Από το ΟΧΙ του 2015, στην «ελληνοτουρκική φιλία» και στις εθνικές υποχωρήσεις

Της Μαρίας Νεγρεπόντη-Δελιβάνη, Militaire.gr

Τ

Παρότι  γνώριζα τον άκρως εξευτελιστικό τρόπο, για την Ελλάδα, του  ΟΧΙ που έγινε ΝΑΙ, ωστόσο περίμενα τα πρακτικά της 6.7.2015, με την ελπίδα να  διαψευστώ.

Δυστυχώς, επιβεβαίωσαν με ακόμη δραματικότερο τρόπο, αυτό που υπήρξε διαφανές από την αρχή.

Θα προσπαθήσω, λοιπόν, να περιγράψω το ντροπιαστικό, για τη χώρα μας, αυτό συμβάν, που σφράγισε τη μειονεκτική μας θέση, στον ευρωπαϊκό και στο διεθνή στίβο. Σπεύδω να ξεκαθαρίσω,  ότι δεν πρόσκειμαι  σε κανένα πολιτικό κόμμα, και ότι συνεπώς  το μοναδικό μου μέλημα   είναι  να μπορέσει να σταθεί στα πόδια της η Ελλάδα, και να επιβληθεί, όσο μικρή και αν είναι, ως σεβαστή μορφή της, στην υφήλιο. Όπως της επιβάλλει  η ιστορία και ο πολιτισμός της.

Αποφάσισα, λοιπόν, μετά την κυκλοφορία των θλιβερών, για την κατάσταση της πατρίδας μας, πρακτικών την επομένη του δημοψηφίσματος,  να  αναδείξω  την ερμηνεία τους, που δεν  την είδα να κυκλοφορεί μέχρι σήμερα.

Αρχίζω με το  ΟΧΙ του ελληνικού λαού, για να διερωτηθω ποιο  ήταν το περιεχόμενό του, καθώς παρέμεινε (ηθελημένα) αδιευκρίνιστο μέχρι σήμερα.  Οπωσδήποτε, αναδείκνυε  φωνή αγωνίας, από  λαό, που είχε  ήδη δεινοπαθήσει από δύο Μνημόνια. Και των οποίων το  περιεχόμενο ορισμένων εδαφίων, ήταν όχι απλώς  προσβλητικό, αλλά   και εγκληματικό. Το ΟΧΙ, συνεπώς,  εκλιπαρούσε  την έξοδο  από αυτά.

Θεωρητικά, αυτό το ΟΧΙ μπορούσε να  εκληφθεί και ως εντολή αποχώρησης   από το ευρώ, και από την ΕΕ. Ωστόσο, ωριμότερη σκέψη απέκλειε   αυτή την   εκδοχή.  Και τούτο, διότι καταρχήν  θα ήταν απίθανο το 62% των Ελλήνων να έχει τολμήσει έστω και να σκεφτεί   επιστροφή στο εθνικό μας νόμισμα, μετά από τη συστηματική πλύση εγκεφάλου, που υπέστη  από τα ΜΜΕ, χάρη  στην ακούραστη επανάληψη των γνωστών φαιδρών επιχειρημάτων, σχετικά με τις φρικτές, δήθεν,  καταστάσεις που μας ανέμεναν: χωρίς φάρμακα, χωρίς θέρμανση και άλλα τινά.

Αντιθέτως, το ΟΧΙ του 62% του λαού μας,  αποτελούσε μια ασαφούς περιεχομένου,  αλλά ωστόσο εξαιρετικά ισχυρή αντίδραση στα δεινά που του επέβαλαν ΕΕ και ΔΝΤ.  Και, ακόμη,  μια πολύ συγκεκριμένη απαίτηση για βελτίωση των ημερών του. Αυτό, που ήταν απολύτως ξεκάθαρο ήταν ότι η οργή του 62%  κατευθυνόταν, σαφώς, εναντίον της ΕΕ.  Να προσθέσω, ακόμη,  ότι η αντίθεση στα  δεινά των Μνημονίων, με το  πρόχειρο, το αντιεπιστημονικό και το τυραννικό περιεχόμενο τους, περιελάμβανε και την ανεξήγητη νωθρότητα των κυβερνητικών μας, απέναντι στις πολυάριθμες ευκαιρίες του παρελθόντος, για βελτίωσή τους.

Ενόψει αυτής της πραγματικότητας, πως θα όφειλε να διαχειριστεί αυτό το ΟΧΙ, Κυβέρνηση και αντιπολίτευση; Και πως το διαχειρίστηκε;

Ι. ΜΑΖΙ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΚΑΙ ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΗ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ 62%

————————————————————————————————-

Το 62% όφειλε να ιδωθεί από  Κυβέρνηση και αντιπολίτευση, ως μια ακόμη, από Θεού ευκαιρία, για την απαίτηση καλύτερων μνημονιακών όρων, από  λαό  και  χώρα που είχαν κακοποιηθεί και χανόταν. Δηλαδή, και συγκεκριμένα, όφειλαν σύσσωμοι  οι αρμόδιοι να οχυρωθούν πίσω από το 62%, αφήνοντας να εννοηθεί ότι τα πάντα ήταν, πλέον, δυνατά εν όψει μιας τόσο ισχυρής λαϊκής αντίδρασης εναντίον της ΕΕ.

Ήταν, ή οπωσδήποτε όφειλε να είναι γνωστός ο  πανικός που καταλάμβανε  την ΕΕ, στη σκέψη ότι τυχόν η Ελλάδα θα αποχωρούσε  από το ευρώ. Στα απομνημονεύματα του Μπαράκ Ομπάμα, υπάρχουν σαφείς περιγραφές των πιθανών συνεπειών μιας τέτοιας αποχώρησης, που τις εκτιμούσαν σε απώλειες των τραπεζών, γερμανικών και γαλλικών, γύρω στα 3 τρισεκατομμύρια ευρώ. Και, ακόμη,  είχε επαρκώς κυκλοφορήσει το πώς ο ανθέλληνας Σόιμπλε, βασιζόμενος  στην υπόθεση ότι οι Έλληνες είναι κρετίνοι  και διεφθαρμένοι, ανέμενε ότι θα κατάπιναν την κοροϊδία του περί δήθεν απειλής  του να ξεπετάξει την Ελλάδα, εκτός ευρωπαϊκού νομίσματος- ενόσω ο ίδιος έτρεμε ένα τέτοιο συμβάν. Ο κ. Παναγιώτης Λαφαζάνης έχει δίκαιο όταν ισχυρίζεται πως μια πιθανή έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ, θα έβλαπτε περισσότερο την ΕΕ, από όσο την Ελλάδα.

Θεωρητικά, η έξοδος από την ΕΕ, ή η επιστροφή στο εθνικό νόμισμα δεν περιλαμβανόταν σαφώς στο 62% του ΟΧΙ, αλλά και ουδόλως αποκλειόταν. Επρόκειτο για τον βαρύ οπλισμό της Ελλάδας, που όφειλε να χρησιμοποιηθεί, καταρχήν, ως φόβητρο, αλλά και χωρίς να αποκλείεται η υλοποίησή του. Προκειμένου να έχει ισχύ αυτή η απειλή, εκτός από την εθνική ομοψυχία, έπρεπε να έχει προηγηθεί, όπως άλλωστε σε κάθε πολεμική επιχείρηση, η κατάλληλη προετοιμασία, έστω και αν δεν επρόκειτο  τελικά να υλοποιηθεί.

Συνεπώς,  ήταν, ή οπωσδήποτε όφειλε να είναι γνωστό το ότι, με την εμφάνιση του 62% η χώρα είχε εισέλθει σε προετοιμασία (έστω εικονικού ) πολέμου με την ΕΕ, τον οποίον και όφειλε, με  υπεράνθρωπες προσπάθειες να  κερδίσει.

Επιπλέον, οι αρμόδιοι γνώριζαν ότι ο αποδεδειγμένος κυνισμός της ΕΕ (με μοναδική εξαίρεση εξ όσων γνωρίζω της Γαλλίας, που με βάση πάντοτε τα απομνημονεύματα Ομπάμα προσπαθούσε, με κάθε ευκαιρία, να επιβάλλει τα δίκαιά μας) θα στρεφόταν ως πρώτη αντίδραση, εναντίον μας,  σταματώντας  το σταγονόμετρο του ευρώ, έτσι που πνίγοντας μας, να μας επιβληθεί. Και, συνεπώς, το στοιχειώδες δικό μας καθήκον, κυβέρνησης και όλων των λοιπών πολιτικών αποχρώσεων, ήταν η  προετοιμασία μας  για να μην πνιγούμε. Να πάμε, δηλαδή, μέχρι τέλους τον φανταστικό πόλεμο με την ΕΕ, και να βγούμε νικητές.

Εμείς, όμως, και λέγοντας εμείς εννοώ, φυσικά, το σύνολο του πολιτικού κόσμου μας (δεδομένου ότι ο λαός είχε κάνει σαφή την εντολή του, με το 62%) αγρόν αγόρασε.  Εξευτέλισε  τη χώρα και το λαό,  με τρόπο, για άλλη μια φορά,  ανεπανόρθωτο. Και σπεύδω να σημειώσω, ότι κυβέρνηση και αντιπολίτευση, και τη φορά αυτή με το 62%,  έγραψαν  στα παλαιότερα των υποδημάτων τους, ευκαιρίες, επιθυμίες και εντολές του ελληνικού λαού.

ΙΙ. ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΝΤΡΟΠΗΣ

————————————————-

Υπενθυμίζω ότι το 62% ήταν η λογική συνέχεια της (φαινομενικά τουλάχιστον) αρχικής στάσης του κ. Τσίπρα, απέναντι στα Μνημόνια, που τα προόριζε για σκίσιμο ή για κάψιμο. Και λογική ήταν, συνεπώς, η υπόθεση ότι  τώρα που ο ελληνικός λαός τον εξουσιοδοτούσε να ανάψει φωτιές για να τα εξαφανίσει (ή τουλάχιστον να τα καταστήσει λιγότερο φονικά), η Ελλάδα θα μπορούσε να μπει   σε νέα περίοδο, λιγότερο εγκληματικών προδιαγραφών, από την προηγούμενη.

Του  δημοψηφίσματος είχε προηγηθεί  τηλεφωνική επαφή του κ. Τσίπρα με την κυρία Μέρκελ, στα πλαίσια τριμερούς τηλεφωνικής σύσκεψης, στις 26.6.2015, στην οποίαν συμμετείχε και ο κ. Ολάντ. Σε αυτήν, ο κ. Τσίπρας ανακοίνωσε την απόφαση του υπουργικού του συμβουλίου, για διεξαγωγή δημοψηφίσματος. Στην ερώτηση της κυρίας Μέρκελ, ποια θα ήταν η σύσταση του υπουργικού του  συμβουλίου προς τον ελληνικό λαό , ο κ.Τσίπρας απάντησε: ΟΧΙ, φυσικά, νέτα σκέτα (σελ.454-5, Απομνημονεύματα,  Ελευθερία, 2024).

Λογική, συνεπώς, ήταν η βεβαιότητα, ότι ο κ. Τσίπρας είχε λάβει όλες τις απαραίτητες προϋποθέσεις, ώστε η Ελλάδα να μπορέσει να αντιμετωπίσει απειλές και τρομοκρατικές ενέργειες της ΕΕ, και  να εκπληρώσει  έτσι τη λαϊκή  εντολή. Και, ακόμη, εύλογη θα όφειλε να είναι και η προσδοκία, ότι οι λοιπές πολιτικές δυνάμεις δεν θα ήταν αντίθετες με το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, και συνεπώς  θα κατέβαλαν κάθε δυνατή προσπάθεια για την υλοποίησή  του.

Δυστυχώς, όμως, η εξέλιξη απείχε σε συντριπτικό βαθμό από  αυτήν που, με βάση όλες τις οπτικές γωνίες,  ήταν η επιβαλλόμενη.

Ανάμεσα στα πολυάριθμα αποδεικτικά στοιχεία  αναφέρομαι στο πιο δραματικό. Στο  περιεχόμενο ραδιοφωνικής εκπομπής (realfm 97.8-το αληθινό ραδιόφωνο, 7/7/16) που κυκλοφόρησε αρκετά  μετά το δημοψήφισμα και αναφέρεται  σε  συνομιλία, γύρω από το αποτέλεσμά του, ανάμεσα στον κ. Μειμαράκη και στον κ. Χατζηνικολάου. Ανατριχιαστικά αποκαλυπτικό για την υποτέλειά μας (https://www.facebook.com/watch/?v=2243638682607568).

Συγκεκριμένα, ο κ. Μεϊμαράκης εκμυστηρεύεται στον κ. Χατζηνικολάου ότι η ΝΔ δεν ήθελε να συμμετάσχει στο δημοψήφισμα, αλλά τελικώς επείσθη, επειδή είχε διαβεβαιώσεις ότι θα έβγαινε ΝΑΙ. Και όταν βγήκε ΟΧΙ, δεν ήξεραν τι να κάνουν. Και σε ερώτηση του κ. Χατζηνικολάου τι έκαναν, ο κ. Μεϊμαράκης απάντησε ότι απευθύνθηκαν στον ΠτΔ, και ο ΠτΔ απευθύνθηκε στους επικεφαλής της ΕΕ, που τους κατηύθυναν πώς να χειριστούν το πρόβλημα.

Ο κ. Παυλόπουλος απέκλεισε το grexit, προφανώς  και ως απλό φόβητρο (όπως, άλλωστε, θα ήταν), προκειμένου να βοηθήσει την κατάσταση, και στη συνεδρίαση του Συμβουλίου των Πολιτικών Αρχηγών, επήλθε συμφωνία σε όλα (τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που εξεδιώχθησαν οι δημοσιογράφοι), εκτός του ΚΚΕ που διαφώνησε και της Χρυσής Αυγής που απείχε.

Απίστευτο και όμως αληθινό! Η Ελλάδα ζήτησε σωτηρία από την ΕΕ, εναντίον της οποίας εστρέφετο το 62% του ελληνικού λαού.

Έτσι χάθηκε μια ακόμη ευκαιρία  βελτίωσης της μνημονιακής κόλασης, που προστέθηκε στις πολυάριθμες του παρελθόντος, καθώς η απαίτηση του 62% για σύγκρουση με την ΕΕ κατέληξε  σε…εναγκαλισμούς μαζί της. Και, ακόμη, έτσι χάθηκε και η ελπίδα να κατανοήσει η ΕΕ το θανάσιμο λάθος της με την Ελλάδα, και να ακολουθήσει μια ομαλότερη σχέση μεταξύ τους. Ακόμη, καθιερώθηκε η χώρα μας, ως κατάλληλη για χτυπήματα στην πλάτη, αλλά όχι ως ισότιμο μέλος της ΕΕ, με δικαιώματα και απαιτήσεις. Θυμούμαι, αρκετούς συναδέλφους μου στη Σορβόννη, που ανέμεναν πολλά από το ΟΧΙ, και μάλιστα για ολόκληρη την Ευρώπη, και αδυνατούσαν να κατανοήσουν την θλιβερή κατάληξη.

Απολύτως αναμενόμενα πρέπει να θεωρηθούν τα όσα ακολούθησαν, στα επόμενα 10 χρόνια,  την εξευτελιστική συνεδρίαση που μετέτρεψε το ΟΧΙ σε ΝΑΙ. Σωρεία δραματικών  γεγονότων που βύθισαν την Ελλάδα σε  απόγνωση όπως ανάμεσα και σε άλλα η «φιλία μας με τους Τούρκους», η σιωπηρή συναίνεση ότι  το «Αιγαίο δεν αποτελεί ελληνική λίμνη»,  η αθρόα εφαρμογή  «μπέστε σκύλοι αλέστε» (που σε καμιά περίπτωση δεν αποτελεί ρατσιστική άποψη, αλλά απλώς διαπιστώνει δραματικά γεγονότα χωρίς οργάνωση), η αδιαφορία μας για τις «εξελίξεις στην Κύπρο και στη Θράκη», οι  «εναγκαλισμοί μας με τους Σκοπιανούς, όταν συχνά μας επισκέπτονται», και για πλήθος άλλων τραγελαφικών συμπεριφορών μας. Ανεξάντλητος ο θλιβερός κατάλογος.

Ετοιμάζοντας ομιλία μου για τον ΄Ιωνα Δραγούμη, καθώς  την 1η Αυγούστου συμπληρώθηκαν 200 χρόνια από τη δολοφονία του, θα τελειώσω το άρθρο μου με την ακόλουθη ρήση του, του 1905, που δεν θα μπορούσε να είναι πιο επίκαιρη και για τη σημερινή Ελλάδα:

«Είναι σκληρή η ιδέα πως χάνεται η Πόλη, αλλά δεν με ταράζουν βυζαντινά όνειρα τόσο, όσο η γνώση πως, είτε έχουμε είτε δεν έχουμε την Πόλη, είμαστε μέτριοι, ψόφιοι, κακομοιριασμένοι, κοιμισμένοι και μέτριοι, μέτριοι». Οι λέξεις: «Να πάρουμε την Πόλη» είναι σύμβολο, που δεν σημαίνει «Να ξαναφτιάξουμε τη βυζαντινή αυτοκρατορία», αλλά «Να είμαστε δυνατοί». Πρέπει να κινητοποιηθούν οι Έλληνες που δεν φέρουν την ελληνικότητά τους σαν βάρος ή ατυχία, που θα θέσουν στόχους μεγάλους και τολμηρούς.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Παρακαλώ προσθέστε το σχόλιό σας
Παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας