανικά χρέη, που υπερβαίνουν το 1 τρις. Ευρώ.
Στην Ελλάδα, 2.800.000 συμπατριώτες μας αντιμετωπίζουν το φάσμα της πείνας. 34% των παιδιών μας δεν αναπτύσσονται κανονικά, λόγω έλλειψης των όσων χρειάζονται. Οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι μας λιμοκτονούν. Αλλά, όμως, η «μεγαλοπρεπής Ελλάδα» σκορπάει αφειδώς το υστέρημα των Ελλήνων, υπέρ των δανειστών, παρότι μας χρωστούν πολλαπλά από όσα εμείς σε αυτούς..










































